Η Επανάσταση του 1821. Ένα δύσκολο εγχείρημα μιας περίπλοκης κοινωνίας. (Β’ μέρος)

Το κείμενο με το οποίο ο Πατριάρχης Γρηγόριος αφόρισε και καταδίκασε την Επανάσταση του 1821. Το πολύτιμο αυτό ντοκουμέντο αποτελεί μέρος της συλλογής σπάνιων εκδόσεων και ιστορικών εγγράφων του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Μάνου και Αναστασίας Φαλτάϊτς.

Το κείμενο με το οποίο ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ αφόρισε και καταδίκασε την Επανάσταση του 1821. Το πολύτιμο αυτό ντοκουμέντο αποτελεί μέρος της συλλογής σπάνιων εκδόσεων και ιστορικών εγγράφων του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Μάνου και Αναστασίας Φαλτάϊτς, που βρίσκεται στη Σκύρο.

Το Β’ μέρος της απομαγνητοφώνησης των μαθημάτων Ιστορίας με θέμα «Η Επανάσταση του 1821. Ένα δύσκολο εγχείρημα μιας περίπλοκης κοινωνίας», που έγιναν τον Μάρτιο – Απρίλιο 2016 μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας Mathesis, με την επιμέλεια της καθηγήτριας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρίας Ευθυμίου.

Οι ερμηνείες μιας επανάστασης.

Η αποκοπή της ελληνικής εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Μία επαναστατική πράξη.

Η θέση της Εκκλησίας υπό την Οθωμανική κυριαρχία.

Mια άλλη τομή, η οποία άλλαξε την βαθιά κεντρική πολιτική υπόσταση των πραγμάτων με την Ελληνική Επανάσταση, θα δώσει επιπλέον επιχειρήματα για το γιατί αυτός ο πόλεμος της ελληνικής ανεξαρτησίας ήταν επανάσταση, δηλαδή έφερε πραγματική ανατροπή και τομές σε σχέση με τα προηγηθέντα. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, την προεπαναστατική περίοδο και τους αιώνες αυτούς, δύο ήταν οι πυλώνες διοίκησης για τους Χριστιανούς Ορθοδόξους κατοίκους της αυτοκρατορίας, και φυσικά τους ελληνόφωνες εξ αυτών: η σουλτανική πλευρά, η οποία είχε την απόλυτη εξουσία, και η πλευρά της Εκκλησίας, και τούτο διότι η οθωμανική διοίκηση, για αιώνες, ήταν θεοκρατική. Οι Οθωμανοί διαιρούσαν τους υπηκόους της αυτοκρατορίας τους σε ζώνες ανάλογα με το θρήσκευμά τους. Δεν ενδιέφερε στους Οθωμανούς αν είσαι Βούλγαρος ή Σέρβος, όσο τους ενδιέφερε αν είσαι Χριστιανός Ορθόδοξος, αν είσαι Μουσουλμάνος, αν είσαι Καθολικός, αν είσαι Αρμένιος, αν είσαι Εβραίος και έτσι είχαν διαιρέσει την αυτοκρατορία, διοικητικά στην πραγματικότητα, σε ζώνες θρησκευτικές. Και τούτο διότι, καθώς οι ίδιοι είναι Μουσουλμάνοι, και ο τρόπος της διοικήσεώς τους εκπηγάζει εν πολλοίς από τον ιερό τους νόμο, θεωρούσαν ότι, ναι μεν τα περισσότερα και τα μεγάλα θέματα της αυτοκρατορίας, τα κεντρικά ζητήματα κάθε τόπου, που σχετίζονται με τη γενική λειτουργία των πραγμάτων, τα επιλύει η απόλυτη εξουσία του σουλτάνου με τους διοικούντες που εκείνος διορίζει, αλλά τα εσωτερικά ζητήματα των θρησκευτικών αυτών ομάδων βρίσκονται στα χέρια του επικεφαλής της κάθε θρησκευτικής ομάδας.

