J.R.R. Tolkien

Όπως θα περίμενε κανείς από τον άνθρωπο που δημιούργησε με τόση αγάπη και σε τέτοια υπέροχη λεπτομέρεια όλες εκείνες τις φυλές που κατοικούσαν στη Μέση Γη, ο J.R.R. Tolkien είχε πολύ λίγη ανοχή για τις φυλετικές διακρίσεις, και ιδιαίτερα για εκείνο το είδος ρατσισμού που μεσουρανούσε στις ημέρες του: τον αντισημιτισμό. Το πρώτο του μυθιστόρημα, το Χόμπιτ, προπομπός της τριλογίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, κυκλοφόρησε το 1937, όταν ο Αδόλφος Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα με αιχμή του δόρατος τον κατατρεγμό των Εβραίων, είχαν ήδη μεταμορφώσει την Ευρώπη σε μια δυστοπία που βρισκόταν στα πρόθυρα του πολέμου. Η μεγάλη επιτυχία που γνώρισε το βιβλίο από την πρώτη στιγμή, είχε ως αποτέλεσμα ο εκδοτικός οίκος Rütten & Loening, με έδρα στο Βερολίνο, να εκδηλώσει άμεσα ενδιαφέρον για την έκδοση του βιβλίου στα γερμανικά. Πρώτα όμως, υπακούοντας προφανώς στις επιταγές του Τρίτου Ράιχ, ζήτησαν να λάβουν διαβεβαιώσεις για την «άρια καταγωγή» του Τόλκιν. Ο πεζογράφος συνέταξε δύο απαντήσεις, η μία – η λιγότερο πολιτισμένη από τις δύο – ήταν η ακόλουθη:

25 July 1938
20 Northmoor Road, Oxford

Dear Sirs,

Thank you for your letter. I regret that I am not clear as to what you intend by arisch. I am not of Aryan extraction: that is Indo-Iranian; as far as I am aware none of my ancestors spoke Hindustani, Persian, Gypsy, or any related dialects. But if I am to understand that you are enquiring whether I am of Jewish origin, I can only reply that I regret that I appear to have no ancestors of that gifted people. My great-great-grandfather came to England in the eighteenth century from Germany: the main part of my descent is therefore purely English, and I am an English subject – which should be sufficient.

I have been accustomed, nonetheless, to regard my German name with pride, and continued to do so throughout the period of the late regrettable war, in which I served in the English army. I cannot, however, forbear to comment that if impertinent and irrelevant inquiries of this sort are to become the rule in matters of literature, then the time is not far distant when a German name will no longer be a source of pride.

Your enquiry is doubtless made in order to comply with the laws of your own country, but that this should be held to apply to the subjects of another state would be improper, even if it had (as it has not) any bearing whatsoever on the merits of my work or its sustainability for publication, of which you appear to have satisfied yourselves without reference to my Abstammung.

I trust you will find this reply satisfactory, and

remain yours faithfully,

J. R. R. Tolkien

25 Ιουλίου 1938
20, Northmoor Road, Οξφόρδη

Αγαπητοί Κύριοι,

Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας. Λυπάμαι αλλά δεν μου είναι διόλου σαφές τι ακριβώς εννοείτε με τον όρο «arisch». Δεν είμαι Αρίας καταγωγής, ήτοι Ινδο-ιρανικής, εξ όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω, κανείς από τους προγόνους μου δεν μιλούσε σανσκριτικά, περσικά, ρομανί ή άλλη συγγενική διάλεκτο. Εάν πάλι αυτό που εννοείτε με την ερώτησή σας είναι το εάν είμαι Εβραϊκής καταγωγής, η μόνη απάντηση που μπορώ να σας δώσω είναι πως, δυστυχώς, κατά τα φαινόμενα, δεν είχα την τύχη να έχω προγόνους που να ανήκουν σε αυτόν τον προικισμένο λαό. Ο προ-προπάππους μου ήρθε στην Αγγλία τον δέκατο όγδοο αιώνα από τη Γερμανία: ως επί το πλείστον, συνεπώς, είμαι αμιγώς αγγλικής καταγωγής και είμαι Άγγλος υπήκοος – φυσιολογικά, θα έπρεπε αυτό να μου είναι αρκετό.

