φάκελος: Μυθιστόρημα

Το αφιέρωμα του κυριακάτικου φύλλου του Βήματος γύρω από τα ζητήματα του ελληνικού μυθιστορήματος, όπως δημοσιεύτηκε από τις 24 Ιουλίου 2016 μέχρι τις 4 Σεπτεμβρίου 2016, με την επιμέλεια της Λαμπρινής Κουζέλη.

Μυθιστόρημα: Είναι τελικά ανύπαρκτο στην Ελλάδα;

Ο αναγνώστης της αγγλόφωνης ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής ποίησης που επιμελήθηκε η Κάρεν βαν Ντάικ, καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης (Austerity Measures, εκδόσεις Penguin Books, Λονδίνο, 2016), στην ενότητα για την αφηγηματική ποίηση που γράφεται στις μέρες μας θα βρει την εξής σημείωση: «Influenced by a strong tradition of the short story – the Greek novel barely exists – prose poetry also plays a big part». Εκείνο που ενδιαφέρει την επιμελήτρια του τόμου είναι να υπογραμμίσει την πολυμορφία και τον δυναμισμό της ποιητικής σκηνής στην Ελλάδα, παρεμπιπτόντως όμως πληροφορεί το διεθνές αναγνωστικό κοινό του τόμου ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια ισχυρή παράδοση στο διήγημα και ότι ελληνικό μυθιστόρημα σχεδόν δεν υπάρχει. Το ελληνικό μυθιστόρημα είναι σχεδόν ανύπαρκτο.

Οι απόλυτοι αριθμοί δείχνουν ότι υπάρχει μυθιστόρημα στην Ελλάδα – εκδίδεται και διαβάζεται. Ας αφήσουμε στην άκρη τα αισθηματικά μυθιστορήματα της μαζικής λογοτεχνίας που σκαρφαλώνουν ομαδηδόν στην κορυφή των ευπωλήτων και κυκλοφορούν σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα το καθένα. Ας εστιάσουμε σε ποιοτικές περιπτώσεις. Αν το ελληνικό μυθιστόρημα είναι σχεδόν ανύπαρκτο, τι συνιστούν μυθιστορήματα όπως η Πάπισσα Ιωάννα (1866) του Εμμανουήλ Ροΐδη, Η ζωή εν τάφω (1924) του Στράτη Μυριβήλη, η Αργώ (1933) του Γιώργου Θεοτοκά, η Eroica (1937) του Κοσμά Πολίτη, η Μενεξεδένια πολιτεία (1937) του Αγγελου Τερζάκη, ο Γιούγκερμαν (1938) του Μ. Καραγάτση, οι Δύσκολες νύχτες (1938) της Μέλπως Αξιώτη, η Γαλήνη (1939) του Ηλία Βενέζη, το Σόλο του Φίγκαρο (1939) του Γιάννη Σκαρίμπα, ο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946) του Νίκου Καζαντζάκη, το Πλατύ ποτάμι (1946) του Γιάννη Μπεράτη, η Πολιορκία (1953) του Αλέξανδρου Κοτζιά, οι Ακυβέρνητες πολιτείες (1960) του Στρατή Τσίρκα, το Μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης (1966) του Ν. Γ. Πεντζίκη, το Ζ, φανταστικό ντοκυμανταίρ ενός εγκλήματος (1966) του Βασίλη Βασιλικού, ο Λοιμός (1972) του Ανδρέα Φραγκιά, το Κιβώτιο (1974) του Αρη Αλεξάνδρου, η Αρχαία σκουριά (1979) της Μάρως Δούκα, η Μεγάλη πλατεία (1987) του Νίκου Μπακόλα, το Τρίτο στεφάνι (1962) του Κώστα Ταχτσή, το Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη (1972) και η Ορθοκωστά (1994) του Θανάση Βαλτινού, η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (1987) της Αλκης Ζέη, ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά (1989) της Ρέας Γαλανάκη, το Με το φως του λύκου επανέρχονται (1993) της Ζυράννας Ζατέλη, για να αναφέρουμε ορισμένα έργα που εγγράφονται στον ειδολογικό ορίζοντα του μυθιστορήματος, που γνώρισαν την αποδοχή της κριτικής, που διαβάστηκαν, που έχουν διάρκεια στον χρόνο; Είναι αστρικές λάμψεις σε ένα σκοτεινό σύμπαν μυθιστορηματικής ανυπαρξίας;

Να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι η αμερικανή νεοελληνίστρια δεν αυθαιρετεί. Επαναλαμβάνει έναν κοινό τόπο για την ελληνική μυθιστοριογραφία που ακούγεται συχνά σε ιδιωτικές συζητήσεις και λογοτεχνικά πηγαδάκια: μυθιστόρημα στην Ελλάδα δεν γράφεται. Η απαξιωτική αυτή εκτίμηση ακούγεται κυρίως από ποιητές, τους ίδιους οι οποίοι διαμαρτύρονται για τον εξοστρακισμό της ποίησης από τα ένθετα των εφημερίδων προς χάριν του ποιητοβόρου είδους του μυθιστορήματος. Η συζήτηση διεξάγεται με επιπολαιότητα και προχειρότητα σε λογοτεχνικά περιοδικά αλλά και στο Διαδίκτυο, όταν όμως αυτή η συλλήβδην απαξιωτική ρήση καταλήγει στις σελίδες ενός τόμου που συστήνει τη νέα ελληνική λογοτεχνία στο παγκόσμιο κοινό μέσα από τον κατάλογο του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου στον κόσμο, τότε τα πράγματα σοβαρεύουν και αξίζει να τα εξετάσουμε πιο μεθοδικά.

Το «καλό» μυθιστόρημα
Εκείνο που βρίσκεται μεταμφιεσμένο στον γενικευτικό αφορισμό «νεοελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει» είναι η μια κριτική αποτίμηση: καλό, αξιόλογο νεοελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει, εννοούν όσοι μιλούν, χωρίς όμως να μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν ποιο κατά τη γνώμη τους μπορεί να είναι αυτό το καλό μυθιστόρημα. Εχει γίνει λόγος για την απουσία της μυθιστοριογραφίας ως αναπηρία της λογοτεχνίας μας σε έναν κόσμο όπου το μυθιστόρημα είναι το κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος, μια απουσία που αποτελεί δείκτη ανωριμότητας της λογοτεχνίας, του πολιτισμού και της κοινωνίας μας και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το καλό μυθιστόρημα πρέπει να το αναζητήσουμε στις μεταφράσεις. Δεν έχουμε έναν Ντίκενς, έναν Τολστόι, έναν Ντοστογέφσκι, έναν Μπαλζάκ, λένε όσοι ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει νεοελληνικό μυθιστόρημα. Αναρωτιέται βέβαια κάποιος, στον βαθμό που διαδίδεται η άποψη ότι είμαστε «λαός ποιητών και όχι πεζογράφων», ποιοι είναι οι νεοέλληνες ποιητές που μπορούν να διεκδικήσουν το διεθνές κοινό ενός Τολστόι και ενός Μπαλζάκ – με την εξαίρεση ίσως του Κ. Π. Καβάφη.

Οταν λοιπόν μιλάμε για «καλό» ή «ολοκληρωμένο» μυθιστόρημα, ποιο μυθιστόρημα έχουμε κατά νου; Το ρεαλιστικό του Ντίκενς και του Μπαλζάκ; Το μοντερνιστικό του Τζόις και του Προυστ; Το μεταμοντέρνο του Φόκνερ και των επιγόνων του; Το οργιαστικής πλοκής λατινοαμερικάνικο του μαγικού ρεαλισμού; Οι νεότερες γενιές συγγραφέων και αναγνωστών, που ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από τη μεταφρασμένη πεζογραφία, ανακαλύπτουν τον μεταμοντερνισμό στη δεκαετία του 2010 ίσως γιατί αγνοούν την ύπαρξη των Στοιχείων για τη δεκαετία του ’60 (1989) του Βαλτινού. Πενήντα χρόνια νωρίτερα ο Στέλιος Ξεφλούδας στο δοκίμιό του Το σύγχρονο μυθιστόρημα (1955) είχε διαφορετική άποψη. Κατά τη γνώμη του, στο μυθιστόρημα της προηγούμενης τριακονταετίας «παρατηρεί κανείς όλες τις τεχνοτροπίες κι όλα τα είδη του μυθιστορήματος: το κοσμοπολιτικό, το κυκλικό, τον εσωτερικό μονόλογο, εκδηλώσεις ανάλογες και συγγενικές μ’ εκείνες του Προυστ, της Γουλφ, του Ζιντ και των άλλων πρωτοπόρων συγγραφέων της Ευρώπης και της Αμερικής». Λίγα χρόνια νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1950, η νεοσυσταθείσα Ομάδα των Δώδεκα θέσπιζε ετήσιο βραβείο για νέο πεζογράφο υποστηρίζοντας την αξία της ελληνικής πεζογραφίας. Στο μεσοδιάστημα από τότε ως τις μέρες μας το ποιοτικό ελληνικό μυθιστόρημα έπεσε σε ανυποληψία τέτοια που δικαιολογεί τις μειωτικές κρίσεις; Είναι όντως ανυπόληπτο το ελληνικό μυθιστόρημα ή μήπως όσοι εύκολα το απαξιώνουν – αναγνώστες, κριτικοί, συγγραφείς – δεν το διαβάζουν και δεν το γνωρίζουν;

Το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα
Μια άλλη ανάγνωση της φράσης «το ελληνικό μυθιστόρημα είναι σχεδόν ανύπαρκτο» γίνεται με έμφαση στο επίθετο ελληνικό, που παραπέμπει στην αδυναμία της ελληνικής κριτικής να υποδείξει το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα ή τον μεγάλο έλληνα μυθιστοριογράφο. Σε μια εποχή που στην παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων ηγεμονεύει η Αμερική, με την αγάπη στις ταξινομήσεις, στις λίστες και στις ιεραρχίες, η αδυναμία να ξεχωρίσουμε το μυθιστόρημα ή τον μυθιστοριογράφο που εκφράζει τις ελληνικές αξίες και την ελληνική κοινωνία ερμηνεύεται ίσως ως ανυπαρξία υποψηφίων έργων ή συγγραφέων.

Tον Αύγουστο του 2010 ο διεθνής Τύπος ασχολούνταν με τον Τζόναθαν Φράνζεν που παρουσιαζόταν στο εξώφυλλο του περιοδικού «Τime» ως «Μεγάλος αμερικανός μυθιστοριογράφος», διότι με το νέο του μυθιστόρημα, την Ελευθερία, έδειχνε στους αναγνώστες πώς ζουν σήμερα οι Αμερικανοί. Ποιος είναι ο μυθιστοριογράφος που δείχνει πώς ζουν σήμερα οι Eλληνες; Γιατί, ενώ έχουμε στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας πολλά παραδείγματα ποιητών στους οποίους έχει απονεμηθεί περιστασιακά ή διαρκέστερα ο τίτλος του «εθνικού ποιητή» (Ρήγας Βελεστινλής, Διονύσιος Σολωμός, Γεώργιος Δροσίνης, Κωστής Παλαμάς, Αγγελος Σικελιανός, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης κ.ά.), δεν έχουμε περιπτώσεις «εθνικών μυθιστοριογράφων»; Μυθιστοριογράφων που να έχουν κερδίσει την τιμή του τίτλου είτε με την πατριωτική θεματική και τη δημοτικότητα του έργου τους σε παλαιότερες εποχές είτε με τη δημόσια λειτουργία τους ως εθνικών συγγραφέων είτε με τη συγκρότηση μιας μυθοπλαστικής γλώσσας που να εμπεριέχει την ελληνική παράδοση και να εξελίσσεται σε εργαλείο εθνικό.

Μυθιστόρημα vs διήγημα
Η περί ανυπαρξίας μυθιστορήματος συζήτηση ενισχύεται, όπως είδαμε και στην αρχή, από την πεποίθηση ότι υπάρχει ισχυρή ελληνική παράδοση στη διηγηματογραφία, ότι είμαστε λαός διηγηματογράφων και όχι μυθιστοριογράφων.

«Διαβάζω πολυσέλιδα μυθιστορήματα που δεν περικλείονται στην αυτοαναφορικότητά τους και διαρκώς απαιτούν από τους αναγνώστες τους την ανοιχτότητα του μυαλού τους και τη διαθεσιμότητα του χρόνου τους. Είναι τόσο περισσότερο συναρπαστικά όσο είναι πιο απαιτητικά. Και φορές φορές αναρωτιέμαι αν η λατρεία των Ελλήνων για τη μικρή φόρμα και την αυταρέσκεια της γραφής δεν κρύβει μιαν κάποια πνευματική οκνηρία» διατύπωνε προ μηνών έλληνας εκδότης στο Facebook.

Είναι γεγονός ότι το ελληνικό διήγημα ανθεί την τελευταία πενταετία. Πολλοί παράγοντες συνετέλεσαν σε αυτό: η οικονομική κρίση, για παράδειγμα, δεν ευνοεί την έκδοση πολυσέλιδων ακριβών εκδόσεων, οι ταχείς ρυθμοί της ζωής μας και το Διαδίκτυο ευνοούν την αποσπασματική γραφή και τη μικρή φόρμα, ενώ στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, τα οποία οργανώνονται στη βάση του διηγήματος ως πρώτου βήματος στη συγγραφή μυθοπλασίας, έχουν εκπαιδευτεί νέοι πεζογράφοι αξιώσεων που με τη γραφή τους έχουν επιβάλει το διήγημα και στους εκδότες. Δύσκολα τυπώνονταν πριν από έξι χρόνια συλλογές διηγημάτων. Η κυκλοφορία τους τώρα και η θετική υποδοχή τους από την κριτική ίσως μας κάνει να ξεχνούμε ότι πριν από το γύρισμα της χιλιετίας η πλειονότητα των εκδοτών απέρριπτε a priori τις συλλογές διηγημάτων. Ηδη από τη γενιά του 1930, τη γενιά που θεωρείται ότι καθιέρωσε το μυθιστόρημα, το είδος μεσουράνησε στο εκδοτικό τοπίο. Τη μεταπολιτευτική του παρουσία αποκαλεί «έκρηξη» ο Ρόντρικ Μπίτον, η οποία στο διάστημα 1985-2010 λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις. Αρκεί, συνεπώς, η λαμπρή διηγηματογραφία του 1880, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη και των ηθογράφων για να χαρακτηρίσει μια εθνική λογοτεχνία στην πορεία της ιστορίας της «ισχυρής παράδοσης στη διηγηματογραφία»;

Από την άλλη, διατυπώσεις όπως η προαναφερθείσα προϋποθέτουν μια ιεράρχηση των ειδών, με το μυθιστόρημα ως είδος σε θέση ανώτερη από το διήγημα. Είναι συνθετότερο είδος, που απαιτεί μεγαλύτερη δέσμευση του συγγραφέα και μεγαλύτερη δεξιοσύνη, εκτιμούν πολλοί κριτικοί και μελετητές. Είναι το πρώτο βήμα του πεζογράφου που δοκιμάζεται στη μυθοπλασία, ο οποίος, αν έχει ικανότητες, θα πρέπει να εξελιχθεί σε μυθιστοριογράφο. Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος: το (καλό) διήγημα απαιτεί οικονομία λόγου και μέσων, διακρίνεται από συμπύκνωση ποιητικού βαθμού, ενώ τα διηγήματα μιας ομόθεμης συλλογής, που λειτουργούν ως σπόνδυλοι αρθρωτού μυθιστορήματος, δεν υπολείπονται σε συνθετική δύναμη των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων.

Μυθιστόρημα και αστική κοινωνία
Τέλος, σύμφωνα με έναν άλλον κοινό τόπο που βασίζεται στην παραδοχή ότι το μυθιστόρημα είναι το κατ’ εξοχήν είδος της νεωτερικότητας και πολιτισμικό προϊόν των ανεπτυγμένων αστικών κοινωνιών, νεοελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει διότι δεν υπήρξε ανεπτυγμένη αστική ελληνική κοινωνία.

Με έμφαση στην κοινωνική κινητικότητα που αρχίζει να παρατηρείται με την εμφάνιση των εγχρήματων οικονομιών, το ευρωπαϊκό αστικό μυθιστόρημα περιγράφει τις εμπειρίες του μεμονωμένου ατόμου που αρχίζει να κινείται σε άγνωστα κοινωνικά στρώματα. Στο πλαίσιο αυτό, πώς νοείται διαφορετικά ο ελληνικός Γιούγκερμαν από τα γαλλικά και αγγλικά του ισοδύναμα; Πώς μια λογοτεχνική συζήτηση εξελίσσεται σε συζήτηση για την πολιτισμική ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας; Πού σταματά ο μύθος και αρχίζει η αλήθεια για το ελληνικό μυθιστόρημα;

«Το Βήμα» ανοίγει σήμερα τον «Φάκελο Μυθιστόρημα» σε δημόσια συζήτηση. Στις έξι εβδομάδες που ακολουθούν πανεπιστημιακοί καθηγητές Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικοί, πεζογράφοι, εκδότες, εκπαιδευτικοί, βιβλιοπώλες θα τοποθετηθούν σε πτυχές του ζητήματος που άπτονται της έρευνας και της εμπειρίας τους. Σκοπός αυτού του αφιερώματος δεν είναι να δοθούν τελεσίδικες απαντήσεις. Σκοπός είναι, εκμεταλλευόμενοι τη θερινή σχόλη και ραθυμία που ευνοεί τον στοχασμό, τις εποπτικές πτήσεις πεδίου και τη συζήτηση, να ανοίξει ένας διάλογος στο πλαίσιο του οποίου θα εξεταστούν μύθοι, ιδεοληψίες, κοινοτοπίες σε ό,τι αφορά τη μυθιστορηματική παραγωγή στην Ελλάδα.

