suave turba magna

Πεζός είμαι, τίποτα παραπάνω. Αρθούρος Ρεμπώ (από γράμμα στον ποιητή Πωλ Ντεμενύ, 28 Αυγούστου 1871).

Πεζός είμαι, τίποτα παραπάνω. Αρθούρος Ρεμπώ (από γράμμα στον ποιητή Πωλ Ντεμενύ, 28 Αυγούστου 1871).

Διάβαζα Γουίτμαν, ξέρεις τι λέει; «Χαμογελάστε σκλάβοι, και τρομοκρατήστε τους ξένους δεσπότες», εννοεί ότι τέτοια είναι η στάση του Βάρδου, των τρελών βάρδων του Ζεν των ερημικών μονοπατιών, βλέπεις το όλο πράγμα είναι ένας κόσμος γεμάτος ερημίτες με σακίδια, αλήτες του Ντάρμα, που αρνιούνται να προσυπογράψουν τη γενική απαίτηση της κατανάλωσης της παραγωγής και επομένως ότι πρέπει έτσι να δουλέψουν για να καταναλώνουν όλες αυτές τις αηδίες που έτσι κι αλλιώς δεν ήθελαν, όπως ψυγεία, τηλεοράσεις, αυτοκίνητα, και γενικά άχρηστα πράγματα […]. Χιλιάδες ή ακόμα εκατομμύρια νεαροί Αμερικανοί να περιτριγυρίζουν με σακίδια, ν’ ανεβαίνουν στα βουνά…

Τζακ Κέρουακ, Οι αλήτες του Ντάρμα, μτφρ. Εύη Παπά, Αθήνα, Αίολος, σελ. 121-122.

Να κάθεσαι όσο το δυνατόν λιγότερο. Να μην εμπιστεύεσαι κανέναν στοχασμό που δεν γεννήθηκε στο ύπαιθρο και σε ελεύθερη κίνηση – και όπου δεν συνεργάζονται οι μύες. Όλες οι προκαταλήψεις προέρχονται από τα εντόσθια. Η καθιστική ζωή – το έχω ξαναπεί – είναι η κατεξοχήν αμαρτία ενάντια στο Άγιο Πνεύμα.

Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε, Ecce Homo, Αθήνα, Γκοβόστης, σελ. 52.

Περπατώντας ανακαλύπτω τα καλύτερα μονοπάτια που ένας τυφλός σαν εμένα θα μπορούσε να ελπίζει να βρει και απολαμβάνω τον πλέον τονωτικό αέρα. Περπατάω κατά μέσο όρο μία ώρα το πρωί και τρεις νωρίς το απόγευμα, διατηρώντας καλό ρυθμό· ακολουθώ πάντα το ίδιο μονοπάτι: είναι αρκετά όμορφο και έτσι καταφέρνω να ανεχτώ την επανάληψη. Η θάλασσα κι ο καθαρός ουρανός! Για ποιο λόγο άραγε βασανιζόμουν τόσο καιρό! […] Οι εντάσεις των συναισθημάτων μου με κάνουν ν’ ανατριχιάζω και να γελώ· αρκετές φορές δεν μπόρεσα να βγω από το δωμάτιό μου για τον γελοίο λόγο ότι τα μάτια μου είχαν φλεγμονή – από τι; Κάθε φορά είχα κλάψει τόσο πολύ στον περίπατο της προηγούμενης μέρας, όχι δάκρυα συναισθηματικά μα δάκρυα χαράς· τραγουδούσα κι έλεγα ανοησίες, γεμάτος με μια φευγαλέα ματιά για τα πράγματα, που με τοποθετεί μπροστά από όλους τους άλλους ανθρώπους.

Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε, Επιστολές: επιλογή από την αλληλογραφία του, Αθήνα, Παπαζήσης, 2014, σελ. 314. (Επιστολή στον Πέτερ Γκαστ από το Σιλς Μαρία στις 14 Αυγούστου 1881).

Δεν ανήκουμε σ’ εκείνους που σχηματίζουν σκέψεις μόνο όταν βρίσκονται ανάμεσα σε βιβλία, όταν ωθούνται από βιβλία – εμείς συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε έξω, στον καθαρό αέρα, καθώς περπατάμε, πηδούμε, σκαρφαλώνουμε, χορεύουμε, κατά προτίμηση σε μοναχικά βουνά ή κοντά στη θάλασσα, όπου ακόμα κι οι δρόμοι γίνονται στοχαστικοί.

Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε, Η χαρούμενη επιστήμη, παρ. 366, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2004, σελ. 244-245.

Είμαι ένας ταξιδιώτης κι ένας ορειβάτης, είπε (ο Ζαρατούστρα) στην καρδιά του, δεν αγαπώ τις πεδιάδες και φαίνεται δεν μπορώ να κάτσω ήσυχος πολύν καιρό. Και ό,τι και να μου έρθει ως μοίρα και ως βίωμα – ένα ταξίδι θα υπάρχει μέσα μου και μια ορειβασία: σε τελευταία ανάλυση δε βιώνει κανείς παρά τον εαυτό του. 

Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα («Ο ταξιδιώτης»), Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 1999, σελ. 149.

Εμπρός! Η πορεία, το βαρύ φορτίο, η ερημιά, η πλήξη και η οργή.

Αρθούρος Ρεμπώ, Μια εποχή στη κόλαση. Το αίμα του κακού, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2004, σελ. 29.

Καλή αντάμωση εδώ, ή όπου να’ ναι.

Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 145.

Όποιος θέλει να απολαύσει μια διαδρομή με τα πόδια, πρέπει υποχρεωτικά να είναι μόνος. Αν έχει παρέα, έστω και έναν συνοδοιπόρο, τότε πρόκειται για πεζοπορία κατ’ επίφαση· στην πραγματικότητα είναι κάτι άλλο, που μοιάζει περισσότερο με πικ-νικ. Η ελευθερία είναι πολύ σημαντική, γι’ αυτό ο πεζοπόρος οφείλει να βαδίζει χωρίς συντροφιά. Μόνο τότε είναι ελεύθερος να σταματά και να ξεκινά όποτε θέλει, να ακολουθεί το τάδε ή το δείνα μονοπάτι, να περπατά με την ησυχία του, με όποιο τρόπο του ταιριάζει. 

Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Ταξιδεύοντας με γάιδαρο στις Σεβένες.

Μόνο στα καλύτερά μου χρόνια ταξίδευα με τα πόδια, και πάντα ήταν απόλαυση. Αργότερα, οι υποχρεώσεις, οι δουλειές, οι αποσκευές με ανάγκασαν να κάνω τον κύριο και να παίρνω αμάξι. Οι στενοχώριες, οι βασανιστικές σκοτούρες ανέβαιναν κι αυτές μαζί μ’ εμένα, και ενώ ως τότε στα ταξίδια μου ένιωθα μόνο την ευχαρίστηση του να πηγαίνω, το μόνο που αισθάνομαι έκτοτε είναι η ανάγκη να φθάσω.

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Βιβλίο δεύτερο, Πρώτος τόμος, Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1997, σελ. 66.

Ήμουν νέος, ήμουν καλά. Ταξίδευα, ταξίδευα με τα πόδια, και ταξίδευα μόνος. Ο αναγνώστης θα το έβρισκε μάλλον περίεργο που θεωρώ αυτό το τελευταίο πλεονέκτημα, αν δεν είχε ήδη εξοικειωθεί αρκετά με το χαρακτήρα μου. Είχα για συντροφιά τα όνειρά μου, και άλλοτε η φλογερή φαντασία μου δεν έπλασε πιο μεγαλειώδη. Όταν μου πρόσφεραν μια κενή θέση σε κάποια άμαξα ή με πλησίαζε κάποιος στο δρόμο, αγρίευα, γιατί μου γκρέμιζαν το λαμπερό μέλλον που έχτιζα περπατώντας μόνος μου. […] Ποτέ άλλοτε δεν σκέφτηκα τόσο πολύ, δεν έζησα τόσο πολύ, δεν ήμουν, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, τόσο πολύ ο εαυτός μου, όσο στα ταξίδια που έκανα μόνος μου και πεζός […] Ολόκληρη η φύση είναι στη διάθεσή μου. Η καρδιά μου, περιδιαβαίνοντας εδώ κι εκεί, ενώνεται, ταυτίζεται με ό,τι τη συγκινεί, χάνεται μέσα σε μαγευτικές εικόνες, δονείται από τα πιο υπέροχα συναισθήματα.