Παρ’ όλα ταύτα, έμαθα με τον καιρό να είμαι περήφανος και για το γερμανικό μου όνομα, και, μάλιστα, να συνεχίσω να αισθάνομαι έτσι ακόμα και κατά τη διάρκεια του τελευταίου ατυχούς πολέμου, παρότι υπηρετούσα στον αγγλικό στρατό. Δεν μπορώ, όμως, να μην παρατηρήσω ότι σε περίπτωση που τέτοιου είδους ασεβείς και άσχετες ερωτήσεις όπως αυτή που μου απευθύνατε, γίνουν κανόνας σε ζητήματα λογοτεχνίας, δε θα αργήσει καθόλου να έρθει η στιγμή που το γερμανικό μου όνομα θα πάψει να αποτελεί λόγο για να είμαι περήφανος.

Δεν αμφιβάλλω ότι η ερώτηση μου έγινε σε συμμόρφωση προς τους νόμους της χώρας σας, βρίσκω όμως ότι η εφαρμογή τους εκτός των συνόρων της, σε υπήκοο άλλης χώρας, θα ήταν ανάρμοστη, ακόμα και αν η ίδια η ερώτηση είχε (που δεν έχει) την παραμικρή σχέση με τις αρετές του συγγράματός μου ή με την εμπορευσιμότητά του, δυο ζητήματα για τα οποία είναι προφανές πως έχετε καταλήξει χωρίς να χρειαστεί να ανατρέξετε στις «καταβολές» μου.

Ευελπιστώντας πως η παρούσα απάντηση θα σας ικανοποιήσει,

διατελώ με εκτίμηση,

J. R. R. Tolkien

Ο John Ronald Reuel Tolkien ήταν εξέχων και διαπρεπής Άγγλος φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής και ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1892 στο Μπλουμφοντέιν, την τότε πρωτεύουσα του Ελεύθερου Κράτους της Οράγγης, που σήμερα είναι τμήμα της Νότιας Αφρικής. Το επίθετο Τόλκιν προήλθε από τη Γερμανική λέξη tollkühn, που σημαίνει «απερίσκεπτος».  Ένας Γερμανός συγγραφέας πρότεινε πως, το επίθετο Τόλκιν, είναι πιο πιθανό να προέρχεται από το χωριό Τόλκινεν (Tolkynen), κοντά στο Ράστενμπουργκ, στην Ανατολική Πρωσία (που τώρα βρίσκεται στη βορειοανατολική Πολωνία), αν και το χωριό βρίσκεται μακριά από την Κάτω Σαξωνία. Το όνομα προέρχεται από την πλέον νεκρή Παλαιά Πρωσική γλώσσα. Όταν ήταν τριών ετών, ο Τόλκιν, πήγε στην Αγγλία με τη μητέρα του και τον αδελφό του. Αυτό έμελλε να εξελιχθεί σε μακρά οικογενειακή παραμονή. Ο πατέρας του, ωστόσο, έχασε τη ζωή του στη Νότια Αφρική, εξαιτίας ρευματικού πυρετού, πριν προλάβει, μάλιστα, να τους συναντήσει. Αυτό το γεγονός άφησε την οικογένεια χωρίς εισόδημα, έτσι η μητέρα του τον πήρε για να ζήσουν με τους γονείς της στο Μπέρμιγχαμ. Λίγο μετά, το 1896, μετακόμισαν στο Σέιρχολ (σημερινό Γκριν Χολ) και, στη συνέχεια, στο χωριό Γουορστερσάιρ, το οποίο αργότερα προσαρτήθηκε στο Μπέρμιγχαμ. Του άρεσε πολύ να εξερευνά τις γύρω περιοχές, οι οποίες αργότερα θα του εμπνεύσουν σκηνές στα βιβλία του, όπως το αγρόκτημα της θείας του, Τζέιν, Μπαγκ Εντ, όνομα που αργότερα χρησιμοποίησε στα έργα του. Ως νέος, αρεσκόταν να ζωγραφίζει τοπία και δέντρα. Παρόλα αυτά, τα αγαπημένα του μαθήματα ήταν εκείνα που αφορούσαν τις γλώσσες. Μάλιστα η μητέρα του τού είχε μάθει κάποια βασικά πράγματα σχετικά με τη λατινική γλώσσα. Ο Τόλκιν, μόλις τεσσάρων ετών, μπορούσε να διαβάζει, ενώ λίγο αργότερα έμαθε και να γράφει. Η μητέρα του τού επέτρεπε να διαβάζει πολλά βιβλία. Ωστόσο, βιβλία όπως το Κυνήγι του θησαυρού και το Ο αυλητής του Χαμελίν, δεν του άρεσαν, ενώ για το Οι Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, του Λιούις Κάρολ, σκεφτόταν πως είναι «διασκεδαστικό αλλά ενοχλητικό». Εκείνος, από την άλλη, προτιμούσε ιστορίες σχετικά με τους Ινδιάνους, αλλά και φανταστικά έργα του Τζορτζ ΜακΝτόναλντ. Επιπλέον, τα παραμύθια του Άντριου Λανγκ ήταν πολύ σημαντικά για εκείνον, καθώς, όπως φαίνεται στα μετέπειτα κείμενά του, η επιρροή τους ήταν εμφανής.