Τα κείμενα που θα δημοσιευθούν θέτουν τις βάσεις αυτής της συζήτησης δίνοντας πρώτα από όλα γραμματολογικά στοιχεία για την ιστορία του νεοελληνικού μυθιστορήματος και μεταφέροντας δεδομένα και εμπειρίες από το συγγραφικό εργαστήρι, το εκδοτικό γραφείο, το σχολείο και το βιβλιοπωλείο σήμερα προκειμένου να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση για το νεοελληνικό μυθιστόρημα μακριά από εντυπωσιολογικούς και δογματικούς αφορισμούς.

Μονογραφίες αλλά όχι συνολική ιστορία
Οι ευκαιριακές κρίσεις για το ελληνικό μυθιστόρημα ευνοούνται από την έλλειψη βιβλιογραφίας για το είδος και την εξέλιξή του στην Ελλάδα. Εχουμε διατριβές και μονογραφίες για υποείδη του μυθιστορήματος, το ιστορικό, το πικαρικό, το ρομαντικό, ή για το μυθιστόρημα συγκεκριμένων περιόδων, μας λείπουν όμως οι αυτοτελείς συνολικές μονογραφίες για το μυθιστόρημα. Η «Θεωρία και άγνωστη ιστορία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα, 1760-1870» (Καρδαμίτσα, 1992) του Απόστολου Σαχίνη είναι ήδη παρωχημένη και η «Ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος» (Πατάκης, 2001) του Ανρί Τονέ δεν είχε συνέχεια. Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει το νεοελληνικό μυθιστόρημα στην ιστορική του διαδρομή ανατρέχει αναγκαστικά στα οικεία κεφάλαια των γενικών ιστοριών της νεοελληνικής λογοτεχνίας των Κ. Θ. Δημαρά, Λίνου Πολίτη, του Μάριο Βίτι και του Ρόντρικ Μπίτον και στις εισαγωγές του Γιώργου Κεχαγιόγλου, του Παναγιώτη Μουλλά, του Νάσου Βαγενά και του Αλέξανδρου Αργυρίου στις σειρές της ελληνικής πεζογραφίας των εκδόσεων Σοκόλη. Είναι ενδιαφέρον ότι ο τόμος για το ελληνικό μυθιστόρημα που επιμελήθηκε ο Μπίτον («The Greek novel, AD 1-1985», Croom Helm, 1988) δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τη σκοπιά των λογοτεχνικών ειδών, από το 1509 ως σήμερα, που ετοιμάζεται τώρα στις εκδόσεις Gutenberg σε επιμέλεια του Δημήτρη Αγγελάτου, καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας και Θεωρίας της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν θα κυκλοφορήσει πριν από το 2018, όταν θα μπορούμε πλέον να έχουμε μια επισκόπηση των μετασχηματισμών κάθε είδους, της εξέλιξής τους, της διαμόρφωσης νέων καταστάσεων και μια αξιολόγηση των ειδών.

Λαμπρινή Κουζέλη

Μυθιστορία, περιπέτεια, έθνος και ρομαντισμός

Τα νέα ερευνητικά δεδομένα σχηματίζουν μια διαφορετική εικόνα για την πεζογραφία του 19ου αιώνα

«Τι είναι το μυθιστόρημα είναι δύσκολο να πούμε… Πρόκειται για είδος που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ακριβούς ορισμού του» υποστηρίζει ο άγγλος θεωρητικός Τέρι Ιγκλετον (The English Novel: An Introduction, Wiley-Blackwell, 2004), διότι «το μυθιστόρημα κατασπαράσσει άλλους λογοτεχνικούς τρόπους και αναμειγνύει τα κομμάτια τους αδιακρίτως». Απροσδιόριστες και οι αρχές του. Κατάγεται από το έπος, πρόγονοί του είναι τα ερωτικά – περιπετειώδη αρχαιοελληνικά μυθιστορήματα των ελληνιστικών χρόνων ή οι έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες του Μεσαίωνα; Είναι μοιρασμένοι οι ιστορικοί του μυθιστορήματος. Μεγάλη διάδοση γνωρίζει η άποψη ότι πρόκειται για προϊόν της νεωτερικότητας, που εμφανίζεται στα τέλη του 17ου αιώνα ή αργότερα. Στα δικά μας γράμματα, συστηματικά για το είδος ενδιαφέρεται ο Αδαμάντιος Κοραής που εξελίσσεται στον πρώτο ιστορικό και θεωρητικό του νεοελληνικού μυθιστορήματος, προτείνοντας το 1804 τον όρο «μυθιστορία» για να ονοματίσει το είδος που οι Γάλλοι αποκαλούν «roman», αντί των μεταφραστικών δανείων «ρωμάντζον» και «ρωμανόν». Την πορεία του είδους στα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους εκθέτουν αναλυτικά σήμερα ο Νάσος Βαγενάς και η Σοφία Ντενίση. Το ερώτημα βέβαια είναι πόσοι γνωρίζουν τον Λέανδρο (1834) του Παναγιώτη Σούτσου – έχει θεωρηθεί το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα – ή τη σπαρταριστή και καυστική πρωτοπρόσωπη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (1870) του υπαξιωματικού Χ. Δημόπουλου, που περιγράφει με οξυδέρκεια στοιχεία του προσώπου της ελληνικής κοινωνίας απαράλλαχτα ως σήμερα;

Η ηρωική εποχή της πεζογραφίας μας

Η μυθοπλασιακή παραγωγή των πρώτων πενήντα χρόνων του ελληνικού κράτους είναι σήμερα λιγότερο ασήμαντη απ’ ό,τι πιστευόταν και λιγότερο διαφορετική από εκείνη που ακολούθησε μετά το 1880. Ωστόσο επί έναν περίπου αιώνα, ως το τέλος της δεκαετίας του 1980, βρισκόταν σε ανυποληψία εξαιτίας του γλωσσικού προβλήματος και της πεποίθησης ότι τα λογοτεχνικά έργα αυτής της εποχής γράφονταν σε μια γλώσσα τεχνητή: «Ο,τι λογοτεχνικό γράφθηκε στην καθαρεύουσα», σημείωνε το 1939 ο Κ. Θ. Δημαράς, «μένει έξω από τη ζωντανή γραμματεία».

Καθαρότερη εικόνα
Ηταν κυρίως οι πολιτισμικές ζυμώσεις της πρώτης δεκαετίας της Μεταπολίτευσης, με την υπέρβαση των ακροτήτων του δημοτικιστικού αγώνα, εκείνο που επέτρεψε σε μια νεότερη γενιά μελετητών να ερευνήσει και να περιγράψει με καθαρότερη ματιά την εικόνα της πεζογραφίας αυτής της περιόδου. Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της εικόνας που οι έρευνες αυτές έχουν τροποποιήσει: α) η άποψη περί ισχνής μυθοπλασιακής παραγωγής· β) η πεποίθηση ότι η μυθιστοριογραφία της περιόδου αρχίζει με το ιστορικό μυθιστόρημα, και ότι το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί το κυρίαρχο είδος της· γ) η διαπίστωση ότι ο σύγχρονος κοινωνικός προβληματισμός και το ρεαλιστικό στοιχείο δεν εμφανίζονται παρά στα μέσα της δεκαετίας του 1850· και δ) η βεβαιότητα ότι η γλώσσα των μυθιστορημάτων της περιόδου είναι καθ’ ολοκληρίαν τεχνητή, διαφορετική από την ομιλουμένη, και ότι η ζωντανή γλώσσα μπαίνει σε αυτά μόνο μετά το 1870, με τους διαλόγους που περιέχουν.

Ως προς το πρώτο: ο αριθμός των αυτοτελώς εκδεδομένων μυθιστορηματικών έργων, ποικίλης εκτάσεως, δεν ήταν περίπου 30, όπως συναγόταν από τις απαριθμήσεις τους στις Ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και στις μελέτες για την πεζογραφία της περιόδου, αλλά περίπου 120 (Σοφία Ντενίση). Ως προς το δεύτερο: το ιστορικό μυθιστόρημα εμφανίζεται το 1850 με τον Αυθέντη του Μωρέως του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή (τα έως τότε δημοσιευόμενα μυθιστορήματα δεν είναι ιστορικά, όπως και αν ορίσουμε την έννοια του είδους), γνωρίζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξή του κατά τη δεκαετία του 1860, και δεν αποτελεί το κυρίαρχο είδος της πεντηκονταετίας. Οσο για τον ρεαλισμό, αυτός εμφανίζεται σε ορισμένα προ του 1855 μυθιστορήματα, ενώ προσεκτικότερη εξέταση δείχνει ότι η πεζογραφική γλώσσα ήταν σε σημαντικό βαθμό ζωντανή, με ένα ευρύ φάσμα μορφικών τύπων, ο γενικός χαρακτηρισμός των οποίων με τον όρο καθαρεύουσα είναι περιοριστικός (αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν καθαρεύουσα έχαιρε τότε ενός σημαντικού βαθμού προφορικότητας).

Θεματική ποικιλία
Η διάλυση της βεβαιότητας περί ολιγάριθμων πεζογραφικών έργων έκανε περισσότερο ευδιάκριτη τη θεματική ποικιλία της περιόδου. Παρότι θα μπορούσαμε, γενικεύοντας, να ονομάσουμε την όλη παραγωγή ρομαντική και να διακρίνουμε χοντρικά τρεις θεματικές κατευθύνσεις (ρομαντική-«ηθογραφική», ρομαντική-ιστορική και ρομαντική-ερωτική), οι προσμίξεις στοιχείων μεταξύ των τριών κατευθύνσεων και η προσθήκη άλλων στοιχείων (λ.χ. του πολιτικού) δυσκολεύουν την ειδολογική ταξινόμηση των έργων. Πάντως η προσπάθεια απεικόνισης της σύγχρονης πραγματικότητας εμφανίζεται ισχυρότερη από την επιθυμία φυγής από την πραγματικότητα, η οποία εθεωρείτο το κυρίαρχο μυθοπλασιακό αίσθημα, εκφραζόμενο από την, υποτιθεμένως ως επί το πλείστον ιστορική, μυθιστοριογραφία της περιόδου. Η προσπάθεια αυτή, που εμφανίζεται κυρίως με τα «ηθογραφικά» πεζογραφήματα, με εκείνα δηλαδή που επιχειρούν να περιγράψουν κοινωνικά ήθη της εποχής, προσλαμβάνει συχνά εκείνα τα χαρακτηριστικά που αργότερα θα ονομαστούν ρεαλισμός.

Τα έργα
Τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου συγκροτούν μιαν αξιόλογη μυθιστορηματική παράδοση προλειαίνοντας το έδαφος γι’ αυτό που θα ακολουθήσει μετά το 1880. Τον δρόμο ανοίγουν οι αδελφοί Σούτσοι, με τον Λέανδρο ο Παναγιώτης (1834) και με τον Εξόριστο του 1831 ο Αλέξανδρος (1835). Ερωτικοπατριωτικό το πρώτο και ρεαλιστικό το δεύτερο, εκφράζουν τα αισθήματα των συγγραφέων τους για την κατάσταση των πρώτων χρόνων του νεοσύστατου κράτους, με ευδιάκριτες ουτοπικο-σοσιαλιστικές (σαινσιμονικές) αναζητήσεις. Πικαρικά (μυθιστορήματα της περιπετειώδους περιπλάνησης) με ισχυρά (εν οις σατιρικά) στοιχεία κοινωνικής κριτικής είναι ο Πολυπαθής του Γρηγορίου Παλαιολόγου (1839) και ο Πίθηκος Ξουθ του Ιακώβου Πιτσιπίου (1848), ενώ ο Ζωγράφος του πρώτου (1842) δίνει μιαν εναργή εικόνα των ηθών «εις την πατόκορφα εξευρωπαϊσθείσαν Ελλάδα». Με τον Αυθέντη του Μωρέως ο Ραγκαβής, στην έξαψη της Μεγάλης Ιδέας, αναπλάθει εθνικορομαντικά ένα ιστορικό επεισόδιο της φραγκοκρατούμενης Πελοποννήσου. Στο πλαίσιο της διαπλοκής του αστικού στοιχείου με τον αγροίκο κόσμο της υπαίθρου (στην οποία σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει το πρόβλημα της ληστείας) ο Θάνος Βλέκας του Πάνου Καλλιγά (1855) απεικονίζει με ρεαλιστική ματιά φλέγοντα ζητήματα της εποχής. Με εμφανείς σατιρικές αναφορές στη σύγχρονή του ελληνική πραγματικότητα συντάραξε την Αθήνα του 1866 η ιδιοφυής «μεσαιωνική μελέτη» της Πάπισσας Ιωάννας του Εμμανουήλ Ροΐδη, ενώ στους γραμμένους μετά την κρητική επανάσταση του 1866 Κρητικούς γάμους ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1871) ζωντανεύει εθνικοφρονηματικά την αποτυχημένη κρητική επανάσταση του 1570 της ενετοκρατούμενης Κρήτης. Απομνημονευματικής φύσεως ο Λουκής Λάρας του Δημητρίου Βικέλα (1879) αφηγείται με αντιηρωική, πραγματιστική διάθεση, τον περιπετειώδη αγώνα επιβίωσης, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1870, ενός χιώτη εμπόρου.

Στην περίοδο αυτή, παρότι δημοσιεύτηκε το 1882, ανήκει ο, κατά βάσιν αυτοβιογραφικός, Αλί Χουρσίντ μπέης του Βασιλείου Νικολαΐδη, που μυθιστορεί τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός υιοθετημένου από έναν τούρκο πασά ελληνόπουλου που θα γίνει αξιωματικός του ελληνικού στρατού.

Η ανάπτυξη του μυθιστορήματος προϋποθέτει την ανάπτυξη αστικών κοινωνιών. Αν σκεφτεί κανείς ότι το σύνολο των κατοίκων της Αθήνας και του Πειραιά ήταν το 1834 12.500, το 1850 30.044 και το 1870 55.473, δεν μπορεί να μη διαπιστώσει ότι τα έργα της μυθοπλασιακής πεζογραφίας της Ρομαντικής μας περιόδου υπερβαίνουν, ως προς τον αριθμό και την ποιότητα όχι λίγων από αυτά, τις υλικές συνθήκες της παραγωγής τους.

Ο κύριος Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Συ κύριε έγραψες μυθιστορίας…»

Ο 19ος αιώνας κατέχει αναμφισβήτητα τα πρωτεία στον χώρο των λογοτεχνικών «μύθων» σε μια χώρα γνωστή ούτως ή άλλως παγκοσμίως για τη μυθολογία της. Ως τις ημέρες μας επιβιώνει ο μύθος της καθυστερημένης έλευσης του μυθιστορήματος, είδους που απαιτεί προηγμένες κοινωνικές δομές τις οποίες δεν διέθετε η «καθυστερημένη» ελληνική κοινωνία. Αλλά και κάποιοι που δεν υιοθέτησαν την παραπάνω άποψη υποστήριξαν ή υποστηρίζουν ακόμη πως το πρώτο είδος που καλλιεργήθηκε ήταν αυτό του ιστορικού μυθιστορήματος ή πως η μυθιστορηματική παραγωγή ως το 1880 ήταν αναιμική και υπηρετούσε πατριωτικά, εθνεγερτικά και ψυχωφελή ιδεώδη, αντιλήψεις που έχουν καταρριφθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990. Υπάρχουν όμως και άλλοι μύθοι σε σχέση με την πεζογραφική παραγωγή του 19ου αιώνα, όπως αυτός της ανυπαρξίας διηγήματος πριν από τη δεκαετία του 1880 ή αυτός της κυριαρχίας της ηθογραφίας κατά την ίδια δεκαετία.

Γιατί δημιουργήθηκαν αυτοί οι μύθοι; Οι προφανείς λόγοι είναι η ως πρόσφατα έλλειψη βιβλιογραφικών εργαλείων που να διαφωτίζουν την εν λόγω περίοδο, καθώς και οι δύσκολες ερευνητικές συνθήκες στις ελληνικές βιβλιοθήκες. Λόγοι που τείνουν τώρα να εκλείψουν αφενός με την έκδοση και την ηλεκτρονική διάθεση αξιόπιστων βιβλιογραφικών εργαλείων για τον 19ο αιώνα, καθώς και με την ψηφιακή διάθεση μεγάλου μέρους του υλικού του προπερασμένου αιώνα από τις βιβλιοθήκες.

Ο Παλαμάς και το μυθιστόρημα
Υπάρχει όμως επιπλέον και ένας «κεκρυμμένος» λόγος, πολυπλοκότερος, ο οποίος χρήζει ερμηνείας. Στην ανίχνευσή του θα μας βοηθήσει το σχόλιο του Mario Vitti πως «ο Παλαμάς ξεκινά για μια επανάκτηση του παρελθόντος επιλέγοντας συστηματικά τους προγόνους του», καθώς και η διαπίστωσή του πως «προσδιορίζει το έτος 1880 ως αφετηρία μιας νέας ιστορικής εποχής» (Μ. Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Οδυσσέας, 2008, σελ. 292). Και εκεί βρίσκεται ενδεχομένως το κλειδί για την επικράτηση της αντίληψης πως τίποτα δεν υπήρχε στο πεδίο της πεζογραφίας πριν από τη δεκαετία του 1880. Αν μελετήσει κανείς τις απόψεις της κριτικής της γενιάς του Παλαμά θα ανακαλύψει πως σε αυτήν οφείλονται οι βασικοί μύθοι οι σχετικοί με την απαξίωση της πεζογραφικής παραγωγής που προηγήθηκε. Και οι λόγοι είναι πολλοί και πολυσύνθετοι.

