Η Επανάσταση του 1821. Ένα δύσκολο εγχείρημα μιας περίπλοκης κοινωνίας. (Ε’ μέρος)

«The Battle of Navarino», πίνακας του George Phillip Reinagle, 1828.

Το Ε’ και τελευταίο μέρος της απομαγνητοφώνησης των μαθημάτων Ιστορίας με θέμα «Η Επανάσταση του 1821. Ένα δύσκολο εγχείρημα μιας περίπλοκης κοινωνίας», που έγιναν τον Μάρτιο – Απρίλιο 2016 μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας Mathesis, με την επιμέλεια της καθηγήτριας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρίας Ευθυμίου.

Τα δύσκολα βήματα ενός πεισματικού αγώνα Β’: 1822-1829.

1822-1823: Ο εμφύλιος πόλεμος προ των πυλών.

Ο Κολοκοτρώνης μετά τα Δερβενάκια και πριν την επερχόμενη Εθνοσυνέλευση.

Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου είχε λήξει τον Ιανουάριο του 1822 και είχε συμφωνηθεί ότι η επόμενη εθνοσυνέλευση θα γίνει σε ένα χρόνο. Επομένως, μέσα στο 1822 όλες οι εξελίξεις των πραγμάτων παίρνουν διαστάσεις, διότι δεν είναι μακριά η επόμενη συνάντηση, η οποία θα γίνει τελικά στο Άστρος της Κυνουρίας και αυτό εντείνει τις πολιτικές αντιμαχίες και τις διαδικασίες των ισορροπιών. Τι έχει συμβεί; Μέσα στο 1822 μπορεί το κύρος του Μαυροκορδάτου, άρα και του Εκτελεστικού, να κερδήθηκε, να κρατήθηκε, όμως στην διάρκεια της πορείας του Δράμαλη στην Πελοπόννησο, και ενόσω ο Δράμαλης είχε τη μία νίκη μετά την άλλη και σάρωνε κατά το διάβα του, πριν ανασταλεί η εξέλιξη αυτή από τον Κολοκοτρώνη, τα μέλη της κυβερνήσεως που υπήρχαν, που δρούσαν στην Πελοπόννησο τρομοκρατούνται, εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο, μπαίνουν σε πλοία υδραίικα και φεύγουν απ’ αυτήν, εξ αυτού χάνουν το κύρος τους, χάνει το κύρος της η κεντρική εξουσία. Και, καθώς ο Κολοκοτρώνης έχει νικήσει τον Δράμαλη, θυμίζω ότι στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ο Κολοκοτρώνης δεν παρέστη, από προσωπική του επιλογή ούτε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ούτε ο Δημήτριος Υψηλάντης. [Ένθετη σημείωση: Η εκλογή των “παραστατών” εξάλλου, για την Α΄ Εθνοσυνέλευση, δεν είχε κανονικότητα και αντιπροσωπευτικότητα.]

Ο Κολοκοτρώνης τώρα, μέσα στο 1822, έχει κερδίσει περισσότερο από κάθε άλλον κύρος και δύναμη. Αισθάνεται τώρα ότι στην Πελοπόννησο εκείνος έχει μεγάλη δύναμη. Και, ως φαίνεται, ο Κολοκοτρώνης το 1822 αποφασίζει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο να γίνει ο κύριος της Πελοποννήσου και του ελληνικού εγχειρήματος γενικά. Το προσπάθησε με διάφορους τρόπους. Οι αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν, και ως φαίνεται πρέπει να ήταν στο μυαλό του, ότι θέλει να δημιουργήσει Governo militare, δηλαδή να πάρει στα χέρια του, με τη δύναμη των ενόπλων πλέον που είχε και τα πολιτικά και τα στρατιωτικά πράγματα. Και πρέπει να πούμε στο σημείο αυτό ότι αν ο Κολοκοτρώνης είχε πετύχει στις κινήσεις που έκανε, αν τις έκανε περισσότερο σοφά, αν είχε ζυγίσει τα πράγματα με άλλο τρόπο, αν δεν έκανε τόσο άτσαλες και άστοχες κινήσεις, είχε ο άνθρωπος αυτός όλες τις προδιαγραφές για να γίνει ο αρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης. Η Ελληνική Επανάσταση χρειαζότανε έναν αρχηγό. Αυτό της έλειψε, το είπαμε σε προηγούμενα σημεία. Όμως, δεν το πέτυχε. Και όχι μόνο δεν το πέτυχε, αλλά δεν το πέτυχε με τέτοιο τρόπο ώστε πυροδότησε δύο κύκλους εμφυλίων πολέμων, στους οποίους και πρωταγωνίστησε. Και αυτό του το χρεώνει η βιβλιογραφία, χωρίς πάντοτε να ξεχνάει κανείς ότι, έτσι κι αλλιώς, ο άνθρωπος αυτός υπήρξε πολύτιμος σε πολλές φάσεις της Επανάστασης, αλλά στα πολιτικά του πράγματα υπήρξαν φορές που έβλαψε βαρύτατα τον Αγώνα.

Ο Κολοκοτρώνης μετά τη μεγάλη του νίκη στα Δερβενάκια σκέφτεται, αλλάζει πορεία. Μέχρι τα Δερβενάκια είχε μέτωπο με τους προύχοντες της Πελοποννήσου. Όμως μετά τα Δερβενάκια αρχίζει να συναλλάσσεται με ένα τμήμα των προυχόντων της Πελοποννήσου και με την Πελοποννησιακή Γερουσία. Διότι στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ένα ενδιαφέρον κομμάτι των πραγμάτων, ένα ενδιαφέρον σημείο των πραγμάτων, ότι η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου δεν πήρε απόφαση να διαλυθούν τα τοπικά πολιτικά σχήματα, που ποια ήταν; Η Πελοποννησιακή Γερουσία και τα δύο σχήματα στη Δυτική και στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Επομένως, δημιουργήθηκε μια κεντρική κυβέρνηση αλλά παραλλήλως, κι αυτό είναι σχιζοφρενές, συνέχιζαν να υπάρχουν αυτά τα σχήματα, τα τρία τουλάχιστον, τα οποία ήταν σημαντικά. Το σχήμα του Μαυροκορδάτου στη Δυτική Στερεά δεν είχε πρόβλημα, διότι το έλεγχε εξ αρχής ο Μαυροκορδάτος, ο ίδιος ήταν και η κεντρική διοίκηση, επομένως έλεγχε τα πράγματα και δεν υπήρχε περίπτωση η Δυτική Στερεά να δημιουργήσει πρόβλημα στην κεντρική κυβέρνηση. Αλλά στην Ανατολική Στερεά και στην Πελοπόννησο η συνέχιση της ύπαρξης και λειτουργίας της Πελοποννησιακής Γερουσίας δημιουργούσε ακόμη ένα σκέλος χάους, το οποίο θα έπρεπε να είχε εκλείψει, και βέβαια αυτό, όπως είπαμε και αλλού, δημιουργεί μεγάλες δυσαρέσκειες στην περίπτωση των Υδραίων, οι οποίοι ξέρουν ότι είναι εκείνοι που διασώζουν πολλά πράγματα στην Επανάσταση με τον στόλο τους, ξέρουν το ειδικό τους βάρος και το θυμίζουν αυτό το πράγμα και δικαίως, γιατί ήταν πολύτιμοι πραγματικά και δεύτερον διότι οι Υδραίοι ξοδεύουν πάρα πολλά χρήματα, οι Υδραίοι εφοπλιστές, οι οποίοι και φιλοδοξούν ότι κάποια στιγμή θα αποζημιωθούν γι’ αυτά με κτήματα στην Πελοπόννησο, με τμήματα της Εθνικής Γης που είναι θέμα που επίσης θα μας απασχολήσει σε λίγο.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σχηματίζει φατρία.

Ο Θεόδωρος, λοιπόν, Κολοκοτρώνης, μετά τη νίκη του στα Δερβενάκια, προσεγγίζει προκρίτους της Πελοποννήσου και συνδυάζεται πλέον με την Πελοποννησιακή Γερουσία, στην οποία και στην πραγματικότητα επιθυμεί να κυριαρχήσει, ούτως ώστε, χρησιμοποιώντας την Πελοποννησιακή Γερουσία και το δικό του κύρος ως στρατιωτικού να είναι πλέον ο αδιαφιλονίκητος κυβερνήτης – αν θέλουμε – της Ελλάδος· προφανώς, αυτός θα ήταν ο στόχος του. Για να επιτύχει τον στόχο του προσεγγίζει την οικογένεια στην οποία υπήρξε κάποτε κάπος, αλλά με την οποία είχε πολύ μεγάλες αντιθέσεις πριν λίγο, την οικογένεια Δεληγιάννη. Το αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης ήταν όχι μόνο να συμμαχήσει με την οικογένεια αυτή (αλλά) και με άλλες οικογένειες οι οποίες περιφερειακά συμμαχούσαν έτσι κι αλλιώς με την οικογένεια Δεληγιάννη· έτσι συμμαχεί με τη φατρία Δεληγιάννη, με την δύναμη Δεληγιάννη, αλλά παντρεύει και τον γιο του, τον μικρό του γιο τον Κολίνο που ήταν 9 ετών, με την κόρη των Δεληγιανναίων, που ήταν επίσης σε αντίστοιχη ηλικία. Δηλαδή, είναι φανερό ότι ο γάμος – τι γάμος είναι αυτός; – ήταν τελείως κίνηση στρατηγικής, για να ενωθούν δύο οικογένειες οι οποίες μέχρι τότε έμοιαζαν εχθρικές, παράταιρες κλπ. Επίσης, συντάσσεται με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, γιατί; Διότι ο Οδυσσέας ήταν αντίθετος με τις πολιτικές κινήσεις που είχαν γίνει στην Ανατολική Στερεά και τον Νέγρη, και τη δημιουργία της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας κ.λπ., τα οποία και υπονόμευε συνεχώς.

Ο δε Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος είχε γίνει μινίστρος των Εσωτερικών στην Επίδαυρο, θεώρησε καλή ευκαιρία, μετά το γεγονός ότι πέρασε ο Δράμαλης από την Ανατολική Στερεά και οι αρματολοί της Ανατολικής Στερεάς δεν μπόρεσαν να τον αναχαιτίσουν και, όπως είπαμε, εκείνος που είχε την μεγαλύτερη δύναμη στην Ανατολική Στερεά ήταν ο Οδυσσέας λόγω του Χανιού της Γραβιάς, θεώρησε ότι είναι ευκαιρία να στείλει – έτσι είχε εξάλλου αποφασιστεί και στην Επίδαυρο – να σταλούν διοικητικά στελέχη στις διάφορες επαρχίες. Έστειλε, λοιπόν, δύο άτομα τα οποία εκ μέρους της Διοικήσεως, της κεντρικής πλέον κυβέρνησης του επαναστατημένου χώρου, στάλθηκαν από τον Κωλέττη στην Ανατολική Στερεά, για να βοηθήσουν στη διοίκηση των διαφόρων πτυχών της Ανατολικής Στερεάς σε συνδυασμό με την κεντρική κυβέρνηση. Κι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος θεώρησε καλό να τους δολοφονήσει ταχύτατα, [Ένθετη σημείωση: ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφόνησε τους εκπροσώπους της Κυβέρνησης Αλ. Νούτσο και Χρ. Παλάσκα στα τέλη Μαΐου 1822] ούτως ώστε να εξαλείψει κάθε περίπτωση η Ανατολική Στερεά να ενταχθεί σε οποιοδήποτε κεντρικό κλίμα διοίκησης. Εξ αυτού υπήρξε μεγάλη δυσαρέσκεια και κατακραυγή εναντίον του και είναι αυτό που ώθησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην προδοσία, στα «καπάκια» και στην προδοσία. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πέθανε – σκοτώθηκε, δολοφονήθηκε, όπως είπαμε – με το στίγμα τελικά του προδότη. [Ένθετη σημείωση: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφονήθηκε, τελικά, από τον Γκούρα τον Ιούνιο του 1825]. Κι αυτός δήλωνε πικραμένος, διότι τον κατηγορούσαν για προδότη, όπως κι ο Βαρνακιώτης, αλλά στην περίπτωσή του – θα σας θυμίσω ότι κι ο Βαρνακιώτης μέχρι τέλους έμεινε εκτός πλέον κ.λπ. στη Δυτική Στερεά – ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ήρθαν έτσι τα πράγματα, δολοφόνησε τους εκπροσώπους της διοίκησης στην Ανατολική Στερεά, δηλαδή υπέπεσε σε βαρύτατο διπλό αδίκημα κι αυτό θα φέρει το τέλος του μετά το 1823.

Στη φάση του 1822, επειδή είναι ο Οδυσσέας δυσαρεστημένος για τις εξελίξεις κι έχει έρθει σε σύγκρουση με την κεντρική κυβέρνηση, συνταυτίζεται με τον Κολοκοτρώνη και γίνεται τμήμα της φατρίας του Κολοκοτρώνη. Επίσης, στην φατρία του Κολοκοτρώνη μετέχει, όπως είπαμε, και ο Δεληγιάννης και βέβαια και κάποιοι άλλοι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Στερεάς που είναι στον έλεγχο του Οδυσσέα Ανδρούτσου ακόμη σε εκείνη τη φάση. Έτσι ο Κολοκοτρώνης δημιουργεί μια φατρία, σταδιακά, στο 1822, η οποία είναι και υπερπελοποννησιακή. Βέβαια το γεγονός ότι ο Ανδρούτσος θα καταπέσει, θα τον βλάψει στους στόχους του τον Κολοκοτρώνη και θα είναι ίσως ένας από τους λόγους που δεν μπόρεσε να πετύχει τα σχέδιά του. Πάντως σ’ αυτή τη φάση είναι μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Και ο Κολοκοτρώνης τώρα, καθώς πλησιάζει ο χρόνος για να γίνει η επόμενη συνέλευση, εθνοσυνέλευση, – επρόκειτο να (γίνει), είχε οριστεί να ξεκινήσει στις 31 Δεκεμβρίου του 1822 από την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, πιέζει να γίνει η εθνοσυνέλευση στο Ναύπλιο, διότι φρούραρχος του Ναυπλίου ήταν ο γιος του ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Οι υπόλοιποι όμως που αισθάνονται ότι ο Κολοκοτρώνης το θέλει για να γίνει η εθνοσυνέλευση στον δικό του τόπο, όπου θα βρίσκονται οι ένοπλοι οι δικοί του και οι ένοπλοι του γιου του σε ένα φρούριο που στην ουσία μοιάζει να το θεωρεί δικό του, ανθίστανται – όσοι δεν θέλουν ο Κολοκοτρώνης να γίνει ο απόλυτος άρχων των πραγμάτων – και η συντριπτική πλειοψηφία πιέζει να μη γίνει στο Ναύπλιο και πετυχαίνει να γίνει στο Άστρος της Κυνουρίας. Οι νησιώτες δε, διαμηνύουν ότι θα γίνει οπωσδήποτε, στην νέα μας εθνοσυνέλευση θα αποφασιστεί οπωσδήποτε η διάλυση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, αλλιώς θα αποσύρουμε τον στόλο μας και κάνετε μόνοι σας ‘ζάφτι’, όπως έλεγαν την εποχή εκείνη.

Κατάληψη της Ακροκορίνθου και η τύχη του Κιαμίλ Μπέη.

Και άλλες βαριές εξελίξεις που συνέβησαν μετά την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου θα συμβάλουν στην επιβάρυνση του κλίματος και θα μετατρέψουν την Εθνοσυνέλευση του Άστρους σε πυριτιδαποθήκη. Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου διαλύθηκε στις 15 Ιανουαρίου του 1822 και όρισε έδρα της προσωρινή την Κόρινθο. Στην πραγματικότητα η πρώτη πρωτεύουσα της νέας Ελλάδος, με μια έτσι ελεύθερη απόδοση, είναι η Κόρινθος, διότι εκεί τοποθετήθηκε η έδρα της προσωρινής κυβερνήσεως, γιατί ελπίζανε ότι θα καταληφθεί η Ακροκόρινθος, την οποία πολιορκούσαν και θα έλθουν στα χέρια της κυβέρνησης τα πλούτη του πιο σπουδαίου μπέη της Πελοποννήσου, μετά τον πασά, του Κιαμίλ μπέη της Κορινθίας, ο οποίος είχε την φήμη του πιο πλούσιου Τούρκου όλης της Πελοποννήσου. Αυτή η φήμη είχε πάρει διαστάσεις τρέλας και από την έναρξη της Επανάστασης του 1821 ο μέσος Πελοποννήσιος και ο μέσος Έλληνας ονειρευόταν την ώρα που θα μπει στα παλάτια του Κιαμίλ μπέη για να τον λεηλατήσει, διότι όλοι πίστευαν ότι εκεί υπάρχουν τα άπειρα πλούτη. Δεν είναι βέβαιο ότι ήταν τόσο πλούσιος ο Κιαμίλ μπέης, οπωσδήποτε όμως ήταν πλούσιος, ήταν δε ο Κιαμίλ μπέης μια προσωπικότητα που όλοι οι Έλληνες, και πριν την Επανάσταση και κατά την Επανάσταση, όσο έζησε, σέβονταν. Ο ίδιος σαν άτομο φαίνεται ότι εξέπεμπε κύρος και σεβασμό και ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων και είχε μια σοφία, ως φαίνεται, στην προσέγγιση των πραγμάτων, κάτι το οποίο φάνηκε και στα όσα βαρύτατα του συνέβησαν όταν οι Έλληνες κυρίευσαν την Ακροκόρινθο και κατέλαβαν την Κόρινθο.

Πριν όμως καταληφθεί η Ακροκόρινθος, είχε καταληφθεί η Κόρινθος, είχε συλληφθεί ο Κιαμίλ μπέης αιχμάλωτος και οι Έλληνες που τον είχαν συλλάβει προσπαθούσαν να του αποσπάσουν την ομολογία για το πού βρίσκονται τα πλούτη του, διότι όλοι πίστευαν ότι τα είχε κρυμμένα σε διάφορα σημεία. Για να του αποσπάσουν την ομολογία “πού είναι τα πλούτη του”, σκότωσαν μπροστά του, με φρικτό τρόπο, 13 στελέχη του περιβάλλοντός του και ο Κιαμίλ μπέης είδε όλες αυτές τις φοβερές σκηνές με μεγάλη αξιοπρέπεια και μόνο ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, δηλαδή επρόκειτο για ένα άτομο που είχε έλεγχο του εαυτού του. Τελικά η Ακροκόρινθος παραδόθηκε από έλλειψη τροφής και μέσα στην Ακροκόρινθο βρέθηκαν κοσμήματα και τιμαλφή μεγάλης αξίας που προφανώς είχαν μεταφέρει εκεί Τούρκοι της Κορίνθου για να ασφαλιστούν, ελπίζοντας ότι δεν θα πέσει η Ακροκόρινθος. Αυτά βρέθηκαν, και ο Πανούτσος Νοταράς, ο οποίος ήταν υπουργός των Οικονομικών, φρόντισε να τοποθετηθούν σε κιβώτια με ασφάλεια και να σταλούν στην Ύδρα [Ένθετη σημείωση: τα χρήματα παραδόθηκαν στα ναυτικά νησιά, γενικώς, για τις ανάγκες του στόλου] προκειμένου να τροφοδοτηθεί ο στόλος για τις επόμενες δράσεις του. Σ’ αυτό το σημείο, δηλαδή, μοιάζει να λειτουργεί μια κάποιου τύπου κρατική μηχανή, ο δε Πανούτσος Νοταράς ανήκει στην οικογένεια των Νοταράδων οι οποίοι ήταν οι μεγάλοι άρχοντες της Κορίνθου, των χριστιανών της περιοχής της Κορινθίας, της ορεινής Κορινθίας, άρα δρα στα νερά του κατά κάποιο τρόπο. Όμως η παράδοση της Ακροκορίνθου έγινε με όρους τους οποίους ο ίδιος ο Δημήτριος Υψηλάντης ήταν εκείνος ο οποίος τους υπέγραψε και δέχθηκε και ο Υψηλάντης διαβεβαίωσε ότι πρόκειται να τηρηθούν.