Η μητέρα του πέθανε το 1904, όταν εκείνος ήταν μόλις 12 ετών. Μετά τον θάνατο της, ο Τόλκιν, μεγάλωσε στην περιοχή του Μπέρμιγχαμ, το Ετζμπάστον, και παρακολούθησε μαθήματα στο King Edward’s School και, αργότερα, στο St. Philip’s School. Το 1903 κέρδισε μια υποτροφία του Ιδρύματος και επέστρεψε στο King Edward’s School. Ενόσω βρισκόταν ακόμα στα προεφηβικά του χρόνια, ο Τόλκιν, είχε έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με την κατασκευή γλωσσών, καθώς τα ξαδέλφια του, Μέρι και Μάρτζορι Ίνγκλεντον, είχαν εφεύρει τη γλώσσα «Animalic». Εκείνη την περίοδο, διδασκόταν λατινικά και αγγλοσαξονικά. Το ενδιαφέρον, όμως, για αυτή τη γλώσσα πέρασε αλλά ο Μέρι και κάποιοι άλλοι, συμπεριλαμβανομένου και του Τόλκιν, δημιούργησαν κι άλλη γλώσσα, μια πολύπλοκη αυτή τη φορά, που την ονόμασαν «Nevbosh». Η επόμενη γλώσσα με την οποία ασχολήθηκε, η Νάφαριν, τυγχάνει να είναι δική του δημιουργία. Το 1911, όσο ήταν ακόμα στο King Edward’s School, ο Τόλκιν και τρεις φίλοι του, δημιούργησαν μια «μυστική» λέσχη, που την ονόμασαν T.C.B.S. (Tea Club and Barrovian Society) κι αναφερόντουσαν στην αγάπη τους να καταναλώνουν τσάι στο Barrow’s Stores, κοντά στο σχολείο τους, καθώς και, κρυφά, στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Όταν τελείωσαν το σχολείο, κράτησαν επαφή τα μέλη της «λέσχης» και τον Δεκέμβριο του 1914 κανόνισαν συνάντηση στο Λονδίνο. Τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης, ενίσχυσαν την αφοσίωσή του στη συγγραφή ποίησης. Τον Οκτώβριο του 1911, ξεκίνησε να φοιτά στο Exeter College, της Οξφόρδης. Αρχικά, ξεκίνησε με Κλασικές σπουδές, όμως στην πορεία άλλαξε κατεύθυνση και, το 1913, συνέχισε με Αγγλική φιλολογία και Λογοτεχνία. Το 1915, αποφοίτησε με άριστα στις τελικές εξετάσεις.