Αφενός η χαμηλή υπόληψη του μυθιστορηματικού είδους έναντι της υψηλής θέσης της ποίησης, υπόληψη η οποία μειώνεται ακόμη περισσότερο λόγω των ηχηρών αντιδράσεων μπροστά στο φαινόμενο της σαρωτικής δημοτικότητας των μεταφρασμένων, κυρίως γαλλικών «ανήθικων» μυθιστορημάτων, τα οποία διαβάζει μετά πάθους το διψασμένο για περιπέτειες, έρωτες και πάθη αναγνωστικό κοινό. «Συ κύριε έγραψες μυθιστορίας…» κατηγόρησαν τον αξιοσέβαστο λόγιο και πολιτικό Α. Ρ. Ραγκαβή επειδή είχε γράψει μυθιστορήματα. Αφετέρου η επίδραση των έργων αυτών στην όχι αριθμητικά ευκαταφρόνητη πρωτότυπη παραγωγή είχε ως αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός έργων να «κοιτά» έντονα προς τη Δύση με «ξενικές» υποθέσεις οι οποίες δεν βοηθούσαν τις εθνικές επιδιώξεις. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως το σύνολο της πεζογραφικής παραγωγής ακολουθούσε αυτούς τους κανόνες. Υπήρχαν ασφαλώς και οι εξαιρέσεις και δεν είναι τυχαίο πως οι όποιες επιβιώσεις ανήκουν στις εξαιρέσεις, δηλαδή σε έργα με ελληνικές υποθέσεις (Η Ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως του Στέφανου Ξένου, Η ορφανή της Χίου του Ιάκωβου Πιτσιπιού, Ο Κατσαντώνης του Κωνσταντίνου Ράμφου κ.ά.). Τα έργα αυτά χαιρετίζονται ως εθνωφελή σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί το αίτημα για δημιουργία «εθνικού μυθιστορήματος». Το αίτημα αυτό θα οδηγήσει τελικά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα στην επικράτηση της ηθογραφίας μέσω του διηγήματος.

Οι ανωτέρω λόγοι μαζί με την καθαρεύουσα ή ακόμη και αρχαΐζουσα γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα τα περισσότερα μυθιστορήματα, η οποία υιοθετείται για εθνικούς λόγους, αρκούν για να ριφθούν από τους μεταγενέστερους, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, στο πυρ το εξώτερον. Ετσι αφέθηκαν στη λήθη οι καθόλου αριθμητικά ευκαταφρόνητες προσπάθειες για συγγραφή μυθιστορήματος δεκάδων, συχνά αυτοσχέδιων, μυθιστοριογράφων.

Η πεζογραφία του 19ου αιώνα με αριθμούς
Στην αναθεωρημένη και επεκταμένη ως το 1900 εκδοχή παλαιότερου καταλόγου αυτοτελώς εκδομένων μυθιστορημάτων και διηγημάτων (Σ. Ντενίση, Ο Πολίτης, 109 [1990], 55-63), σε τελικό στάδιο σήμερα, σε συνεργασία με τον συνάδελφο Λάμπρο Βαρελά, για την περίοδο 1834 ως το 1880 έχουμε 154 τίτλους, εκ των οποίων οι 117 ανήκουν σε μυθιστορήματα και οι 37 σε διηγήματα. Από τα παραπάνω μυθιστορήματα περισσότερα από 30 γνωρίζουν δεύτερες, τρίτες ή ακόμη και τέταρτες εκδόσεις, ενώ δεύτερες και τρίτες εκδόσεις γνωρίζουν 12 διηγήματα. Τα ανωτέρω στοιχεία φανερώνουν πως ούτε ισχνός είναι ο αριθμός των πρωτότυπων μυθιστορημάτων ούτε είναι έργα χωρίς απήχηση στην εποχή τους και ακόμη πως υπήρχε διηγηματική παραγωγή και κατά την πρώτη πεντηκονταετία του 19ου αιώνα.

Οσον αφορά τη δεκαετία του 1880, την υποτιθέμενη δεκαετία του διηγήματος και της ηθογραφίας, η καταγραφή μας δίνει 124 τίτλους, εκ των οποίων 79 ανήκουν σε νέα μυθιστορήματα και μόνο 12 σε νέα διηγήματα, ενώ 32 τίτλοι ανήκουν σε επανεκδόσεις παλαιότερων μυθιστορημάτων και δύο είναι δεύτερες εκδόσεις μυθιστορημάτων της ίδιας δεκαετίας. Η αυτοψία των έργων φανέρωσε πως ειδολογικά η μικρότερη κατηγορία ήταν αυτή των ηθογραφικών έργων (5 διηγήματα στο σύνολο της παραγωγής). Τέλος, η δεκαετία του 1890 δίνει ανατρεπτικά στοιχεία με 135 πεζά έργα, εκ των οποίων 54 είναι μυθιστορήματα ενώ 82 διηγήματα. Αυτή τη δεκαετία εξαφανίζονται σχεδόν τα παλαιότερα ονόματα πεζογράφων με εξαίρεση τους Βικέλα, Ξένο και Ράμφο που επανεκδίδονται.

Με βάση την παραπάνω καταγραφή μπορούμε να πούμε πως ο 19ος αιώνας έδωσε 381 πρωτότυπα πεζογραφήματα, εκ των οποίων τα 250 είναι μυθιστορήματα και τα 131 διηγήματα/συλλογές διηγημάτων (82 εξ αυτών δημοσιεύτηκαν τη δεκαετία του 1890). Τα έργα αυτά μαζί με τις επανεκδόσεις τους υπολογίζονται στους 460 τίτλους. Νομίζω ότι οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Τώρα αν πρόκειται για σπουδαία λογοτεχνία αυτό είναι ένα άλλο ερώτημα.

Η κυρία Σοφία Ντενίση είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Τα χρόνια της ενηλικίωσης;
Η εμπειρία του πολέμου, οι ρεαλιστικές καταβολές και η πρόκληση του ευρωπαϊκού μοντερνισμού και η σχέση με τη ζέουσα πραγματικότητα στον 20ό αιώνα.

Από τη ρομαντική εποχή ως το ’30, μια δρασκελιά δρόμος, διάσπαρτος με τη Γυφτοπούλα (1884) του Παπαδιαμάντη, τον Ζητιάνο (1896) του Καρκαβίτσα, το ιμπρεσιονιστικό Φθινόπωρο (1917) του Χατζόπουλου. Μυθιστορήματα που μας οδηγούν στη γενιά που έχει συνδεθεί με τη «δημιουργία» του μυθιστορήματος. «Ο Θεοτοκάς και οι σύγχρονοί του (…) έχουν ξεχάσει, αλήθεια, πως υπήρχαν μυθιστορήματα κατά τη ρομαντική εποχή και μένουν με την εντύπωση ότι το διήγημα επικρατεί απόλυτα στην ελληνική πεζογραφία» επισημαίνει ο Ανρί Τονέ στην Ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος (Πατάκης, 2001). Αστικό μυθιστόρημα και οικογενειακή saga, ο Θεοτοκάς, ο Καραγάτσης, ο Τερζάκης. Νεωτερική γραφή, Κοσμάς Πολίτης, Eroica (1937), Ν. Γ. Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η Ανάσταση (1944), Γιάννης Σκαρίμπας, Το σόλο του Φίγκαρο (1939), Μέλπω Αξιώτη, Δύσκολες νύχτες (1938). Η Ζωή εν τάφω (1924) του Μυριβήλη, αντιπολεμικό μυθιστόρημα που συμβαδίζει με τα ευρωπαϊκά. Η Μικρασία και ο Βενέζης. Η Κατοχή, ο Εμφύλιος και οι μυθιστοριογράφοι μετά τον πόλεμο. Αντέχουν στον χρόνο και στη σύγκριση με την ξένη μυθιστοριογραφία της εποχής τους; H Αγγέλα Καστρινάκη και η Ερη Σταυροπούλου γράφουν για το ελληνικό μυθιστόρημα πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, στην τρίτη συνέχεια μιας συζήτησης που, όπως φαίνεται παραπάνω, διεξάγεται εδώ και έναν αιώνα χωρίς να έχουν ελεγχθεί εσφαλμένες εντυπώσεις που την ορίζουν.

Bildungsroman και φιλοδοξίες

Δεν είναι ανυπόστατη φήμη ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε (ή μήπως να πούμε: δεν είχαμε) μυθιστόρημα. Αυτό το πελώριο ευρωπαϊκό είδος που γεννήθηκε στον 18ο αιώνα και άνθησε στον 19ο γνώρισε σαφώς μια περιορισμένη εκπροσώπηση στη χώρα μας. Δεν είχαμε Μπαλζάκ, δεν είχαμε Σταντάλ, ούτε Ντίκενς, ούτε Τολστόι. Είχαμε ορισμένους συγγραφείς που προσπαθούσαν να τους μοιάσουν. Αλλά συνήθως αποτύγχαναν.

Σκέφτομαι τον πρώιμο Παπαδιαμάντη και ξαναδιαβάζω τη Γυφτοπούλα. Ολα τα έβαλε μέσα, όσα είχε μάθει από τους ευρωπαίους δασκάλους ότι απαρτίζουν το μυθιστόρημα: ίντριγκες, μυστήρια, πρόσωπα υψηλά και πρόσωπα χαμηλά, τη μεγάλη ιστορία των εθνών και τη μικρή ιστορία των προσώπων, ιδέες και σύμβολα. Γιατί αποτυγχάνει αυτός που και ευφυΐα διαθέτει και κουλτούρα και καλλιτεχνικό αισθητήριο σε αφθονία; Αποτυγχάνει πιστεύω γιατί δεν έχει υψηλό κίνητρο. Ο άνθρωπος πρέπει, κυρίως, να βγάλει το ψωμί του. Γράφει στις εφημερίδες κατεβατά από ανούσιους διαλόγους για να γεμίσει τη σελίδα. Ουσιαστικά βαριέται. Μέριμνά του η τέρψη του κοινού – έτσι όμως δεν παράγεται το μέγα έργο.

Κίνητρο και αριστοκρατία

Το μυθιστόρημα απαιτεί μια συγκέντρωση προσπάθειας, μια τεράστια επιμονή, μια προσήλωση στον στόχο, και έναν πολύ ισχυρό λόγο για να τα πράξει κανείς όλα αυτά. Πριν από κάποια χρόνια, μελετώντας ορισμένα ελληνικά μυθιστορήματα διαμόρφωσης του πρώτου μισού του 20ού αιώνα (Το φλογισμένο ράσο του Πλάτωνος Ροδοκανάκη και τον Λεωνή του Θεοτοκά) σε σύγκριση με ευρωπαϊκά, είχα καταλήξει στις εξής σκέψεις: Πρώτον, οι Ελληνες δεν έχουν να αντιταχθούν σε πολύ ισχυρούς μηχανισμούς καταπίεσης, οικογένεια, σχολείο, θρησκεία, κάτι που στην Αγγλία τροφοδοτεί το Bildungsroman, ως μια προσπάθεια απελευθέρωσης από αυτούς τους θεσμούς. Δεύτερον, στην Ελλάδα υπάρχει μια πολύ περιορισμένη ανάπτυξη ενός αισθήματος εγωτισμού, δηλαδή των αστικών αξιών που γεννούν το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης· το εγώ υποχωρεί πάραυτα μπροστά στην ανάδυση συλλογικών αξιών και προταγμάτων. Το ελληνικό Bildungsroman είναι μια ισχνή (και σε σελίδες) εκδοχή του αγγλικού: οι ήρωες ξεμπερδεύουν πολύ εύκολα με τα διλήμματά τους, ενώ, ως προς το είδος, αντί για μυθιστόρημα έχουμε ουσιαστικά νουβέλα.

Το τρίτο και σημαντικότερο ίσως για το θέμα μας συμπέρασμα προκύπτει και από τη συγκριτική μελέτη των ελληνικών έργων με τον Βίλελμ Μάιστερ του Γκαίτε. Ο νεαρός ήρωας εκεί επιθυμεί μέσω της παιδείας του, μέσω της Bildung, να εξισωθεί με τους αριστοκράτες, να κατακτήσει το δικό τους μορφωτικό επίπεδο. Και ο ίδιος ο Γκαίτε, γράφοντας τον Βίλελμ Μάιστερ, επιθυμεί και αυτός την είσοδό του στο άβατο της αριστοκρατίας όπου δεν ανήκε από τη γέννησή του. Στο αγγλικό μυθιστόρημα διαμόρφωσης επίσης όλοι, ή σχεδόν, οι νεαροί ήρωες κατευθύνονται στη ζωή από την επιθυμία να γίνουν gentlemen. Κι ακόμα, ο Μπαλζάκ, αστός την καταγωγή, προβάλλοντας μετά πάθους στο έργο του την αριστοκρατία, κατάφερε εντέλει και στη ζωή του να γίνει Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

Λέγεται μερικές φορές ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε μυθιστόρημα επειδή δεν έχουμε αστική τάξη. Αστική τάξη όμως κουτσά-στραβά διαθέτουμε. Αυτό που μας λείπει εντελώς είναι η αριστοκρατία. Και άρα το κίνητρο που θα είχε η αστική τάξη να της μοιάσει, να κατακτήσει το οχυρό της παιδείας, να γίνει η νέα αριστοκρατία στη θέση της παλιάς. Ο Παπαδιαμάντης δεν χρειαζόταν να κατακτήσει κανένα υψηλότερο μορφωτικό ιδεώδες από αυτό που κατείχε ήδη μέσα από την αυτομόρφωσή του. Η βούληση για τη μεγάλη υψηλού επιπέδου σύνθεση έλειψε· εκφράζει την ψυχή του (άρτια και συγκινητικά) μέσα από το λιγότερο φιλόδοξο είδος του διηγήματος.

Γενιά του 1930, εξίσωση με την Ευρώπη

Φιλοδοξία: πιστεύω ότι είναι μια λέξη-κλειδί για το θέμα μας. Και εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλες φιλοδοξίες, πέρα από την πρωταρχική. Η φιλοδοξία της εξίσωσης με την Ευρώπη· να δείξουμε στους Ευρωπαίους ότι μπορούμε να γίνουμε ισότιμο μέλος της οικογένειάς τους. Μήπως η ξαφνική άνθηση του μυθιστορήματος στη γενιά του ’30 είναι ξένη προς αυτή τη φιλοδοξία; Θεοτοκάς, Πετσάλης-Διομήδης, Καραγάτσης, Τερζάκης: ο τελευταίος μάλιστα εντελώς ανάγλυφα, στην Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ, όπως δημοσιεύτηκε σε επιφυλλίδες το 1937-’38 (στην έκδοση του 1945 αυτό άλλαξε), αναδεικνύει την άμιλλα με τους Δυτικούς σε πεδίο δόξης για τα αλλοτινά αρχοντόπουλα του Μοριά καθώς και για τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

Ακόμη ένα παράδειγμα: η επίσης ξαφνική άνθηση του μυθιστορήματος των γυναικών στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου: Λυμπεράκη, Κρανάκη (και οι δύο με μυθιστορήματα διαμόρφωσης), Εύα Βλάμη (ο επικός Σκελετόβραχος) και άλλες. Θεωρώ ότι η εμφάνιση των μυθιστορημάτων αυτών σχετίζεται με την έφοδο προς την ισότητα που πραγματοποίησαν οι γυναίκες τα ίδια χρόνια. Ισχυρότατο κίνητρο: η κατάκτηση του χώρου των ανδρών. Αν το Bildungsroman στην Ευρώπη δημιουργείται από την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού μιας κοινωνικής τάξης και εμπέδωσης της κυριαρχίας της, το γυναικείο Bildungsroman προκύπτει από ανάλογη ανάγκη αυτοπροσδιορισμού ενός ολόκληρου φύλου.

Συνήθως λοιπόν θα έλεγα ότι είναι το κίνητρο, οι βλέψεις μιας συγκροτημένης κοινωνικής ομάδας που οδηγούν στη δημιουργία του είδους μυθιστόρημα. Χωρίς να αποκλείονται βέβαια και οι μοναχικοί καβαλάρηδες: ο Καζαντζάκης μονάχος του κίνησε για την κατάκτηση του κόσμου· και έπος και μυθιστόρημα. Αλλά σε αυτόν είχε συγκεντρωθεί (ποιος ξέρει πώς και γιατί) η φιλοδοξία των αιώνων…

Τέλος: καλές οι μεγάλες φιλοδοξίες· βέβαια, εκτός από αριστουργήματα μπορεί να βγάλουν και τέρατα. Καλές όμως και οι μικρές φιλοδοξίες και οι χαμηλές φωνές. Το διήγημα, προϊόν μικρότερης προσπάθειας οπωσδήποτε, μπορεί να φτάσει σε πολύ υψηλότερη καλλιτεχνική τελειότητα. Ενα διήγημα μπορεί να είναι άψογο σε αναλογίες, σε ρυθμό, σε γλωσσική ευαισθησία, κάτι που ένα μυθιστόρημα από τη φύση του αδυνατεί να είναι.

Η σημερινή πληθώρα των μυθιστορημάτων δεν σημαίνει ακριβώς ότι κάτι κατακτήσαμε και στο επίπεδο της ποιότητας.

Η κυρία Αγγέλα Καστρινάκη είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και συγγραφέας.

Μεταπολεμικά έργα και συγγραφείς

Γέννημα μιας ταραγμένης ιστορικά εποχής, σε μια χώρα με μεγάλα πολιτικοκοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που πάλευε να ορθοποδήσει, με μια πρόοδο που ανακόπηκε από την επτάχρονη δικτατορία, με περιορισμένη παράδοση στον αφηγηματικό λόγο, το μεταπολεμικό μυθιστόρημα παρουσιάζει πλουσιότατη παραγωγή. Είναι, κατά τη γνώμη μου, αφελές να συγκρίνουμε τους νεοέλληνες συγγραφείς με τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, γιατί κανένας συγγραφέας, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, δεν γράφει ανεξάρτητα από την εποχή και τον τόπο του. Η τέχνη του αρδεύεται όχι μόνο από την παιδεία, τη λογοτεχνική παράδοση αλλά και από τη γύρω ζωή.