Και όμως, όταν βγήκαν τα γυναικόπαιδα μέσα από την Ακροκόρινθο που είχαν κλειστεί και πέρασαν απέναντι στο Λουτράκι, τους περίμεναν ένοπλοι Έλληνες οι οποίοι και τους κατέσφαξαν, τους καταλήστεψαν και ο Υψηλάντης βρέθηκε πάλι στο κρεββάτι άρρωστος από την φρίκη του για το γεγονός ότι για άλλη μία φορά δεν μπόρεσε να αποτρέψει τέτοια φριχτά γεγονότα τα οποία αισθανόταν ότι βλάπτουν τον Αγώνα, βλάπτουν τον ίδιο, βλάπτουν την ανθρώπινη υπόσταση. Ο Υψηλάντης ήταν άνθρωπος, τέλος πάντων, υψηλών απαιτήσεων στα ηθικά ζητήματα. Εν πάση περιπτώσει, τόσο θλιμμένος ήταν ο Υψηλάντης ώστε έφυγε προς την Στερεά Ελλάδα, διότι δεν ήθελε πλέον να δει τι θα γίνει με τον Κιαμίλ μπέη. Η αλήθεια είναι ότι το τέλος του Κιαμίλ μπέη ήταν βαρύ, παρότι για μήνες οι Έλληνες τον είχαν στα χέρια τους και δεν τον έβλαπταν, περιμένοντας ότι κάποια στιγμή ο Κιαμίλ με διάφορες πλευρές θα πει πού είναι τα πλούτη του. Εκείνος έλεγε ότι «δεν έχω άλλα να σας δώσω» ή κρατούσε σιβυλλική στάση διότι υπερασπιζόταν, ως φαίνεται, και την προσωπική του αξιοπρέπεια. Τελικά δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το πράγμα, διότι η κυβέρνηση διέταξε τον Γιατράκο, τον Μανιάτη Γιατράκο που φύλαγε τον Καμίλ μπέη, να της δώσει τον αιχμάλωτο Κιαμίλ. Ο Γιατράκος απαντά στην κυβέρνηση ότι «εγώ δεν τον αφήνω τον Κιαμίλ μπέη από την δικαιοδοσία μου παρά εάν μου δώσετε το ⅕ της περιουσίας του» (του Κιαμίλ), δηλαδή εκβιάζει την κυβέρνηση καθαρά. Η κυβέρνηση με έγγραφό της του απαντά ότι πρέπει να παραδώσει τον Κιαμίλ και τι πράγματα είναι αυτά, εκείνος επιμένει, και τελικά η κυβέρνηση υποχωρεί και του λέει ότι μπορεί να κρατήσει το 1/10 της περιουσίας του Κιαμίλ που «θα» έπαιρνε κανείς, αλλά εδώ φαίνεται ήδη κατά πόσο αδύναμη ήταν η κυβέρνηση που ήταν εκτεθειμένη στα παζάρια ληστρικών ατόμων, δεν μπορούσε δηλαδή να υπερασπιστεί το κύρος της. Τελικά ο Κιαμίλ κλείστηκε στην Ακροκόρινθο και δολοφονήθηκε προληπτικά όταν ο Δράμαλης περνούσε τον Ισθμό και ήταν βέβαιο ότι θα κατελάμβανε την Ακροκόρινθο. Δολοφονήθηκε για να μην βρεθεί ζωντανός ο Κιαμίλ και συνενωθεί με τον Δράμαλη. Αυτή η ιστορία με τον Κιαμίλ μπέη έπαιξε βαρύτατο ρόλο στα πράγματα επίσης.

Παρόλα αυτά η κυβέρνηση, πρέπει να πούμε, ότι προσπάθησε να αποκαταστήσει την κατεστραμμένη Κόρινθο, ο δε Μαυροκορδάτος, ο οποίος έμαθε για τα τεκταινόμενα στην Κόρινθο, είχε κινηθεί όπως είπαμε προς την Δυτική Ελλάδα, εξέδωσε έγγραφο με το οποίο ειδοποιούσε ότι καταργείται η δουλεία, ότι με την Επανάστασή μας έχουμε καταργήσει την δουλεία και διεμήνυε και εκτός και εντός του ελληνικού χώρου ότι δεν μπορεί κάποιος να συλλαμβάνει αιχμαλώτους και να τους χρησιμοποιεί ως δούλους, ότι οι αιχμάλωτοι πρέπει να αντιμετωπίζονται πολιτισμένα. Όμως τέτοιου τύπου κηρύγματα για τους άτακτους δεν είχαν ισχύ και το πράγμα συνεχίστηκε στην Επανάσταση, πολλοί αιχμάλωτοι γίνονταν δούλοι και επίσης πολλές γυναίκες βρίσκονταν σε ερωτική δουλεία, καταστάσεις οι οποίες βάραιναν βαριά πάνω στα πράγματα. Τώρα, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ήταν φανερό ότι θα υπήρχε επιτακτική ανάγκη δανείου. Το πράγμα είχε φανεί και στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου που είχε στείλει μια αντιπροσωπία στα γερμανικά κρατίδια – δεν υπήρχε τότε Γερμανία – για να ζητήσουν βοήθεια για τον Αγώνα. Τώρα, επειδή φαίνεται ότι δεν υπάρχουν πλέον χρήματα, έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, η κυβέρνηση στην πράξη βρίσκεται σε χρεοκοπία από την Επίδαυρο και προσπαθεί να συνάψει δάνειο. Το να συναφθεί δάνειο ήταν κάτι πολύ δύσκολο διότι, ποιος θα δάνειζε σε μία τέτοια κατάσταση και τι ήταν αυτό που θα δάνειζε. Ακόμη η Επανάσταση θεωρούνταν από τις δυνάμεις του εξωτερικού σαν μία ρευστή δράση κάποιων που δεν ξέρουμε ακριβώς τι θέλουν. Οι Οθωμανοί παρουσίαζαν τους Έλληνες σαν μία συμμορία απλώς ληστών και δολοφόνων. Ποιος θα έδινε χρήματα; Το δάνειο είναι μία επιχειρηματική δράση: σου δίνω χρήματα για να μου τα επιστρέψεις, με κάποιο τόκο, σε ένα χρόνο που θα συμφωνήσουμε. Δεν είναι κάτι άλλο. Ποιος θα έδινε λοιπόν χρήματα; Στέλνεται μια αντιπροσωπία στο Λιβόρνο, μέσω ενός εμπόρου των Ιωαννίνων που ζει στο Λιβόρνο, προσπαθώντας να αποσπάσουν δάνειο, να κερδίσουν δάνειο από επιχειρηματίες του Λιβόρνου. Αυτό αποτυγχάνει. Άλλη μία ομάδα στέλνεται στη Ζυρίχη που και πάλι δεν έχει μεγάλα αποτελέσματα. Έτσι τα πράγματα μέσα στο 1822 είναι βαριά απ’ όλες τις πλευρές και ο Κολοκοτρώνης συνεχίζει το στόχο του για την δημιουργία ενός δικού του πόλου.

Αντεγκλήσεις και συγκρούσεις. Η Εθνοσυνέλευση του Άστρους και οι αποφάσεις της.

Eίμαστε στην πορεία προς το Άστρος και στην ουσία έχουμε ήδη μπει σε εξιστορήσεις που έχουν σχέση με τους εμφυλίους πολέμους, διότι η αλλαγή ισορροπιών που έφερε η ενίσχυση της θέσης του Κολοκοτρώνη και η απόφαση που πήρε να δημιουργήσει μια δικιά του πολιτική ομάδα, που συνδύαζε Πελοποννησίους προεστούς και στελέχη του αρματολικού κόσμου της Ανατολικής Στερεάς και φυσικά τον εαυτό του, θα φέρει εντάσεις οι οποίες σταδιακά θα οξυνθούν και θα φέρουν κανονικό πόλεμο στον οποίο θα χαθούν χιλιάδες άνθρωποι, θα καταστραφεί η Πελοπόννησος κυρίως και θα ζήσει γύρους εμφυλίου πολέμου ολόκληρος ο ελληνικός επαναστατημένος κόσμος. Τώρα, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, στον δρόμο προς το Άστρος η Πελοποννησιακή Γερουσία, που πλέον συνεργάζεται με τον Κολοκοτρώνη και συνεχίζει ακμαία τη δράση της και οργανώνει τις λειτουργίες της κ.λπ., διότι η Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου δεν την κατήργησε, διορίζει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ως αρχιστράτηγο. Αυτό είναι κάτι που μυρίζει μπαρούτι, διότι τέτοιον τίτλο φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να τον απονείμει η κεντρική κυβέρνηση η οποία προέκυψε από την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Όχι μόνο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο αλλά και τον γιο του τον Πάνο χιλίαρχο. Παραλλήλως, ακριβώς, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, αφού διαλύει με βία τον Άρειο Πάγο στην Ανατολική Στερεά, αυτοανακηρύσσεται αρχιστράτηγος της Ανατολικής Στερεάς. Επομένως η ομάδα Κολοκοτρώνη στην ουσία ελέγχει και επιθυμεί να ελέγξει το στρατιωτικό σκέλος, κάτι το οποίο θα φέρει σύγκρουση, διότι η κυβέρνηση φυσικά, αμέσως, απαντάει εντονότατα ότι δεν μπορεί η Πελοποννησιακή Γερουσία να ορίσει αρχιστράτηγο, ότι εκείνη ορίζει Αρχιστράτηγο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και προειδοποιεί ότι τέτοιες κινήσεις του Κολοκοτρώνη μόνο δεινά μπορούν να συνεπιφέρουν, δηλαδή κρούει τον κώδωνα του εμφυλίου πολέμου.

Ο Φωτάκος γράφει: «ολίγον κατ΄ ολίγον οι Έλληνες έγιναν όλοι ισοκέφαλοι. Διεδόθη στους μικροτέρους καπεταναίους ο κομματισμός. Και οι μεγάλοι άρχισαν να αδυνατούν. Διότι οι λοιποί έτρεχον πλέον χωρίς χαλινόν και κανέναν δεν εσέβοντο. Τοιουτοτρόπως δε επολέμουν το εθνικόν πνεύμα το οποίο εμοίρασαν εις τοιούτον τρόπον ώστε να μη μπορεί να ενεργεί. Ενεκρώθησαν τα εθνικά όργανα. Οι δε Υδραίοι λέγουν: Εις την Πελοπόννησον, εις το κέντρον τουτέστιν των ελληνικών δυνάμεων ουδέν ισχύει η Διοίκησις, αλλά πάντα νομοθετεί και διατάττει η Πελοποννησιακή Γερουσία και απαιτούν -εξ αυτού οι Υδραίοι- τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια της κυβέρνησης». Ο Μακρυγιάννης ο οποίος προέρχεται από την Στερεά Ελλάδα, έχει σημασία, μιλάει για τον Κολοκοτρώνη και λέει: «Καθημερινώς ο Κολοκοτρώνης και η φατρία του δουλεύουν την πατρίδα με εμφυλίους πολέμους και νέες φατρίες». Και βέβαια υπάρχει ένας προβληματισμός παραλλήλως διότι, όπως είπαμε όλοι αισθάνονταν ότι κάτι έπρεπε να γίνει για να υπάρχει κάτι κεντρικό, σταθερό. Ο Λασάνης γράφει: «Η Ελληνική Επανάστασις, τόσον γόνιμος εις άντρας τολμηρούς και καταφρονούντας δια ξηράν και θαλάσσης τον θάνατον, δεν ανέδειξεν κατ΄αντιστοιχίαν άνδραν τινά με περίνοια, τον άνδρα της Επαναστάσεως». Ο δε Σουηδός φιλέλληνας Άσλινγκ γράφει: «Αν υπήρχε ένας αληθινός αρχηγός που θα μπορούσε να συνδυάσει την φιλοπατρία με τη δύναμη, τις γνώσεις με τη δραστηριότητα και σταθερότητα, η ανεξαρτησία της Ελλάδας θα ήταν από καιρού εξασφαλισμένη». Υπήρχε λοιπόν αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τώρα και η ανάγκη κάτι κεντρικού και εξ αυτού οι εντάσεις που προκαλούνται από τις φατρίες που έχουν αναπτυχθεί από τον Κολοκοτρώνη και την ομάδα του, από προεστούς, από την πλευρά της κεντρικής κυβέρνησης, θα ενταθεί, καθώς η κυβέρνηση στέλνει από την Ερμιόνη τον Νοέμβριο του 1822 προκήρυξη με την οποία καλεί να εκλεγούν πληρεξούσιοι για την συνέλευση, την εθνοσυνέλευση.

Η Πελοποννησιακή Γερουσία από την πλευρά της, όπου είναι και ο Κολοκοτρώνης, στέλνει δικιά της προκήρυξη για εθνική συνέλευση στην Τριπολιτσά, ορίζει την Τριπολιτσά, προκειμένου να αναθεωρηθεί ο οργανισμός Νόμος της Επιδαύρου και να εκλεγούν τα μέλη της Διοίκησης. Οι πολιτικοί λοιπόν αρνούνται την σύγκληση στην Τριπολιτσά και συγκεντρώνονται στο Άστρος της Κυνουρίας που είναι νοτιότερα, νοτιοδυτικά του Ναυπλίου. Γράφει ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, ο Νικήτας Σταματελόπουλος «προς τους Κουντουριωταίους, δηλαδή την Ύδρα, τον Δεκέμβριο του 1822: H εθνική συνέλευσις ετοιμάζεται και πρέπει χωρίς πάθος και παρτίδων – δηλαδή κομματισμό – να συναχθώμεν όλοι κοινώς οι πατριώται και δικαίως να διορθώσωμεν το κάθε τί. Γνωρίζω άτακτα μερικά – δηλαδή ότι γίνονται άτακτες κινήσεις – και περί τούτω μάλιστα κράζω καθ΄ώραν, αλλά δεν πρέπει και ένεκεν τούτου να εγκαταλείψωμεν να απωλεσθεί η πατρίς, αλλά να τρέξωμεν». Την επιλογή του Άστρους την απαίτησαν οι Υδραίοι. Και έτσι οι στρατιωτικοί οι οποίοι συγκεντρώθηκαν τελικά στο Ναύπλιο, οι μεν στο Άστρος, οι δε στο Ναύπλιο και τούτο διότι είχε καταληφθεί και ήταν υπό τον έλεγχο του Κολοκοτρώνη, τελικά λόγω του τελεσίγραφου του Άστρους, των νησιωτών περί του Άστρους, τα πράγματα θα γίνουν στο Άστρος. Μόνο που τα πράγματα είναι περίεργα διότι με την πλευρά των πολιτικών, δηλαδή της κυβέρνησης, είναι και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο οποίος τώρα είναι ο Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου. Ποιος; Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο οποίος είχε μακρότατη σχέση με τον Κολοκοτρώνη και αν υπήρχε, αν δεν είναι οι Μανιάτες στρατιωτικοί, ποιος είναι; Έτσι, ενώ μοιάζει να είναι χωρισμένα τα στρατόπεδα σε πολιτικούς και στρατιωτικούς, το πράγμα δεν είναι ακριβώς έτσι. Βέβαια ο Κολοκοτρώνης συγκεντρώνει τους περισσότερους στρατιωτικούς και έρχεται στο Άστρος με 800 ενόπλους, στην ουσία δηλαδή δίνει το μήνυμα της δύναμής του. Ήδη στο Άστρος υπάρχει ένταση.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει για την οξύτητα των παθών στις εργασίες της συνέλευσης [Ένθετη σημείωση: Οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης του Άστρους πραγματοποιήθηκαν Μάρτιο και Απρίλιο του 1823]: «Λόγος περί πολιτικών αρχών δεν εγένετο επί της συνελεύσεως ταύτης» ενώ εγένετο πολύ αλλά η ένταση ήταν «λόγος πολύς εγένετο περί προσωπικών, ή μάλλον ειπείν, κομματικών συμφερόντων». Το προεδρείο της διεξαγωγής της Εθνοσυνέλευσης στο Άργος έχει επικεφαλής του τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και ψηφίζονται στο Άστρος μια σειρά σημαντικών αποφάσεων. Βρίσκονται εκεί πια 230 παραστάτες. Δηλαδή σε σχέση με την Επίδαυρο που ήταν 59-60 άτομα στο Άστρος είναι πολύ περισσότεροι, άρα είναι πιο – θα έλεγε κανείς – αντιπροσωπευτικό. Σε αυτό οι προεστοί έλεγχαν περίπου 150 με ασφάλεια, οι στρατιωτικοί περίπου 80 με ασφάλεια, αλλά είχαν οι στρατιωτικοί και την υποστήριξη των ενόπλων που ήταν απ’ έξω. Δηλαδή το κλίμα ήταν πολεμικό και οι στρατιωτικοί έδιναν το μήνυμα προφανώς της στρατιωτικής εμπλοκής άμα δεν συμβούν αυτά τα οποία επιθυμούσαν. Σε αυτή τη σύγκρουση στο Άστρος έχουμε για πρώτη φορά καθαρή τη σύγκρουση ετεροχθόνων και αυτοχθόνων, δηλαδή χρησιμοποιείται στον λόγο στρατιωτικών και πολιτικών, εντός εισαγωγικών αυτά, διότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρα, αλλά οι συζητήσεις παίρναν τέτοιες τροπές και εκεί συζητείται πόσο αναγκαία είναι και αν είναι αναγκαία η συγκρότηση τακτικού στρατού και πρώτη φορά τίθεται το θέμα τόσο συγκροτημένα.

Η Εθνοσυνέλευση του Άστρους καταργεί όλα τα τοπικά πολιτεύματα, άρα καταργείται η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι δύο πλευρές στη Δυτική και Ανατολική Ελλάδα [Ένθετη σημείωση: της Δυτικής και Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος], ψηφίζει τον «Νόμο της Επιδαύρου» και όχι τον «Προσωρινό» διότι ήθελε να δείξει ότι είναι η συνέχεια σε σχέση με το πρώτο Σύνταγμα του Αγώνα. Δίνεται δημόσια το δικαίωμα δημοσίων αξιωμάτων της λειτουργίας μη χριστιανών ορθοδόξων στη Διοίκηση. Αποφασίζεται η κατάργηση της δουλείας, υπογραμμίζεται η ανάγκη της ελευθεροτυπίας, αποφασίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, της τιμής και της προσωπικής ασφάλειας όλων και όχι μόνο των Ελλήνων, διότι στην Επίδαυρο εγράφετο «ως προς τους Έλληνες». Αποφασίζεται το όριο ηλικίας για την εκλογιμότητα να είναι στα 30, να μπορεί να εκλεγεί κανείς στα 30 χρόνια και ενισχύεται το Βουλευτικό σε σχέση με το Εκτελεστικό, καθόσον στην περίπτωση της Εθνοσυνελεύσεως της Επιδαύρου το Εκτελεστικό είχε σαφώς ισχυρότερες εξουσίες. Στο Άστρος τίθεται θέμα, σαν σοβαρό θέμα για το έθνος, το γεγονός ότι οι χειροτονήσεις ιερέων και ιερωμένων είναι εξαιρετικά διεφθαρμένες και ζητείται να εκκαθαριστεί το ζήτημα και από εδώ και πέρα το πράγμα να πάρει κανονικότητα και επίσης συζητείται εντόνως η πρακτική η οποία είχε ισχύσει το προηγούμενο διάστημα, να γίνονται δούλοι αιχμάλωτοι Οθωμανοί, μουσουλμάνοι και επίσης στηλιτεύεται πολύ το γεγονός ότι με βίαιο τρόπο αιχμάλωτοι αναγκάζονται να γίνουν χριστιανοί και υπογραμμίζει η Εθνοσυνέλευση του Άστρους ότι δεν διανοείται κανείς να κάνει δεκτή την βίαιη αλλαγή θρησκεύματος σε ανθρώπους.

