εγώ και ο ελληνικός μου

Μέχρι κάμποσα χρόνια πριν ομολογούμαι

είχα το χούι πατροπαράδοτα να παραγγέλνω

τον καφέ μου:

τούρκικο – ναι και όχι – στο χοντρό – και σβέλτα.

Ώσπου ένας δικός μας ξυπνητός μού κάνει

Για πρόσεχε πώς τον ζητάς.

Ανίσως είν’ Ελληναράς ο σερβιτόρος

μπορεί και να σ’ τον μαγαρίσει.

Τώρα τον λεν Ελληνικό, ξέχασες τη ρεκλάμα;

Του καφενείου Η Ελλάς τούρκικος δεν του πρέπει.

Μετά από αμήχανο για μέρες ξύσιμο της κούτρας

στοχαστικό χάιδεμα της βερέμικης γενειάδας

σταλάζοντας του μπόλικου κομπολογιού τις χάντρες

(από ασημοκεχρίμπαρο η φούντα)

με λύση πρόσκαιρη το «άξον μοι νηφοκοκκόζωμον»

του Δ. Βυζαντίου

που όμως – θεοί! – κανείς Βαβέλληνας

δεν εννοούσε γρυ

Κιότεψα εντέλει στο αδειανό σημαίνον

Έθεσα φυλακήν τω στόματί μου

Απεταξάμην την κακιά τη λέξη.

Λοιπόν κερδήθηκε η μάχη του καφέ φαιοί μου

πατριώτες

με το άστε ντούε του αλλάξαμε νουφούσι – πάρθεν!

Πέσανε και οι τελευταίες αντιστάσεις.

Τώρα καιρός να πάρουμε καλπάζοντας

τα κάστρα του Ιμαμπαλντί, τα Γιαχνιστά

τα Σαχανάκια, τα Γιαπράκια, το Ατζέμ-πιλάβι

αυτή την Κόκκινη Μηλιά – πάνω στα Πράσινα

Άλογά μας.

Έκτοτες τον ζητάω γραικιστί τον τούρκικό μου

Έναν Ελληνικό, παρακαλώ!

Άκου Ελληνικό! Εγώ που έκανα παραταμπής

στον τρανό καφενέ της Κοκκινιάς στου Μπράιλα

που σού ’φερνε με τον καφέ

γουργουριστούς μαρκουτσοναργκιλέδες

μέχρι που τους κατάργησε εθνόψυχα η χούντα.

Αλλάχ σ’χωρέστους!

Τρία σοκάκια παραπάνω ο Σακαντάρης

μοντάριζε καβουρντομηχανές

που μοσκοβόλαγαν με καφέ αράπικο τη σύμπασαν

Ελλάδα.

Έναν Ελληνικό πετάω και ταμάμ προσθέτω:

Όμως για κάμετέ μου το χατίρι.

Από χαρμάνι μπέικο και σεκερλή τον θέλω

Σε μπακιρένιο ιμπρίκι και στη χόβολη

Γιαβάσικο ανακάτωμα ως τα μισά της διαδικασίας

Μετά αφήστε τον να σιγοβράσει να γενεί καϊνάρι.

Σηκώστε τον μόλις αρχίσει να θεριεύει

Μικρά χτυπήματα να δέσει το καϊμάκι και πάλι λίγο

στη φωτιά.

Τον θέλω καϊμακλή στ’ αλήθεια, όχι της σόδας

σερβιρισμένο ενώπιόν μου σε χοντρό φελτζάνι

από κομμάτι αψηλά για ιριδωτές φουσκάλες.

Σιμά του μια μπουκιά λουκούμι ή και δύο

όλα φερμένα σε μαλαματένιο τάσι

μαζί με τρία μπούζικα νερά – ένα για πριν,

δυο για μετά

σε γυάλινα ποτήρια εκείνα με το εξόγκωμα κοντά

στο χείλος.

Ιδού οι Δέκα καφέ-Εντολές μου!

Κι ατός μου έξω απ’ τον καφεχανέ (café το λένε τώρα)

στο Τουρκολίμανο ή στο Πασαλιμάνι

κάτ’ απ’ το κιόσκι αράζω σαν Τεπελενλής

πάνω σε τέσσερις τουλάχιστο καρέκλες.

(κάνει, ουφ, μια ζέστη όπως τής Οδός Ελλήνων)

Ρουφάω θεριακλήδικα. Άφεριμ!

Έ, ρε ντουνιά, που στα τασάκια μου σε γράφω.

Στρίβω της αφεντιάς μου σέρτικα κιρέτσιλερ

Αργά χτυπήματα στακάτα στο αντιχειρονύχι.

Ανάβω τελετουργικά μ’ αυστριακό τσακμάκι

(τινάζοντάς το πριν να ανέβει η μπεζίνα)

και μιαν ορθόδοξη κατάνυξη

όπως θα άναφτε ο μικρός Αλέξαντρος

τα μάναλα της εκκλησιάς του παπα-Αδαμαντίου.