Συνέχειες και τομές

Για να δείξω ότι το μυθιστόρημα κατά τη μεταπολεμική περίοδο γνώρισε σημαντική καρποφορία, θα θυμίσω πολύ συνοπτικά ορισμένα έργα. Βιβλία που αγαπήθηκαν από τους αναγνώστες, συζητήθηκαν, βραβεύτηκαν, μεταφράστηκαν, αξιοποίησαν νεωτερικούς τρόπους γραφής σε διάλογο με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, άνοιξαν νέες προοπτικές στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, διασκευάστηκαν με επιτυχία για το θέατρο, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Σε αυτά αποτυπώνονται και οι προσωπικές μου προτιμήσεις. «Ο καθείς και τα όπλα του» γράφει ο Ελύτης. Παρ’ όλο που παραθέτω αντιπροσωπευτικά έργα ευρύτερων τάσεων, δεν επιλέγω συγγραφείς και κείμενα με κριτήρια της παραδοσιακής Ιστορίας της λογοτεχνίας. Πρόθεσή μου είναι να φανούν μετασχηματισμοί (συνέχειες και τομές) στην πεζογραφική μας παράδοση, καθώς υποστηρίζω θερμά την άποψη ότι υπάρχουν αξιόλογα ελληνικά μυθιστορήματα. Κι αν ο χώρος μου δεν ήταν τόσο περιορισμένος, δεν θα αναφερόμουν μόνο σε σχετικά παλαιότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους, ούτε μόνο σε τόσα κείμενα. Αδικώ για τον ίδιο λόγο και τους συγγραφείς που αναφέρω, γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν μόνο ένα πολύ αξιόλογο μυθιστόρημα.

Θα αρχίσω με τα Ψάθινα καπέλα (1946) της Mαργαρίτας Λυμπεράκη, που συνεχίζουν την παράδοση του εφηβικού μυθιστορήματος. Με παρατηρητικότητα και ευαισθησία η συγγραφέας διαγράφει τον γυναικείο ψυχισμό αντιμέτωπο με ζητήματα, όπως η ηλικία, η μητρότητα και η διάθεση για δημιουργία.

Το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής ιστορήθηκε ως τις μέρες μας σε πολλά βιβλία. ΤαMατωμένα χώματα (1962) της Διδώς Σωτηρίου ξεχωρίζουν, γιατί μέσα από την τραγική περιπέτεια του ήρωα προβάλλεται η μακρόχρονη ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων, επισημαίνονται οι λόγοι της συμφοράς και κατονομάζονται οι αίτιοι.

Οι τρίτομες Aκυβέρνητες πολιτείες (1960-1965) του Στρατή Τσίρκα, μια πλατιά σύνθεση για τον πόλεμο στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή, συνδυάζει τις περιπέτειες των ετερόκλητων, διαφορετικής εθνικότητας ηρώων με την κριτική στην ελληνική πολιτική.

Ο Mήτσος Aλεξανδρόπουλος στο δίτομο Nύχτες και αυγές (1961-1963) δίνει με λιτή ακρίβεια τον πόλεμο και την Αντίσταση, προβάλλοντας τον ηρωισμό και τα οράματα των ανθρώπων που θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Tο Τρίτο στεφάνι (1962) του Κώστα Ταχτσή ζωγραφίζει τη μικροαστική Ελλάδα μέσα από τη γλαφυρή αφήγηση δύο γυναικών.

Το Ζ (1966) του Bασίλη Bασιλικού αποτυπώνει τη συγκλονιστική υπόθεση Λαμπράκη και τη δύναμη του παρακράτους. Ενα «non fiction novel» (όπως το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε) μυθοποιεί το ιστορικό γεγονός, συνδυάζοντας το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ και τα ντοκουμέντα με τη μυθοπλασία.

Ο Λοιμός (1972) του Αντρέα Φραγκιά αποτυπώνει τον παραλογισμό και τη βία της σωφρονιστικής μεθόδου της Μακρονήσου αλλά προσφέρεται και για μια προφητική ανάγνωση της καταπίεσης του απρόσωπου τιμωρητικού συστήματος της σύγχρονης εποχής, που θα περιγράψει στο Πλήθος (1985-1986).

Την ίδια χρονιά (1972) κυκλοφορεί Ο γενναίος Τηλέμαχος του Αλέξανδρου Κοτζιά, ένα αντιχουντικό και αντιαμερικανικό μυθιστόρημα, τοιχογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας από το 1951 ως το 1968 και καταγγελία των διεργασιών που οδήγησαν στην απριλιανή δικτατορία, διεργασίες στις οποίες θα επανέλθει στη νουβέλα Το σοκάκι (1992).

Το μυθιστόρημα της Μεταπολίτευσης

Στο μυθιστόρημα Tο κιβώτιο (1974) του Αρη Aλεξάνδρου η δυσερμήνευτη και αινιγματική απολογία του μόνου επιζήσαντος μιας εφιαλτικής αποστολής μετατρέπεται σε κριτική ιδεών και πρακτικών, ενώ το άδειο κιβώτιο γίνεται συνώνυμο με το «αδειανό πουκάμισο».

Η Βιοτεχνία υαλικών (1975) του αθηναιογράφου Μένη Κουμανταρέα είναι μια ελεγεία των μικρών ανθρώπων, που σχεδιάζουν τη ζωή τους με όνειρα για κοινωνική αλλαγή, και τελικά βυθίζονται στην ασημαντότητα, την κατάθλιψη και την παρακμή.

H Αρχαία σκουριά (1979) της Mάρως Δούκα, πολιτικό μυθιστόρημα μαθητείας, δείχνει μέσα από την κριτική ματιά μιας νέας κοπέλας την πτώση της δικτατορίας και τη διάψευση των ιδεολογιών και των οραμάτων.

H αρραβωνιαστικιά του Aχιλλέα (1987) της Αλκης Ζέη περιγράφει τη ζωή μιας γυναίκας από το 1940 ως το 1970 και μαζί την πορεία μιας «νικηφόρας» επανάστασης που χάθηκε στην Ελλάδα, την Τασκένδη, την Ευρώπη.

Τα Βαμμένα κόκκινα μαλλιά (1989) του Κώστα Μουρσελά, εκτός από την πολυπρόσωπη εικόνα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, προσφέρει έναν καταπληκτικά ζωντανό αντιήρωα, το Λούη, απείθαρχο και αντιφατικό, καθρέφτη και τιμητή της κοινωνίας.

Τα Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 (1989) του Θανάση Bαλτινού, έργο πρωτότυπο, χωρίς ήρωες και αφήγηση, αποδίδει τη συλλογική ταυτότητα της εποχής, παραθέτοντας μια μεγάλη σειρά από πεποιημένα ντοκουμέντα.

Η Ρέα Γαλανάκη στο O βίος του Iσμαήλ Φερίκ πασά (1989) αξιοποιώντας ιστορικά γεγονότα, ερευνά ένα σύγχρονο πρόβλημα, αυτό της ταυτότητας και της ετερότητας, της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, του ψυχολογικού και κοινωνικού εαυτού.

Τούτη η συναγωγή κειμένων, αν και δεν έγινε με αυτόν τον στόχο, απαντά σε ένα ευρύτερο αίτημα για τη σχέση της λογοτεχνίας με τη ζέουσα πραγματικότητα. Καθώς τα μυθιστορήματα αυτά συνθέτουν ένα πανόραμα της τραγικής περιπέτειας του ελληνισμού από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τη μεταπολίτευση, φανερώνουν ότι οι μεταπολεμικοί συγγραφείς στάθηκαν κριτικά απέναντι στο παρόν, αναστοχάστηκαν το παρελθόν, δεν έκρυψαν ούτε ωραιοποίησαν τα λάθη και τα δεινά της χώρας.

 Η κυρία Ερη Σταυροπούλου είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μυθιστοριογραφία: μύθοι και ουσία
Μία κριτικός, ένας εκδότης, ορισμένες εκτιμήσεις για την τρέχουσα μυθιστοριογραφία. Προϋποθέσεις για έργα αξιώσεων, ανεπάρκειες και ερμηνείες και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής στην ξένη αγορά.

Αχαρτογράφητο ακόμη από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας το τοπίο της πρόσφατης και σύγχρονης μυθιστοριογραφίας. Η κριτικός Ελισάβετ Κοτζιά παρακολουθεί συστηματικά την ελληνική πεζογραφία από τη Μεταπολίτευση και εξής. Στη μελέτη που ετοιμάζει για την πεζογραφία των συγγραφέων που εμφανίστηκαν από το 1974 ως το 2010 επιχειρεί να εμβαθύνει στους όρους και στα γενικά χαρακτηριστικά της παραγωγής της περιόδου αυτής. Ορισμένες πρώτες διαπιστώσεις μοιράζεται μαζί μας, μετακινώντας τη συζήτηση από τη μυθολογία περί ανυπαρξίας ελληνικού μυθιστορήματος σε ζητήματα ουσιαστικά: Γιατί δεν έχουμε μεγάλες πολυφωνικές συνθέσεις; Γιατί δεν διακρίνεται το σύγχρονο καλό ελληνικό μυθιστόρημα στο εξωτερικό; Ποια η σχέση των μυθιστοριογράφων με την πραγματικότητα και με την αγορά του βιβλίου;

Σε αυτή την αγορά, πρώτος αντιλαμβάνεται τις αξιώσεις της μυθιστορηματικής παραγωγής ο εκδότης. Στον 20ό αιώνα η Εστία συνδέθηκε με το μυθιστόρημα των αστών του Μεσοπολέμου, ο Κέδρος με των μεταπολεμικών αριστερών. Στη δεκαετία του 1980 ο Καστανιώτης εξέδωσε ποιοτική μυθιστοριογραφία γυναικών και η Εστία νέους μυθιστοριογράφους. Πατάκης και Μεταίχμιο έγιναν στο γύρισμα της χιλιετίας στέγη για καταξιωμένους και νεόκοπους μυθιστοριογράφους. Ο νεαρός εκδοτικός οίκος Αντίποδες του Κώστα Σπαθαράκη και του Θοδωρή Δρίτσα, με πέντε συλλογές διηγημάτων στον κατάλογό του, θα κυκλοφορήσει το πρώτο του ελληνικό μυθιστόρημα τον Νοέμβριο. Συνομήλικοι των νέων συγγραφέων, αποδέκτες των προβληματισμών και των χειρογράφων τους, οι εκδότες μεταφέρουν μια εικόνα των ζυμώσεων στον χώρο της πεζογραφίας. Γράφεται μυθιστόρημα σήμερα; Είναι αξιόλογο; Ποιος ο ρόλος του εκδότη στην υποστήριξη της μυθιστοριογραφίας;

Πραγματικότητα που δεν χωράει σε καλούπια.

Η απόφανση πως «δεν υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα» δεν είναι αληθινή. Το αποδεικνύει η μακρά σειρά παλαιότερων και σύγχρονων μυθιστοριογράφων που επιπλέον έχουν αξιοσημείωτο αναγνωστικό κοινό. Βαλτινός, Νόλλας, Δούκα, Πανσέληνος, Ζατέλη, Γιατρομανωλάκης, Συμπάρδης, Χουρμουζιάδου, Μπουραζοπούλου είναι μερικά ονόματα, για να περιοριστώ σε σημερινούς συγγραφείς.

Αληθινό ίσως είναι ότι «δεν έχουμε πολύ μεγάλους μυθιστοριογράφους», τόσο μεγάλους όσο τουλάχιστον είναι οι μεγάλοι ποιητές μας – το οποίο και πάλι δεν σημαίνει πως «είμαστε λαός ποιητών».

Μύθος ακόμα το ότι «είμαστε λαός διηγηματογράφων», πως «το διήγημα είναι κατώτερο είδος από το μυθιστόρημα», πως «η συγγραφή ποίησης και διηγήματος αποτελεί εκδήλωση οκνηρίας», πως «το μόνο αξιόλογο μυθιστόρημα που βγαίνει στην Ελλάδα είναι το μεταφρασμένο».

Γαϊτανάκι αποφθεγμάτων
Ολοι αυτοί οι αφορισμοί προσπαθούν να βάλουν σε καλούπια μια πραγματικότητα πολύ πιο πλούσια και σύνθετη απ’ ό,τι είμαστε ικανοί και έτοιμοι να παραδεχθούμε. Κι έτσι πλέκεται ένα γαϊτανάκι αποφθεγμάτων που η πραγματικότητα διαρκώς διαψεύδει καθώς ούτε ο Τσέχοφ είναι κατώτερος από τον Ντοστογέφσκι, ούτε ο Παπαδιαμάντης χαμηλότερος από τον Ροΐδη, ούτε η Αλις Μονρό λιγότερη από τον Μάρκες. Ούτε βέβαια είναι ευκολότερη η πολιτογράφηση «στων ιδεών την πόλη» μέσα από την ποίηση και το διήγημα απ’ ό,τι μέσα απ’ το μυθιστόρημα διότι σε όλα τα είδη απέχει «το σκαλί το πρώτο πολύ από τον κοινό τον κόσμο». Υπό την προϋπόθεση βέβαια πως θεωρούμε, όπως ο καβαφικός αισθητής, τη λογοτεχνία «απόσταγμα από βότανα γητεύματος», ύλη, ουσία, στοιχείο «κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο» που για λίγην ώρα επαναφέρει τα είκοσι τρία χρόνια μας, τον φίλο, την κάμαρη, την αγάπη, την ομορφιά, δημιουργεί «τον μικρό κίτρινο τοίχο» του Μπεργκότ, φιλοτεχνεί την έλλαμψη, πλάθει τη «στιγμή», «the stuff dreams are made on». Οι όροι για παρόμοιες αποκαλύψεις δεν συνιστούν ποσοτική συνάρτηση αλλά απαιτούν την ύπαρξη καλλιτεχνικής χάρης σε οποιοδήποτε είδος, διήγημα, ποίηση ή μυθιστόρημα. Γενικότητες όπως οι παραπάνω είναι τόσο αληθινές όσο και η παλαιά αποφθεγματική ρήση «μέγα βιβλίον, μέγα κακόν».

Ελληνική δημιουργία – υποθέσεις εργασίας
Τούτων λεχθέντων και αφού απομακρυνθούμε από τις μεγαλοστομίες και τις ταμπέλες, θα μπορούσε ίσως κανείς να προσπαθήσει να διερευνήσει κατά πόσον έχουν ερμηνευτική ισχύ μερικές υποθέσεις εργασίας για κάποια από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής καλλιτεχνικής πράξης. Γιατί είναι βέβαια αληθές ότι σε ορισμένες περιόδους άνθησαν το διήγημα ή η ποίηση και όχι το μυθιστόρημα. Πώς και γιατί συνέβη; Η θεωρία έχει εκφράσει πολλές υποθέσεις για τις κοινωνικές ορίζουσες, για τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες που οδηγούν σε ορισμένα αποτελέσματα.

Ναι, θα μπορούσαμε να πιστέψουμε λοιπόν πως στην Ελλάδα δεν είχαμε την αναγκαία αστική τάξη που θα οδηγούσε σε μια μυθιστορηματική άνθηση όπως την παρακολουθήσαμε στη Γαλλία και στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Πόσο ισχυρή όμως είναι η υπόθεση αυτή όταν, για παράδειγμα, στις χώρες της Λατινικής Αμερικής σημειώθηκε στον 20ό αιώνα η πασίγνωστη άνθηση του λατινοαμερικανικού μαγικού ρεαλισμού μέσα σε συνθήκες όχι αστικής ελευθερίας αλλά πολιτικοκοινωνικού αυταρχισμού – για να μη μιλήσουμε για την άνθηση του κλασικού ρωσικού μυθιστορήματος στον 19ο αιώνα;

Θα μπορούσαμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι οι έλληνες συγγραφείς αποφεύγουν τις πολύ μεγάλες, πολυφωνικές, πολυεπίπεδες, πολυπρισματικές συνθέσεις. Διότι ακόμα και το πολυάνθρωπο μυθιστόρημα, που καλύπτει μεγάλες χρονικές περιόδους και εκτυλίσσεται σε πολλούς τόπους, είναι τις περισσότερες φορές μονοφωνικό σε αντιπαράθεση προς το πολυεπίπεδο, πολυπρισματικό, πολυεστιακό μυθιστόρημα που η αρχιτεκτονική του παραπέμπει σε καθεδρικό ναό. Γι’ αυτό έχουμε πολύ λίγα πολυφωνικά, πολυεπίπεδα, πολυεστιακά μυθιστορήματα σαν την τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και αντιθέτως πολυάριθμα μονοφωνικά μυθιστορήματα σαν την τριλογία Αναζήτηση, Ανατροπή και Αναλαμπή του Νίκου Θέμελη. Στο είδος της κάθε μία από τις τριλογίες είναι άξια. Φαίνεται όμως πως δυσκολευόμαστε στις μεγάλες συνθέσεις, εκεί όπου πρέπει να κινήσει κανείς πολλά διαφορετικά νήματα με ανεξάρτητους ρυθμούς.

Μήπως είναι η παιδεία μας που δεν ευνοεί παρόμοια συνθετικά εγχειρήματα αν λάβουμε υπόψη την ισοπεδωτική λειτουργία καθολικών εθνικών θεσμών, όπως λόγου χάρη οι πανελλήνιες εξετάσεις; Και για να πάμε ακόμα βαθύτερα, οφείλεται η συνθήκη αυτή στην άποψη που διατύπωσε ο πολιτικοκοινωνικός μεταπολεμικός πεζογράφος Δημήτρης Χατζής, ότι αποτύχαμε στην Ελλάδα να συνθέσουμε το παραδοσιακό λαϊκό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού με το λόγιο αστικό στοιχείο του έτσι όπως έγινε μετά τον Μεσαίωνα στις χώρες της Δύσης;

Η διείσδυση στις ξένες αγορές
Και εφόσον το ελληνικό μυθιστόρημα υπάρχει, πού οφείλεται η αδυναμία του να διεισδύσει στις ξένες αγορές – όπως έκανε λόγου χάρη το πρόσφατο weird cinema των Λάνθιμου, Κούτρα και Τσαγγάρη; Είναι κατώτερο από το ξένο; Οχι ως προς τους μέσους όρους του. Η λειτουργία όμως των νόμων της αγοράς δεν αποδίδει πάντοτε αξιολογική αισθητική δικαιοσύνη. Κι ενδεχομένως λειτουργούν αρνητικά και άλλες ιδιομορφίες του, όπως λόγου χάρη η απουσία μιας κεντρικής ομογενοποιητικής ταυτότητας που θα καθιστούσε την ελληνική πεζογραφία αναγνωρίσιμη και θα την έκανε ενδεχομένως του συρμού. Ή θα μπορούσε ακόμα να παίζει ρόλο το γεγονός πως ασχέτως προς την ποιότητά της, η ελληνική πεζογραφία των ημερών μας δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να απεικονίσει την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Χάνει έτσι το δυνάμει αλλοδαπό κοινό που γοητευμένο από τις χάρες της χώρας μας θα ενδιαφερόταν να τη γνωρίσει καλύτερα μέσα από τα λογοτεχνικά έργα της διαδίδοντας και καθιστώντας τις σελίδες τους ευρύτερα γνωστές.