Στην Εθνοσυνέλευση αυτή για πρώτη φορά συζητείται η ανάγκη ύπαρξης βασιλέως και μάλιστα, αποφασίζεται να σταλεί στην Πορτογαλία μία αντιπροσωπία που να αποτελείται από τον Μαυροκορδάτο, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και από τον Αναγνώστη Δεληγιάννη, η οποία τελικά δεν θα πάει στην Πορτογαλία για διάφορους λόγους προκειμένου να προταθεί, να βολιδοσκοπηθεί ως βασιλέας ο Δον Μιγκέλ της Πορτογαλίας. Αποφασίζεται ως εθνικό σύμβολο η Αθηνά και ως εθνικά χρώματα το μπλε, το κυανούν και το λευκό. Επίσης η χώρα αποφασίζεται να διαιρεθεί σε 60 επαρχίες, τα τρία ναυτικά νησιά θα παραμένανε ώς έχουν και να δημιουργηθεί μινιστέριον του Πολέμου και μινιστέριον του Ναυτικού. Και για να πάμε στα βαριά, ζητείται από τον Κολοκοτρώνη να παραδώσει το Ναύπλιο, διότι το Ναύπλιο είχε κατακτηθεί, ελέγχονταν από τον Κολοκοτρώνη και ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε το Ναύπλιο ως δικό του και δεν το παρέδιδε στη διοίκηση. Εκείνος απαντά ότι θα παραδώσει το Ναύπλιο στη νέα κυβέρνηση.

Η σύνθεση της Κυβέρνησης, όπως ψηφίστηκε στο Άστρος. Πραξικόπημα του Κολοκοτρώνη. Δυο «κυβερνήσεις».

Αυτή η ένταση μέσα στο Άστρος, στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους, καταγράφεται και απ’ τον Ζαΐμη, τον Ανδρέα Ζαΐμη, ο οποίος φαίνεται ότι είπε τα εξής: «Αδερφοί, ενώ το παν της Γραικίας πάσχει παθήματα οικτρότατα και τραγικότατα, ημείς παίζομεν τους αστραγάλους. Δηλαδή ρίχνουμε ζάρια. Δι’ όνομα Θεού, γενείτε καν ολίγον καιρόν εχθροί των παθών σας. Έστω για λίγο γίνετε εχθροί των παθών σας. Έφθασαν οι εχθροί στην αυλήν μας. Ο σίδηρος και το πυρ των Τούρκων θέλουν διαλύσει εν ευκολία τα προβλήματα της διαφωνίας μας». Έτσι που είμαστε αφοσιωμένοι στις συγκρούσεις μας οι Τούρκοι θα ’ρθουν και τότε τι διαφωνία θα έχουμε να κάνουμε; Θα είμαστε εκτεθειμένοι στη βία τους. Και αυτή λοιπόν (είναι) η πλευρά του Άστρους που φέρνει τόσες εντάσεις· βέβαια οι αποφάσεις του Άστρους, σε πολλά, όπως εκθέσαμε, είναι καίριες, με τα πολιτικά, αλλά το πράγμα (φέρνει εντάσεις), λόγω των αντιδράσεων του Κολοκοτρώνη για την παράδοση του Ναυπλίου, αλλά και των διαφαινόμενων εξελίξεων, τις οποίες θα εκθέσουμε, φέρνει εντάσεις. Πάντως, το Άστρος είναι κορυφαία στιγμή, διότι παύουν να υφίστανται άλλες εξουσίες, δημιουργείται τέλος πάντων μία κυβέρνηση, η οποία φαίνεται με τις προδιαγραφές της να είναι η μία και κεντρική και θεωρείται η Εθνοσυνέλευση του Άστρους και η αρχή της γένεσης των τριών κομμάτων που αργότερα, για δεκαετίες, θα παίξουν κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα, δηλαδή του γαλλικού, του ρωσικού και του αγγλικού. Η Εθνοσυνέλευση του Άστρους εξέλεξε τα άτομα που θα κατελάμβαναν τις θέσεις του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού. Λογικό είναι. Το Βουλευτικό τώρα έχει αυξημένη ισχύ και αυξημένες δυνατότητες σε σχέση με το Εκτελεστικό. Επομένως, ο πρόεδρός του έχει σημασία ποιος θα είναι, και πρόεδρός του τοποθετείται ο Ιωάννης Ορλάνδος, ο Υδραίος, ο οποίος όμως γρήγορα παραιτείται για διάφορους λόγους και το θέμα θα περιπλέξει (όπως) θα δούμε τα πράγματα.

Πρόεδρος του Εκτελεστικού τοποθετείται ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Άρα, ο δεύτερος πρωθυπουργός της χώρας μετά τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, μοιάζει να είναι ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ως αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού τοποθετείται στα μέλη ο Κεφαλλήνιος Ανδρέας Μεταξάς, [Ένθετη σημείωση: μέλος του Εκτελεστικού] ο οποίος ήταν στο Libro d’Oro της Κεφαλονιάς και συνδεόταν στενά με τον Κολοκοτρώνη. Ο Γρηγόριος Δικαίος τοποθετείται υπουργός των Εσωτερικών. Σε κεντρικές θέσεις ο Ανδρέας Ζαΐμης κι ο Σωτήρης Χαραλάμπης, οι οποίοι δεν ανήκουν στο κλίμα του Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης δέχεται (τη) θέση στο Εκτελεστικό που του δίδεται, [Ένθετη σημείωση: Η θέση στο Εκτελεστικό δόθηκε στον Κολοκοτρώνη λίγο αργότερα, σε μία δεύτερη αναδιάρθρωση] αλλά αμέσως παύει τον ένα από τους δύο υπουργούς Στρατιωτικών που είχαν διοριστεί και απαιτεί για τον Αναγνώστη Δεληγιάννη – τον συγγενή του πλέον, διότι έχει συγγενέψει με την οικογένεια Δεληγιάννη – τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, διότι είχε παραιτηθεί ο Ορλάνδος. Όμως, στη θέση του παραιτηθέντος Ορλάνδου είχε τοποθετηθεί με απόφαση, είχε αποφασιστεί να τοποθετηθεί ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Κολοκοτρώνης απαιτεί να παραιτηθεί ο Μαυροκορδάτος, για να τοποθετηθεί στη θέση του ο συγγενής του, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης. Και έρχεται με διακόσιους ενόπλους και απαιτεί ένοπλα, στην ουσία κάνει πραξικόπημα δηλαδή εκείνη τη στιγμή, στρατιωτικό πραξικόπημα, και απαιτεί να παραιτηθεί ο Μαυροκορδάτος. Και ο Μαυροκορδάτος παραιτείται, για να μην προχωρήσει το πράγμα σε εμφύλιο πόλεμο. Όμως, αυτές οι κινήσεις του Κολοκοτρώνη θα τον βλάψουν, διότι περνά το μήνυμα ότι ο Κολοκοτρώνης άρχισε το πραξικόπημά του. Αυτό δηλαδή το οποίο κάποιοι περίμεναν, άλλοι προσδοκούσαν, άλλοι φοβόντουσαν, τώρα γίνεται, μοιάζει να γίνεται πραγματικότητα και ο Κολοκοτρώνης χάνει και συμμάχους εξ αυτού. Εκτός δε αυτού, οι Υδραίοι είναι πλέον κάθετοι εναντίον του Κολοκοτρώνη και διαμηνύουν ότι δεν πρόκειται να δεχτούν άλλα στρατιωτικά πραξικοπήματα από τους Πελοποννησίους και ειδικά από τον Κολοκοτρώνη.

Ο Κολοκοτρώνης στις κινήσεις του μέχρι τώρα έχει κάνει αστοχίες ή εν πάση περιπτώσει τα πράγματα ήρθαν έτσι, διότι δεν έχει μαζί του σε διάφορες φάσεις τον Πλαπούτα και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον γιο του, οι οποίοι δεν έχουν δεχθεί το γεγονός ότι ο Κολοκοτρώνης δημιούργησε συμμαχία με τους Δεληγιανναίους και οι Πλαπουταίοι, τόσο ο Πλαπούτας όσο και ο γιος του Κολοκοτρώνη ο Γενναίος, δεν δέχονται ποτέ την συνύπαρξη με τους Δεληγιανναίους. Τα πράγματα έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο, που η κυβέρνηση μεταφέρεται, φέρνει τις δυνάμεις της στο Κρανίδι. Και ο Κολοκοτρώνης, στην ουσία δημιουργεί δικιά του κυβέρνηση, με έδρα την Τρίπολη. Έχουμε δύο κυβερνήσεις δηλαδή, τον Δεκέμβριο του 1823, ήδη από τον Δεκέμβριο του 1823, ο Κουντουριώτης και ο Μαυροκορδάτος, μετά από το πραξικόπημα του Κολοκοτρώνη δημιουργούν νέο Εκτελεστικό, με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Έτσι δημιουργείται νέα κυβέρνηση, στη βάση της παλαιάς, στο Κρανίδι, ενώ ο Κολοκοτρώνης δημιουργεί δικιά του κυβέρνηση στην Τρίπολη. Η δράση του Κολοκοτρώνη του στερεί την υποστήριξη και προυχόντων της Πελοποννήσου. Ο Ανδρέας Λόντος κι ο Ανδρέας Ζαΐμης συντάσσονται με την κεντρική κυβέρνηση, διότι πάντοτε αυτοί υποστήριζαν ότι χρειάζεται να υπάρχει μια σταθερή κεντρική κυβέρνηση, έχουν ενοχληθεί και από τις κινήσεις των Δεληγιανναίων σε σχέση με τον Κολοκοτρώνη, θυμίζω δε ότι πριν από την Επανάσταση του ‘21 υπήρχε αντιπαλότητα του Αρκαδικού με το Αχαϊκόν κόμμα. Δηλαδή δεν είναι τωρινή η αντιπαλότητα αυτών των δύο πλευρών.

Η επίσημη κυβέρνηση του Κρανιδίου έχει την υποστήριξη των Υδραίων, οι οποίοι τώρα πλέον μπαίνουν στην κονίστρα ως κεντρικοί παίκτες. Στο μεταξύ, όπως είπαμε, είχε σταλεί αντιπροσωπία για να ζητηθεί δάνειο από την Αγγλία και αυτή τη φορά, είμαστε στο 1823, καθώς στην Αγγλία κυριαρχεί ως πολιτική προσωπικότητα ο Κάνινγκ, ο οποίος πιστεύει στον Ελληνικό Αγώνα, είναι ο πρώτος ο οποίος πιστεύει στον Ελληνικό Αγώνα και θεωρεί ότι είναι προς συμφέρον της Αγγλίας να υπάρξει ένα κράτος ελληνικό εκεί στην άκρη των Βαλκανίων, το οποίο να δημιουργηθεί με υποστήριξη της Αγγλίας, ούτως ώστε να μειωθεί η διεισδυτικότητα της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Έτσι η αντιπροσωπία η οποία στέλνεται στην Αγγλία έρχεται με θετικά μηνύματα, ότι το δάνειο θα δοθεί και ότι η Αγγλία δέχεται την αποστολή χρημάτων. Τα χρήματα θα τα έδινε το City, δηλαδή επιχειρηματίες του City, που όμως παίρνουν το πράσινο φως από την αγγλική κυβέρνηση με υποθήκη τα εθνικά κτήματα, όπως κατέληξε να ονομάζονται. Τι ήταν τα εθνικά κτήματα; Και αυτό είναι πολύ σπουδαίο. Είναι τα μεγάλα κτήματα της Πελοποννήσου, τα οποία ανήκαν σε μουσουλμάνους γαιοκτήμονες και τα οποία έμειναν κενά ιδιοκτήτη, λόγω του ότι στην Πελοπόννησο στην πραγματικότητα ο μουσουλμανικός πληθυσμός είτε εξοντώθηκε είτε διέφυγε για να σωθεί. Επομένως η Πελοπόννησος το 1823 και το ’22 έμοιαζε πλέον να είναι μία χριστιανική μόνο περιοχή και τα κτήματα δεσμεύονται από την κυβέρνηση, ούτως ώστε να είναι εθνικά, να μην πάνε στα χέρια κανενός και να χρησιμοποιηθούν εν καιρώ για την ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας, εφόσον τα πράγματα τα στρατιωτικά ολοκληρωθούν και φτάσει η ώρα της σωστής διακυβέρνησης, μιας κανονικής διακυβέρνησης. Αυτή η ύπαρξη των εθνικών κτημάτων [Ένθετη σημείωση: «Εθνική γη» ή «Εθνικά κτήματα»] που ήταν ορισμένα εκατομμύρια στρέμματα στην Πελοπόννησο και φυσικά ήταν και τα πιο εύφορα κτήματα, θα είναι ένα πολύ σοβαρό διακύβευμα πάνω στο οποίο θα στηριχτούν και πολλές πολιτικές εξελίξεις. Στην περίπτωση που φτάσαμε εδώ, στην έγκριση της αιτήσεως δανείου από την Αγγλία, που είναι μια τεράστια στιγμή για την Επανάσταση του 1821, το γεγονός ότι δίδεται στους Έλληνες δάνειο από την μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο που είναι η Αγγλία είναι ένα τεράστιο βήμα διπλωματικό.

Τέτοιο δεν είχε πετύχει μέχρι στιγμής κανένα η ελληνική πλευρά. [Ένθετη σημείωση: το Α΄ Δάνειο υπογράφηκε στο Λονδίνο από τους εκπροσώπους των Ελλήνων τον Φεβρουάριο του 1824 (έφτασε στα χέρια της Κυβέρνησης τον Απρίλιο του 1824). Το Β΄ Δάνειο υπογράφηκε στο Λονδίνο τον Ιανουάριο του 1825]. Διότι το δάνειο δεν είναι μόνο τα χρήματα, τα οποία θα έρχονταν και τα οποία, βέβαια, ήταν εκτεθειμένα σε πολλή φορολογία και τελικά δεν θα ήταν και τόσα πολλά, αλλά χρειάζονταν επειγόντως. Αλλά το πιο σημαντικό είναι δύο πράγματα: το ένα ότι η Αγγλία, δίνοντας δάνειο, επιτρέποντας να δοθεί δάνειο στην επαναστατημένη Ελλάδα, σημαίνει ότι αποδέχεται την ύπαρξη μιας οντότητας, η οποία μπορεί να έχει διεθνή διπλωματική υπόσταση. Είναι το μεγαλύτερο βήμα το οποίο έχει κερδίσει μέχρι τότε η Ελλάδα. Το δε δεύτερο το οποίο κερδίζεται είναι ότι δεχόμενη η αγγλική πλευρά ως υποθήκη τα εθνικά κτήματα είναι σαν να υπογράφει η μεγαλύτερη δύναμη στη γη ότι ναι, οι Τούρκοι έχουν φύγει απ’ την Πελοπόννησο, τέλειωσε πια αυτή η ιστορία, ναι, τα εδάφη αυτά ανήκουν στο καινούριο μόρφωμα που αναπτύσσεται, ναι, υπάρχει κάτι σαφές πλέον που έχει υπόσταση, όχι μόνο διπλωματική αλλά και γης. Βέβαια, το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτήν την σκληρή στιγμή του εμφυλίου και της διαίρεσης των Ελλήνων στα δύο και της δημιουργίας δύο διαφορετικών κυβερνήσεων, το γεγονός ότι συμπίπτει η έγκριση του δανείου, το οποίο πού θα στελλόταν; Το δάνειο θα έφτανε σε ποιον; Στην νόμιμη κυβέρνηση αυτού του μορφώματος, που δεν ήταν άλλη από την κυβέρνηση του Κρανιδίου, δηλαδή την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη. Διότι πλέον, όπως είπαμε, επικεφαλής της κυβέρνησης του Κρανιδίου, έτσι όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα, ήταν ο Γεώργιος Κουντουριώτης, ο αδερφός του σπουδαίου Λάζαρου Κουντουριώτη. Τα χρήματα θα έρχονταν στην κυβέρνηση του Κρανιδίου και επομένως, το φάσμα της ήττας ήταν βέβαιο, θα έλεγε κανείς, για την άλλη πλευρά, διότι η κυβέρνηση του Κρανιδίου με τα χρήματα του δανείου θα μπορούσε να κατανικήσει τους αντιπάλους της.

Οι Έλληνες στη δίνη των εμφυλίων.

Η Πελοπόννησος διηρημένη σε δύο στρατόπεδα.

Τα πράγματα λοιπόν είναι σε αυτό το σημείο. H πλευρά του Κολοκοτρώνη κρατάει στα χέρια της και είναι οχυρωμένη σε δύο σημεία: στο Ναύπλιο, το οποίο δεν παραδίδει στην κυβέρνηση (στην Κεντρική Κυβέρνηση), και την Τρίπολη, στην οποία έχει δημιουργηθεί η κυβέρνηση του Κολοκοτρώνη. [Ένθετη σημείωση: Ο Α’ γύρος του εμφυλίου διαρκεί από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο του 1824.] Η κυβέρνηση με τον Λόντο, με τη βοήθεια του Λόντου, με τη βοήθεια του Νοταρά, με τη βοήθεια του Ζαΐμη, του Παπαφλέσσα, των Γιατράκων – δηλαδή η πλευρά της κυβέρνησης, έχει πολλούς προύχοντες της Πελοποννήσου μαζί της και Μανιάτες – κτυπούν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος ενισχύεται από τα παιδιά του, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Δεληγιανναίους και όλη την ομάδα των προυχόντων που σχετίζονται με τον Δεληγιάννη και τον Νικήτα Σταματελόπουλο, τον Νικηταρά. Οι Υδραίοι πολιορκούν το Ναύπλιο και παίζουν μεγάλο ρόλο εξ αυτού στα πράγματα και βέβαια στον εμφύλιο αυτό ο Κολοκοτρώνης θα βρεθεί σε δυσμενή θέση, διότι και έχει έρθει το δάνειο, οπότε η πλευρά η αντίπαλη έχει ενισχυθεί, και για πρώτη φορά ο Κολοκοτρώνης βλέπει ότι αυτός ο οποίος είχε τόσο μεγάλη λαϊκή αποδοχή και λατρεία και αγάπη, ότι οι κάτοικοι της Τριπόλεως σταδιακά γίνονται όλο και πιο εχθρικοί μαζί του, διότι ενοχλούνται πολύ από το γεγονός ότι η πόλη τους βρέθηκε ξανά μέσα στα πυρά του πολέμου και θεωρούν γι’αυτό υπεύθυνο τον Κολοκοτρώνη. Καθώς η θέση του Κολοκοτρώνη αδυνατίζει, η κυβέρνηση ζητά από τον Λόντο, τον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Ζαΐμη, οι οποίοι πολιορκούν την Τρίπολη, όταν παραδοθεί ο Κολοκοτρώνης να μην δεχτούν κανένα συμβιβασμό, να είναι άτεγκτοι απέναντί του και να παραδώσουν την Τρίπολη στην κυβέρνηση. Όμως ο Ανδρέας Λόντος και ο Ανδρέας Ζαΐμης, όταν τελικά καταρρέει η άμυνα της Τρίπολης και ο Κολοκοτρώνης φαίνεται ότι είναι έτοιμος για συμβιβασμό, συζητούν μαζί του και δέχονται αυτό που ζητάει ο Κολοκοτρώνης, δηλαδή να μην παραδοθεί η Τρίπολη στην κυβέρνηση αλλά στον Ανδρέα Ζαΐμη και στον Ανδρέα Λόντο ως Πελοποννήσιους. Εδώ έχουμε μια εξέλιξη που θα φέρει ανατροπές, διότι η κυβέρνηση δυσφορεί πλέον βαρύτατα για τον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Ζαΐμη οι οποίοι παρέκαμψαν τις οδηγίες της και στην ουσία οι δύο αυτοί προύχοντες της Αχαΐας βρέθηκαν κατά κάποιο τρόπο να ενισχύουν τη θέση του Κολοκοτρώνη και να αδυνατίζουν την κεντρική κυβέρνηση, δεχόμενοι τους όρους του Κολοκοτρώνη για την παράδοση της Τρίπολης.