Με τον τρόπο αυτό το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και όλη η ιεραρχία της Ορθοδόξου Εκκλησίας (θυμίζω ότι το 1453 κατελήφθη η Κωνσταντινούπολη, άρα το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρέθηκε εντός ζώνης οθωμανικής κυριαρχίας και διοικήσεως. Μετά δε το 1517, δηλαδή περίπου εξήντα χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, οι Οθωμανοί κατέλαβαν και την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο, και έτσι, όλα τα πατριαρχεία της Ορθοδοξίας, τα ιστορικά πατριαρχεία της Ορθοδοξίας, και τα τέσσερα – και το Αντιοχείας και το Ιεροσολύμων και το Αλεξανδρείας – βρέθηκαν επίσης υπό οθωμανική κυριαρχία). Λοιπόν, ο σουλτάνος έδωσε προνόμια και διοικητική θέση στους επικεφαλής των διαφόρων μιλέτ (millet), όπως λέγονταν οι ζώνες οι θρησκευτικές στις οποίες είχε διαιρεθεί, ταϊφέ ή μιλέτ, ούτως ώστε να μπορούν να έχουν ευρεία δικαιοδοσία επίλυσης εσωτερικών ζητημάτων που ανέκυπταν μεταξύ των ομοδόξων τους. Έτσι, το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είχε ευθύνες τεράστιες στη περίοδο της Τουρκοκρατίας διότι λειτουργούσε όχι μόνο ως ποιμήν θρησκευτικός, αλλά και ως πολιτική αρχή, για αρκετά ζητήματα των Χριστιανών Ορθοδόξων υπηκόων της αυτοκρατορίας: επέλυε δικαστικά ζητήματα, ζητήματα αστικού δικαίου, ο μηχανισμός της Εκκλησίας δηλαδή διευκόλυνε την λύση διαφορών· και την παιδεία διευκόλυνε, την οικονομία, με χίλιους μύριους τρόπους.

Το πατριαρχείο έπρεπε να παίζει ρόλο υποστήριξης για τους Οθωμανούς. Στο μυαλό των Οθωμανών ήταν ότι η καλή εσωτερική επίλυση των ζητημάτων της κάθε θρησκευτικής ομάδας, του κάθε μιλέτ, βοηθά συνολικά την διοίκηση της αυτοκρατορίας και βέβαια οι σουλτάνοι θεωρούσαν τους επικεφαλής των μιλέτ – στην περίπτωση των Ορθοδόξων το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως – ως τη δίοδο μέσω της οποίας περνούσαν οι δικές του διαταγές που αφορούσαν τους υπηκόους, και ο πατριάρχης ήτανε υπεύθυνος για την υποταγή ή όχι, την τήρηση ή όχι, των διαταγών του σουλτάνου και επομένως θα μπορούσε να τιμωρηθεί ο πατριάρχης εάν κάποια ομάδα των πιστών δεν τηρούσε το ένα ή το άλλο το οποίο είχε ζητήσει η αυτοκρατορία. Για τους Οθωμανούς οι επικεφαλής των μιλέτ ήταν διοικητικοί άρχοντες· και επειδή οι διοικητικοί άρχοντες ανήκουν σε μία ζώνη – στην ανώτερη ζώνη της οθωμανικής κοινωνίας που ονομάζεται ασκερί (askeri) – είναι: α) αφορολόγητοι και β) η ζωή τους βρίσκεται απολύτως στα χέρια του σουλτάνου, οι οποίοι σουλτάνοι, μέσα στους αιώνες, έκοβαν χωρίς συζήτηση, χωρίς κανένα πρόβλημα, τα κεφάλια των διοικητικών στελεχών που έπεφταν σε δυσμένεια ή είχαν κατηγορηθεί κ.λπ.