Η κυρία Ελισάβετ Κοτζιά είναι κριτικός λογοτεχνίας. Ετοιμάζει μελέτη για την πεζογραφία της περιόδου 1974-2010.

Ο υψηλός πήχης και η στροφή στο διήγημα.

Eνα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά της τρέχουσας ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, όπως μπορούμε να τη χαρτογραφήσουμε ενδεικτικά από τα χειρόγραφα που λαμβάνουν οι εκδόσεις Αντίποδες αλλά και από τις συζητήσεις με νεότερους λογοτέχνες, είναι η στροφή των καλλιεργημένων ιδίως συγγραφέων προς το διήγημα, και μάλιστα προς την πιο σύντομη εκδοχή του. Iσως η εικόνα που έχουμε εμείς να είναι παραπλανητική, αφού επιλέξαμε να ξεκινήσουμε με συλλογές ελληνικών διηγημάτων, και έτσι τα κείμενα που λαμβάνουμε πιθανόν να προσανατολίζονται προς τα εκεί.

Ωστόσο, πιστεύω πως πρόκειται για μια γενικότερη τάση. Η τάση αυτή μάλιστα συντονίζεται κατά κάποιον τρόπο με την αδιάκριτη περιφρόνηση προς το άμεσο παρελθόν της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, προς το μυθιστόρημα που γραφόταν τα τελευταία είκοσι χρόνια, και εν τέλει τη γενικότερη απόρριψη της ελληνικής λογοτεχνίας: «Δεν διαβάζω Ελληνες». Ισως λοιπόν να πρόκειται για μια προσπάθεια να διαφύγουμε από την ευκολία που χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της πρόσφατης μυθιστοριογραφίας μέσα από τη στροφή προς άλλες μορφές, που είναι υποτίθεται εγγενώς πιο «καλλιτεχνικές».

Δημόσιος λόγος και αποικιακές σχέσεις
Κι όμως, δεν υπάρχει σύγχρονη λογοτεχνία χωρίς το μυθιστόρημα, χωρίς αυτή τη λαϊκή, μαζική και συγχρόνως βαθιά καλλιτεχνική μορφή της μυθοπλασίας με την απέραντη ελευθερία στην έκταση, στη φόρμα και στα εκφραστικά μέσα. Η θέση λοιπόν ότι δεν υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα (ή ότι είναι αισθητικά αδιάφορο) ισοδυναμεί, στη δική μου αντίληψη, με τη θέση ότι δεν υπάρχει ελληνική λογοτεχνία εν γένει. Η θέση αυτή στηρίζεται σε δύο παρανοήσεις: πρώτον, ότι το σώμα των λογοτεχνικών κειμένων ταυτίζεται με τον κανόνα, ότι δηλαδή η λογοτεχνία αποτελείται μόνο από λίγες κορυφές, και όλα τα ενδιάμεσα έργα δεν είναι παρά αδιάφορη χλωρίδα προορισμένη μόνο για τους φυσιοδίφες της φιλολογίας· δεύτερον, ότι το μυθιστόρημα είναι ένα αμιγώς «υψηλό» είδος, αποσυνδεδεμένο από τον δημόσιο λόγο της εποχής του, ότι μπορεί να προορίζεται για την αισθητική απόλαυση των ειδημόνων και όχι για το μεγάλο κοινό.

Θα μπορούσαμε εδώ να πούμε πολλά: ότι η αντίληψη αυτή αναπαράγει ένα κλειστό παραδοσιοκεντρικό σχήμα (τι σημασία έχει αν υπάρχει ή όχι ειδικά ελληνικό μυθιστόρημα;), υιοθετεί μια αποικιακή σχέση κέντρου-περιφέρειας, στο πλαίσιο της οποίας οι περιφερειακές λογοτεχνίες μπορούν να επιδοθούν μόνο στο αντάρτικο των μικρότερων μορφών, ότι αγνοεί τα σημαντικά ελληνικά μυθιστορήματα του παρελθόντος και καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε σημερινή προσπάθεια.

Ας πω μόνο αυτό που με αφορά ως εκδότη που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η λογοτεχνία που γράφεται σήμερα: το αξίωμα περί ανυπαρξίας του μυθιστορήματος οδηγεί στην αγνόηση της παλαιότερης μυθιστοριογραφίας μας και υπονομεύει κάθε εγχείρημα για μια μεγαλύτερη σύνθεση. Αν δεν γνωρίζει κανείς πώς έλυσαν οι προηγούμενοι τα προβλήματα που τους τέθηκαν ή έστω πού απέτυχαν, αρχίζει από το μηδέν και έτσι δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τα πρώτα απλά βήματα. Το μυθιστόρημα έχει τις δικές του τεχνικές απαιτήσεις, και αν τα μέσα και οι τρόποι που έχει στη διάθεσή του ο συγγραφέας είναι πολύ απλοϊκά και ατελή ή, το σημαντικότερο, μεταφέρονται αυτούσια από την ξένη λογοτεχνία, τότε οι δυνατότητες είναι εξαρχής πολύ περιορισμένες. Δεν είναι περίεργο που μια τέτοια αντίληψη οδηγεί σε υπερπαραγωγή ποιητικίζουσας πρόζας (κάτι μεταξύ διηγήματος και ποίησης), η οποία είναι καταστατικά ατελής, ακόμη και όταν παράγει αισθητικό αποτέλεσμα. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μας αναγνωστική εικόνα, τόσο από τα χειρόγραφα όσο και από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου.

Ελλειψη σαφούς προσανατολισμού
Ασφαλώς ο κόπος που απαιτεί μια μεγαλύτερη σύνθεση με βαθιές λογοτεχνικές αξιώσεις είναι πολύ μεγάλος· πολλές φορές το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί καλειδοσκοπικά με μια συλλογή διηγημάτων με κοινό άξονα. Αυτή ήταν άλλωστε και η κατεύθυνση που επιδιώξαμε με τις συλλογές διηγημάτων που εκδώσαμε. Φαίνεται επίσης από τα κείμενα που λαμβάνουμε και διαβάζουμε ότι όσοι επιχειρούν να διαφύγουν από τις μικρότερες μορφές δεν έχουν σαφή προσανατολισμό: τα ιστορικά μυθιστορήματα πάσχουν ως προς την πλοκή και το ύφος, τα κοινωνικά μυθιστορήματα ρέπουν προς τη σχηματοποίηση, ενώ τα έργα με μεγαλύτερη λογοτεχνική αυτοσυνείδηση δυσκολεύονται να ξεφύγουν από τα πρότυπά τους.

Εδώ κατά τη γνώμη μου αναδεικνύονται και ορισμένα βαθύτερα προβλήματα: το μυθιστόρημα δεν γράφεται εν κενώ· πατά πάντοτε στα γενικότερα χαρακτηριστικά του δημόσιου λόγου, ακόμη και για να τα υπερβεί. Κατά κάποιον τρόπο εξαρτάται από αυτόν περισσότερο από τα άλλα είδη ως προς την εμβέλειά του, την ιδεολογική υποδομή του και το εύρος των εκφραστικών του μέσων. Μας λείπουν όμως εκείνες οι διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στις ειδικές επιστήμες και στον δημόσιο λόγο, που θα προμήθευαν τον συγγραφέα με υλικό, επιτρέποντάς του να ερευνήσει σε βάθος το θέμα του και να στηριχτεί σε κάτι άλλο πέρα από τις προκαταλήψεις, τις εμπειρίες και τις ιδέες του για να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη εικόνα του κόσμου.

Ο μυθιστοριογράφος-Ροβινσώνας
Ομως η μακρά αναμονή του καλού μυθιστορήματος έχει θέσει υπερβολικά ψηλά τον πήχη: ζητάμε πλέον από τον μυθιστοριογράφο να γίνει συγχρόνως κοινωνιολόγος και φιλόλογος, ιστορικός και ψυχολόγος, γνωρίζοντας ότι, αν δεν αριστεύσει, θα αγνοηθεί, ενώ με ένα «καλό» διήγημα βρίσκεται πιο κοντά στην εφήμερη λογοτεχνική επιτυχία. Οποιος φιλοδοξεί να γράψει σήμερα μυθιστόρημα μοιάζει λίγο με τον Ροβινσώνα: είναι υποχρεωμένος να φτιάξει μόνος του το καταφύγιό του, να ξεχερσώσει τη ζούγκλα, να εξημερώσει τα άγρια ζώα, να αντιμετωπίσει τους ανθρωποφάγους.

Η δική μας λογική είναι ότι πρέπει, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις επιλογές μας, να δημιουργήσουμε την ατμόσφαιρα που θα επιτρέψει στους συγγραφείς να αποτολμήσουν μια μεγαλύτερη σύνθεση, εγκαταλείποντας την ευκολία μιας αυτοαναφορικής λογοτεχνίας.

Ο κύριος Κώστας Σπαθαράκης είναι εκδότης.

Απέναντι στο διήγημα

Μυθιστοριογραφία και διηγηματογραφία. Τα δύο μείζονα είδη της πεζογραφίας, η παράδοση, η αντιπαράθεση, η συνέχειά τους στην ελληνική λογοτεχνία.

«Θα έλεγε κανείς ότι διήγημα και μυθιστόρημα, τα κυριότερα πεζογραφικά είδη, βρίσκονται σε αντιπαράθεση αδυνατώντας να συνυπάρξουν στην εξουσία: η αναβάθμιση του ενός προκαλεί την υποβάθμιση του άλλου» έγραφε ο νεοελληνιστής Παναγιώτης Μουλλάς για την πεζογραφία της μεσοπολεμικής περιόδου. Συνεπώς, στην εποχή μας η εμφάνιση μιας κριτικά και εμπορικά αξιοσημείωτης διηγηματογραφικής παραγωγής θέτει αυτόχρημα εν αμφιβόλω την ύπαρξη ελληνικού μυθιστορήματος όπως γράφει σήμερα ο Χρήστος Αστερίου, συγγραφέας μιας συλλογής διηγημάτων (Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες, Πατάκης 2003) και δύο μυθιστορημάτων (Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη. Μια αληθινή ιστορία, Πατάκης 2006 και Ισλα Μπόα, Πόλις, 2012).

Το διήγημα, συνδεδεμένο, ιδίως το ηθογραφικό, με την εικόνα του έθνους, βρισκόταν στην περίοδο 1880-1920 στο κέντρο της ελληνικής λογοτεχνίας. «Θα χάσει τα πρωτεία μες στην πεζογραφία μας και θα πάρει τη σωστή του θέση, θα γίνει δηλαδή ένας πλανήτης του μυθιστορήματος και θα γυρίζει γύρω απ’ αυτό το κεντρικό πεζογραφικό είδος» γράφει στο περιοδικό Ιδέα το 1934 ο Γιώργος Θεοτοκάς εκφράζοντας την υποστήριξη των συγγραφέων της γενιάς του στη μεγάλη φόρμα και την τοποθέτησή της σε υψηλότερο σκαλί στην ιεραρχία της πεζογραφίας μας. Εχουν νόημα τέτοιες ιεραρχήσεις των ειδών; Στο ερώτημα απαντά ο Δημήτρης Αγγελάτος, συστηματικός μελετητής των ειδών, ο οποίος επιμελείται μια υπό έκδοση ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τη σκοπιά των λογοτεχνικών ειδών.

Στο μεταξύ ίσως δεν είχε άδικο ο Τέλλος Αγρας που υποστήριζε το 1936 ότι «στο νεοελληνικό μυθιστόρημα παράδοσις δεν υπάρχει. Το νεοελληνικό μυθιστόρημα κάθε τόσο ξεκινά από καινούργιαν αρχή». Διότι, σε αντίθεση με το διήγημα, το ελληνικό μυθιστόρημα φαίνεται να μην έχει μνήμη της παράδοσής του, τη μνήμη που εξασφαλίζει τη συνέχεια.

Για μια «κάθετη» ανάγνωση των ειδών.

Κάθε λογοτεχνικό είδος έχει τα ειδοποιά χαρακτηριστικά του, διαμορφωμένα κατά τη μακρά ή βραχεία πορεία του στην ιστορία του πολιτισμού, μέσα από φιλοσοφικές και αισθητικές ιδέες, καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά ρεύματα που το θρέφουν και το γονιμοποιούν. Και ασφαλώς χαρακτηρίζεται από τους πολύτροπους μετασχηματισμούς του μέσα στον χρόνο. Συγγραφικές επιλογές που μορφοποιούν αυτούς τους μετασχηματισμούς, γίνονται σημεία αναφοράς για νέα εγχειρήματα στην ατελεύτητη αλυσίδα του παροντικού διαλόγου ανάμεσα σε κείμενα και συγγραφείς, ανάμεσα δηλαδή στο παρελθόν και στο μέλλον κάθε λογοτεχνικού είδους.

Μικρής ή μεγάλης έκτασης, βασισμένα σε περισσότερο ή λιγότερο απαιτητικούς κανόνες, τροποποιημένα σε ποιοτικά υψηλή ή μη κλίμακα, ως προς την αφετηρία τους, τα λογοτεχνικά είδη ανταποκρίνονται επιτυχώς ή ανεπιτυχώς στις αναγνωστικές ζητήσεις κάθε εποχής ή ακόμη αντιδρούν σ’ αυτές συντείνοντας έτσι στη δημιουργία νέων καταστάσεων (λογοτεχνικών και ευρύτερα καλλιτεχνικών) πραγμάτων.

Η αξία των ειδών στην ιστορία τους

Ο ευδόκιμος μετασχηματισμός, η στασιμότητα ή η υποχώρηση κάπου είδους στο πεδίο – για να έλθουμε στο ζητούμενο – της μυθιστορηματικής ή διηγηματογραφικής παραγωγής ορίζεται σε κάθε εποχή από ένα σύνθετο επικοινωνιακό πλέγμα συγγραφικών και αναγνωστικών επιλογών και στρατηγικών. Και βέβαια για τον ιστορικό και συνάμα θεωρητικό των λογοτεχνικών ειδών δεν υπεισέρχονται εδώ ζητήματα εντυπωσιολογικής ή μεταφυσικής τάξεως όπως η «ανωτερότητα» κάποιου είδους έναντι άλλου (του μυθιστορήματος αίφνης έναντι του διηγήματος) ή η μηχανική συναρμογή εθνών, κοινωνικών στρωμάτων, κλιματικών συνθηκών, γεωγραφικών συντεταγμένων από τη μια, ειδών από την άλλη.

Η ανάλυση και ερμηνεία των λογοτεχνικών ειδών, θεμελιωμένη σε συγγραφικές και αναγνωστικές επιλογές και στρατηγικές, μπορεί να αποσαφηνίσει την ιδιαίτερη βαρύτητα των εκάστοτε κειμένων. Βαρύτητα που εξαρτάται ακριβώς από τη σχέση των κειμένων με την ειδολογική παράδοσή τους: τα διηγήματα ή τα μυθιστορήματα έχουν διακριτή αξία και αυτό όχι αυτοδίκαια – και άρα εκτός ιστορίας – αλλά κατά συσχετισμό κειμένων μέσα στην ιστορία του κάθε είδους.

Η επιλογή συγγραφέων να στραφούν στο διήγημα ή στο μυθιστόρημα συνιστά την πρόθεσή τους είτε να συντονιστούν με τις απαιτήσεις του είδους είτε να παρέμβουν σ’ αυτές ανασυντάσσοντάς τες και τροποποιώντας τες ή δημιουργώντας νέες που θα δώσουν τη θέση τους σε άλλες.

Οι απαιτήσεις των ειδών και ο αναγνώστης

Οσο ο αναγνώστης εξοικειώνεται με τις απαιτήσεις των ειδών τόσο είναι σε θέση να εντοπίζει το ιδιαίτερο στίγμα και την αξία των συγγραφικών εγχειρημάτων στη μία ή στην άλλη ειδολογική παράδοση μαθαίνοντας μεταξύ άλλων να αποφεύγει επιφανειακές και άστοχες αποτιμήσεις.

Κάθε διήγημα ή μυθιστόρημα επιβάλλει λοιπόν εκτός από την προφανή «οριζόντια» ανάγνωσή του και μια «κάθετη» που πάει στο βάθος της οικείας του ειδολογικής παράδοσης. Αν συνεπώς τα διηγήματα π.χ. του Δημήτρη Νόλλα αξίζουν – και αξίζουν -, αυτό δεν εναπόκειται στη σύγκριση με τα μυθιστορήματα του ίδιου ή άλλων αλλά στην «κάθετη» ανάγνωση του διαλόγου των διηγημάτων του με την τροφοδοτική τους παράδοση.