Ο εμφύλιος συνεχίζεται. Οι Ρουμελιώτες ρημάζουν την Πελοπόννησο.

Η Διοίκηση εκδίδει Διακήρυξη προς τους Έλληνες τον Μάρτιο του 1824 και εξηγεί στον ελληνικό λαό πως «μάχεται, γιατί οι αντίπαλοί της δεν θέλουν να βασιλεύσουν οι νόμοι, διότι οι νόμοι υπαγορεύουν την ισονομίαν και τα αυτά δικαιώματα εις όλους τους πατριώτας, ενώ εκείνοι είναι στασιαστές, αντιπατριώτες και εχθροί του Έθνους». Η εξέλιξη των πραγμάτων, με τον Ανδρέα Ζαΐμη και τον Ανδρέα Λόντο να έχουν δεχθεί την παράδοση της Τρίπολης σε εκείνους και όχι στην Κυβέρνηση, φέρνει εξελίξεις. Διότι ο Πάνος Κολοκοτρώνης, παρότι ο πατέρας του είχε δεχθεί την παράδοση του Ναυπλίου, δεν παραδίδει το Ναύπλιο και αρνείται να δεχθεί κάθε συμβιβασμό σε σχέση με το Ναύπλιο. Ο δε Κολοκοτρώνης επανέρχεται στην Τρίπολη, έχοντας βγει από την Τρίπολη αρχίζει να στρατολογεί στρατεύματα, δεν παραδόθηκε απ’ τον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Ζαΐμη στην κυβέρνηση, απλώς παρέδωσε στον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Ζαΐμη την Τρίπολη. Έτσι βγαίνει από την Τρίπολη, αρχίζει ξανά την στρατολόγηση και ξαναρχίζει την πολιορκία της Τρίπολης τώρα, ενώ το Ναύπλιο παραμένει πάντα κολοκοτρωναίικο. Η κυβέρνηση ζητά απ’ τον Ανδρέα Ζαΐμη και τον Ανδρέα Λόντο – ήταν και οι δύο γνωστοί ως οι δύο Ανδρέηδες ή οι Λοντοζαΐμηδες, γιατί δρούσαν και από κοινού – ζητάει λοιπόν από τον Ανδρέα Λόντο, τον Ανδρέα Ζαΐμη κι απ’ τον Νοταρά να εισβάλουν στην Καρύταινα, γιατί ήταν η περιοχή του Κολοκοτρώνη και των Δεληγιανναίων αυτή και ήθελε η κυβέρνηση να εξασφαλίσει ότι θα αδυνατίσει τον πυρήνα των αντιπάλων της. Όμως και οι τρεις αυτοί προύχοντες, οι δύο της Αχαΐας και ο άλλος της Κορινθίας, αρνούνται να δεχθούν τις διαταγές της κυβέρνησης και δεν εισβάλλουν στην Καρύταινα.

Πλέον η κυβέρνηση δυσπιστεί προς αυτούς και προχωρούν αυτοί αυτονόμως σε συμφωνία παράδοσης του Κολοκοτρώνη και του Ναυπλίου στον Ζαΐμη και τον Λόντο. Η Διοίκηση, τέλος πάντων, επειδή έχει προχωρήσει τα πράγματα και ελέγχει αρκετά την κατάσταση, παραχωρεί αμνηστία στις 2 Ιουλίου του 1824 στους στασιαστές και απαγορεύει την συμμετοχή των μελών του παλαιού Εκτελεστικού στα όργανα της Κεντρικής Διοίκησης. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, αποκλείει από την Διοίκηση όσους είχαν στασιάσει κ.λπ. Όμως πια ο Ζαΐμης και ο Λόντος δεν είναι με τους Υδραίους και οι Υδραίοι είναι καχύποπτοι προς όλους τους Πελοποννήσιους. Έτσι, ο Γεώργιος Κουντουριώτης φτάνει στα άκρα σε σχέση με τους Πελοποννήσιους. Αισθάνεται πλέον δηλαδή η κεντρική κυβέρνηση που ελέγχεται απ’ τους Υδραίους ότι οι Πελοποννήσιοι στην πραγματικότητα μπορεί να έχουνε εσωτερικές συγκρούσεις, αλλά τελικά όταν χρειαστεί κάνουνε μία γροθιά εναντίον όλων των υπολοίπων και φυσικά της κεντρικής κυβέρνησης και φυσικά της Ύδρας. Οι Λόντοι, οι δύο Λόντοι, [Ένθετη σημείωση: Οι δύο Ανδρέηδες] ζητούν την σύγκληση εθνοσυνέλευσης. Το ίδιο ζητά και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, λέγοντας ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι το πράγμα και πρέπει να τα ξανασυζητήσουμε από την αρχή να μην είναι τόσο εκτεθειμένες σε βία οι εξελίξεις. Αλλά ο Γεώργιος Κουντουριώτης είναι ανένδοτος. Και έτσι θα συμβεί το εξής: Οι κάτοικοι της Τριφυλίας ήσαν υποπρούχοντες οι οποίοι συνδυάζονταν με τον Κολοκοτρώνη. Η κυβέρνηση κάθε τόσο έστελνε φοροεισπράχτορες για να εισπράξουν τους φόρους από διάφορα σημεία. Όταν η κυβέρνηση ζητά από κατοίκους της Τριφυλίας να δώσουν το φόρο τους, εκείνοι αρνούνται να τον δώσουν στην κυβέρνηση. Αυτό η κυβέρνηση το θεωρεί ανταρσία και ζητάει από τον Παπαφλέσσα, ο οποίος είναι μαζί της, να τους συνετίσει.

Ο Κολοκοτρώνης ενώνεται με τους ντόπιους, με τους οποίους σχετίζεται και αρνούνται να αλλάξουν στάση. Έτσι συγκρούονται ο Παπαφλέσσας και τα κυβερνητικά στρατεύματα με τον Κολοκοτρώνη και τώρα αρχίζει ο δεύτερος γύρος του Εμφυλίου [Ένθετη σημείωση: ο Β΄ γύρος του Εμφυλίου διαρκεί από τον Οκτώβριο του 1824 έως τον Μάιο του 1825], που είναι πολύ πιο σύντομος, αλλά ασύγκριτα πιο σκληρός και καταστροφικός. Διότι γρήγορα ελέγχεται η Αρκαδία, αλλά σκοτώνεται σ’ αυτή την σύγκρουση ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο λατρεμένος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη· ο οποίος γονατίζει από τον πόνο, την ίδια ώρα που τα πράγματα για τον ίδιο είναι δύσκολα και στα πεδία των μαχών. Διότι τώρα, η κυβέρνηση Κουντουριώτη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο, στρατολογεί στρατεύματα εκτός Πελοποννήσου, δηλαδή Ρουμελιώτες από την Δυτική κι από την Ανατολική Στερεά. Και Σουλιώτες. Από την πλευρά της κυβέρνησης την πρωτοβουλία των χειρισμών της κυβερνητικής επιχείρησης την έχει ο Ιωάννης Κωλέττης – έχουμε μιλήσει γι’ αυτόν σε προηγούμενα σημεία – ο οποίος και είναι ανελέητος ως προς τους Πελοποννήσιους και κάνει την προπαγάνδα του μεταξύ των ενόπλων της Στερεάς Ελλάδος με τον ωμότερο τρόπο που μπορεί να φανταστεί κανείς, παρακινώντας τους δηλαδή, εκθέτοντάς τους τι πλούτη θα πάρουν όταν θα επιτεθούν στην Πελοπόννησο και θα την λεηλατήσουν. Ο Κωλέττης σε επιστολή του προς τον Γκούρα σε σχέση με τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο λέει: «Αδερφέ, οι Μοραΐτες ελύσαξαν απ’ τα πολλά πλούτη τα οποία ήρπασαν από τους Τούρκους της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου, του Λάλα, της Κορίνθου, της Μονεμβασίας και των λοιπών μερών…»

Πρέπει να πω στο σημείο αυτό ότι οι ένοπλοι της Στερεάς Ελλάδος εξαρχής είχανε αυτό το παράπονο σε σχέση με την Πελοπόννησο, διότι οι ίδιοι δεν είχαν και πολύ σπουδαία πράματα να λεηλατήσουν, ενώ η Πελοπόννησος ήτανε περιοχή μεγάλου πλούτου από πλευράς Οθωμανών, άρα μπορούσαν και λεηλατούσαν καλά οι Πελοποννήσιοι. «…Και εσείς τρέχετε αυτού, χωρίς ψωμί, χωρίς τζαρούχι, χωρίς φορέματα, με μιαν παλαιόκαπαν και καταβασανίζεσθε; Τι λοιπόν περιμένετε; Άλλην αρμοδιοτέραν και ευτυχεστέραν δι’ εσάς περίστασιν δεν θέλη εύρητε ποτέ, διά να πλουτίσετε, μικροί και μεγάλοι. Τώρα άνοιξαν διά εσάς δύο πηγαί πλούτου. Οι λίρες του δανείου, μιλάει εξ ονόματος της Κυβέρνησης, και τα πλούσια λάφυρα του Μορέως. Τι άλλον πλέον επιθυμείτε;» Αυτός είναι ο πατριωτικός, εθνικός λόγος – το λέω σαρκαστικά – του Κωλέττη προς τους ενόπλους της Ρούμελης. Για να γίνει το πράμα βαρύτερον για την Πελοπόννησο ολόκληρη πλέον, διότι στον δεύτερο εμφύλιο συγκρούεται η Πελοπόννησος με τη Ρούμελη, οι Πελοποννήσιοι θα βρεθούν σε δεινότερη θέση για τον εξής λόγο: Οι προύχοντες της Πελοποννήσου, όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, και επειδή στην Πελοπόννησο δεν υπήρχαν πολλοί ένοπλοι επιπέδου – τουλάχιστον στην αρχή δεν υπήρχε αριθμός επαρκής, προκειμένου να έχουν τη φύλαξη των περιοχών τους – αποτάθηκαν σε Ρουμελιώτες και σε Σουλιώτες, τους οποίους και μίσθωναν, σ’ ένα είδος κάπου. Έτσι, μέσα στην Πελοπόννησο, σε καίρια σημεία, δηλαδή στις περιοχές των προεστών και στις περιουσίες των προεστών, βρίσκονταν ήδη Σουλιώτες και Ρουμελιώτες· οι οποίοι ενώθηκαν με τους Ρουμελιώτες και Σουλιώτες που ήρθαν στην Πελοπόννησο και έτσι η λεηλασία και η καταστροφή ήταν πέραν πάσης περιγραφής.

Στα απομνημονεύματα των Πελοποννησίων, όλων τα απομνημονεύματα, και φυσικά των προυχόντων, του Δεληγιάννη, του Ζαΐμη, του Λόντου, του Σισίνη, οι περιουσίες τους έγιναν φύλλο και φτερό. Τα ρουμελιώτικα στρατεύματα, που ήταν στην ουσία άτακτοι ένοπλοι, δεν σεβάστηκαν ούτε μοναστήρια ούτε εικόνες ούτε τίποτε. Και αυτό έμεινε βαριά στη συλλογική μνήμη των Πελοποννησίων, η καταστροφή στην οποία προέβησαν οι Ρουμελιώτες. Και βέβαια με αυτήν την δύναμη που ήρθε πλέον στην Πελοπόννησο, τον Δεκέμβριο, τέλη Δεκεμβρίου του 1824, ο Κολοκοτρώνης πλέον παραδίδεται στη Διοίκηση, παραδίδεται το Ναύπλιο στην κυβέρνηση, ο Κολοκοτρώνης εκδηλώνει την ειλικρινή μεταμέλειά του για τα όσα έπραξε σ’ αυτήν τη διετία, έτσι τουλάχιστον την εκδηλώνει αυτήν την ειλικρινή μεταμέλεια, και φυλακίζεται στην Ύδρα. Ο Κολοκοτρώνης φυλακίζεται στην Ύδρα μέχρι και τον Μάιο του 1825. Και την ίδια ώρα που ο Ιμπραήμ της Αιγύπτου εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Η πιο μεγάλη απειλή από πλευράς οθωμανικής δύναμης κινείται ήδη το 1824, δηλαδή την εποχή που προς την Κρήτη και τα λοιπά κάνουν τις κινήσεις τους οι Αιγύπτιοι, και ενόσω ακόμα ο εμφύλιος (μαίνεται), βέβαια βρίσκεται προς το τέλος του, αλλά ακόμη είναι ζωντανός και η Πελοπόννησος έχει ματώσει από την καταστροφή, ο Ιμπραήμ παρουσιάζεται στο προσκήνιο [Ένθετη σημείωση: Ο Ιμπραήμ αποβιβάζεται στην Μεσσηνία (στην Μεθώνη) στις 26 Φεβρουαρίου 1825] και τώρα πλέον όλα θα αλλάξουν.

Ο Ibrahim της Αιγύπτου προχωρά, ενώ οι Έλληνες ζουν τις συνέπειες του εμφυλίου.

Η σύγκρουση στους εμφυλίους, στους δύο γύρους του εμφυλίου πολέμου, θα φέρει ρήγματα βαθύτατα στον κόσμο της Επανάστασης μεταξύ Ρουμελιωτών και Πελοποννησίων, όπως είπαμε. Θα φέρει επίσης τη βαθιά δυσπιστία των Υδραίων απέναντι, που πλέον είναι οι ισχυροί παίκτες, αυτό ανέδειξαν οι εμφύλιοι πόλεμοι, την δύναμη της Ύδρας. Είναι οι ισχυροί παίκτες των τεκταινομένων, οι οποίοι αμφισβητούν και δυσπιστούν βαθύτατα για τους Πελοποννησίους, των οποίων τη συμπεριφορά είδαν το ’23, ’24, ’25 και κατέληξαν στο εξής: Ο Ιωάννης Ορλάνδος, μέλος του Εκτελεστικού, προς τους Κουντουριώτες: «Οι Πελοποννήσιοι δεν μετατρέπονται, είναι πάντοτε αυτοί και ο σκοπός τους είναι εις τρόπον όπου μήτε καλημέρα δεν λέγουν εάν δεν έχουν χρείαν. Και την ολίγην οπωσούν πολιτικήν όπου δεικνύουν εξ ανάγκης προς υμάς ώστε να εκπλεύσουν τα πλοία μας κατά του εχθρικού και ύστερον πάλιν τι είχες Γιάννην μ’, τι είχα πάντα». Ο Ορλάνδος το λέει έτσι. Η σύγκρουση αυτή ανέδειξε βαθιά την διάσταση μεταξύ αυτοχθόνων – ετεροχθόνων, μεταξύ μαχαιροκρατίας, όπως λέγονταν οι στρατιωτικοί, και καλαμαράδων, όπως λέγονταν οι πολιτικοί, αλλά και φυσικά μεταξύ Ρούμελης και Πελοποννήσου. Και αυτό το πνεύμα του εθνικού, το εθνικό πνεύμα που η Επανάσταση προσπάθησε να χαλυβδώσει τον πρώτο και τον δεύτερο χρόνο, δηλαδή όλοι μαζί πολεμούμε για την Ελλάδα, έμοιαζε να είχε διαρραγεί βαρύτατα. Πριν κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο όμως, ήθελα να διαβάσω ένα σημείο που δείχνει ότι πάντοτε ο άνθρωπος είναι προσωπικότητα. Μπορεί να συμβαίνουν γενικά πράγματα, αλλά πολλά εξαρτώνται από την προσωπικότητα των ατόμων. Τα αρχοντικά του Ανδρέα Ζαΐμη τα είχε λεηλατήσει και καταστρέψει στον εμφύλιο πόλεμο, στον δεύτερο εμφύλιο, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο ίδιος και η ομάδα του, ο Γκούρας, ο Ανδρούτσος.

Ο Ζαΐμης λοιπόν μετά τον εμφύλιο, όταν συζητείται η ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Καραϊσκάκη, σηκώνεται όρθιος στη συζήτηση και λέει τα εξής: «Κύριοι, πας τις ηξεύρει ότι ο Καραϊσκάκης είναι επαχθής εις εμέ, διότι αυτός με το σώμα του διήρπασεν τον οίκον μου εις Κερπινήν εν καιρώ του εμφυλίου πολέμου. Γνωρίζων όμως επί της δεινής παρούσης περιστάσεως ότι τα συμφέροντα της πατρίδος κρύπτονται εν αυτώ, στο πρόσωπο δηλαδή του Καραϊσκάκη, παραδέχομαι την πρότασιν και πρώτος δίδω την ψήφον μου». Και σηκώθηκε όρθιος και οι δύο άντρες φιλήθηκαν, δίνοντας ένα παράδειγμα ενότητας που χρειαζόταν ο τόπος ξανά, διότι ο Ιμπραήμ είναι εκείνος που θα φέρει την ενότητα εκ των πραγμάτων. Ο Ιμπραήμ περνά στην Πελοπόννησο τον Φεβρουάριο του 1825, δεν υπάρχει κανείς να τον σταματήσει. Μέχρι τότε ο στόλος ήταν σε ετοιμότητα, είχε σταματήσει αλλεπάλληλες προσπάθειες του οθωμανικού στόλου να αποβιβάσει στρατεύματα, αλλά λόγω των συγκυριών του εμφυλίου ο Ιμπραήμ αποβιβάζει τα στρατεύματά του ανενόχλητος στην περιοχή της Μεσσηνίας, η αντίσταση την οποία συναντά εδώθε και εκείθε μπορεί να εμπεριέχει ηρωισμό, αλλά είναι αδύνατη να ανακόψει την ορμή του, καθόσον ο Ιμπραήμ είναι ένας σημαντικός στρατιωτικός, τα στρατεύματά του είναι εκπαιδευμένα από Γάλλους και Αυστριακούς επαγγελματίες στρατιωτικούς και μηχανικούς (για το πυροβολικό του) και δεν έχουν εκπαιδευτεί μόνο, αλλά συνοδεύουν το στράτευμα στην δράση του. Ο Ιμπραήμ κατάφερε να σαρώσει την Πελοπόννησο μετά το 1825 και 1826, σε σημείο που να παραμείνουν στα χέρια των Ελλήνων μόνο περιοχές στην Αργολίδα και την Μεγαρίδα στη Στερεά, και βέβαια στη Μάνη η οποία άντεξε και παρέμεινε ελεύθερη. Ο κίνδυνος και για την Ύδρα και για τη Στερεά και για τα νησιά ήταν βέβαιος, και βέβαια στη Στερεά ο Ιμπραήμ θα επιτεθεί και θα πολιορκήσει το Μεσολόγγι, πράγμα το οποίο θα το δούμε αμέσως.