Έχει καταμετρηθεί πόσες χιλιάδες κεφάλια διοικητικών στελεχών έχουν κοπεί στη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας και, για μια περίοδο του 17ου αιώνα, καταμετρήθησαν τόσα κεφάλια που εκπορεύεται εξ αυτού το αποτέλεσμα ότι, κατά μέσο όρο, κόβονταν πέντε κεφάλια την ημέρα κάπου στην αυτοκρατορία, κάποιου στελέχους της διοίκησης. Φυσικά, τα στελέχη της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν κατά συντριπτική πλειοψηφία Μουσουλμάνοι, αλλά στους ασκερί ανήκαν και μη Μουσουλμάνοι, όπως: οι επικεφαλής των χριστιανικών μιλέτ, οι επικεφαλής των Εβραίων, οι Φαναριώτες, οι οποίοι ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι αλλά ελάμβαναν υψηλά αξιώματα στην οθωμανική αυτοκρατορία, ήταν ασκερί· αυτό σήμαινε ότι ο σουλτάνος μπορούσε να το κόψει το κεφάλι χωρίς καμιά δίκη, χωρίς να προηγηθεί καμία συζήτηση, απλώς μία διαταγή. Το λέω αυτό διότι θα μας χρησιμεύσει αυτή η τοποθέτηση για όσα συνέβησαν σε σχέση με την Εκκλησία. Η Επανάσταση του 1821 είχε άλλη μία επαναστατική πλευρά: είναι επαναστατική διότι αλλάζει τελείως – και σε αυτή την πλευρά – την εξάρτηση, τη διοικητική πραγματικότητα στην οποία είχαν ζήσει οι Έλληνες όλους τους αιώνες. Είπαμε σε προηγούμενη ενότητα για την διαγραφή του κύρους της ύπαρξης του σουλτάνου και την υιοθέτηση λύσεων πολιτικών, πολιτικής ζωής, που προέρχονταν από τη Δυτική Ευρώπη, την ύπαρξη δηλαδή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας θα έλεγε κανείς· αυτό είναι επαναστατικό.

Η αποκοπή της επανάστασης από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Αυτή η επαναστατική υιοθέτηση ολοκληρώνεται με μίαν άλλη κίνηση της Eπανάστασης: το 1821, με την έκρηξη της Επανάστασης, αποκόπτονται οι δεσμοί των ιερωμένων των επαναστατημένων περιοχών από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η Επανάσταση του 1821, από την πρώτη στιγμή θεωρεί ότι δεν έχει καμία σχέση με το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως· αυτή είναι μια μεγάλη τομή, η οποία ξεκινά το 1821, παίρνει ευρύτερη, καθαρότερη μορφή το 1823 στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους, ωριμάζει ακόμη περισσότερο στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 και ολοκληρώνεται το 1833, όταν πλέον έχει δημιουργηθεί το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, οπότε επισήμως η ελληνική πλευρά αποκόπτεται από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διοικητικά και δημιουργείται η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, όπως και λειτουργεί και μέχρι σήμερα. Η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος είναι τελείως ανεξάρτητη Εκκλησία· δεν έχει με το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως παρά δεσμούς σεβασμού. Άλλως: το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έχει καμία δικαιοδοσία διοικητική εντός του πλαισίου της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτή η διαδικασία, που απέκοψε την διοικητική εξάρτηση των κατοίκων των επαναστατημένων περιοχών από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, είναι τμήμα του επαναστατικού χαρακτήρα του ελληνικού πολέμου της ανεξαρτησίας.