Αλλά βέβαια τα παραπάνω απαιτούν αναγνώστες που δεν βιάζονται να ξεμπερδέψουν με τις 800 ή 1.000 σελίδες κάποιου μυθιστορήματος ή συλλογές διηγημάτων. Αντίθετα, απαιτούν αναγνώστες που κατακτούν σταδιακά τους τρόπους που μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι αποδίδουν, για παράδειγμα, τόσο το σύνθετο δίκτυο σχέσεων μεταξύ πολλών προσώπων όσο και την ακαριαία, εγκυμονούσα στιγμή. Και εννοούν ότι η απόδοση της εγκυμονούσας στιγμής σ’ ένα διήγημα είναι ζήτημα πολυπλοκότατο που αναλύεται και ερμηνεύεται στον ιδιαίτερο άξονα του διηγήματος. Το διήγημα άρα με τις δικές του δεσπόζουσες απαιτήσεις δεν μπορεί να είναι άσκηση για κάποιο «ανώτερο» μελλοντικό μυθιστόρημα και οπωσδήποτε δεν δείχνει την εν ονόματι του μυθιστορήματος «αδυναμία», το «αδιέξοδο» ή την «οκνηρία» των συγγραφέων.

Οι συνθετότερες ή μη πραγματώσεις στην πεζογραφία δεν εντοπίζονται με ετοιμοπαράδοτα σχήματα περί οντολογικής, κοινωνιολογικής ή άλλης αποκλειστικότητας (το μυθιστόρημα έναντι του διηγήματος) αλλά με (ερευνητικό, αναλυτικό και ερμηνευτικό) μόχθο μέσα σε κάθε πολύπτυχη ειδολογική επικράτεια. Γι’ αυτό χρειάζεται κατεπειγόντως η – θεραπευτική – «κάθετη» ανάγνωση.

Οτι η Σκιάθος, λ.χ., ήταν μικρή και χωρίς αναπτυγμένο αστικό βίο δεν φαίνεται να εμπόδισε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να συνθέσει μέσα από τα λεγόμενα σκιαθίτικα διηγήματά του ένα προωθημένο από ειδολογική άποψη μυθιστόρημα, που αποτέλεσε αντικείμενο πρόσφατης διδακτορικής διατριβής του Κυριάκου Μαργαρίτη.

Σύγχρονος αυτοθαυμασμός και «βαρετή» παράδοση

Αν τώρα στη σκηνή του σημερινού νεοελληνικού πολιτισμικού γίγνεσθαι, όπου δεσπόζει η κατανάλωση περιτυλιγμάτων μάλλον παρά περιεχομένων, συμβαίνει συγγραφείς να (αυτο)θαυμάζονται εντύπως και ηλεκτρονικώς για την πρωτοτυπία των έργων τους, αδιαφορώντας για τον «βαρετό» Στρατή Τσίρκα ή τον «ξεπερασμένο» Βασίλη Βασιλικό κ.τ.λ., και κριτικοί να εισηγούνται τα μυθιστορήματα να είναι συντομότερα – λες και το μυθιστόρημα ορίζεται από τον αριθμό σελίδων -, ο αντίλογος για την αξία της ειδολογικής συνείδησης, κατακτημένης από συγγραφείς με επίγνωση όσων όρων θέτουν τα ίδια τα εγχειρήματά τους, ξεδιπλώνει από παλιά την ισχύ του. Ετσι, π.χ., ο Λ. Σ. Καλογερόπουλος θα σχολιάσει στον πρόλογο του μυθιστορήματός του Ο Φλώρος (Αθήνα, 1847), την (ειδολογική) ιδιαιτερότητα του έργου του σημειώνοντας ότι επειδή δεν διαθέτει «πείραν της κοινωνίας και μεγάλην της ανθρωπίνης καρδίας γνώσιν» δεν θα επιχειρήσει «περιγραφ[άς] των καθ’ εκάστην εν τη κοινωνία επαναλαμβανομένων σκηνών» ούτε «εξεικονίσ[εις] ηθών και χαρακτήρων των διαφόρων κοινωνικών κλάσεων» (ό.π., ε’-στ’).

Ο λόγος λοιπόν είναι για μυθιστορήματα ή διηγήματα που αφενός «θυμούνται» τη σοφία της πολύτροπης ειδολογικής παράδοσής τους για να την αποδεχθούν ή να την τροποποιήσουν, αφετέρου ακυρώνουν στην πράξη αβασάνιστους και άκοπους – κυρίως άκοπους – συσχετισμούς είτε για την «ανωτερότητα» των μεν επί των δε είτε για το προαποφασισμένο στίγμα τους, εθνικό, κοινωνιολογικό, γεωγραφικό, ακόμη και κλιματικό.

O κύριος Δημήτρης Αγγελάτος είναι καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας και Θεωρίας Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πεζογραφικά είδη και ξένες επιρροές.

Δύο εξαιρετικές συλλογές διηγημάτων που κυκλοφόρησαν την τελευταία πενταετία και γνώρισαν ανέλπιστη εμπορική επιτυχία έδωσαν τροφή για συζήτηση σχετικά με τη θέση του μυθιστορήματος και του διηγήματος στο ειδολογικό βάθρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκεί όπου η ποίηση μοιάζει να έχει καταλάβει, στηριγμένη για τα καλά στα δύο της Νομπέλ, την πρώτη θέση. Αναφέρομαι στα βιβλία του Χρήστου Οικονόμου Κάτιθα γίνει, θα δεις(Πόλις, 2010) και του Δημοσθένη Παπαμάρκου Γκιάκ (Αντίποδες, 2014) τα οποία σάλπισαν αντεπίθεση των διηγηματογράφων ύστερα από μια αρκετά μεγάλη περίοδο επικράτησης του μυθιστορήματος τουλάχιστον στους καταλόγους των εκδοτών και στους πάγκους των βιβλιοπωλείων. Ας μην ξεχνάμε ότι ως πρόσφατα οι συλλογές διηγημάτων έβρισκαν δύσκολα τον δρόμο προς το τυπογραφείο, ενώ οι διηγηματογράφοι μοχθούσαν για την προώθηση των γραπτών τους σε ένα ιδιότυπο καθεστώς μυθιστορηματικής δικτατορίας.

Μυθιστόρημα εναντίον διηγήματος

Με αφορμή τις εκδοτικές επιτυχίες που προανέφερα και θεωρώντας πως το νεοελληνικό μυθιστόρημα όχι μόνο πνέει τα λοίσθια αλλά πως αποτελεί ουσιαστικά την αχίλλειο πτέρνα της λογοτεχνίας μας, πολλοί θα τολμούσαν να υποστηρίξουν ότι οι Ελληνες, ως «γεννημένοι διηγηματογράφοι», οφείλουν να ασκούνται σχεδόν αποκλειστικά στο λογοτεχνικό είδος που ταιριάζει στα μέτρα τους. Μια τέτοια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία καλούμαστε να επιλέξουμε το διήγημα αντί του μυθιστορήματος ή αντιστρόφως είναι καταφανώς προβληματική. Εχω μάλιστα την εντύπωση πως τέτοιες απόψεις εκφέρονται συνήθως από πεζογράφους που έχουν ασκηθεί μόνο σε ένα από τα δύο είδη, συγγραφείς που ομνύουν αποκλειστικά στο μυθιστόρημα θεωρώντας κατώτερο το διήγημα και διηγηματογράφους που απορρίπτουν συλλήβδην το μυθιστόρημα ως φλύαρο, εύκολο και γλωσσικά υποδεέστερο.

«Δεν υπάρχει καλό ελληνικό μυθιστόρημα»

Ενα από τα βασικότερα επιχειρήματα για την απουσία σημαντικών νεοελληνικών μυθιστορημάτων αποτελούσε πάντοτε εκείνο περί έλλειψης μιας ελληνικής αστικής τάξης, από τα δράματα και τις περιπέτειες της οποίας θα αντλούνταν τα μεγάλα θέματα για τη συγγραφή τους. Χιλιοειπωμένη θέση και μόνο μερικώς ορθή αν αναλογιστεί κανείς πως κορυφαίοι μυθιστοριογράφοι έκαναν την εμφάνισή τους και σε χώρες με ανάλογη έλλειψη. Οπως παρατηρεί, για παράδειγμα, παραπέμποντας στον Μαρξ ο Τζορτζ Στάινερ, ούτε στη Ρωσία διαμορφώθηκε ποτέ σύγχρονη αστική τάξη, ενώ και εκεί έλειπαν οι καπιταλιστικές δομές που προϋπέθετε το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα (Τζορτζ Στάινερ, Τολστόι ή Ντοστογέφσκι, Αντίποδες, 2015, σελ. 67). Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, η αδυναμία μας να εμφανιστούμε με αξιώσεις στον παγκόσμιο μυθιστορηματικό στίβο οφείλεται σε καθαρά κλιματικούς παράγοντες, ισχυρισμός που θα έκανε τους ισπανούς, πορτογάλους και νοτιοαμερικανούς γραφιάδες να μειδιάσουν ειρωνικά.

Η προσπάθεια να ασχοληθεί κανείς στην Ελλάδα με τη συγγραφή μυθιστορήματος προσκρούει σε παγιωμένες παραδοχές όπως αυτή για την απουσία των απαραίτητων κοινωνικών προϋποθέσεων ή την έλλειψη σοβαρής αντίστοιχης παράδοσης αλλά και στην πεποίθηση ότι στη λογοτεχνία μας το ποιητικό στοιχείο υπερτερεί συντριπτικά του πεζολογικού. Αν υιοθετήσει κανείς ωστόσο αυτές τις γενικεύσεις, κινδυνεύει να βρεθεί όντως στο κενό και να θεωρήσει μάταιη κάθε προσπάθεια βρίσκοντας την ίδια στιγμή μια καλή δικαιολογία για να στραφεί σε άλλα λογοτεχνικά είδη. Μπορεί να μη διαθέτουμε μυθιστοριογράφους του ύψους ενός Προυστ, ενός Μούζιλ ή ενός Μπέλοου αλλά θα μικραίναμε άδικα το ανάστημά μας αν υποτιμούσαμε σημαντικούς έλληνες συγγραφείς ή παραγνωρίζαμε βιβλία-παρακαταθήκες που κατέχουν κεντρική θέση σε αυτό που ονομάζουμε «εθνική λογοτεχνία».

Θεματικές εμμονές και προκλήσεις του παρόντος

Το ποιοτικό πρόβλημα της μυθιστορηματικής μας παραγωγής είναι ωστόσο υπαρκτό. Κατά τη γνώμη μου εντοπίζεται στη συνεχιζόμενη παθητικότητα για την οποία είχε κάνει λόγο – ήδη από το 1929 – στο περίφημο Ελεύθερο πνεύμα ο Γιώργος Θεοτοκάς όταν ζητούσε τον συγχρονισμό της ελληνικής με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Από τότε και παρά τις προσπάθειες που έχουν επιχειρηθεί κατά καιρούς, λίγα πράγματα φαίνεται να έχουν αλλάξει. Η πλημμυρίδα μεταφρασμένων μυθιστορημάτων και η ευκολία πρόσβασής μας στην παγκόσμια μυθιστορηματική παραγωγή δεν φαίνεται να ευνοούν στην πράξη τον εν λόγω συγχρονισμό που παραμένει – δεκαετίες αργότερα – ανεκπλήρωτο ζητούμενο.

Μια γρήγορη ματιά στην παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών θα αποκαλύψει, για παράδειγμα, την ύπαρξη μιας θεματικής «πεπατημένης»: ο ελληνικός εμφύλιος παραμένει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το ιστορικό γεγονός που θέλγει περισσότερο από όλα τα άλλα ακόμη και συγγραφείς της νεότατης γενιάς. Από την άλλη, η νοσταλγία για το παρελθόν των χαμένων πατρίδων συνεχίζει να κρατά το βλέμμα μας στραμμένο στην Ανατολή. Ενώ διεκδικούμε πολιτικά και κοινωνικά την όχι αυτονόητη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή Δύση και όντες μέτοχοι ενός κόσμου που μεταλλάσσεται ραγδαία αποφεύγουμε να αναμετρηθούμε μυθιστορηματικά με το πρόσφατο παρόν. Αδιάφορους μας αφήνει επίσης η τεχνολογική επανάσταση με την οποία άλλαξε ριζικά ο τρόπος συγκρότησης του μοντέρνου «εγώ» μόλις τα τελευταία χρόνια αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Οι σημαντικές προκλήσεις της εποχής δείχνουν την ίδια στιγμή πόσο δύσκολη και απαιτητική είναι η μυθιστορηματική τους πραγμάτευση: απαιτείται χρόνος και αφοσίωση, βαθιά γνώση του θέματος αλλά και αφηγηματική δεινότητα που κατακτάται, νομίζω, ύστερα από συνεχή προσπάθεια και τριβή με τα μεγάλα κείμενα. Αλλωστε το μυθιστόρημα δεν είναι απλώς και μόνο μια εξομολόγηση του συγγραφέα αλλά, όπως έχει γράψει ο Μίλαν Κούντερα, «μια εξερεύνηση του τι είναι η ανθρώπινη ζωή μέσα στην παγίδα που έχει γίνει ο κόσμος». Στην προσπάθειά μας να συμβάλουμε στην ανάπτυξη του νεοελληνικού μυθιστορήματος δεν έχουμε παρά να συνεχίσουμε αυτή την εξερεύνηση με όσες συγγραφικές δυνάμεις διαθέτει ο καθένας.

Ο κύριος Χρήστος Αστερίου είναι συγγραφέας.

Εμπειρίες από το συγγραφικό εργαστήρι και τη σχολική τάξη

Το μυθιστόρημα ως κατασκευή αλλά και ως αφηγηματικό προϊόν που καταναλώνεται στη σχολική τάξη – Πώς οι ιστορίες διεκδικούν τη φόρμα τους και ποιος ο ρόλος της εκπαίδευσης στην παράδοση του είδους.

«Τους έλληνες μεταπολεμικούς μυθιστοριογράφους δεν τους γνώριζα, τώρα τους ανακαλύπτω» έλεγε προσφάτως νέος βραβευμένος συγγραφέας ιδιαίτερα εξοικειωμένος με την αμερικανική μυθιστοριογραφία, «δεν μας τους δίδαξαν στο σχολείο». Στο σχολείο δεν του είχαν διδάξει ούτε τους Αμερικανούς, προκύπτει όμως ότι αναγνωστικά βρήκε ευκολότερα τον δρόμο του προς το ξένο μυθιστόρημα παρά προς το ελληνικό.

Στο ξένο μυθιστόρημα οι νέοι έλληνες συγγραφείς ανακαλύπτουν τρόπους έκφρασης πρωτόγνωρους, των οποίων αγνοούν την εμφάνιση και τη λειτουργία σε ελληνικά μυθιστορήματα. Πώς περιμένουμε να καλλιεργηθεί η μνήμη του ελληνικού μυθιστορήματος – που θα ενθαρρύνει τη συνέχεια και την εξέλιξή του, όπως γράφαμε την περασμένη εβδομάδα – αν η εκπαίδευση δεν φροντίσει για αυτό; Το μυθιστόρημα απουσιάζει από το δημόσιο σχολείο. Διδάσκεται κατακρεουργημένο, σε αποσπάσματα, κυρίως από την εμβληματική παραγωγή του μεσοπολεμικού μυθιστορήματος. Η Γεωργία Πρέκα, φιλόλογος ιδιωτικού σχολείου του οποίου το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει τη διδασκαλία ολόκληρων μυθιστορημάτων, μας μεταφέρει σήμερα την εμπειρία της από το μυθιστόρημα στην τάξη και την ανταπόκριση των μαθητών.

Την προσωπική εμπειρία του δημιουργού εκτυλίσσει ένας συγγραφέας της νέας γενιάς. Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, ο οποίος τιμήθηκε το 2013 με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα ως ποιητής, έκανε δεύτερη εμφάνιση ως μυθιστοριογράφος. Παρά τη θετική κριτική και αναγνωστική υποδοχή του μυθιστορήματός του, το τρίτο του βιβλίο θα είναι μια συλλογή διηγημάτων και όχι ένα νέο μυθιστόρημα. Λιγοψύχησε ο μυθιστοριογράφος μέσα του; Είναι το βιβλίο που ετοιμάζει ένα πισωγύρισμα σε μια ατελέστερη – συγκριτικά με το μυθιστόρημα – μορφή αφήγησης; «Το διήγημα έχει την καρδιά ενός ποιήματος και το μυαλό ενός μυθιστορήματος» λέει ο ίδιος, σε μια διατύπωση πυκνή για τις σχέσεις των δυο πεζογραφικών ειδών, που αξίζει να συλλογιστούμε.

Η αφήγηση μεγάλης φόρμας στο σχολείο.

Πόσο αξίζει η λογοτεχνία, και ειδικότερα η ελληνική; Υπερτερεί κάποιο είδος της; Στην έως τώρα διαδρομή μου στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Διεθνούς Απολυτηρίου (International Baccalaureate, IB), διετούς κύκλου σπουδών που αντιστοιχεί στη Β’ και στη Γ’ Λυκείου, έχω έρθει συχνά αντιμέτωπη με τέτοια ερωτήματα. Στην αίθουσα διδασκαλίας, θες δεν θες, ακόμη και οι βεβαιότητές σου τίθενται, ευτυχώς, υπό εξέταση. Πόσο μάλλον που στο ΙΒ η παρακολούθηση μαθήματος λογοτεχνίας είναι υποχρεωτική και, άρα, το ενδιαφέρον των μαθητών για το μάθημα δεν προκαταβάλλεται, κερδίζεται. Το κίνητρο διπλό: πρόκειται για δεκαεξάχρονους που μπαίνουν στην τελική ευθεία για τις σπουδές τους σε άλλες χώρες και γλώσσες, άρα το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας θα αποτελέσει την τελευταία, τουλάχιστον σε σχολικό πλαίσιο, συστηματική επαφή τους με τη λογοτεχνία της μητρικής τους γλώσσας και ίσως κρίνει τη σχέση τους με τη λογοτεχνία γενικότερα.