Η πρώτη ρουφηξιά – συριστικά ηχήεσσα κατά το ειωθός

Πρόγευση πέρσικου παράδεισου

Ηδονικές καπνοεισπνοές, ντουμάνι θεϊκό, τασάκι τίγκα

Δυο τσιγάρο μια καφέ ή αντίστροφα.

Λευκόγκριζοι καπνοί τριγύρω στη σεβάσμια κάρα μου

ταιριάζουνε μηδενικά άλως αγίου

νιώθω να με διεκδικούν ο Γιαραμπής, ο Αλλάχ κι ο

Γιαχαβάχα.

Κάθομαι και διαβάζω μ’ επηρμένο φρύδι

σε μια φτηνή χαρτοφυλλάδα

χαμπέρια αδιάφορα ενός ντουνιά σακάτη

που θέλω να αλλάξει – αμ’ πώς δε θέλω!

μα αρνιέμαι ν’ αρχινήσω από εμέ τον ίδιο.

«Ce que j’étais hier, je le serai demain»

κατά πως τόπε ο Βίκτορας των μιζεράμπλων.

Αυτό το αύριο περίφροντις θα το διαβάσει

στα τουρκοκρητικά ιερογλυφικά του φλιτζανιού

Βαλκάνια ανεξίθρησκη πλάνη τσιγγάνα

ξαδέρφη της Κασσάντρας πρώτη

που νιώθει τα εσόμενα σαν πρώτ’ εόντα

καλύτερα κι από τον Old of the Days.

Από εκειδά κόβω χαλβά προς τις σουρτούκες

στρίβοντας τ’ ακρομούστακά μου

διευθετών τε άμα τ’ αχαμνά μου.

Από τους άσεμνους συλλογισμούς με βγάζει μια

στριγκιά φωνή μεγάφωνου

Παπά να είναι, χάβρας ή ιμάμη;

Τίνος εκ των ενός θεών τελάλη;

Ίδια νυσταγερός και χαύνος ο έρρινα συρνάμενος

ρυθμός τους.

Λίγα ζαμάνια πριν στην Ισταμπούλ θυμάμαι

στο πλάι του Ντολμά Μπαχτσέ σεράι

καρσί απ’ του Βοσπόρου το μπουγάζι

’κει που ο Έλλεν Κονσταντίνο Ντράγκατς ρουφούσε

σύννους το στερνό φραπέ του

’κει που πηδήξανε τσουρουφλιστά του καλογέρου τα

μπαρμπούνια

(η Πόλη έπεφτε κι αυτός τηγάνιζε για τη γαστέρα του

μπαρμπούνια)

εκεί λοιπόν ο καφετζής με ρώτησε γαλίφης:

Younan kahvesi? Sorry. I mean Greek Coffee? -Έτσι τον

είπε τον ντεμέκ ελληνικό μας.

Türk kahvesi, του το αντιγυρίζω

τάχα δεν έπιασα την ειρωνεία.

Τον φέρνει μερακλή, χουβαρνταλή και σεραϊλίδικο

καθώς ταιριάζει στο γειτόνεμα με το τρανό παλάτι.

(Χαλάλι το κιμπάρικο μπαξίς).

Εγώ – ξανά κιρέτσιλερ – πίνω τον τούρκικο in situ,

ανατολίτικα

Ραχατλίδικα

Λεβεντασίκικα

Τεμπέλικα

Δερβίσικα και δεβαριέσικα.

Τώρα ο χιμουρτζίνικος καπνός παίρνει αλλόκοτες

μορφές και σχήματα

σκιές της νέκυιας περνάν σιμά μου ο Πρίαμος,

ο Αγαμέμνων

ατός στο άτι του ο Φατίχ Μουχάμετ

μαυροσφαγμένοι του Μισολογγιού και της

Τρομπόλιτζας

σιαμαίοι ο Τουρκοφάγος και ο Τουρκολάγνος

Ξωπίσω αμέτρητες ψυχές τυφλών Βουλγάρων.

Πίνω τον τούρκικο και φτάνω στο ντελβέ

Κρυφά βουτάω το δάχτυλο και γλείφω

Γεύση γλυκόπικρη θυμησερή καλιακουδίσσια

λαών, γλωσσών, φυλών και φύλων.

Σάμπως σ’ αυτό το πήγμα να χει κατακάτσει

η μπούρμπερη του αραμπά μιας ιστορίας

κοινών δρόμων

εδώ στο μούχρωμα της καθ’ ημάς Βαλκανασίας

εδώ στα όρια θνητού κι αθανασίας

στο αργό διάβα τόσων τουρκο-γραίκικων αιώνων.

 

Χαράλαμπος Ε. Μαραβέλιας

Advertisements