Για να δούμε λίγο τα πράγματα λεπτότερα, με περισσότερες πληροφορίες, θέλω να σας διαβάσω το φιρμάνι του σουλτάνου, το οποίο αφορά την εκτέλεση του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄. Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ βρέθηκε στη δίνη των πραγμάτων, διότι στη διάρκεια των τριών πατριαρχιών του – ο Γρηγόριος ο Ε΄ πατριάρχευσε τρεις φορές, δηλαδή έλαβε τον πατριαρχικό θρόνο, τον απώλεσε, ανέβηκε άλλος πατριάρχης, ξαναπήρε τον πατριαρχικό θρόνο, τον ξανα-απώλεσε και τελικά, για τρίτη φορά, ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο και συνέπεσε να είναι πατριάρχης στην κρίσιμη φάση της έκρηξης της Ελληνικής Επανάστασης, τόσο στην Μολδοβλαχία όσο και στις εξελίξεις της. Ο Γρηγόριος ο Ε΄ κατάλαβε πολύ καλά τι σημασία είχε μια τέτοια κίνηση, διότι, όντας επικεφαλής του μιλέτ, εγνώριζε ότι τέτοιου τύπου εξεγέρσεις, κινήσεις, στάσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία, πληρώνονται με βαρύ αίμα, σφαγές εκτεταμένες των «υπευθύνων», εντός εισαγωγικών, και των μη υπευθύνων – γιατί το μαχαίρι έπεφτε γερά – και προφανώς ανησύχησε· ανησύχησε και παρακολουθούσε τις εξελίξεις. Για το πρόσωπο του Γρηγορίου του Ε΄ υπάρχουν πολλές συζητήσεις, έχουν γραφτεί πολλά. Ο Γρηγόριος ο Ε΄ υπήρξε ένας πολύ συντηρητικός, θα λέγαμε, ιεράρχης: διέταξε την καύση του «Συντάγματος» του Ρήγα· οργάνωσε τη συλλογή βιβλίων τα οποία θεωρούνταν επαναστατικά ή ανατρεπτικά, είτε εναντίον του σουλτάνου είτε εναντίον της ορθοδόξου πίστεως – κατά τη σύλληψη του πατριαρχείου – τα οποία καίγονταν στην αυλή του πατριαρχείου· αφόρισε Έλληνες λογίους οι οποίοι θεωρήθηκαν άθεοι ή επαναστάτες· έκλεισε σχολεία – ελληνικά σχολεία στην Μυτιλήνη, στο Αϊβαλί, στην Σμύρνη, στην Χίο – τα οποία θεωρήθηκαν ότι καθοδηγούνται από τις Αρχές του επαναστατικού Διαφωτισμού· είχε ένα τέτοιο παρελθόν στις σχέσεις του με τα πράγματα.

Υπάρχουν μελετητές που θεωρούν ότι, ενδεχομένως, στην περίπτωσή μας, όταν πλησιάζει η Ελληνική Επανάσταση, ο Γρηγόριος ο Ε΄ γνώριζε για την Φιλική Εταιρεία, είχε πληροφορηθεί, αυτό φαίνεται ότι είναι βέβαιο. Κάποιοι κάνουν ένα άλμα – χωρίς πολλά στοιχεία, αλλά μπορεί. Κανείς δεν γνωρίζει· είναι, θα λέγαμε, ενδείξεις. Μπορεί κάποια στιγμή να αποδειχθούν διάφορα πράγματα είτε προς τη μια είτε προς την άλλη πλευρά – ότι ήταν και φιλικός προς την Φιλική Εταιρεία· κάποιοι λένε ότι ήταν και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, δεν έχουμε για αυτό αποδείξεις. Το βέβαιο είναι ότι, ως ιεράρχης τέτοιου επιπέδου, γνώριζε πολύ καλά ο Γρηγόριος ο Ε΄ πόση μεγάλη ευθύνη έχει μπροστά στα τεκταινόμενα, δεν υπάρχει περίπτωση. Είτε ήξερε είτε δεν ήξερε, είτε επικροτούσε είτε ήταν αντίθετος, έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σε εγρήγορση γιατί καταλάβαινε – υψηλότατος διοικητής ήταν – τι θα σημαίνει αυτή η ιστορία. Έτσι, είχε την εξής εξέλιξη το πράγμα: καθώς ο σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ έγινε έξω φρενών με την είδηση της επανάστασης, της εξέγερσης στην Μολδοβλαχία και των εξελίξεων, άρχισε να διαφαίνεται ότι θα υπάρξει εκτεταμένη σφαγή – και ήδη είχαν αρχίσει βίαιες εκδηλώσεις – οπότε ο Σεΐχ-ουλ Ισλάμ (Şeyh-ül İslam) στην Κωνσταντινούπολη – [Ο Σεΐχ-ουλ Ισλάμ είναι ο επικεφαλής, είναι ό,τι ο πατριάρχης για τους Χριστιανούς Ορθοδόξους, είναι ο επικεφαλής των θεμάτων θρησκείας στην οθωμανική αυτοκρατορία], ο οποίος τι είναι;