1825-1826: Δύο γεγονότα διαφορετικού συμβολισμού και σημασίας.

Η «Αίτηση προστασίας».

Πριν λοιπόν προχωρήσουμε στο θέμα, στην προσέγγιση της B’ πολιορκίας του Μεσολογγίου, θα πρέπει να επιμείνουμε σε κάποια στοιχεία της ζώνης του χρόνου που ήδη αναλύσαμε και που μας ενδιαφέρει, δηλαδή την περίοδο της προέλασης του Ιμπραήμ. Παρόλη την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη, ο οποίος αποφυλακίζεται από το μοναστήρι της Ύδρας προκειμένου να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της λαίλαπας, και παρότι ο Κολοκοτρώνης δρα με μεγάλη δραστηριότητα και γίνονται ηρωικές προσπάθειες στην Πελοπόννησο όχι μόνον από εκείνον αλλά και από τον Μακρυγιάννη και στο Μανιάκι η αντίσταση είναι δυνατή στο τέλος οι εξελίξεις είναι δυσμενείς και ο Ιμπραήμ μοιάζει να σαρώνει.  Σας δείχνω μια αποτύπωση ζωγραφική του Αιγύπτιου αυτού πασά, αλβανικής καταγωγής όπως ήταν και ο πατέρας του, πασάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο. Λόγω των εξελίξεων εκεί προς το καλοκαίρι του 1825, υπάρχει πτώση του ηθικού. Οι καταστροφές του εμφυλίου είχαν προετοιμάσει το κακό, η χώρα έχει μεγάλη δυσκολία να συγκεντρώσει υλικό, δεν έχει χρήματα πλέον, έχει τελειώσει, κατασπαταληθεί κατά κάποιο τρόπο το δάνειο για τον εμφύλιο, και εξ αυτού μοιάζει αναπόφευκτο το τέλος. Και η αίσθηση αυτή φαίνεται ότι είναι ευρύτατα διαδεδομένη. Και στην στιγμή αυτή τα ηνία παίρνει ο αρχηγός, ο επικεφαλής της Επιτροπής Ζακύνθου, ο μεγάλος βοηθός της Ελληνικής Επανάστασης στην πλευρά των Ιονίων νήσων, ο Διονύσιος Ρώμας.

Αναφερθήκαμε σ΄ αυτόν στην αρχή των συζητήσεών μας για την Επανάσταση του 1821, καθώς ο Διονύσιος Ρώμας ήταν η δεύτερη περίπτωση, η δεύτερη υποψηφιότητα, θα έλεγε κανείς, μετά τον Ιωάννη Καποδίστρια για να γίνει κυβερνήτης της Ελλάδος και ήταν ένας δραστήριος πατριώτης, ο οποίος χειριζόταν με μεγάλη μαεστρία το γεγονός ότι ανήκε στους τεκτονικούς κύκλους της Ζακύνθου, και όχι μόνο, και βοηθούσε με τα δίκτυά του τον Ελληνικό Αγώνα με ποικίλους τρόπους. Ο Διονύσιος Ρώμας μαζί με την Επιτροπή Ζακύνθου συνθέτει ένα «αίτημα προστασίας» προς την Αγγλία, ένα αίτημα προστασίας εκ μέρους των Ελλήνων προς την Αγγλία, με το οποίο ζητείται και δίδεται: «Οι Έλληνες θέσπισαν την παρακαταθήκη της ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας και πολιτικής υπάρξεως του Έθνους υπό την απόλυτον υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας». Αυτό είναι το περίφημο «αίτημα προστασίας» του καλοκαιριού του 1825, το οποίο υπογράφει πρώτος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Και ακολουθούν και πολλοί άλλοι [Ένθετη σημείωση: ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραψαν ήταν και ο Ανδρέας Μιαούλης]. Το στέλνουν στην Επιτροπή Ζακύνθου και στο έγγραφο διορίζεται ως αρχηγός των δυνάμεων ξηράς ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και της θαλάσσης ο Ανδρέας Μιαούλης. Αποφασίζεται δε να δοθεί ένα αντίγραφο στον γιο του Ανδρέα Μιαούλη, τον Δημήτρη Μιαούλη, για να το επιδώσει αυτοπροσώπως στον Κάνινγκ στην Αγγλία, ο οποίος όμως είχε να αντιμετωπίσει την βασιλική διακήρυξη για την μη στρατολόγηση ανδρών για τον ελληνικό στρατό και έτσι ήταν δύσκολο για εκείνον, παρότι είχε θετικές τάσεις απέναντι στους Έλληνες, να το αποδεχθεί.

Αυτή όμως η κίνηση, το «αίτημα προστασίας» προς την Αγγλία είχε τεράστιο βάρος πολιτικό, διότι στην πραγματικότητα οι Έλληνες ήταν σαν να ζητούν, να ακουμπούν στην Αγγλία την ύπαρξή τους. Και εξ αυτού, οι αντίπαλοι αυτού του αιτήματος προστασίας διατείνονταν ότι είναι «σαν να ζητούμε να γίνουμε προτεκτοράτο της Αγγλίας, και να το ζητούμε εμείς». Όμως γιατί υπέγραψε αυτή την αίτηση ο Κολοκοτρώνης, γιατί την υπέγραψαν τόσοι πολλοί εκ των παραγόντων της Ελληνικής Επανάστασης; Διότι έμοιαζε πως λήγει το πράγμα και επομένως θα πρέπει να κάνουμε μια αποφασιστική κίνηση επιβίωσης. Και αυτή η κίνηση επιβίωσης δεν θα μπορούσε, έκριναν, να είναι άλλη παρά η Αγγλία. Δεν την υπέγραψε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος πίστευε ότι «θα πρέπει αν είναι να στραφούμε σ΄ όλους, παρά μόνο στην Αγγλία», γενικά υπήρξαν αντιδράσεις στο πράγμα, αλλά είναι τόσες πολλές και σημαντικές οι υπογραφές αυτής της αιτήσεως προστασίας, την οποία υπέγραψαν φυσικά Υδραίοι, ο Μιαούλης κ.λπ., που το πράγμα δεν μπορούσε να μην είναι παρά επίσημο διότι είχε και την υπογραφή της κυβέρνησης της Ελλάδας.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης, ο Ιωάννης Θεοτόκης, πίστευε πως «ωφελιμότερον ήθελεν έσται δια την Ελλάδα το να έχει βασιλέα» παρά δηλαδή να κάναμε μια τέτοια κίνηση, η ιδέα της βασιλείας συνεχώς υπήρχε, «έστω και ανήκοντα εις μίαν γαλλικήν δυναστείαν παρά να καταστεί αγγλική επαρχία». Όμως η αίτηση προστασίας έμεινε τελικά στον αέρα, χρησιμοποιήθηκε πολύ στις ένθεν και ένθεν κατηγορίες, όμως ο Απόστολος Βακαλόπουλος στον Ζ’ τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού όπου αντιμετωπίζει την Επανάσταση του 1821, γράφει την εξής εμβληματική φράση: «Πάντως η αίτηση της βρετανικής προστασίας αποδείχθηκε μία βόμβα μεγάλης ισχύος, που ρίχθηκε βέβαια στο κέντρο της Πελοποννήσου αλλά συγκλόνισε την πολιτική ζωή της επαναστατημένης χώρας. Ήταν η βόμβα που πυροδότησε το ενδιαφέρον και τον ανταγωνισμό των μεγάλων Δυνάμεων στην νοτιανατολική Ευρώπη και προκάλεσε την γένεση των πρώτων πολιτικών ομάδων στην Ελλάδα, και μακροπρόθεσμα προσδιόρισε την πολιτική της ύπαρξη αλλά και σε κάποιο βαθμό την εξάρτησή της από την Αγγλία».

Η «εκστρατεία του Λιβάνου».

Πράγματι η αίτηση προστασίας προς την Αγγλία κινητοποίησε τις υπόλοιπες δυνάμεις που ενδιαφέρονταν για τα πράγματα της ανατολικής Μεσογείου και τον Νότο της Βαλκανικής, μάλιστα στην Γαλλία κυκλοφόρησε ανώνυμο φυλλάδιο με τίτλο «La Grèce deviendra-t-elle anglaise ?». Θα γίνει η Ελλάδα αγγλική; Και η Γαλλία και η Ρωσία μετά από αυτό το αίτημα προστασίας, κινητοποιήθηκαν πολύ περισσότερο όσον αφορά τα ελληνικά πράγματα. Τώρα μια μικρή αφήγηση για ένα γεγονός που μοιάζει παράξενο, που ήταν όμως μέσα στις έκκεντρες λογικές των πραγμάτων στην περίοδο της επανάστασης. [Ένθετη σημείωση: Έκκεντρες και παράτολμες π.χ. υπήρξαν οι απόπειρες των Μιαούλη και Κανάρη να κάψουν πλοία του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, ο ένας τον Ιούλιο του 1825 και ο άλλος τον Ιούνιο του 1827]. Υπήρξε εκστρατεία ελληνική στον Λίβανο. Τι είχε συμβεί; Στις αρχές της επανάστασης ένας έμπορος Έλληνας που ζούσε στον Λίβανο, είχε εξηγήσει και είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη του Λιβάνου Μπεσίρ, είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό και είχε πει πως ο Εμίρης του Λιβάνου επιθυμεί συμμαχία με τους Έλληνες για την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου και για αντιπερισπασμό στον σουλτάνο. Τότε τα πράγματα δεν λειτούργησαν, έγιναν κάποιες επικοινωνίες, κάποιες επαφές αλλά τελικά η κυβέρνηση έκανε πίσω και είπε ότι «δεν μας ενδιαφέρει να προχωρήσουμε σε αυτή τη σύμπραξη με τον Μπεσίρ του Λιβάνου».

Όμως κάποια άτομα που είχαν ακούσει, που είχαν πληροφορηθεί γι’ αυτές τις συζητήσεις, ναυτικοί και ένοπλοι, και είχαν οραματιστεί δράσεις και πλούτο, – φαντάστηκαν ότι θα λεηλατήσουν, θα παν στον Λίβανο θα πολεμήσουν, θα υπάρχουν πολλά να λεηλατήσουν – πήραν πάνω τους την απόφαση ενώ η κυβέρνηση δεν είχε συγκατανεύσει σε αυτό, να κάνουν εκστρατεία μόνοι τους. Και συγκεντρώθηκαν στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1826, 14 πλοία με 2000 άνδρες στην Νάξο, για να κινηθούν προς τον Λίβανο. Δύο χιλιάδες άνδρες δεν είναι αστείο πράγμα και δεκατέσσερα πλοία. Ένας ολόκληρος στόλος. Και ποια εποχή; Τον Φεβρουάριο του 1826 που το Μεσολόγγι έχει ανάγκη ’του θανάτου’ βοήθειας, δύο χιλιάδες Έλληνες ναυτικοί κινούνται προς τον Λίβανο, χωρίς καμία κυβερνητική διαταγή, λεηλατούν την Νάξο σε τέτοιο βαθμό που η Νάξος καταμετρά τις ζημίες της σε 1.500.000 γρόσια. Λεηλατούν την Κύπρο, λεηλατούν την Άνδρο, συλλαμβάνουν και λεηλατούν αυστριακά πλοία, φτάνουν στην Βυρητό και ο Μπεσίρ πασάς τους ζητά έγγραφα από την κυβέρνηση. Φυσικά δεν έχουν να επιδείξουν, και φυσικά ο Μπεσίρ τους εκδιώκει κακήν κακώς να γυρίσουν πίσω. Μοιάζει παράξενο, αλλά αυτή η «εκστρατεία» εντός εισαγωγικών, έγινε τον χειμώνα του 1826.

1826-1827: Από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας στην ήττα στο Φάληρο.

Η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.

Κι ενώ τρέχουν οι εξελίξεις και είχε πλησιάσει και η εποχή για την Γ’ Εθνοσυνέλευση, που θα έπρεπε να γίνει τον Σεπτέμβριο του 1825, οι περιστάσεις οι δεινές, στις οποίες βρίσκεται η χώρα, καθυστερούν και όχι μόνο αυτό αλλά και λόγω του ότι στην πραγματικότητα οι εσωτερικές συγκρούσεις μπορεί λόγω της δράσης του Ιμπραήμ και της καταστροφής που έχει συνεπακολουθήσει να έχουν μετριαστεί, αλλά δεν έχουν καθόλου εκλείψει. Τελικά η Εθνοσυνέλευση συνέρχεται στην Πιάδα στις 6 Απριλίου του 1826, δηλαδή πάλι στην περιοχή της Επιδαύρου. Εκεί όμως αποδεικνύεται ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη, τα πράγματα γίνονται βαριά, και διότι τότε μαθεύεται η πτώση του Μεσολογγίου. Ο Κολοκοτρώνης το περιγράφει με πολύ δυνατό τρόπο στα απομνημονεύματά του λέγοντας ότι «ήλθε η είδησις: το Μεσολόγγι έπεσεν. Κρατήθηκα, ακούμπησα σε ένα κορμό, διότι η πατρίς μου χάνεται…». Δηλαδή, δεν μπορούσε να το αντέξει αυτός ο άντρας που είχε ζήσει στη ζωή του τόσα πολλά, έμαθε το τέλος του Μεσολογγίου και χρειάστηκε να ακουμπήσει, του κόπηκε η αναπνοή «ότι η πατρίς μου χάνεται». Εν πάση περιπτώσει μέσα σε αντεγκλήσεις, μέσα σε μίση, μέσα σε βολές, φωνές, το Μεσολόγγι, οι άνθρωποι του Μεσολογγιού διαμαρτύρονταν στο μακρό χρόνο της πολιορκίας «σταματήστε να θέλετε να κάνετε Εθνοσυνέλευση. Τι την θέλετε τώρα την Εθνοσυνέλευση που χανόμαστε; Αφήστε να κερδίσουμε πρώτα και έπειτα θα ξανασυζητήσουμε. Τώρα χάνεται, χάνεται το Μεσολόγγι κι άμα χαθεί το Μεσολόγγι αυτή τη στιγμή, χάνεται και η Ελλάδα, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα».

Τέλος πάντων, παρόλα αυτά, οι Αγγλόφιλοι συνέρχονται στην Αίγινα, χωρίζονται, και οι Ρωσόφιλοι στην Ερμιόνη. Κινούνται σε δύο διαφορετικές περιοχές. Τελικά, όμως, στο πεδίο των πραγμάτων, με τα πολλά, έχουν έρθει τρεις σημαντικοί Άγγλοι: ο Κόχραν, ο Τσωρτς και ο Χάμιλτον, οι οποίοι και προσπαθούν να βοηθήσουν τη σύγκλιση των πραγμάτων. Ο Κόχραν, ένας πολεμιστής Άγγλος, ο οποίος πολέμησε και με τον Μπολιβάρ και πολέμησε και στο Περού, μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία, έρχεται με 100.000 ισπανικά τάλιρα, πολλά χρήματα, τα οποία είχαν συλλεγεί από φιλελληνικούς κύκλους της Αγγλίας, τα έφερνε στην κυβέρνηση και επίσης έφερνε μαζί του και χρήματα που σχετίζονταν με το δεύτερο αγγλικό δάνειο, διότι στο μεταξύ είχε ζητήσει η ελληνική κυβέρνηση και είχε πάρει δεύτερο δάνειο από την Αγγλία. Τέλος πάντων, διακόσιοι πληρεξούσιοι συνέρχονται στην Τροιζήνα, τον Μάρτιο του 1827 πλέον, και υπό την προεδρία του Γεωργίου Σισίνη, του προύχοντα της Πελοποννήσου της περιοχής της Γαστούνης. Σε αυτήν υπήρξε πάρα πολύ έντονη συζήτηση, για το ποιο θα έπρεπε να είναι το πολίτευμα της Ελλάδος, αν θα έπρεπε να εκλεγεί ο Καποδίστριας ή όχι, εάν θα έπρεπε να εκλεγεί κυβερνήτης ή όχι και ήταν τότε που ο Χάμιλτον είπε: «Λοιπόν, εκλέξατε τον Καποδίστρια ή όποιον διάβολον θέλετε, αλλιώς χάνεστε».

Δηλαδή όλοι έβλεπαν το αδιέξοδο αυτών των συγκρούσεων και φυσικά οι Άγγλοι, οι οποίοι είχαν εμπλακεί πλέον στα ελληνικά πράγματα θερμά και ζεστά, ενώ οι Έλληνες συνέχιζαν να αντιμάχονται. Τελικά, ο Κολοκοτρώνης πήρε πάνω του, ξαναναδείχθηκε στον σημαντικό άντρα και την προσωπικότητά του, έπαιξε το κύρος του ρόλο και οδήγησε έτσι την συνέλευση, ώστε να εκλεγεί ομόφωνα ως κυβερνήτης της Ελλάδος ο πρώην υπουργός του τσάρου Ιωάννης Καποδίστριας. Και ορίστηκε η διάρκεια της εξουσίας του σε επτά χρόνια. Στο Σύνταγμα, το οποίο ψηφίστηκε στην Τροιζήνα – είναι το αρτιότερο και πληρέστερο όλων των μέχρι τότε Συνταγμάτων – προβλέπει την αρχή της ισότητας, της αρχή της αναλογικής κατανομής των δημοσίων βαρών, την ελευθερία του τύπου και της εκπαίδευσης, την αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων, το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας με την δυνατότητα απαλλοτριώσεως «διά δημόσιον όφελος με αποζημίωσιν» και για πρώτη φορά διατυπώνεται η φράση της λαϊκής κυριαρχίας «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το έθνος, πάσα η εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Το Σύνταγμα αυτό δεν ήταν προσωρινό, ήταν το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» και στην ουσία υπηρετεί την ανάγκη για κεντρική εξουσία επιλέγοντας έναν κυβερνήτη της Ελλάδος με φιλελεύθερα και δημοκρατικά στοιχεία. Μετά μάλιστα από πρόταση του Κολοκοτρώνη – κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, πάλι ο Κολοκοτρώνης εδώ έδωσε την κατεύθυνση – ανατίθεται η αρχηγία των ναυτικών δυνάμεων στον Κόχραν και του στρατού στον Τσωρτς. Αυτές είναι οι πραγματικότητες του 1826-1827 όσον αφορά τα εντός της Ελλάδος θέματα.

Η Β΄ Πολιορκία του Μεσολογγίου.

Ενόσω συμβαίνουν αυτά που είπαμε, η «εκστρατεία» εντός εισαγωγικών του Λιβάνου, οι συζητήσεις και οι πρώτες κινήσεις και οι πρώτοι γύροι της προσπάθειας σύγκλησης εθνοσυνέλευσης για την Τροιζήνα, τα στρατεύματα τα οθωμανικά – και θα έρθει και ο Ιμπραήμ – πολιορκούν το Μεσολόγγι. Το Μεσολόγγι ήδη από την πρώτη του πολιορκία, που είχε συμβεί μετά τη μάχη του Πέτα, είχε την τύχη να δει τα τείχη του να βελτιώνονται κατά πολύ, χάρη στη δράση ενός ευφυούς μηχανικού, του Μιχαήλ Πέτρου Κοκκίνη, ο οποίος είχε υπάρξει καθηγητής μαθηματικών κάποτε στην Ακαδημία του Βουκουρεστίου και είχε σπουδές στη Βιέννη και με πάθος είχε ριχθεί στο χτίσιμο των τειχών της πόλης του Μεσολογγίου, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μεγαλύτερες προκλήσεις πολιορκίας. Ο Κοκκίνης θεωρούσε το έργο του «ιερόν έργον του έθνους». Το έργο αυτό του Κοκκίνη είχε ξεκινήσει και κατά τη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας και εκατοντάδες Μεσολογγίτες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά βοηθούσαν στο έργο χωρίς να παραπονούνται και χωρίς να διστάζουν να δώσουν όλη τους την προσπάθεια σε αυτό. Τα τείχη του Μεσολογγίου απέκτησαν επταγωνική δομή και θα παίξουν ρόλο στις μεγάλες πολιορκίες που πρόκειται να έρθουν. Ο Κοκκίνης έγραφε πως θεωρούσε το έργο που επετεύχθη στα τείχη του Μεσολογγίου «θαυμαστόν αριστούργημα, άξιον του ελληνικού έθνους». Δεν ήταν μόνος του, ήταν και άλλοι που έδρασαν και επομένως επαινεί όλους.