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Βιβλίο τέταρτο, Πρώτος τόμος, Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1997, σελ. 173, 177.

Όλη την υπόλοιπη μέρα την περνούσα στο δάσος, χωμένος, αναζητώντας και βρίσκοντας εκεί την εικόνα των πρώτων ανθρώπων και γράφοντας ενθουσιασμένος την ιστορία τους. Ανέτρεπα τα μικροψέματα των ανθρώπων, τολμούσα να αποκαλύψω τη φύση τους, να παρακολουθήσω την αλλοίωσή τους στην πορεία του χρόνου και των συνθηκών, και να τους δείξω, συγκρίνοντας τον άνθρωπο που έφτιαξαν οι άνθρωποι με εκείνον που έφτιαξε η φύση, πως η πραγματική πηγή της δυστυχίας τους βρισκόταν στην υποτιθέμενη πρόοδο τους.

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Βιβλίο όγδοο, Δεύτερος τόμος, Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1997, σελ. 123.

Πηγαίνουμε ανατολικά, για να κατανοήσουμε την ιστορία και να μελετήσουμε τα έργα της τέχνης και της λογοτεχνίας, ακολουθώντας τα βήματα της φυλής· πηγαίνουμε δυτικά ωσάν να βαδίζουμε προς το μέλλον, με το πνεύμα της δοκιμής και της περιπέτειας. […] Είναι μάταιο να καθίσεις για να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί ποτέ για να ζήσεις.

Χένρι Ντέιβιντ Θόρω, Πολιτική ανυπακοή, Ζωή χωρίς αρχές, Περπατώντας, Αθήνα, Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1996, σελ. 50.

Υπάρχει στη φύση μια υπόγεια φωτιά που μπορεί να κοιμάται, αλλά ποτέ δε σβήνει. Κανένα ψύχος δεν μπορεί να τη νικήσει. […] Αυτή η υπόγεια φωτιά έχει το βωμό της στο στήθος κάθε ανθρώπου. Την πιο κρύα μέρα, στον πιο έρημο λόφο, ο διαβάτης συντηρεί κάτω απ’ τις πτυχές της κάπας του μια φωτιά πιο ζεστή από εκείνη που καίει σε οποιοδήποτε τζάκι. Ο υγιής άνθρωπος αποτελεί συμπλήρωμα των εποχών και μες στο καταχείμωνο στην καρδιά του βασιλεύει καλοκαίρι. Εκεί βρίσκεται ο νότος.

Χένρι Ντέιβιντ Θόρω, Περιπλανήσεις, Φιλοσοφικοί στοχασμοί («Ένας χειμωνιάτικος περίπατος»), Αθήνα, Κέδρος, 2013, σελ. 17-18.

Ο περιπατητής είναι βασιλιάς: το βασίλειο του είναι η γη. Από τη στιγμή που το κατακτήσει, το αναγκαίο δεν πρόκειται να του λείψει ποτέ, γιατί βρίσκεται παντού και ανήκει σε όλους και σε κανέναν. Η ένδεια μετατρέπεται σε πλούτο.

Δίων Χρυσόστομος, Περί βασιλείας (Λόγος 4ος).

Ακολουθούσα το μονοπάτι το σιωπηλό / Το σώμα μου γαλήνια ρουφούσε / Μια ευεργεσία όμοια με ήρεμο ύπνο / Μα πολύ πιο γλυκιά. Πάνω, πίσω, μπροστά, / Τριγύρω, ησυχία και μοναξιά.

Ουίλιαμ Γουόρντσγουορθ

Βάδισε μόνος / Αν κανείς δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά σου, τότε βάδισε μόνος / Αν φοβούνται και τρομαγμένοι το πρόσωπο στρέφουν στον τοίχο / Εσύ κακέ οιωνέ / Το μυαλό σου άνοιξε και μόνος μίλα / Αν την πλάτη σού γυρίσουν και καταμεσής στην έρημο μόνο σ’ αφήσουν / Εσύ κακέ οιωνέ / Πάτησε τ’ αγκάθια στο δρόμο σου / Και μόνος βάδισε στο μονοπάτι που με αίμα έχει βαφτεί.

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

Advertisements