Ο Τόλκιν έμαθε Λατινικά, Γαλλικά και Γερμανικά από τη μητέρα του, και όσο βρισκόταν στο σχολείο έμαθε Μεσαιωνικά Αγγλικά, Αρχαία Αγγλικά, Φινλανδικά, Γοτθικά, Αρχαία Ελληνικά, Ιταλικά, Αρχαία Σκανδιναβικά, Ισπανικά, Ουαλικά και Μεσαιωνικά Ουαλικά. Είχε επίσης γνώση Δανέζικων, Ολλανδικών, Λομβαρδικών, Νορβηγικών, Σέρβικων, Ρώσικων, Σουηδικών και άλλες Αρχαίες και Νέες μορφές Γερμανικών και Σλαβικών γλωσσών, πράγμα που αποδεικνύει το βαθύ του γλωσσολογικό ενδιαφέρον, κυρίως για τις Γερμανικές γλώσσες. Παράλληλη προς το επάγγελμά του ως φιλόλογος, και κάποιες φορές επισκιάζοντας τη δουλειά του, με αποτέλεσμα η ακαδημαϊκή του παραγωγή να παραμείνει μάλλον ισχνή, ήταν η αγάπη του για την κατασκευή γλωσσών. Οι πιο αναπτυγμένες από τις 7 γλώσσες του, είναι η Κουένυα και η Σίνταριν, η ετυμολογική σχέση των οποίων δημιούργησε τον κορμό μεγάλου μέρους του legendarium (του συνόλου δηλαδή, του επινοημένου κόσμου του Τόλκιν). Η γλώσσα και η γραμματική για τον Τόλκιν ήταν θέμα αισθητικής και ευφωνίας, και η Κουένυα συγκεκριμένα δημιουργήθηκε με βασικό κριτήριο την φωνητική αισθητική. Δημιουργήθηκε ως τα «Λατινικά της γλώσσας των Ξωτικών», και φωνολογικά βασίστηκε στα Λατινικά, με στοιχεία από Φινλανδικά, Ουαλικά, Αγγλικά και Αρχαία Ελληνικά. Μία αξιοσημείωτη προσθήκη ήρθε προς το τέλος του 1945 με τα Αντουναϊκά ή Νουμενόριαν, μία γλώσσα με «ελαφρύ Σημιτικό άρωμα», συνδεδεμένη με τον μύθο του Τόλκιν για την Ατλαντίδα, την οποία, σύμφωνα με το The Notion Club Papers (μία ανολοκλήρωτη νουβέλα του Τόλκιν), συνδέει ευθέως με τις ιδέες του περί ανικανότητας να «κληρονομηθεί» η γλώσσα, και μέσω της «Δεύτερης Εποχής» και την ιστορία του Εαρέντιλ, στερεώθηκε σε καλές βάσεις στο legendarium, εξασφαλίζοντας κατ’αυτόν τον τρόπο έναν σύνδεσμο μεταξύ του 20ου αιώνα του «πραγματικού κόσμου» και του θρυλικού παρελθόντος της Μέσης Γης. 