Και προσθέτει: «Οι νέοι Έλληνες δεν υπολείπονται ούτε κατά την ανδρείαν ούτε και κατά την δόξαν εις τους προγόνους των. Η Επανάστασις ημών θέλει γεννήσει ου μόνον προτερήματα συνήθη, αλλά πνεύματα εξαίσια εις παν είδος επιστημών και τεχνών. Τοιούτος ήτο πάντοτε ο εθνικός μας χαρακτήρ». Αυτή η ωραία φυσιογνωμία του Αγώνα προσέφερε πολλά και εν πολλοίς είναι άγνωστη και προσέφερε πολλά και στην Α΄ πολιορκία και σε όλες τις ανάγκες της. Τώρα όμως έρχεται η Β’ πολιορκία του Μεσολογγίου που είναι και η πιο γνωστή λόγω της τραγικής της κατάληξης με την Έξοδο τον Απρίλιο του 1826. Αυτή περιλαμβάνει δύο φάσεις. Γι’ αυτό μιλάμε για την α΄/Β΄ πολιορκία και τη β΄/Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου, διότι στην α΄ φάση της Β΄ πολιορκίας οι Έλληνες αντιμετώπισαν με επιτυχία τις επιθέσεις του οθωμανικού στρατού του Μεχμέτ Ρεσίτ πασά και θεώρησαν ότι είναι σωστό, επειδή έβλεπαν μπροστά την επερχόμενη πολιορκία, να στείλουν τα γυναικόπαιδα στον Κάλαμο. Γενικά, οι κάτοικοι της Δυτικής Στερεάς και του Μεσολογγίου, όποτε υπήρχε κίνδυνος, φρόντιζαν να στείλουν τα παιδιά και τις γυναίκες και τους γέροντες σε κάποια νησάκια που βρίσκονται κοντά στην ακτή της Στερεάς Ελλάδος, τον Κάλαμο, την Καστό κ.λπ. που ανήκαν στα Ιόνια Νησιά και έτσι θεωρούσαν ότι είναι ασφαλή. Αυτό έγινε και στον α΄ γύρο της Β΄ πολιορκίας του Μεσολογγίου, κάτι το οποίο βοήθησε πολύ τους πολιορκούμενους να αντέξουν τη φοβερή πίεση του οθωμανικού στρατού και της πολιορκίας. Επειδή και ο στόλος έδρασε επιτυχημένα σε αυτή τη φάση της πολιορκίας, κάποια στιγμή φάνηκε ότι έχουν νικήσει. Και γιατί είδαν – πράγματι η οθωμανική πλευρά κάποια στιγμή είχε αποφασίσει να φύγει, να εγκαταλείψει την πολιορκία και είχαν αρχίσει να μαζεύουν το στρατόπεδό τους.

Όμως οι πολιορκημένοι βιάστηκαν να φέρουν πίσω τα γυναικόπαιδα από τον Κάλαμο, διότι είχαν στερηθεί τους αγαπημένους τους και ήθελαν γρήγορα να τους δούνε. Ήρθαν τα γυναικόπαιδα μέσα στην πόλη, ενώ όπως αποδείχθηκε τελικά η πολιορκία δεν είχε λήξει. Και έτσι αρχίζει ο β΄ γύρος της πολιορκίας του Μεσολογγίου [Ένθετη σημείωση: Η Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου διήρκεσε από τον Απρίλιο του 1825 έως τον Απρίλιο του 1826 (με τομή τον Οκτώβριο του 1825)], που τώρα δεν είναι μόνον ο Κιουταχής αλλά και ο Ιμπραήμ, δηλαδή είναι πολύ δυσκολότερα τα πράγματα και πολύ βαριά η πλευρά των πραγμάτων, διότι τώρα το Μεσολόγγι πρέπει να θρέφει πολλά στόματα. Στην πρώτη (α΄γύρος) πολιορκία οι στρατιώτες ήταν μόνο άνδρες, ήταν ένα πανηγύρι ανδρών πάνω στα τείχη που παίζαν τη ζωή τους λέγοντας χωρατά. Έχουμε αρκετές πληροφορίες από άτομα που μετέσχαν και σώθηκαν στην Έξοδο του Μεσολογγίου, που περιγράφουν με τρόπο συγκινητικό αυτό το πνεύμα το δροσερό το οποίο υπήρχε στην άμυνα κατά τον α΄ γύρο της πολιορκίας, ενώ ο β΄ γύρος είναι βαρύτατος, επειδή οι αγαπημένοι άνθρωποι είναι μέσα. Ο στόλος δεν δρα και το έθνος ασχολείται με την Τροιζήνα και με την προετοιμασία της Γ’ Εθνοσυνέλευσης η οποία τελικά σύρθηκε για σχεδόν δύο χρόνια, την ώρα που το Μεσολόγγι δεν έχει να φάει τίποτε και οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Πρέπει να πούμε ότι στη Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου υπήρξαν και κανιβαλισμοί, δηλαδή οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να φάνε πτώματα των ανθρώπων τους.

Στον α΄ γύρο (της Β΄πολιορκίας) του Μεσολογγίου ο Κιουταχής χτυπά την πόλη. Μέσα στο Μεσολόγγι βρίσκονται Πελοποννήσιοι – αυτό είναι εντυπωσιακό: σε όλες τις πολιορκίες του Μεσολογγίου η Πελοπόννησος ήταν εκεί – διότι είχε συναίσθηση ανάμεσα στα άλλα, επειδή το Μεσολόγγι σε σχέση με την Πελοπόννησο είναι πύλη της Στερεάς προς την Πελοπόννησο. Σε αυτό τον χάρτη του Μεσολογγίου φαίνονται τα τείχη του Μεσολογγίου που λέγαμε πριν, τα οποία είχαν εσωτερική διπλή ροή, και τα πολλά νησάκια τα οποία στην ουσία υπεράσπιζαν το Μεσολόγγι και που αν αυτά έπεφταν στα χέρια του εχθρού, το Μεσολόγγι χάνονταν, διότι έτσι δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση επικοινωνίας με τη θάλασσα. Το Μεσολόγγι συνδέεται μέσω της λιμνοθάλασσας με το Ιόνιο Πέλαγος. Κρατώ αυτήν την απεικόνιση των τειχών του Μεσολογγίου και τις διάφορες τάπιες τις πολυγωνικές. Συνέπραξαν και οι ξένοι φιλέλληνες μηχανικοί για να είναι σωστότερη η οργάνωση της άμυνας. Στο Μεσολόγγι λοιπόν στη Β΄ πολιορκία, κλείνονται για να βοηθήσουν τα πράγματα: ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος από την Πάτρα, ο οποίος θα πεθάνει στην Έξοδο, θα σκοτωθεί στην Έξοδο του Μεσολογγίου, ο Νικήτας Σταματελόπουλος και αυτός από την Πελοπόννησο, Σουλιώτες με επικεφαλής τον Νότη Μπότσαρη. Η κυβέρνηση ζητά από τον Καραϊσκάκη και τον Κίτσο Τζαβέλα να ανακουφίσουν τους πολιορκημένους χτυπώντας τους από πίσω, χτυπώντας τους πολιορκητές από πίσω, ο Καραϊσκάκης είναι πλέον στη φάση της δράσης του με την πλευρά των πραγμάτων. Δρουν επιτυχημένα, μοιάζει να ανακουφίζονται και από αυτήν την πλευρά οι πολιορκούμενοι και επιτέλους έρχεται ο ελληνικός στόλος, ο οποίος σπάει τη ροή της πολιορκίας από τον οθωμανικό στόλο και έτσι εφοδιάζεται το Μεσολόγγι και μοιάζει πως έχουν νικήσει. Γι’ αυτό και οι πολιορκημένοι, όπως σας είπα πριν, βιάζονται να φέρουν τους δικούς τους πίσω.

Οι ναύτες του στόλου απειλούν, θυμίζουν ότι δεν έχουν πληρωθεί εδώ και μήνες, και απειλούν ότι, εάν δεν πληρωθούμε, δεν θα δράσουμε άλλο εδώ. Και αυτή τους την απειλή θα την τηρήσουν στο β΄ γύρο της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Τότε που χρειαζόταν περισσότερο από κάθε τι άλλο ο στόλος. Ο στόλος αρνείται να μετάσχει στη βοήθεια του Μεσολογγίου. Άλλοι ναυτικοί πηγαίνουν προς τον Λίβανο για την εκστρατεία αυτήν την παράξενη και μόνος του ο Μιαούλης θα κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει το Μεσολόγγι. Δεν θα μπορέσει, το Μεσολόγγι θα πέσει. Η Επιτροπή Ζακύνθου κάνει ό,τι μπορεί, να στείλει τρόφιμα, να στείλει πολεμοφόδια. Βάζει άτομά της να πωλούν ζαχαρωτά στον στρατό των πολιορκούντων, πράκτορες, κατασκόπους, να πωλούν δήθεν ζαχαρωτά στους πολιορκούντες ούτως ώστε να παίρνουν πληροφορίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους πολιορκούμενους. Πράξεις ηρωισμού γίνονται. Στο τέλος όμως το Μεσολόγγι θα πέσει. Σας διαβάζω κείμενα που προέρχονται από την αλληλογραφία πολιορκουμένων και στη μία και στην άλλη φάση. Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, αυτή η υπέροχη μορφή των Πατρών, μία από τις σημαντικότερες οικογένειες των Πατρών, που έδωσε όλη του την περιουσία στον Αγώνα του ΄21, και τη ζωή του, και δεν διεκδίκησε ποτέ τίποτα για τον εαυτό του, όντας μέσα στο Μεσολόγγι, γράφει στη γυναίκα του, στη διάρκεια του α΄ γύρου: «Εφθάσαμεν εις την εσχάτην απελπισίαν δια την έλλειψιν μπαρούτης. Φωνάζουν, γράφουν, παρακαλούν με πεζούς, με εσπρέσσα, με απεσταλμένους προς την Διοίκησιν, προς τους ομογενείς, παρασταίνοντας την ανάγκην μας. Η ευγενεία σου, μιλάει στη γυναίκα του, στάσου με μεγαλοψυχίαν. Έχε τας ελπίδας σου εις τον Θεόν». Δεν θα τη ξαναδεί, θα πεθάνει, θα σκοτωθεί στην Έξοδο.

Ο Σπυρομήλιος πάλι, στα απομνημονεύματά του, παρακολουθώντας την ηγετική φυσιογνωμία του Κιουταχή, γράφει γι’ αυτόν: «Ούτε ο καύσων του ηλίου ούτε το σκότος της νυχτός ούτε ο προφανής κίνδυνος της ζωής του τον εμποδίζουν να περιέρχεται μόνος, νύχτα και ημέρα, να παρατηρεί τα πάντα, να διευθύνει τις εργασίες, να διορίζει, να επιδιορθώνει, να αποφασίζει νέας επιχειρήσεις, να ανταμείβει τους αριστεύσαντας, ώστε να κεντά την άμιλλα εις το στρατόπεδόν του. Δεν του ήτο εξ άλλου επαισθητή η φθορά των ανθρώπων, διότι στρατεύματα ηδύνατο να φέρει νέα, και ούτως να αναπληρώσει τας θέσεις των φονευμένων». Μέσα στους έγκλειστους του Μεσολογγίου, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, παραμένει «όρθιος και γενναίος και ακαταπόνητος» όπως μας γράφουν, «καθ΄ημέραν, περιερχόμενος τους προμαχώνας του φρουρίου του νύχτα μέρα, ενθαρρύνων με την θείαν ελπίδαν άπαν το στρατόπεδον, παρακλήσεις και λιτανείας ποιών».

Η πολιορκία του Μεσολογγίου μέσα από εκείνους που την έζησαν.

Την πιο ωραία περιγραφή αυτής της άμυνας της φρουράς του Μεσολογγίου, στον πρώτο γύρο της πολιορκίας, μας την δίνει ο Νικόλαος Κασομούλης, ο οποίος το έζησε, και έγραφε: «Η φρουρά είχε συνηθίσει να βαστά το τζαπί, το φκυάρι και το ντουφέκι εις το χέρι, να τρέχει από τον πόλεμον εις την εργασίαν και από την εργασίαν εις τον πόλεμον. Ιδού η διασκέδασίς των, και το σπαθί εις την μέσην ή το γιαταγιάνι στο ζωνάρι με ταις πιστόλαις, να έχει σιμά του το πετζί – το τομάρι δηλαδή – να ζυμώνει, να ψήνει το ψωμί, το γουδί δια την σκορδαλιάν του να δροσίζεται, να μαγειρεύει κανένα ψαράκι εις την θέσιν του και νύκτα μέρα ακουράστως να εργάζεται. Αξιωματικοί, στρατιώται αμίμητοι δια την καρτερίαν, αμίμητοι διά την αφοβίαν, αμίμητοι διά την κακοπάθειαν και κόπους, αμίμητοι διά την ομόνοιάν των τότες, δεν ήξευρεν με τι να τους παρομοιάσει κανένας. Ημπορούσες να τους παρομοιάσεις με τα πλέον άγρια ζώα, τα πλέον τρομερά και σκληρά την ώρα του πολέμου με τους εχθρούς και αγγέλους αναμεταξύ των. Αυτός ήτον ο χαρακτήρ των». Ο Αμερικανός φιλέλληνας Samuel Howe βλέπει πλέον στον δεύτερο γύρο ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά, ότι έχει ενισχυθεί η δύναμη του στρατού και με τον στρατό του Ιμπραήμ και τα πράγματα βαραίνουν καθώς ο ελληνικός στόλος είναι άπραγος και από πλευράς της κυβέρνησης δεν μπορεί κανείς να περιμένει πολλά, καθώς και το Μεσολόγγι είναι σκληρά πια περικυκλωμένο από τους εχθρούς και από τη θάλασσα δεν μπορεί να εισέλθει πλοίο και περιγράφει την απελπισία.

Ο Howe γράφει: «Η κρίσιμος στιγμή πλησιάζει, ο πασάς δεν θα εφησυχάσει τον χειμώνα όπως πιστευόταν. Ταχύτατα προχώρησε από κατάκτηση σε κατάκτηση χωρίς να αφήσει στους Έλληνες καιρό να αναπνεύσουν. Ο υπέρμετρος αριθμός ατάκτων Ελλήνων καθόλου δεν τον αναχαίτισε. Η ελπίδα και η σωτηρία της Ελλάδος εξαρτάται ακόμα μία φορά από τον στόλον της». Αλλά ο στόλος δεν θα έρθει. Πράγματι, ο Χρήστος Ζαχαριάδης της Επιτροπής Ζακύνθου, που πουλούσε γλυκά όπως είπαμε στο στρατόπεδο του Ιμπραήμ, μηνύει και στέλνει πληροφορίες στο εσωτερικό, στο δεύτερο γύρο, και εξηγεί στους πολιορκούμενους, προσπαθώντας να τους δώσει λίγη χαρά, πως οι σχέσεις Ιμπραήμ και Κιουταχή είναι τεταμένες. Πράγματι αυτοί οι δύο στρατάρχες, στρατηγοί, είναι εχθροί μεταξύ τους. Παρόλα αυτά, συμπράττουν στον πόλεμο εναντίον του Μεσολογγίου αυτήν την στιγμή. Ο Μιαούλης που βλέπει το αδιέξοδο γράφει στην κυβέρνηση: «Γνωρίζετε, λέγεται, την κατάσταση του στόλου, ποία μέτρα παρακαλώ ελάβατε διά την οικονομίαν του, δια την ευταξίαν του, δια την ενέργειάν του; Διατί δεν φροντίζετε ό,τι φροντίζετε οπωσούν και δια τούτον το άθλιον ναυτικόν της πατρίδος; Απεφασίσθη τάχα πλέον ο κοινός αφανισμός μας;». Η κυβέρνηση κάτω από αυτήν την πίεση αποφασίζει να εκποιήσει εθνική γη. Αυτό ήταν κανονικά παράτυπο απ’όλες τις πλευρές, διότι οι εθνικές συνελεύσεις σαφώς είχαν αποφασίσει ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε εκποίηση εθνικής γης. Όμως είναι τόσο μεγάλο το εθνικό καθήκον, που η κυβέρνηση αποφασίζει να εκποιήσει εθνική γη αν και μπορούσε να θέσει σε πρόβλημα τις σχέσεις της με την Αγγλία, διότι τα δάνεια που είχε πάρει είχαν ως υποθήκη την εθνική γη. Όμως, λίγα χρήματα τελικά μπαίνουν στο ταμείο, διότι η εκποίηση γίνεται από διεφθαρμένα άτομα, τα οποία εκποιούν τη γη για προσωπικό τους πλουτισμό. Επίσης γίνεται από πλευράς της κυβέρνησης βίαιος έρανος, δηλαδή απαιτεί η κυβέρνηση όλοι να δώσουν χρήματα για να σωθεί το Μεσολόγγι, αλλά πολλοί αρνούνται να δώσουν χρήματα και έτσι δεν υπάρχουν χρήματα για να ενισχυθεί το Μεσολόγγι.

Ο Ζαχαριάδης, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Ζακύνθου, γράφει: «Έχει ανάγκην το Μεσολόγγιν διά τον στόλον του οποίου η έκπλευσις εκρέμμαται από το χρηματικόν», οι ναύτες του στόλου δεν κινούνταν ακόμη, (παρόλο που) το Μεσολόγγι έπεφτε, και αρνήθηκαν να πολεμήσουν εάν δεν έπαιρναν τον μισθό «και η σεβασμιότητά της – δηλαδή ο Κουντουριώτης – εξοδεύει αυτά εις ανοήτους εκστρατείας», εννοεί την εκστρατεία στο Λίβανο που βέβαια δεν την είχε επικυρώσει η κυβέρνηση, αλλά έγινε. «Ήλθεν λοιπόν η ώρα να εκπλεύσει ο στόλος εις υπεράσπισιν του Μεσολογγίου και τα καλλιότερα πλοία και ναύται αντ’αυτού εβρίσκονται εις το κούρσος – κουρσεύουν, διαγουμίζουν – ζητούν οι καπεταναίοι ναύτες και εξ’αυτών κανείς δεν τους γροικά. Οι ναύται αποκρίνονται εις την ζήτησίν των. Ας υπάγουν εκεί εκείνοι τους οποίους έβγαλε η Διοίκησις εις το κούρσος, ημείς δεν πάμε να σκοτωθώμεν δια 60 και 80 γρόσια τον μήνα και εις το κούρσος να κερδίζουν ανωδύνως 400 και 550 τάλαρα.» Και αυτό είναι το τελευταίο μήνυμα το οποίο στέλνουν οι πολιορκημένοι προς τους έξω και προς την κυβέρνηση. Τα πράγματα έχουν φτάσει στο τέλος, δεν υπάρχει τίποτα να φάει κανείς και ετοιμάζονται πια για την έξοδο και όποιος ζήσει. Το μήνυμα είναι σπαραχτικό. «Αν δεν καταφθάσετε άλλο δεν σας λέγομεν μόνον, εις τον λαιμόν σας να μας έχετε. Σας σημειούμεν ότι και εκείνοι που είναι ακόμη ζωντανοί και σας γράφουν, από την πείνα το ντουφέκι δεν μπορούν να το βαστάξουν. Και αν δεν έλθετε, να μας έχετε εις τον λαιμόν σας και να δώσετε απολογίαν εις τον Θεόν».