Είδη συμπληρωματικά στη διδασκαλία

Σε αντίθεση με το Γενικό Λύκειο, οι μαθητές του ΙΒ μελετούν ολόκληρα λογοτεχνικά έργα και όχι επιλεγμένα αποσπάσματά τους, οπότε η διαφορά μυθιστορήματος – διηγήματος γίνεται προφανής. Διότι, η δουλειά με απόσπασμα μυθιστορήματος και διηγήματος τα εξομοιώνει στα μάτια του μαθητή, ακυρώνοντας, στην ουσία, τη διαφορά των ειδών που αλλιώς θα ήταν ολοφάνερη ήδη από την υλική υπόσταση του έργου.

Τα δεκατρία έργα που αποτελούν τη διδακτέα ύλη του μαθήματος επιλέγονται ανά σχολείο, κυρίως από κατάλογο συγγραφέων που καταρτίζει ο υπεύθυνος για το πρόγραμμα Οργανισμός (ΙΒΟ), έτσι ώστε να καλύπτουν ποικίλα λογοτεχνικά είδη και περιόδους. Θα αποτελέσουν, αναπόφευκτα, το πλαίσιο για να κριθεί κάθε φορά, άμεσα ή έμμεσα, η αξία της ελληνικής λογοτεχνίας για κάθε μαθητή. Ως εκπαιδευτικός, αναζητάς, λοιπόν, τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε απαιτητικά κείμενα-σταθμούς στη γραμματεία μας, κείμενα κοντύτερα στις δυνατότητες, τις εμπειρίες και τα ενδιαφέροντα των μαθητών, κείμενα για διαφορετικές διαθέσεις, ωρίμανση, γούστα. Αλλωστε, στόχος του μαθήματος είναι να οξύνει το ενδιαφέρον και την κρίση των μαθητών, να τους ωθήσει να συνδεθούν προσωπικά και διά βίου, ει δυνατόν, με τη λογοτεχνία. Ειδικότερα, το μυθιστόρημα και το διήγημα, ως ισότιμα είδη, αποτελούν βασικούς πυλώνες του μαθήματος, έχουν συμπληρωματικό μεταξύ τους ρόλο και η εναλλαγή τους στη διδασκαλία είναι αποδοτική.

Στο σχολείο μας, όπως και σε άλλα ΙΒ σχολεία που προσφέρουν το μάθημα, το μυθιστόρημα έχει επιλεγεί ως το είδος στο οποίο θα εξεταστούν οι μαθητές στις τελικές γραπτές εξετάσεις τους, γεγονός που του δίνει μια αυξημένη βαρύτητα στη διδασκαλία. Τα τέσσερα μυθιστορήματα που χρησιμοποιούνται για τις εξετάσεις αυτές αντιπροσωπεύουν σημαντικούς συγγραφείς και τάσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας – από τον Ροΐδη, τον Καζαντζάκη και τον Θεοτόκη μέχρι τη γενιά του ’30, τον Μάτεσι, τη Γαλανάκη, την Καρυστιάνη, τη Δούκα κ.ά. Ο σύνθετος κόσμος που αναπαριστά το μυθιστόρημα επιτρέπει στον μαθητή να εμβαθύνει στην κατασκευή αφηγηματικού κειμένου και στο πώς διαφορετικοί συγγραφικοί στόχοι οδηγούν σε διαφορετικές συγγραφικές επιλογές, δίνοντάς του παράλληλα τα αναλυτικά κλειδιά για να χειριστεί με άνεση και συντομότερες αφηγήσεις. Η «δύσκολη», λοιπόν, μαθητεία στο μυθιστόρημα πιάνει συνήθως τόπο – και στις καρδιές – παρ’ όλο που κάποιοι θα γκρινιάξουν πάντα για το ηθογραφικό πλαίσιο του Καραβέλα, τους καθηλωμένους ήρωες της Μενεξεδένιας Πολιτείας, τη νεωτερική γραφή της Εroica, τα «στενάχωρα» θέματα των έργων.

Ο «μαραθώνιος» του μυθιστορήματος δίνει σποραδικά τη θέση του στο «κατοστάρι» του διηγήματος, με επιλογές από τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό έως τον Χατζή, τον Βαλτινό, τον Κουμανταρέα, τον Χάκκα, τον Δημητρίου κ.ά. Η συντομία, η γρήγορη ανάφλεξη, η έκπληξη, η ανατροπή, η μετατόπιση του κέντρου θέασης, η ανάδειξη της αποκαλυπτικής λεπτομέρειας, αρετές συχνά εμφανέστερες στο διήγημα, διευκολύνουν την προσέλκυση του ενδιαφέροντος των μαθητών και, συνεπώς, τη διδακτική πράξη. Το διήγημα διαβάζεται πιο γρήγορα και πιο εύκολα, άρα περισσότεροι θα έχουν διαβάσει και προετοιμάσει το κείμενο ώστε να είναι σε θέση να το σχολιάσουν στην τάξη. Στη σχολική πραγματικότητα – όπου υπάρχει ενίοτε φτωχό αναγνωστικό υπόβαθρο, δυσκολία με τα εκτενή κείμενα και περιορισμένο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, που, δυστυχώς, συνυφαίνεται με τον καταναγκασμό και την αγωνία των εξετάσεων – η συντομία, και ό,τι αυτή συνεπάγεται, είναι κάποτε επαρκής λόγος να ξεκινήσεις προθυμότερα τη σχέση σου με ένα βιβλίο.

Ο εκπαιδευτικός ως αναγνώστης

Ως αναγνώστρια, αισθάνομαι ότι το μυθιστόρημα, κάποτε μάλιστα το ογκώδες, κυριάρχησε στην προτίμηση εκδοτών, στις παρουσιάσεις-κριτικές, στα εξώφυλλα των διακοπών, στις λίστες των ευπωλήτων. Και παραμένει δημοφιλέστερο, ανεξάρτητα από την ποιότητα των εκδιδόμενων έργων. Το διήγημα ζει στη σκιά του. Η συντομία, η αυτοτέλεια, η ποικιλία των ιστοριών μιας συλλογής, η ενδιαφέρουσα ποιητική της ψηφίδας που διακρίνει το είδος, μοιάζει να μην αποτελούν επαρκή λόγο προτίμησής του. Γράφουμε και διαβάζουμε κυρίως μυθιστορήματα, παρά τη γρήγορη και στριμωγμένη, από κάθε άποψη, εποχή μας, νοσταλγοί ίσως μιας, δυσεύρετης στη ζωή, «ενότητας». Η πρόσφατη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το διήγημα και η θερμή υποδοχή αξιόλογων συλλογών δεν αλλάζουν, για την ώρα, το τοπίο. Ισως όμως να αποτελεί ένδειξη για το βασικό ζητούμενο: τη συγγραφή αξιανάγνωστων κειμένων, κάθε είδους. Κειμένων που θα συνομιλούν με τη σύγχρονη εμπειρία και θα αντέχουν στο διεθνές περιβάλλον στο οποίο θέλουμε να ανήκουμε, πείθοντας και τους εκκολαπτόμενους αναγνώστες ότι η λογοτεχνία – και η εγχώρια – αξίζει τον κόπο. Ως προς το τελευταίο, η εγρήγορση του εκπαιδευτικού, ως αναγνώστη πρωτίστως, μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο.

Η κυρία Γεωργία Πρέκα είναι φιλόλογος, Ηead of Modern Greek Department στο IB της Σχολής Μωραΐτη.

Από την ποίηση στο διήγημα με ενδιάμεσο σταθμό.

Το Γεράκι της Μάλτας έκλεινε με τον Μπόγκαρτ να παραφράζει τον Σαίξπηρ, μιλώντας για «το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα». Η φαντασία είναι για εμένα αυτό το υλικό, και η γλώσσα είναι το μέσον με το οποίο προσπαθώ να της δίνω ένα όσο το δυνατόν ακριβέστερο και αυθεντικότερο σχήμα. Καταλήγει έτσι η λέξη μια πρώτη ύλη θεμελιώδης, εφάμιλλη όχι με τον κόκκο άμμου αλλά με το άτομο και με όλα τα απειροελάχιστα σωματίδια που το αποτελούν.

Κάπως έτσι έχτισα το πρώτο μου γραπτό, σε ηλικία δεκαεννέα ετών, ένα διήγημα σχετικά εκτενές. Στη συνέχεια έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα, ενώ κάποια στιγμή ολοκλήρωσα κι ένα μυθιστόρημα το οποίο επέλεξα να μη δημοσιεύσω γιατί είχε αρκετές από τις νεανικές αδυναμίες ενός πρωτόλειου. Ξεκίνησα λοιπόν με τα ποιήματα Ανεκπλήρωτοι φόβοι (Πολύτροπον, 2012), ακολούθησε το μυθιστόρημα Η λάσπη (Μελάνι, 2014) και το φθινόπωρο του 2016 θα κυκλοφορήσει η Τραμπάλα, μια συλλογή διηγημάτων που γράφτηκαν στο διάστημα των τελευταίων τριών-τεσσάρων χρόνων.

Τρόποι αφήγησης του εαυτού και του κόσμου

Τα τρία αυτά βιβλία δεν δημιουργήθηκαν βάσει κάποιου προγράμματος, αλλά ούτε κι εντελώς τυχαία: τα βλέπω ως τρεις αυτόνομους πλανήτες που περιστρέφονται γύρω μου, στο δικό μου ηλιακό σύστημα· τα βλέπω ως διαφορετικούς τρόπους να αφηγηθώ τον εαυτό μου, τον κόσμο και τον τρόπο που αυτοί οι δύο πόλοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Είναι το γράψιμο ο τρόπος να ασκώ στον μέγιστο βαθμό την ελευθερία μου, ένα γήπεδο δίχως όρια στο οποίο βρίσκομαι παιδί με μια μπάλα και μπορώ να την κλωτσήσω όπως εγώ κάθε φορά θέλω, χωρίς να μπορεί κανείς να με ψέξει για τον τρόπο που το κάνω – βέβαια, το αν αυτός ο τρόπος γοητεύει ή όχι είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

Θέλω με αυτά να πω ότι εκείνο που θα κρίνει σε εμένα αν θα γράψω ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα δεν είναι ούτε ο διαθέσιμος χρόνος, ούτε η πνευματική εγρήγορση τη δεδομένη περίοδο, αλλά το είδος της ιστορίας που θέλω να αφηγηθώ: πολύ απλά, κάποιες ιστορίες καλύτερο είναι (ή μπορούν μόνο) να ειπωθούν συνοπτικά και κάποιες άλλες εκτενέστερα – αν και υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις που αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι τόσο ξεκάθαρος.
Είναι αλήθεια πως το διήγημα βολεύει περισσότερο από άποψη χρόνου. Το μυθιστόρημα απαιτεί πολύ μεγαλύτερη αφοσίωση, ακόμη κι όταν μια συλλογή διηγημάτων διαθέτει θεματικό άξονα. Αυτό όμως έχει να κάνει κυρίως με μια μετάθεση στο μέλλον: αν δεν υλοποιήσεις ποτέ μια ιδέα για μυθιστόρημα λόγω έλλειψης χρόνου, πιθανώς δεν θα το έκανες έτσι κι αλλιώς ή δεν άξιζε πραγματικά τον κόπο. Ο πυρήνας της Λάσπης υπήρχε μέσα μου τρία χρόνια, αλλά περίμενα τη στιγμή που θα ένιωθα έτοιμος να χαλιναγωγήσω γλωσσικά το κείμενο πριν ξεκινήσω· ήθελα επίσης να ζήσω με την ιδέα να επιπλέει στο μυαλό μου και να εμπλουτίζεται, πολλές φορές και ασυναίσθητα, από τη δική μου πορεία στον χρόνο και την καθημερινότητά μου.

Μυθιστοριογραφική ελευθερία, διηγηματογραφικοί πειραματισμοί

Δεν θα έλεγα πάντως πως το διήγημα είναι κατώτερο από το μυθιστόρημα. Κατ’ αρχάς το διήγημα μπορεί να είναι και πιο δύσκολο, γιατί πρέπει σε έναν περιορισμένο χώρο να αποδώσεις συμπυκνωμένη μια ολόκληρη πραγματικότητα που θα συγκινήσει αισθητικά κάποιον άλλον πέρα από σένα.

Επίσης, επιτελούν και διαφορετικό ρόλο: το μυθιστόρημα αποτυπώνει τη ζωή ως μια ολότητα, μια ρέουσα συνέχεια· το διήγημα ως ένα σύνολο θραυσμάτων. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει την καθοριστική σημασία που παίζει ο χρόνος ως καταλύτης της ύπαρξης και της εμπειρίας· το διήγημα αναδεικνύει την ανυπολόγιστη σημασία της στιγμής και του απρόσμενου.

Το διήγημα για τον συγγραφέα μπορεί να είναι και πιο διασκεδαστικό: μπορείς να γράφεις δυο-τρία ταυτόχρονα, ένα σήμερα και το επόμενο σε έναν μήνα, να ξεκινήσεις κάποιο και να το παρατήσεις έπειτα χωρίς ιδιαίτερες τύψεις, να πειραματιστείς με εναλλαγές στυλ, ταχύτητας και θερμοκρασίας μεταξύ των διηγημάτων. Από την άλλη βέβαια, η ικανοποίηση που σου προσφέρει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα μετά από καιρό κοπιαστικού γραψίματος νομίζω πως είναι ασύγκριτη. Στο μυθιστόρημα επίσης έχεις μεγαλύτερη ελευθερία να φτάσεις στα όριά του το προσωπικό σου ύφος και στυλ.

Στην Ελλάδα το διήγημα έχει πράγματι μεγαλύτερη παράδοση από το μυθιστόρημα, χωρίς αυτό να πιστεύω ότι σχετίζεται με κάποια πνευματική οκνηρία που χαρακτηρίζει τον έλληνα συγγραφέα, αφού ένα μέτριο ή κακό μυθιστόρημα είναι συχνά πιο εύκολη υπόθεση από μια πραγματικά αξιόλογη συλλογή διηγημάτων. Ισως έχει να κάνει περισσότερο με τη μεγάλη παράδοση της ποίησης στη χώρα: θα έλεγα ότι το διήγημα έχει την καρδιά ενός ποιήματος και το μυαλό ενός μυθιστορήματος. Τα περισσότερα διηγήματά μου, όπως και τα ποιήματα, έχουν γεννηθεί από μια εικόνα, πραγματική ή φαντασιακή, την οποία έπειτα διανθίζω και διευρύνω – υπάρχουν περιπτώσεις που την εικόνα αυτή την έχω υλοποιήσει τόσο ως διήγημα όσο και ως ποίημα.

Ενα ποίημα λοιπόν το οποίο δουλεύω ως μυθιστόρημα; Ισως, δεν ξέρω. Συχνά νιώθω ότι δεν ξέρω πώς πρέπει να είναι το οτιδήποτε και ότι τα πάντα μπορεί να είναι έτσι ή αλλιώς. Ενα διήγημα συνήθως (πρέπει να) διαθέτει μια εντοπίσιμη κορύφωση και μια ανατροπή στο τέλος, μπορεί όμως και να μην έχει τίποτε από αυτά. Ενα μυθιστόρημα συνήθως (πρέπει να) έχει ανάπτυξη χαρακτήρων και αρχή – μέση – τέλος, μπορεί όμως και τίποτε από αυτά. Το καλό και το όμορφο μπορείς να τα φτάσεις από πολλούς και διαφορετικούς δρόμους.

Ο κύριος Χρήστος Αρμάντο Γκέζος είναι συγγραφέας.

Στατιστικά στοιχεία και στιβαρή θεωρία

Η ανάγκη να μελετήσουμε το μυθιστόρημα με δεδομένα και ένα εύρωστο θεωρητικό υπόβαθρο αναδύεται από τις εμπειρίες και τις τοποθετήσεις μιας βιβλιοπώλισσας και ενός συγγραφέα της νέας γενιάς.

Στην κλασική, πλέον, μελέτη – ακόμη αμετάφραστη στα ελληνικά – The Rise of the Novel (Chatto & Windus, 1963) o Ian P. Watt υπογραμμίζει εμφατικά και με στατιστικά στοιχεία τη σημασία που είχε για την εξέλιξη του μυθιστορήματος στη Βρετανία η ανάπτυξη ενός αναγνωστικού κοινού της μεσαίας τάξης. Στην Ελλάδα τέτοιου είδους συνολικά στοιχεία από την ιστορική διαδρομή του μυθιστορήματος δεν έχουμε. Η Αλεξάνδρα Μπίζη, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και βιβλιοπώλισσα, μας μεταφέρει στοιχεία και συζητήσεις πελατών από το βιβλιοπωλείο της, τη δική της εμπειρία της αναγνωστικής ανταπόκρισης στο ελληνικό μυθιστόρημα.

Ενας ακόμη πεζογράφος της νέας γενιάς συγγραφέων που τη δική της τοποθέτηση στο ζήτημα θέλαμε να γνωρίσουμε, ο 33χρονος Δημοσθένης Παπαμάρκος, όταν ξεκίνησε να γράφει δεν σκεφτόταν «τίποτε άλλο εκτός από το μυθιστόρημα». Μετά τα εφηβικά φανταστικά μυθιστορήματα Η αδελφότητα του πυριτίου (Αρμός, 1998) και Ο τέταρτος ιππότης (Κέδρος, 2001) στράφηκε στο διήγημα με τη συλλογή ΜεταΠοίηση (Κέδρος, 2012). Η βραβευμένη και από την Ακαδημία Αθηνών συλλογή διηγημάτων του Γκιακ (Αντίποδες, 2014), με 17.000 αντίτυπα σε κυκλοφορία μέχρι στιγμής, εξελίσσεται σε long seller – και ίσως και σ’ αυτή τη σπάνια τύχη για το είδος να οφείλεται και ένα μέρος της επικράτησης του διηγήματος στον αφρό της συζήτησης για την ελληνική πεζογραφία στις μέρες μας. Τις δικές του απόψεις για το ελληνικό διήγημα και το μυθιστόρημα καταθέτει σήμερα μαζί με την πεποίθησή του για την ανάγκη ανάπτυξης ενός κριτικού λόγου για το μυθιστόρημα με«επιχειρήματα ή έστω μια στιβαρή θεωρία για το τι αποτελεί τον μυθιστορηματικό κανόνα».