Η Αγγλία έκανε την είσοδό της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, στο πλευρό της Γαλλίας και της Ρωσίας και ο Τόλκιν υπηρέτησε στους Τυφεκιοφόρους του Λάνκασιρ ως Ανθυπολοχαγός, αφού πρώτα εκπαιδεύτηκε, για 11 μήνες, στο 13ο Τάγμα (Εφέδρων), στο Cannock Chase, του Στάφορντσαιρ. Κατόπιν, μεταφέρθηκε στο 11ο Τάγμα (Υποστηρίξεως), με τη Βρετανική εξερευνητική δύναμη και έφτασαν στη Γαλλία, στις 4 Ιουνίου 1916. Η αποχώρηση του από την Αγγλία έγινε σε ένα μεταγωγικό, στο οποίο εμπνεύστηκε ένα ποίημά του, το Lonely Isle. Στις 7 Ιουνίου, ο Τόλκιν, πληροφορήθηκε ότι του ανατέθηκε το πόστο του Αξιωματικού Σημάτων, στο 11ο Τάγμα των Τυφεκιοφόρων του Λάνκασιρ, το οποίο είχε αποδεκατιστεί από τη σφοδρή Μάχη του Βίμι Ριντζ. Παράλληλα, πέφτει σε πλήξη, καθώς βρισκόταν σε αναμονή για μετάθεση. Για να περάσει, λοιπόν, την ώρα του, ξεκίνησε να γράφει το ποίημα The Lonely Isle, το οποίο, εμφανώς, εμπνεύστηκε από το ταξίδι του στη θάλασσα προς το Καλαί. Προκειμένου να αποφύγει τη λογοκρισία που υπήρχε στις ταχυδρομικές επιστολές από τον Βρετανικό Στρατό, ξεκίνησε να αναπτύσσει έναν κώδικα με τελείες, ώστε να πληροφορεί την γυναίκα του Ήντιθ για τις θέσεις του. Μετά την εκπαίδευση του, ως Αξιωματικός Ασυρματιστής, κατέφθασε στο Σομμ. Ευρέθη όπισθεν της γραμμής του Bouzincourt και συμμετείχε στην επίθεση στο Schwaben Redoubt και στη Λειψία. Στις 27 Οκτωβρίου 1916, ενόσω το Τάγμα του πραγματοποιούσε επίθεση στο Regina Trench, προσβλήθηκε από τον πυρετό των χαρακωμάτων, μια ασθένεια που προήλθε από τις ψείρες και η οποία ήταν κοινή για τα χαρακώματα. Κατόπιν, μεταφέρθηκε στην Αγγλία, στις 8 Νοεμβρίου 1916. Πολλοί όμως από τους πιο αγαπημένους του φίλους δεν είχαν την ίδια τύχη και σκοτώθηκαν σε εκείνον τον πόλεμο. Μεταξύ των οποίων και μέλη του T.C.B.S. Ο Τόλκιν, καταπονημένος και αδυνατισμένος, πέρασε το υπόλοιπο της θητείας του στα νοσοκομεία και στη φρουρά, ενώ κρινόταν ακατάλληλος, λόγω υγείας.