Πολιορκία των Αθηνών και θάνατος του Καραϊσκάκη.

Σε όλη την πολιορκία του Μεσολογγίου την δύναμη στους πολεμιστές δίνουν επίσης τα κείμενα τα οποία γράφονται στα «Ελληνικά Χρονικά», την περίφημη εφημερίδα του Μάγερ, μέσα στην πόλη του Μεσολογγίου, όπου προσπαθεί ο συντάκτης των Χρονικών να δώσει δυνάμεις, πνεύμα αισιοδοξίας· τελικά ο Μάγερ κι εκείνος χάθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου και αυτός και όλη του η οικογένεια. Πρέπει να πούμε ότι την παραμονή της απόφασης της Εξόδου είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν όλα τα γυναικόπαιδα. Να σκοτώσουν τις οικογένειές τους. Όμως την τελευταία ώρα δεν το άντεξαν αυτό κι έτσι απεφάσισαν να βγουν όλοι μαζί και όποιος επιζήσει· άφησαν πίσω 600 πληγωμένους και ασθενείς, τους πολεμιστές, οι οποίοι και τοποθετήθηκαν έστω με τις τελευταίες τους δυνάμεις κοντά στα παράθυρα και σε ανοίγματα, προκειμένου να δώσουν την ύστατή τους μάχη την ώρα που θα έμπαιναν νικηφόροι οι εχθροί, όπως και μπήκαν. [Ένθετη σημείωση: Η Έξοδος του Μεσολογγίου έγινε στις 24/25 Απριλίου 1826 (10/11 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο)]. Με την πτώση του Μεσολογγίου ένας μεγάλος αριθμός των αρματολών της Ρούμελης ξανακάνει καπάκια με τους Τούρκους κι έτσι δόθηκε και στον Καπετάν Αντρέα Σαφάκα ο διορισμός του ως αρματολού από τους Οθωμανούς στον καζά του Λιδωρικίου, με την υποχρέωση «να φυλάσσει τον βασιλικόν ραγιά από τους κακούς ανθρώπους». Δηλαδή να φυλάει τους Έλληνες από τους Έλληνες.

Τώρα, η τελευταία μάχη που έχει μεγάλη σημασία για τα πράγματα είναι η μάχη στην Αθήνα για την κατάκτηση της Αθήνας το 1826-27, καθώς οι Τούρκοι, ο Κιουταχής είχε κυριεύσει την Αθήνα και γίνεται προσπάθεια να ανακαταληφθεί. Στο ελληνικό στρατόπεδο το οποίο συγκεντρώνεται έξω από την Αθήνα και αυτό είναι συγκινητικό, συγκεντρώνονται 11.000 άνδρες, διότι πλέον έχοντας πέσει το Μεσολόγγι, το οποίο κινητοποίησε κάθε συγκίνηση στην Δυτική Ευρώπη αυτό έμοιαζε πως φέρνει ξανά την Ελλάδα στο προσκήνιο για το τέλος των δεινών της· όπως λέγεται, το τέλος, η ήττα, η μεγαλύτερη ήττα των Ελλήνων, που ήταν η πτώση του Μεσολογγίου, ήταν ταυτοχρόνως και η μεγαλύτερή τους νίκη, διότι το φιλελληνικό κίνημα πήρε τεράστια έκταση στην Ευρώπη και αυτό βοήθησε στην περαιτέρω εμπλοκή, αποφασιστική πλέον εμπλοκή της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, οι οποίοι το φθινόπωρο του 1827 θα συγκρουστούν στη ναυμαχία του Ναυαρίνου και θα νικήσουν τον οθωμανικό στόλο. Η μάχη για την Αθήνα γίνεται μετά από την πτώση του Μεσολογγίου και πλέον είναι αποφασιστική. Όλοι ξέρουν ότι αν πέσει και η Αθήνα – έπεσε το Μεσολόγγι – τέλειωσαν πια τα πράγματα. [Ένθετη σημείωση: Η πολιορκία, οι δράσεις, οι μάχες στην Αθήνα και γύρω από την Αθήνα διήρκεσαν από τον Αύγουστο του 1826 έως και τον Μάιο του 1827]. Γι’ αυτό συγκεντρώνονται 11.000 άνδρες και 3.000 Πελοποννήσιοι από τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Οι 11.000 που είπα πριν ήσαν κυρίως Μακεδόνες, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, Μικρασιάτες, δηλαδή ο ελληνισμός πολεμά για την Αθήνα και βέβαια ένοπλοι της Στερεάς Ελλάδας με επικεφαλής τον Καραϊσκάκη, του οποίου το κύρος πλέον είναι τεράστιο.

Στην Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου ο Καραϊσκάκης ήταν συνεχώς δραστήριος, στην Α΄ δεν ήταν, στην Β΄ όμως ήταν συνέχεια στις επάλξεις, δραστήριος έξω, δεν ήταν μέσα στο Μεσολόγγι, προσπαθούσε να ανακουφίσει το Μεσολόγγι και μετά το τέλος του Μεσολογγίου επίσης χτυπούσε όσο μπορούσε τους Τούρκους, ούτως ώστε να δώσει βοήθεια στους εξελθόντες να διασωθούν στα βουνά και να μην χαθεί η ζωή τους. Και φυσικά να κρατήσει ό,τι μπορούσε να κρατηθεί από την Στερεά Ελλάδα. Έτσι όταν έρχεται ο Καραϊσκάκης στην Αθήνα, στην περιοχή του Φαλήρου, από όπου γίνονταν η δράση προς την Αθήνα, έχει τεράστιο κύρος και ο στρατός του θεωρείται ο τακτικότερος άτακτος στρατός. Ο Καραϊσκάκης ήταν μια προσωπικότητα ειδική, ήταν εξαιρετικά βωμολόχος, ήταν απίθανη η βωμολοχία του και γι’ αυτό ήταν πολύ αγαπητός από τους στρατιώτες του. Ήταν χωρατατζής, παραλλήλως ήταν πολύ σοβαρός σε αυτά τα οποία έκανε. Ο γραμματικός του, ο Γαζής μας περιγράφει γι’ αυτόν: «Η ευφράδειά του αυτή και η συναναστροφή του ήτον εν θέατρον και πολλάκις οι στρατιώται χάσκοντας εις τας κομψότητας και τας αστειολογίας του, αλησμονούσαν να γευματίσουν». Τώρα, οι κομψότητες είναι οι βωμολοχίες του, οι οποίες ήταν απίθανης έκτασης. Εν πάση περιπτώσει. Στην περιοχή της Αθήνας βρίσκεται επίσης ο Άγγλος Χάστινγκς (Frank Abney Hastings) με το ατμοκίνητο Καρτερία, για να βοηθήσει τους Έλληνες από την θάλασσα, ενώ την γενική αρχηγία των επιχειρήσεων έχουν ο Τσωρτς (Sir Richard Church) και ο Κόχραν (Thomas Cochrane), οι οποίοι είχαν ψηφιστεί μετά από πρόταση όπως είπαμε του Κολοκοτρώνη στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ως επικεφαλής του ελληνικού στρατού και στόλου.

Επομένως τον πρώτο ρόλο στην δράση για την ανακατάκτηση των Αθηνών την έχει σε αυτή την περίπτωση ο Τσωρτς. Ο οποίος Τσωρτς, έχοντας την εμπειρία τακτικού στρατού, θεωρεί ότι πρέπει να γίνουν δράσεις εκ μέρους των Ελλήνων αντίστοιχες. Ο Καραϊσκάκης ανησυχεί πάρα πολύ διότι φοβάται το ιππικό των Οθωμανών και εξηγεί στον Τσωρτς ότι είναι καλύτερο να μη δράσουν στην πεδιάδα, διότι τότε θα χτυπηθούν από το ιππικό, γι’ αυτό καλύτερο είναι να δράσουν με ταμπούρια. Τελικά δεν θα εισακουστεί ο Καραϊσκάκης και θα ακολουθηθεί η άποψη του Τσωρτς, αλλά πριν ακόμη φτάσουν τα πράγματα και ενόσω γίνονται δράσεις στην περιοχή την γενική γύρω από το Φάληρο, μεταξύ Φαλήρου και Αθηνών, στις 13 Απριλίου Έλληνες καταλαμβάνουν το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα στο λιμάνι του Πειραιά, όπου είναι κλεισμένοι 300 Αλβανοί, που παραδίδονται με εγγύηση της ζωής τους και εγγύηση των όπλων τους. Όμως οι στρατιώτες, ενώ είχαν δώσει την διαβεβαίωση, ενώ είχε δοθεί από πλευράς των ιθυνόντων ότι θα βγουν χωρίς να βλαβούν, μόλις εκείνοι βγήκαν, έπεσαν πάνω τους για να τους λεηλατήσουν και κατέσφαξαν τους 200 από τους 300.

Ο Τσωρτς έγινε έξαλλος με αυτά που είδε, ενώ ο Κασομούλης μας περιγράφει τον θρήνο των επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων, λέγοντας τα εξής: «Εκλαύσαμεν, εχτυπήσαμεν τας κεφαλάς μας, στρατιώται και αξιωματικοί δια το τραγικόν τούτον συμβάν, και διότι ότι εφάνημεν επίορκοι. Η συνείδησίς μας μάς ήλεγχε και εις τας κατηγορίας των εχθρών όπου μας απέδιδαν, φωνάζοντας απέναντι από τα οχυρώματά μας, δεν ηξεύραμεν τι να απολογηθώμεν. Μοναχοί μας ελέγαμεν ότι ο Θεός είναι αδύνατον να μη μας παιδεύσει δια ταύτην την πράξιν. Ηύραμεν την σκηνήν εγυρμένη, τον Καραϊσκάκην τρέμοντα από τον θυμόν του, μανισμένο, χωρίς να ξέρει πώς να εκδικηθεί, φωνάζοντα και σκυθρωπούς με τα κεφάλια σκυμμένα όλους τους οπλαρχηγούς». Αυτή η σφαγή έδωσε χτύπημα βαρύ στο ηθικό των Ελλήνων κι έτσι, όταν μετά από λίγο έγινε η επίθεση εναντίον των Οθωμανών στην Αθήνα, συνέβη ό,τι χειρότερο. Ο Καραϊσκάκης τραυματίζεται, πέφτει από το άλογό του τραυματισμένος, μεταφέρεται στην Αίγινα, όπου και πεθαίνει την ημέρα της γιορτής του 21 Απριλίου του 1827, ενώ η παράταξη των Ελλήνων έτσι όπως τοποθετήθηκε από τον Τσωρτς καταστρέφεται, σε μια ήττα τεράστιας κλίμακας. Σε μία ώρα μόνο έπεσαν 1.500 άνδρες. Σε μία ώρα. Έτσι η μάχη των Αθηνών χάνεται και ο Ρεσίτ Πασάς είναι νικητής, οι δε Τούρκοι, όταν μαθαίνουν τον θάνατο του Καραϊσκάκη που έγινε λίγο αργότερα στην Αίγινα – όπως μας το έχουν αφήσει γραπτά κάποιοι Έλληνες – μιλούσαν στους Έλληνες και τους έλεγαν: «Η Τουρκία έχει τον Ρεσίτ της και η Ελλάδα τον Καραϊσκάκην. Βάλετε τα μαύρα, ότι σαν τον Καραϊσκάκην δεν θα ξαναεύρετε».

Η Διεθνής Διπλωματία και το ελληνικό ζήτημα.

Η Διεθνής Διπλωματία και η ελληνική υπόθεση μέχρι το 1823.

Ο Eλληνικός Aγώνας από την αρχή είχε και το μέτωπο της διπλωματίας. Όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση, όπως το είπαμε εξάλλου, οι Έλληνες προσδοκούσαν στη βοήθεια της Ρωσίας και μάλιστα η Φιλική Εταιρεία κρατούσε έναν μυστικισμό γύρω από το ποιος είναι επικεφαλής, (είναι) η αρχή της Φιλικής Εταιρείας, προκειμένου να αφήνει τις ελπίδες ότι πίσω από την Φιλική Εταιρεία ήταν η Ρωσία. Όλα έδειχναν ότι η Φιλική Εταιρεία είναι ένα χέρι της Ρωσίας στην περιοχή εκεί της Βαλκανικής, διότι οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι ήταν αλλεπάλληλοι. Oι χριστιανοί ορθόδοξοι πολύ συχνά συγκινούνταν και βοηθούσαν τους Ρώσους και συμμετείχαν σε εξεγέρσεις για τους Ρώσους. Πρέπει να πω στο σημείο αυτό ότι για κάποιους ιστορικούς, όχι Έλληνες, θεωρείται βέβαιο ότι η Φιλική Εταιρεία στην πραγματικότητα ήτανε μία δράση της Ρωσίας. Χωρίς βέβαια να υπάρχουν αποδείξεις, αλλά οι ενδείξεις θεωρούν ότι είναι τόσες που να δείχνουν ότι τελικά πράγματι ήταν μια δράση της Ρωσίας. Το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέβη τον Προύθο με τη στολή του η οποία ήταν η στολή του αξιωματικού του ρωσικού στρατού, μια και αυτή ήταν η θέση του, ήταν αξιωματικός του ρωσικού στρατού, και εισήλθε στα εδάφη της Μολδαβίας και της Βλαχίας με τη στολή του ρωσικού στρατού, προφανώς ενίσχυε την άποψη ότι αυτή η κίνηση είναι ρωσική κίνηση. Ωστόσο δεν ήταν ο τσάρος καθόλου έτοιμος να δεχθεί αυτήν την πραγματικότητα και δίπλα του ο Ιωάννης Καποδίστριας – ο οποίος είναι υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, σπουδαίος διπλωμάτης της εποχής του σε διεθνές επίπεδο, όχι μόνο σε τοπικό – ο Καποδίστριας προσπαθεί με όλη του την διακριτικότητα, για να μη φέρει τα πράγματα σε αδιέξοδο σε σχέση με την ελληνική πλευρά, να απαλύνει τις αντιδράσεις.

Βέβαια, ο Ρώσος τσάρος αποδοκιμάζει ανοιχτά την Ελληνική Επανάσταση και στο συνέδριο του Λάιμπαχ και της Βερόνας, αλλά στο συνέδριο του Λάιμπαχ [Ένθετη σημείωση: Το συνέδριο του Λάιμπαχ (Λιουμπλιάνα) έγινε τον Ιανουάριο – Μάιο του 1821. Της Βερόνας το φθινόπωρο του 1822.] λέει ότι θα τηρήσει ουδέτερη στάση και έτσι όπως είναι η διατύπωσή του αναγνωρίζει την ύπαρξη ελληνικού έθνους που αποβλέπει στην απελευθέρωση. Ο τσάρος, δηλαδή, προσπαθούσε να κρατήσει όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένη στάση, αλλά παράλληλα να βοηθήσει σ’ ένα βαθμό αυτό που συνέβαινε στο άκρο της Βαλκανικής, φυσικά γιατί τον συνέφερε για τις στοχεύσεις του όσον αφορά την κατάκτηση όλης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Ρωσία, παλαιό όνειρο των Ρώσων. Ο Καποδίστριας, προκειμένου να διευκολύνει την ελληνική πλευρά και τις εξελίξεις των πραγμάτων και να μην υπάρχει από την διεθνή διπλωματία η υποψία ότι εκείνος βρίσκεται πίσω από τα τεκταινόμενα στις ελληνικές επαναστατημένες περιοχές, υποβάλλει την παραίτησή του στον τσάρο Αλέξανδρο τον Α΄, εκείνος δεν την κάνει δεκτή, αλλά του χορηγεί απεριόριστη άδεια και έτσι ο Καποδίστριας πλέον ζει στη Γενεύη της Ελβετίας μέχρι το 1827, οπότε μαθαίνει την επιλογή του, την εκλογή του από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ως κυβερνήτη της Ελλάδας και έρχεται τον Ιανουάριο του 1828 στη χώρα.

Τον Ιούνιο του 1821 ο τσάρος κινητοποιείται διπλωματικά, διότι οι σφαγές, οι τρομερές σφαγές στις οποίες έχει προχωρήσει ο σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ μοιάζει να εξολοθρεύουν χριστιανικούς ορθοδόξους πληθυσμούς, ενώ ο τσάρος και η Ρωσία, όπως έχουμε πει και σε άλλη στιγμή, από το 1774 και μετά και τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή είναι οι προστάτες των χριστιανών ορθοδόξων στην ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, η Πύλη παραμένει αδιάλλακτη. Πάντως και αυτή η ενέργεια του τσάρου δείχνει την κινητοποίησή του στα ελληνικά πράγματα. Η μεγάλη αλλαγή θα συμβεί το 1823, όπως είπαμε ήδη, όταν στην Αγγλία ο Κάνινγκ θα αλλάξει τη στάση της Αγγλίας, η οποία μέχρι τότε ήταν από επιφυλακτική έως εχθρική στα ελληνικά πράγματα. Ο Κάνινγκ προσπαθεί να βοηθήσει την ελληνική πλευρά και έρχεται σε επαφή με μέλη του φιλελληνικού κινήματος μέσα στην Αγγλία. Στην Αγγλία είχαν δημιουργηθεί ελληνικά, φιλελληνικά κομιτάτα, τα οποία τώρα χάρη στο γεγονός ότι ο Κάνινγκ είναι θετικός παίζουν και αυτά αυξανόμενο ρόλο στα πράγματα. Ο Κάνινγκ, λοιπόν, το 1823 διαμηνύει στην Πύλη να σέβεται τους χριστιανούς υπηκόους της. Για πρώτη φορά, δηλαδή, μπαίνει και εκείνος σ’ αυτήν την ιστορία ενεργά και δίνει οδηγία στον διοικητή, τον Άγγλο διοικητή της Επτανήσου, τον Μέτλαντ, να αντιμετωπίζει τα ελληνικά πλοία ως πλοία εμπολέμου έθνους. Που αυτό στη διεθνή διπλωματία σημαίνει αναγνώριση διπλωματική της επαναστατημένης Ελλάδας. Ονομάζει η Αγγλία αυτό που συμβαίνει, τα τεκταινόμενα στον Νότο της Βαλκανικής, «δράσεις εμπολέμου έθνους».

Ο Canning και η αλλαγή της στάσης της Αγγλίας πυροδοτεί τις διπλωματικές εξελίξεις.