Ελληνες – ξένοι: Σημειώσατε 2.

Η ξένη μεταφρασμένη πεζογραφία διαβάζεται περισσότερο από την ελληνική. Αυτό λένε η καθημερινή εμπειρία και οι αριθμοί. Ελέγχοντας, για παράδειγμα, τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2016 στο βιβλιοπωλείο μας, διαπιστώνουμε ότι οι πωλήσεις της ξένης λογοτεχνίας είναι υψηλότερες σε ποσοστό 25%. Τα στοιχεία αφορούν κυρίως το μυθιστόρημα και δεν συμπεριλαμβάνουν τη λεγόμενη «αισθηματική λογοτεχνία».

«Πόσους καλούς συγγραφείς δικαιούμαστε εν τέλει;»

Κατανοητό εν μέρει, όπως προκύπτει και από συζητήσεις μεταξύ πελατών που γίνονται στο βιβλιοπωλείο. «Μια μικρή χώρα είμαστε. Πόσους καλούς συγγραφείς δικαιούμαστε εν τέλει; Και πόσα καλά βιβλία μπορούμε να βγάλουμε; Δεν γίνεται να μην ενδιαφερόμαστε για ό,τι γράφεται σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο» λέει κάποιος πελάτης. «Α, ξένη! Την προτιμώ χίλιες φορές! Οχι άλλο μιζέρια!» πετάγεται μια κυρία. Ενας τρίτος επεμβαίνει δυναμικά: «Τι εννοείτε μιζέρια; Την εσωστρέφεια; Την αυτοαναφορικότητα; Μα έχουμε πολύ καλούς συγγραφείς, ξέρετε! Και εξαιρετικό σύγχρονο μυθιστόρημα! Εχετε διαβάσει…». Η συζήτηση εκείνη τη μέρα πήγε από τη Μάρω Δούκα, τον Θανάση Βαλτινό και τη Ζυράννα Ζατέλη, στα δοκίμια του Κούντερα, στον «επαρχιωτισμό των μικρών και των μεγάλων εθνών», στις «μικρές γλώσσες», στις μεταφράσεις και από εκεί στη «λογοτεχνία της κρίσης» και στους νεότερους έλληνες μυθιστοριογράφους, στις κατακτήσεις ή στις αδυναμίες τους.

Συζητήσεις τέτοιας έκτασης και έντασης μπορεί να μη γίνονται σε καθημερινή βάση αλλά δεν είναι σπάνιες και είναι ενδεικτικές του ενδιαφέροντος των αναγνωστών για τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ακόμα και όσοι την κρίνουν με υπερβάλλουσα κάποιες φορές αυστηρότητα ή αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το ελληνικό μυθιστόρημα νιώθουν ότι τους αφορά άμεσα. Ετσι, πολλές φορές, η θετική αποτίμηση των αναγνωστών για έργα που τα αντιμετώπισαν αρχικά με δυσπιστία αποτελεί ευχάριστη έκπληξη και για τους ίδιους.

Κλασικοί, νουάρ, φανταστικό και αισθηματικό μυθιστόρημα

Μας ξαφνιάζει άραγε το γεγονός ότι για την κλασική ελληνική πεζογραφία (την παράδοση ή τον «κανόνα») το ενδιαφέρον είναι πολύ περιορισμένο; Εξετάζοντας τις πωλήσεις των δύο τελευταίων ετών, βλέπουμε πως είναι λίγοι οι συγγραφείς που ζητούνται σταθερά από τους αναγνώστες: Καζαντζάκης, Καραγάτσης, Τσίρκας, Παπαδιαμάντης, Αλεξάνδρου, Πολίτης, Χατζής, Σκαρίμπας. Υπάρχει κάποιου είδους αδράνεια της βιβλιοκριτικής ή οι όποιες προσπάθειες συναντούν την αδιαφορία του κοινού; Συμβάλλει, μήπως, αρνητικά και η εκπαίδευσή μας; Δεν γίνεται να μην το σκεφτείς όταν, για παράδειγμα, νεαρή αναγνώστρια, με όλον τον αυθορμητισμό της ηλικίας της, δηλώνει: «Ωχ, όχι! Αυτό το κάναμε στο σχολείο!».

Γιατί το ενδιαφέρον για τους ξένους κλασικούς και τον «δυτικό κανόνα» είναι πολύ μεγαλύτερο; Δεν είναι πάντα εύκολες ή αυτονόητες οι απαντήσεις. Μπορεί από τη μία τα ποσοστά της ξένης κλασικής λογοτεχνίας να είναι υψηλότερα (περίπου 50% με βάση τις τελευταίες μετρήσεις μας) αλλά από την άλλη, οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα αποτελούν ένα από τα βασικά long seller του βιβλιοπωλείου μας, τύχη που δεν την έχει το Αλεξανδρινό κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ.

Σε ό,τι αφορά την αστυνομική λογοτεχνία και το μυθιστόρημα φαντασίας (η κατάταξη είναι εν μέρει εργαλειακή) είναι αναμενόμενο οι πωλήσεις των ξένων τίτλων να υπερισχύουν συντριπτικά. Ομως, το ενδιαφέρον για τους έλληνες συγγραφείς (Μάρκαρης, Μιχαηλίδης, Μπουραζοπούλου) κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι και παρατηρούμε πλέον και ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τους νεότερους. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα βιβλία του Γιάννη Μαρή, παραγνωρισμένα μέχρι πριν από λίγα χρόνια, έχουν αποκτήσει πλέον ένα πιστό αναγνωστικό κοινό.

Πλήρης ανατροπή των παραπάνω δεδομένων παρατηρείται στην κατηγορία της «αισθηματικής λογοτεχνίας»: εδώ το ενδιαφέρον των αναγνωστών (κυρίως γυναικών) στρέφεται σε ποσοστό τουλάχιστον 90% στην ελληνική παραγωγή.

«Σπάνια θα πει κάποιος: «Ενδιαφέρομαι κυρίως για διήγημα»»

Μυθιστόρημα ή διήγημα; Μυθιστόρημα, είναι η συνηθισμένη απάντηση. Σπάνια θα ακούσεις κάποιον να λέει: «Ενδιαφέρομαι κυρίως για το διήγημα». Κι εδώ είναι αρκετά τα ερωτήματα που προκύπτουν. Αν, για παράδειγμα, τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα ή τα θεωρούμενα «δύσκολα» (π.χ. μυθιστόρημα ιδεών) επιλέγονται πιο εύκολα στις περιόδους των διακοπών για ευνόητους λόγους (περισσότερος χρόνος, μεγαλύτερη ικανότητα συγκέντρωσης) δεν θα ήταν εύλογο οι συλλογές διηγημάτων να προηγούνται στις προτιμήσεις των αναγνωστών τις δύσκολες περιόδους, τότε που οι απαιτήσεις της καθημερινότητας ευνοούν την επιλογή της μικρής φόρμας; «Κάθε διήγημα απαιτεί και μια νέα ιδέα από τον συγγραφέα, κι εγώ κάθε φορά πρέπει να αρχίζω από την αρχή!» λέει μια φίλη.

Εχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι οι συλλογές διηγημάτων έχουν μεγαλύτερη απήχηση στους συστηματικούς αναγνώστες, που διαβάζουν τουλάχιστον ένα βιβλίο την εβδομάδα, και ότι δύσκολα κάποιος που διαβάζει ένα βιβλίο τον μήνα θα τις επιλέξει. Μήπως, όμως, η προτίμηση για το μυθιστόρημα ενέχει και την, έστω και μη σαφώς διατυπωμένη ή ομολογημένη, αξιολογική κρίση ότι «το διήγημα είναι κατώτερο είδος»; Θα λέγαμε, με βεβαιότητα, ότι για την πλειονότητα των αναγνωστών με τους οποίους ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή δεν τίθεται θέμα ιεραρχίας. Αλλωστε είναι αναμφισβήτητη η άνθηση του ελληνικού διηγήματος την τελευταία πενταετία, όπως και η θερμή του υποδοχή από σημαντική μερίδα των αναγνωστών.

Γιατί, λοιπόν, το μυθιστόρημα κερδίζει την προτίμηση των αναγνωστών; Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το σπουδαίο μυθιστόρημα περιέχει εν δυνάμει τα πάντα: και το διήγημα και την ποίηση και το δοκίμιο. Και κάποιος άλλος θα μπορούσε να συμπληρώσει ή να αντιτείνει ότι τα είδη δεν τοποθετούνται σε μία πυραμίδα όπου την κορυφή κατέχει το μυθιστόρημα· όλα τα είδη όπως και όλες οι μορφές τέχνης βρίσκονται σε κύκλο, το ένα τρέφει το άλλο αενάως. «Διάβαζε! Ξέχνα ιεραρχίες, κανόνες και διάβαζε!» όπως λέει ένας φίλος, συμπαραστάτης στον αγώνα που δίνουν καθημερινά συγγραφείς, εκδότες, μεταφραστές, κριτικοί, βιβλιοπώλες. Η συζήτηση – και στα βιβλιοπωλεία – συνεχίζεται.

Η κυρία Αλεξάνδρα Μπίζη είναι συγγραφέας, συνιδιοκτήτρια του Βιβλιοπωλείου «Πλειάδες» στην Αθήνα.

Συντηρητικές θέσεις ως καινοφανείς.

Τα τελευταία χρόνια η άποψη που αναπαράγεται ολοένα και πιο έντονα τόσο στον κριτικό λόγο στην Ελλάδα όσο και ιδιωτικά είναι αφενός το κοινότοπο πως «το ελληνικό μυθιστόρημα είναι σχεδόν ανύπαρκτο», αφετέρου πως η μικρή φόρμα είναι ό,τι καλύτερο είχε και έχει να επιδείξει η νεοελληνική λογοτεχνία. Κάτι σαν κι αυτό που είναι η φέτα για τα ελληνικά τυριά. Με άλλα λόγια, παράγεται σε μεγάλες ποσότητες και είναι πάντοτε εξαιρετικής ποιότητας. Αντιπαρέρχομαι το προβληματικό του όρου «μικρή φόρμα», ο οποίος δεν παρέχει την απαιτούμενη για τεχνικό όρο σαφήνεια, για να μιλήσω για τη σημασία αυτής της νέας τάσης ή μάλλον καλύτερα μιας τάσης που επαναφέρει ως καινοφανή μια παραδοσιακή και συντηρητική αντίληψη της ελληνικής κριτικής.

Σνομπισμός για το παλιό, αδικία για τους σύγχρονους δημιουργούς

Σε ένα πρώτο επίπεδο η άποψη αυτή παραγνωρίζει, σχεδόν προγραμματικά, τα πεζογραφικά έργα που δεν υπόκεινται σε αυτή την κατηγοριοποίηση. Κι αν ίσως για έργα που έχουν γραφτεί στο παρελθόν αυτό να οφείλεται σε αναγνωστική άγνοια ή σε έναν ιδιότυπο σνομπισμό που αντιμετωπίζει το παλιό σαν παλιωμένο, θεωρώ πως αδικεί πολλούς σύγχρονους δημιουργούς.

Μολονότι νεότεροι συγγραφείς όπως η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, η Κάλλια Παπαδάκη, η Μαρία Ξυλούρη, ο Χρήστος Αστερίου, ο Λευτέρης Καλοσπύρος, ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, ο Ακης Παπαντώνης, ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, και άλλοι που ξεχνάω, έχουν παράξει έργα εγνωσμένης τόσο από κοινό όσο και από κριτικούς ποιότητας, δεν χωρούν στο παραπάνω σχήμα. Αυτό επιμένει να εντοπίζει τον ανθό της νεοελληνικής λογοτεχνίας αποκλειστικά στη μικρή φόρμα. Γιατί; Γιατί εκείνοι γράφουν μυθιστορήματα, ενώ το νέο δόγμα λέει πως οι Ελληνες γράφουν μικρή φόρμα.

Το πρόβλημα όμως που δημιουργείται από την αντίφαση πραγματικότητας και προγραμματικής διακήρυξης αντί να οδηγήσει σε αναδιαμόρφωση της θέσης σχετικά με την υποτιθέμενη πρωτοκαθεδρία της μικρής φόρμας, παρακάμπτεται βολικά μέσα από το σχήμα της εξαίρεσης που θέλει ελάχιστους έλληνες συγγραφείς να γράφουν και μυθιστόρημα. Ή ακόμα ακόμα και μέσω μιας εσφαλμένης κρίσης των ελληνικών μυθιστορημάτων ως έργων που υστερούν έναντι των αντιστοίχων ξένων, χωρίς ωστόσο να προβάλλονται επιχειρήματα ή έστω μια στιβαρή θεωρία για το τι αποτελεί τον μυθιστορηματικό κανόνα. Στη θέση τους έχουμε μόνο αφορισμούς και την προβολή προσωπικών προτιμήσεων.

Η αρετή της πυκνής αφήγησης και ο ολισθηρός δρόμος προς την ποίηση στην ύψιστη τέχνη του λόγου

Αυτό με οδηγεί σε ένα άλλο πρόβλημα που χαρακτηρίζει την επιχειρηματολογία όσων υποστηρίζουν την ανωτερότητα της μικρής φόρμας. Αφήνοντας στην άκρη τον αυτόματο ενθουσιασμό για ό,τι είναι μικρό, θα αναφερθώ στην ολοένα συχνότερα προβαλλόμενη ιδέα πως η πύκνωση της αφήγησης αποτελεί την υπέρτατη αρετή ενός πεζού γιατί το φέρνει πιο κοντά στον ποιητικό λόγο. Είναι φανερό πως αυτό μας οδηγεί σε έναν ιδιαίτερα ολισθηρό και αντιδραστικό δρόμο, που αναδεικνύει την ποίηση στην ύψιστη τέχνη του λόγου. Πέραν της αρνητικότητας που υποκρύπτει αυτή η τοποθέτηση, προδίδει επίσης βιαστική κρίση, αν όχι και άγνοια, γιατί αποκλείει την πιθανότητα η γλώσσα ενός μυθιστορήματος να διακρίνεται από πυκνότητα και ακρίβεια έκφρασης. Επιπλέον, φαίνεται να περιστέλλει την ελευθερία του συγγραφέα να επιλέξει εκείνος πότε θα κάνει χρήση του αφηγηματικού εργαλείου της πύκνωσης και πότε όχι, ανάλογα με τις ανάγκες του έργου του.

Το τελευταίο το θεωρώ μία από τις σημαντικότερες, αν όχι τη σημαντικότερη προϋπόθεση για λογοτεχνική δημιουργία. Το να γνωρίζει δηλαδή ο συγγραφέας τα μέσα που θα μεταχειριστεί για να επιτύχει τις επιδιώξεις του και τα όρια καθενός από αυτά. Η συγγραφή ενός διηγήματος προϋποθέτει άλλες διαδικασίες και μεθόδους δουλειάς από τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος, και αντίστοιχα εκφράζει μια διαφορετική συγγραφική προσέγγιση τόσο θεματικά όσο και εκφραστικά. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να κατηγορήσουμε π.χ. για οκνηρία έναν συγγραφέα επειδή έχει επιλέξει να γράψει διηγήματα ή για φλυαρία εκείνον που γράφει μυθιστορήματα. Αλλωστε, τα είδη συχνά δεν χωρίζονται με στεγανά όρια για τους δημιουργούς, που επιλέγουν κατά περίσταση το κατάλληλο σχήμα για να υλοποιήσουν τη σύνθεσή τους.

Τα διακριτά χαρακτηριστικά των διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών υπάρχουν ακριβώς για να ενισχύουν τον πλουραλισμό όχι μόνο της αναγνωστικής εμπειρίας, αλλά τελικά και του ίδιου του τρόπου που βιώνουμε την πραγματικότητα και στοχαζόμαστε πάνω σε αυτήν.

Η εύνοια σε ένα λογοτεχνικό είδος, το προσωπικό γούστο και τα κριτικά δόγματα

Η εύνοια σε ένα λογοτεχνικό είδος δικαιολογείται ως αποτέλεσμα προσωπικού γούστου, αλλά δεν μπορεί να καθίσταται κριτικό δόγμα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί προσβάλλει την αυτονομία του συγγραφέα ως σκεπτόμενου, δημιουργικού υποκειμένου, αλλά γιατί στην ουσία της καταλήγει να αστυνομεύει και να εναντιώνεται έτσι στη διαλεκτική ανάμεσα σε όλες τις μορφές τέχνης, αποθαρρύνει τον πειραματισμό και άρα φτωχαίνει τη λογοτεχνία.

Συνοψίζοντας, θεωρώ πως ο λόγος που θέλει το μυθιστόρημα ως κάτι μη αντιπροσωπευτικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι ισοπεδωτικός και συνδέεται άμεσα με τη μεταφυσική σχεδόν διάσταση που δίνεται στη «μικρή φόρμα» ως τη γνήσια έκφραση της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας και παράδοσης – εδώ κι αν χτυπούν καμπανάκια κινδύνου. Το βασικότερο πρόβλημα που διακρίνω σε αυτή τη γενικότερη στάση, τόσο θεωρητικών όσο και λογοτεχνών, είναι ότι ενώ πασχίζει να αποδείξει την εγκυρότητά της ανακαλύπτοντας προγόνους της μικρής φόρμας στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, πολλές φορές μάλιστα τους εφευρίσκει κιόλας, επιδεικνύει αδιαφορία για τη μελέτη των περιπτώσεων που δεν εγγράφονται στον κανόνα της.

Ετσι, δεν διαιωνίζει απλώς μια παρανόηση, αλλά υπονομεύει εν τέλει τον ίδιο της τον ρόλο, τη μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ο κύριος Δημοσθένης Παπαμάρκος είναι συγγραφέας.

Advertisements