Κατά τη διάρκεια της αποθεραπείας του, κι ενώ διέμενε σε ένα αγρόκτημα στο Λιττλ Χόλυγουντ του Στάφορντσιρ, ξεκίνησε να δουλεύει σε κάτι, το οποίο ονόμασε Το Βιβλίο των Χαμένων Ιστοριών, ξεκινώντας με την Πτώση της Γκοντόλλιν. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η πρώτη δουλειά του Τόλκιν, ως πολίτης πλέον, ήταν στο Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης, όπου κυρίως εργαζόταν στην ιστορία και στην ετυμολογία λέξεων γερμανικής προέλευσης, ξεκινώντας με το γράμμα W. Το 1920, έγινε ο νεότερος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, αφού ανέλαβε τη θέση του Ρίντερ (ακαδημαϊκός βαθμός) της αγγλικής γλώσσας. Ενώ βρισκόταν στο Λιντς, δημιούργησε ένα Λεξικό της Μέσης Αγγλικής και μία έκδοση ορισμών του Σερ Γκανιάν και ο Πράσινος Ιππότης, μαζί με τον Ε.Β. Γκόρντον – και οι δυο δούλεψαν πολλές δεκαετίες ως ακαδημαϊκοί. Ωστόσο, μετέφρασε το Σερ Γκανιάν, το Pearl και το Σερ Όρφεο. Το 1925 επέστρεψε στην Οξφόρδη, ως καθηγητής της Αγγλοσαξονικής, στο Κολλέγιο Πέμπροκ. Κατά την παραμονή του εκεί συνέγραψε το Χόμπιτ, και τους δύο πρώτους τόμους του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Στις αρχές του 1920, δεσμεύθηκε να ξεκινήσει τη μετάφραση του Μπέογουλφ, τελειώνοντάς την, μάλιστα, το 1926. Έργο που, όμως, ποτέ δε δημοσίευσε. Παρόλα αυτά, το έργο αυτό επεξεργάστηκε και εξεδόθη, το 2014, δηλαδή σχεδόν 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Τόλκιν και 90 χρόνια, αφού το ολοκλήρωσε. Πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1973, σε ηλικία 81 ετών. Ο τάφος του, δίπλα στην πολυαγαπημένη του γυναίκα, στο κοιμητήριο της Οξφόρδης, εκτός από το κανονικό τους όνομα, γράφει και τα ονόματα των μυθικών ηρώων του και αιώνια ερωτευμένων μεταξύ τους, Μπέρεν και Λούθιεν. Το μεγάλο μυθολογικό έργο του, το Σιλμαρίλλιον εκδόθηκε μετά το θάνατό του, αφού συγκεντρώθηκε και επεξεργάστηκε από τον μικρότερο γιο του Κρίστοφερ Τόλκιν.

Ο Τόλκιν ήταν πιστός ρωμαιοκαθολικός χριστιανός και μάλλον μετριοπαθής συντηρητικός στις θρησκευτικές και πολιτικές απόψεις του. Απεχθανόταν έντονα τις παρενέργειες της εκβιομηχάνισης, θεωρώντας ότι καταστρέφουν την αγγλική ύπαιθρο και τον απλό τρόπο ζωής. Τα περισσότερα χρόνια της ενήλικης ζωής του περιφρονούσε τα αυτοκίνητα και προτιμούσε να κινείται με ποδήλατο. Αυτή η στάση αποτυπώνεται και στο έργο του, ιδιαίτερα στην απεικόνιση της αναγκαστικής «εκβιομηχάνισης» του Σάιρ στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Πολλοί σχολιαστές έχουν σημειώσει την ύπαρξη πιθανών συσχετισμών ανάμεσα σε γεγονότα της ζωής του και το θρύλο της Μέσης Γης. Είπαν μάλιστα ότι ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» φαίνεται πως παριστάνει την Αγγλία κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο ο ίδιος απέρριψε κατηγορηματικά αυτή την άποψη, δηλώνοντας, στον πρόλογό του της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου, ότι το έργο του είναι καθαρώς αλληγορικό. Στο θέμα αυτό επανήλθε εκτεταμένα στο δοκίμιό του «Περί των παραμυθιών» (1947), όπου υποστηρίζει ότι τα παραμύθια είναι τόσο εύστοχα, επειδή διαθέτουν εσωτερική συγκρότηση και ταυτόχρονα λένε αλήθειες για την πραγματικότητα. Καταλήγει μάλιστα λέγοντας ότι και ο Χριστιανισμός διαθέτει εσωτερική συγκρότηση λέγοντας ταυτόχρονα την αλήθεια για την πραγματικότητα. Η πίστη του Τόλκιν στις θεμελιώδεις αλήθειες του χριστιανισμού έχει οδηγήσει τους σχολιαστές του να εντοπίζουν χριστιανικά θέματα στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Και ο ίδιος, παρ’ ότι διαφωνούσε με τη χρήση άμεσων θρησκευτικών αναφορών στα «Χρονικά της Νάρνια», του Κ.Σ. Λιούις, έγραψε ότι η σκηνή στο Βουνό του Χαμού, στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», παραπέμπει στην προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών. Η ένθερμη πίστη του Τόλκιν ήταν δεδομένη έως το τέλος της ζωής του και υπήρξε σημαντικός παράγοντας για τη μεταστροφή του έως τότε άθεου Κ.Σ. Λιούις στον χριστιανισμό, παρ’ όλο που ο Λιούις προτίμησε την Αγγλικανική Εκκλησία αντί της Ρωμαιοκαθολικής.