Τώρα θα υπάρξουν εξελίξεις. Διότι ο τσάρος της Ρωσίας βλέποντας ότι η Αγγλία εμπλέκεται πλέον ζεστά στα πράγματα της Ελλάδος, κινητοποιείται σε άλλη κλίμακα από το παρελθόν. Ο τσάρος, λοιπόν, συντάσσει ένα σχέδιο το 1824 για τα ελληνικά πράγματα, το οποίο και κατατίθεται ως υπόμνημα. Ονομάζεται «Το σχέδιο των 3 τμημάτων». Κάποιοι θεωρούν στην ανάλυση τη διπλωματική των πραγμάτων ότι καθώς οι Έλληνες το απέρριψαν αυτό το σχέδιο, ίσως ήταν μια χαμένη ευκαιρία αλλά δεν έχει νόημα. Τι προτείνει αυτό το σχέδιο; (α) Η Θεσσαλία, η Βοιωτία και η Ανατολική Στερεά και η Αττική, (β) η Ήπειρος, η Ακαρνανία και η Δυτική Ελλάδα, (γ) η Πελοπόννησος, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη να αποτελέσουν 3 ξεχωριστές αυτοδιοικούμενες ηγεμονίες, αυτόνομες ηγεμονίες ακριβώς όπως ήταν οι ηγεμονίες της Βλαχίας και της Μολδαβίας, οι οποίες ανήκαν μεν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά ήσαν ελεύθερες στη διαχείριση των εσωτερικών τους πραγμάτων. Όπως βλέπουμε ο Τσάρος είναι γενναιόδωρος στις περιοχές που περιλαμβάνει, δηλαδή είναι μέσα και η Θεσσαλία, είναι και η Ήπειρος, είναι και η Κρήτη, είναι και τα νησιά του Αιγαίου, αλλά αυτή η πρόταση του τσάρου δε γίνεται δεκτή από τους Έλληνες. Ενώ γίνεται δεκτή και από τη Γαλλία και από την Πρωσία, δε γίνεται δεκτή από την Αυστρία. Πάντως στα μέσα του 1824 χορηγείται το αγγλικό δάνειο στους εμπολέμους και από την πλευρά της Αγγλίας το πράγμα βαθαίνει περισσότερο: η Αγγλία δίνει το δικαίωμα στα ελληνικά πλοία να κάνουν νηοψίες. Άρα, αυτό σημαίνει ότι ακόμα περισσότερο η Αγγλία δέχεται την ύπαρξη ενός κράτους, ενός κρατικού μορφώματος, που μπορεί πλέον να κάνει και διεθνείς κινήσεις, δηλαδή να κάνει νηοψία και σε άλλα πλοία και άλλων εθνικοτήτων.

Οι νίκες του Ιμπραήμ θα φέρουν εξελίξεις το 1825, το αναφέραμε αυτό πριν και θα ζητηθεί η «Αίτηση Προστασίας» η οποία βαθαίνει το σύνδεσμο του Ελληνικού Αγώνα με την Αγγλία. Η Αγγλία παίρνει την πρωτοκαθεδρία στις εξελίξεις. Ο τσάρος λοιπόν Αλέξανδρος ο Α’ το 1825 πεθαίνει και ανεβαίνει στο θρόνο πλέον ο Νικόλαος ο Α’ ο οποίος και υπογράφει με την Αγγλία το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης τον Απρίλιο του 1826. Σύμφωνα με αυτό οι Έλληνες θα ήταν φόρου υποτελείς στον σουλτάνο, οι Έλληνες θα εξαγόραζαν την περιουσία των Τούρκων που θα έφευγαν και σε αυτή τη διπλωματική πράξη των δύο αυτών μεγάλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων γίνεται λόγος για «ελληνική εθνότητα» και «ελληνική κρατική οντότητα με το όνομα: ΕΛΛΑΣ». Επομένως θα δημιουργούνταν Ελλάδα. Τα σύνορά της δεν ήταν σαφή και βέβαια αυτό το οποίο προβλέπεται θα ήταν πάλι ένα κρατικό μόρφωμα το οποίο θα ήταν φόρου υποτελές στον σουλτάνο. Όμως πέφτει το Μεσολόγγι. Και η πτώση του Μεσολογγίου είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσαν να κάνουν οι ηρωικοί υπερασπιστές της πόλης του Μεσολογγίου στους Έλληνες που συνέχιζαν τον Αγώνα. Διότι το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη θα πάρει διαστάσεις τεράστιες. Για μήνες οι ειδήσεις για το Μεσολόγγι, περιγραφές του ηρωισμού των Ελλήνων, της αποκοτιάς τους, της αξιοπρέπειάς τους, γεμίζουν τις εφημερίδες της Ευρώπης. Στα θέατρα της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ελβετίας, της Γερμανίας παίζονται έργα με θέμα το Μεσολόγγι. Το Teatro Alla Scala στην Ιταλία, L’ Ultimo Giorno di Missolungi παίζει το θεατρικό έργο «Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου». Το κίνημα του φιλελληνισμού δημιουργεί στον κεντρικό κήπο του Παλέρμο μια εικόνα Ελλήνων πυρπολητών. Ο βασιλέας της Βαυαρίας, ο Λουδοβίκος, γράφει ποιήματα, γράφει θεατρικά έργα για να βοηθήσει τους Έλληνες.

Η συγκίνηση είναι τόση για τους Έλληνες, που παράγονται προϊόντα που έχουν (τέτοιο) θέμα. Όπως ένα λικέρ, γαλλικό λικέρ που οι παρασκευαστές του είχαν την έμπνευση να το ονομάσουν «Λικέρ των γενναίων Ελλήνων, Λικέρ του Μεσολογγίου (Liqueur des courageux grecs, Liqueur de Missolonghi)» και δείχνει το Μεσολόγγι και τους υπερασπιστές του. Ποιήματα γράφονται, ωδές, ο Goethe, ο Delacroix ζωγραφίζει, είναι απαράμιλλη η συγκίνηση που δημιουργείται από την πτώση του Μεσολογγίου. Και οι Έλληνες για τους οποίους σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης γράφονταν πολλές φορές αρνητικές πληροφορίες, για την αναρχία, για τον εγωισμό τους, για το ότι δεν σέβονται, για τη βία κ.λπ., κ.λπ., τώρα οι Έλληνες είναι οι ιδανικοί Έλληνες, οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Και αυτή η πίεση πλέον των λαών θα φέρει τις εξής εξελίξεις: τον Ιούλιο του 1827 υπογράφεται στο Λονδίνο μια συνθήκη μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας για ανακωχή. Απαιτείται από την Πύλη ανακωχή. Και στη συνθήκη αυτή προβλέπεται ότι αν η Πύλη δεν την δεχτεί – δηλαδή η Πύλη είναι η Υψηλή Πύλη, η ανώτατη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – αν ο σουλτάνος δηλαδή δεν την δεχτεί, τότε «οι τρεις Δυνάμεις θα συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με τους Έλληνες, θα στείλουν προξένους και θα παρεμβληθούν οι ίδιοι μεταξύ των μερών από κοινού».

Δηλαδή προειδοποιούν τον σουλτάνο, ότι εάν δεν δεχτεί την ανακωχή και συνεχίσει την επίθεσή του εναντίον των Ελλήνων… μοιάζει ότι μετά και την πτώση του Μεσολογγίου και την πτώση των Αθηνών πλέον είναι χαμένοι οι Έλληνες. Ότι αυτό που τους περιμένει είναι γενική σφαγή. Εξ αυτού έρχεται το τελεσίγραφο αυτό των τριών Δυνάμεων που στην ουσία λέει στον σουλτάνο ότι «εάν δεν ακούσεις αυτά που σου λέμε, εμείς θα αναγνωρίσουμε την Ελλάδα ως κράτος, ως κρατικό μόρφωμα και θα παρεμβληθούμε στην τυχόν βία που θα ασκήσεις». Η Πύλη απορρίπτει το Πρωτόκολλο του Λονδίνου και στέλνει νέες ενισχύσεις στον Ιμπραήμ αλλά οι εξελίξεις θα φέρουν τι άλλο; Την επέμβαση. Επειδή ο σουλτάνος δεν δέχεται το τελεσίγραφο των τριών Δυνάμεων, οι ενωμένοι στόλοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, υπό τον Κόδριγκτον (Edward Codrington), τον Δεριγνύ (Henri de Rigny) και τον Χέυδεν (Login Petrovich Geiden), περιπολούν στην Πελοπόννησο για να δώσουν το στίγμα των πραγμάτων, και εκεί στον κόλπο του Ναυαρίνου στη Μεσσηνία, τελικά θα γίνει η σύγκρουση [Ένθετη σημείωση: Η ναυμαχία του Ναυαρίνου έγινε τον Οκτώβριο του 1827] κατά την οποία θα νικήσουν οι Δυτικοί και αυτό θα φέρει μεγάλες εξελίξεις στα πράγματα.

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Η εκστρατεία του γαλλικού σώματος υπό τον Μαιζόν. Η Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος.

Έτσι λοιπόν η πίεση των πραγμάτων θα φέρει τη σύγκρουση, την άμεση σύγκρουση μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, των στόλων τους με τον οθωμανικό στόλο και αυτό θα αποτελέσει τομή, όχι μόνο, η ναυμαχία του Ναυαρίνου θα αποτελέσει τομή όχι μόνο για την ιστορία της Ελλάδος και των Βαλκανίων, αλλά και για τη διεθνή διπλωματία. Διότι πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητος, τρεις χώρες διαφορετικές, καθόλου σύμμαχες μεταξύ τους, ενώνουν τη δράση τους για να αποτρέψουν την εξαφάνιση πληθυσμού σε άλλο μέρος της γης. Δηλαδή, επεμβαίνουν για ανθρωπιστικούς λόγους. Αυτό που μετά πήρε εξέλιξη και έχουμε στον 20ο και στον 21ο αιώνα επέμβαση στο Ιράκ, επέμβαση στη Σερβία, στον εμφύλιο πόλεμο της Σερβίας κ.λπ., αυτό για πρώτη φορά συμβαίνει στην περίπτωση των Ελλήνων, κατά το οποίο οι τρεις αυτές δυνάμεις επεμβαίνουν για να αποτρέψουν τη φυσική εξόντωση ενός πληθυσμού, όπως διαφαινόταν ότι θα γίνει. Σήμερα αν επισκεφτεί κανείς το νησί Σφακτηρία, που κλείνει τον όρμο του Ναυαρίνου, θα δει ότι επάνω υπάρχουν μνημεία των χωρών που μετέσχαν σε αυτήν τη σπουδαία ναυμαχία και τιμούν και τη δράση και τη νίκη τους ενάντια στον οθωμανικό στόλο. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου επηρέασε και συγκίνησε τους λαούς της Δυτικής Ευρώπης και δημιουργήθηκαν έργα, και θεατρικά, και γράφηκαν κείμενα και γράφηκαν επίσης ποιήματα: «Η Ηχώ του Ναυαρίνου» (L’Echo de Navarin, Romance hellénique), μυθιστόρημα ελληνικό, γράφηκαν τέτοια κείμενα και τέτοια ποιήματα επίσης για το Ναυαρίνο.

Ο ευρωπαϊκός κόσμος και η Αμερική, η Βόρεια Αμερική και η Λατινική Αμερική παρακολουθούν άγρυπνα αυτά που συμβαίνουν. Και όπως είπαμε, φυσικά η πτώση του Μεσολογγίου είναι εκείνη η οποία κινητοποίησε συναισθηματικά και έφερε διαφορά στα πράματα. Μετά τη νίκη των ενωμένων στόλων εναντίον των Οθωμανών στο Ναυαρίνο, η Ρωσία προτείνει στους συμμάχους πλέον, τους άλλους δύο συμμάχους, την κατάληψη των παραδουναβίων περιοχών, το ήθελε πάντα, τη συνέχιση του πολέμου κατά της Πύλης, το ναυτικό αποκλεισμό της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας, τη χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης στον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Η Γαλλία είναι σύμφωνη, η Αγγλία είναι εφεκτική, διότι δεν θέλει η Ρωσία να επεκταθεί… τα σχέδια αυτά της Ρωσίας έδειχναν ότι θέλει να επεκταθεί προς τα Βαλκάνια. Η Ρωσία λέει πως θα προχωρήσει μόνη της και θα διαβεί τον Προύθο, δηλαδή θα περάσει στη Βλαχία και στη Μολδαβία. Τότε, η Γαλλία ζητά τη σύμφωνη γνώμη των άλλων δύο δυνάμεων: να σταλεί γαλλικός στρατός στην Πελοπόννησο για να εκδιωχθεί ο Ιμπραήμ και να προφυλαχθεί η ζωή των κατοίκων της Πελοποννήσου από τη δράση, τη συνεχιζόμενη δράση των στρατιών του Ιμπραήμ. Τελικά, με τα πολλά, οι άλλες δύο δυνάμεις το δέχονται και στέλνεται στην Πελοπόννησο ένας στρατός δεκαπέντε χιλιάδων, ένα εκστρατευτικό σώμα δεκαπέντε χιλιάδων Γάλλων στρατιωτών, υπό τον Maison. Ο αρχηγός τους ήταν επίσης ένας έμπειρος Γάλλος στρατιωτικός, ο Maison του οποίου η δράση συνδυάζεται με τον Φαβιέρο, Γάλλο φιλέλληνα, ο οποίος είχε πάρει και δραστήριο μέρος στη μάχη για την Αθήνα και στην υπεράσπιση της Ακρόπολης των Αθηνών.

Ο γαλλικός στρατός θα παραμείνει στην Πελοπόννησο μέχρι το 1829 και θα έχει διάφορες δράσεις. Μαζί του δε θα φέρει, όπως το συνήθιζαν οι Γάλλοι, δεν θα είναι μόνο στελεχωμένος με στρατιώτες, αλλά και με επιστημονικό επιτελείο το οποίο χαρτογραφεί τον ελληνικό χώρο, μελετά τα φυτά, μελετά τα μέταλλα και έχουμε τις πρώτες επιστημονικές καταγραφές των δεδομένων του ελληνικού χώρου από το επιτελείο των Γάλλων και του εκστρατευτικού σώματος του Maison. Ο Maison φεύγει από την Ελλάδα, όπως είπαμε, το 1829. Εν τω μεταξύ στις 12 Δεκεμβρίου του 1828 υπογράφεται το «Πρωτόκολλο του Πόρου» στον Πόρο, στο νησί Πόρος, για τον προσδιορισμό του φόρου υποτέλειας που θα πλήρωναν οι Έλληνες. Δηλαδή μέχρι τον Δεκέμβριο του 1828 οι συζητήσεις αφορούσαν ένα μόρφωμα κρατικό – ελληνικό, διαφόρων μεγεθών και ιδιοτήτων, που όμως θα ήταν αυτόνομο, δηλαδή φόρου υποτελές στον σουλτάνο και στο «Πρωτόκολλο του Πόρου» προσδιορίζεται ο φόρος που θα πληρωνόταν στον σουλτάνο, η αποζημίωση που θα διδόταν στους μουσουλμάνους και επίσης προέβλεπε διάφορες άλλες πλευρές αυτής της διαδικασίας. Καθώς δε το 1828 γίνεται ρωσοτουρκικός πόλεμος, στον οποίο η Ρωσία όχι απλώς είναι νικήτρια αλλά φτάνει έξω από την Κωνσταντινούπολη, τα στρατεύματά της φτάνουν το καλοκαίρι του 1829 έξω από την Κωνσταντινούπολη, η Πύλη βρίσκεται σε οικτρή θέση και δέχεται το σχέδιο της δημιουργίας ενός υποτελούς στον σουλτάνο, αυτόνομου ελληνικού κράτους, με τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως. Αυτό όμως, το γεγονός δηλαδή ότι αυτό το οποίο υπογράφεται το 1829, πρόκειται να υπογραφεί, είναι αποτέλεσμα της ρωσικής πρωτοβουλίας και πρόκειται για ρωσικό σχέδιο, ανησυχεί την Αγγλία, η οποία όντας η μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου και της Ευρώπης δεν επιθυμεί με κανέναν τρόπο οι κάτοικοι των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου να πάρουν το μήνυμα ότι η μεγάλη διπλωματική δύναμη που αφορά τις βλέψεις τους, τα οράματά τους, είναι η Ρωσία.

Έτσι ανταπαντά με το «Πρωτόκολλο του Λονδίνου» της 3ης Φεβρουαρίου του 1830, με το οποίο μπαίνουν, ξεκινούν οι διαδικασίες για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Θα χρειαστεί και νέο «Πρωτόκολλο του Λονδίνου» τη 18η Φεβρουαρίου του 1832. Στο μεταξύ η Ελλάδα έχει οριστεί ως ανεξάρτητη, ως χώρα ανεξάρτητη. Η τελευταία λέξη έπρεπε να είναι της Αγγλίας. Και έτσι σε αυτόν τον ανταγωνισμό, σ’ αυτήν την διελκυστίνδα μεταξύ Ρωσίας και Αγγλίας, η Ελλάδα κέρδισε την ανεξαρτησία της, με μικρά, πολύ στενά σύνορα, τα οποία θα προσπαθήσει ο Καποδίστριας στη συνέχεια να επεκτείνει και πράγματι επιτυγχάνει σ’ αυτή του την προσπάθεια. Στο νέο «Πρωτόκολλο του Λονδίνου» πλέον, στη 18η Φεβρουαρίου του 1832, πάλι οι Μεγάλες Δυνάμεις, επειδή στο μεταξύ έχει δολοφονηθεί ο Καποδίστριας το 1831, επικαλούμενες εξουσιοδότηση του ελληνικού έθνους, δίδουν το στέμμα στον Όθωνα (Otto), στον γιο του Λουδοβίκου της Βαυαρίας και ορίζονται τα σύνορα της Ελλάδας στο ύψος του Αμβρακικού – Παγασητικού. [Ένθετη σημείωση: Ο Παναγιώτης Ζωγράφος, ένας λαϊκός ζωγράφος που μισθώθηκε από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη στη δεκαετία του ΄40 για να ζωγραφίσει διάφορες πλευρές του Αγώνα του 1821, μας δείχνει πώς όλα αυτά επικυρώνονται με τη θριαμβευτική αποτύπωση του Θεού, ο οποίος ευλογεί τη δημιουργία της Ελλάδος και την κάλυψη του στέμματος από τον Otto και τη βασίλισσα Αμαλία.] Ο κύκλος της Ελληνικής Επανάστασης ολοκληρώθηκε και η ελληνική πλευρά μπήκε στις δύσκολες πορείες της που παρέμειναν περίπλοκες και μετά τις θετικές αυτές εξελίξεις, καθώς στην ουσία δεν έλειψαν οι εστίες εμφυλίου πολέμου και που οδήγησαν φυσικά στη δολοφονία του Καποδίστρια και σε πολλές συγκρούσεις μεταξύ τους.

Ήθελα καταληκτικά να σας διαβάσω μερικά αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, από την «Διήγηση των συμβάντων της ελληνικής φυλής», στα οποία γράφει: «Η Επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτο ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτο με ένα άλλον λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωριστεί ως τοιούτος ούτε να ορκισθεί, παρά μόνον ό,τι έκαμνε η βία» και συνεχίζει, «Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς», στο ξεκίνημα της Επανάστασης. «Ημείς, αν δεν είμεθα τρελλοί δεν εκάναμε την Επανάστασιν, διατί ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτιδαποθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει τη δύναμη την εδική μας, την τουρκική δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμε, όπου ετελειώσαμε με καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα. Ομοιάζομεν σαν να είναι εις ένα λιμένα πενήντα – εξήντα καράβια φορτωμένα, ένα από αυτά ξεκόβει, κάνει πανιά, πηγαίνει εις την δουλειά του με μεγάλη φορτούνα, με μεγάλο άνεμο, πηγαίνει, πουλεί, κερδίζει, γυρίζει οπίσω σώον. Τότε ακούς όλα τα επίλοιπα καράβια και λέγουν: ‘’Ιδού άνθρωπος, ιδού παλληκάρια, ιδού φρόνιμος, και όχι σαν εμείς οπού καθόμεθα δειλοί, χαϊμένοι’’, και κατηγορούνται οι καπεταναίοι ως ανάξιοι. Αν δεν ευδοκιμούσε το καράβι ήθελεν ειπούν: ‘’Μα τι τρελλός να σηκωθεί με τέτοια φορτούνα, με τέτοιο άνεμο, να χαθεί ο παλιάνθρωπος, επήρε τον κόσμο εις τον λαιμόν του’’. Έτσι συνέβη και με εμάς».

Advertisements