Ο Paul H. Kocher, πανεπιστημιακός μελετητής του Τόλκιν, επισημαίνει ότι ο Τόλκιν περιγράφει το Κακό σύμφωνα με τις διδασκαλίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή ως «απουσία Καλού». Παραθέτει πολλά παραδείγματα από τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», όπως για παράδειγμα το «Μάτι του Σάουρον»: «Η μαύρη σχισμή της κόρης του Ματιού είναι σαν ένα παράθυρο ανοιχτό στο Μηδέν». Ο Κότσερ θεωρεί επίσης ότι ο Τόλκιν εμπνεύστηκε και από τον Θωμά Ακινάτη, «τον οποίον, ως μεσαιωνολόγος και ρωμαιοκαθολικός, θα πρέπει να γνώριζε πολύ καλά». Ο μεσαιωνολόγος πανεπιστημιακός Tom Shippey υποστηρίζει το ίδιο, αλλά αντί του Ακινάτη, θεωρεί ότι ο Τόλκιν γνώριζε πολύ καλά το έργο του χριστιανού φιλόσοφου Βοηθίου, «Η παρηγορία της φιλοσοφίας», από την αγγλοσαξωνική μετάφραση του Αλφρέδου του Μεγάλου. Ο Shippey σημειώνει ότι η ιδέα ότι το Κακό είναι απουσία Καλού αναφέρεται ξεκάθαρα από τον Βοήθιο. Σημειώνει επίσης ότι ο Τόλκιν χρησιμοποίησε και την συμπληρωματική προς την προηγούμενη ιδέα, ότι το Κακό «δεν δημιουργεί». Αναφέρει ως παράδειγμα την παρατήρηση του Φρόντο, ότι «η Σκιά… μπορεί μόνο να διαστρέφει, όχι να δημιουργεί: τίποτε το πραγματικό δεν είναι δικό της έργο», καθώς και παρόμοιες παρατηρήσεις του Δεντρογένη και του Έλροντ. Ο Shippey σημειώνει επίσης ότι κάποιες φορές στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» το Κακό παρουσιάζεται σαν μια αυτόνομη δύναμη (όχι όμως όπως το βλέπει ο Μανιχαϊσμός), σαν κάτι περισσότερο από απουσία Καλού, και προτείνει ότι είναι πολύ πιθανόν να συνέβαλαν σε αυτό οι σημειώσεις του Αλφρέδου του Μεγάλου στο βιβλίο του Βοήθιου. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η θεολογική προσέγγιση στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» από τον Stratford Caldecott ο οποίος αναφέρει: «Το Δαχτυλίδι της Δύναμης υποδηλώνει τη σκοτεινή μαγεία της διεφθαρμένης βούλησης, την έπαρση του ανθρώπινου Εγώ κατά του Θεού. Υπόσχεται την ελευθερία, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί στην υποδούλωση όποιου το φοράει στον Έκπτωτο Άγγελο. Διαβρώνει τη βούληση εκείνου που το περνάει στο δάχτυλό του, κάνοντάς τον αδιόρατο και εξωπραγματικό. Πράγματι, το ότι έχει τη δύναμη να κάνει αόρατο όποιον το φοράει, συμβολίζει τη δύναμή του να καταστρέφει κάθε φυσική ανθρώπινη σχέση και ταυτότητα. Μπορεί να πει κανείς, ότι το Δαχτυλίδι είναι η ίδια η αμαρτία. Γεμάτο υποσχέσεις και φαινομενικά άκακο στην αρχή, στη συνέχεια αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ότι σε διαφθείρει και δεν μπορείς ν’ απαλλαγείς από αυτό».

Advertisements