Είναι ανώτατος θεολόγος, γνωρίζει πολύ καλά τη Σαρία, συνομιλεί με τον αυτοκράτορα, τον σουλτάνο δηλαδή· όταν είναι να πάρει πολιτικές αποφάσεις ο σουλτάνος, πολλές φορές θα ζητήσει τη γνώμη του Σεΐχ-ουλ Ισλάμ, αν είναι δυνατό να ακολουθηθεί η μία ή η άλλη απόφαση σε σχέση με τα δεδομένα της οθωμανικής πίστεως, της μουσουλμανικής πίστεως και της Σαρία, δηλαδή ο Σεΐχ-ουλ Ισλάμ είναι άμεσος συνομιλητής του σουλτάνου και υψηλότατο πρόσωπο στην αυτοκρατορία. Οι επικεφαλής των μιλέτ που ζούσαν στην οθωμανική αυτοκρατορία είχαν μεταξύ τους σχέσεις· αναγκαστικά, κάθε τόσο, για κάτι έπρεπε να βρεθούν και είχαν κάποια σχέση. Ο Σεΐχ-ουλ Ισλάμ λοιπόν, της εποχής της Ελληνικής Επανάστασης, όταν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει – και αντιλαμβάνεται ότι ο Μαχμούτ ο Β΄, ο σουλτάνος, είναι εκτός εαυτού – και ότι μπορούν οι σφαγές να πάρουν τροπή μεγάλης κλίμακας, συνομιλεί με τον Γρηγόριο τον Ε΄ και του εξηγεί ότι πρέπει γρήγορα να κάνει κάτι για να μειωθεί η ένταση των πραγμάτων και οι κίνδυνοι σε σχέση με τη δράση του Μαχμούτ, του σουλτάνου.

Έτσι, ο Γρηγόριος ο Ε΄ εκδίδει έναν αφορισμό της Ελληνικής Επανάστασης. Το κείμενο του αφορισμού είναι μακρύτατο. Στην ουσία αφορίζεται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Μιχαήλ της Βλαχίας, οι οποίοι μετέσχαν στην εξέγερση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Είναι ένα σκληρό κείμενο αυτός ο αφορισμός. Ο αφορισμός ήταν το όπλο της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες για να νουθετεί και να καθοδηγεί εκείνους που διέφευγαν από το ποίμνιο. Στην περίοδο των αιώνων που συζητούμε, το να αφορισθεί κανείς είναι βαρύτατο πράγμα, βαρύτατο. Ο Χριστιανός Ορθόδοξος το θεωρεί βαρύτερο και από το θάνατο, διότι εξωεκκλησιάζεσαι, φεύγεις απ’ την θρησκεία, δεν μπορείς να βρίσκεσαι με τους άλλους Χριστιανούς, δεν μπορείς να συζητάς μαζί τους, ούτε καλημέρα να σου λένε, όταν πεθαίνεις το σώμα σου δεν λιώνει ποτέ, μετά θάνατον η ψυχή σου πηγαίνει σε φοβερά σημεία της κολάσεως· είναι βαρύ πράγμα ο αφορισμός. Επομένως, το ότι έκανε αυτή την πράξη την αφοριστική, του αφορισμού, ο Γρηγόριος ο Ε΄, είχε βαθιά πολιτική σημασία, διότι προφανώς έδινε και το μήνυμα στον Μαχμούτ τον Β΄ ότι αυτή η εξέγερση δεν επικροτείται από τους Χριστιανούς Ορθοδόξους, ο ίδιος δεν την επικροτεί και για να μειώσει την οργή του σουλτάνου Μαχμούτ. Σας διαβάζω μερικά αποσπάσματα απ’ αυτόν τον αφορισμό της Επανάστασης:

«Η πρώτη βάσις της ηθικής ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη, είναι ηλίου λαμπρότερον, και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί, είναι ο κάκιστος πάντων ανθρώπων. (…) Όταν δε η αχαριστία είναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου Βασιλείας,» άρα, ο ευεργέτης είναι η οθωμανική αυτοκρατορία και τροφός, «τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησι, Βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη·» άρα, όποιος αντιτίθεται στον σουλτάνο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αντιτίθεται και στο Θεό, «όθεν και πας ο αντιτασσόμενος αυτή τη Θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά Βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε» και συνεχίζει σε άλλο σημείο: «οι επαναστατήσαντες «επεχείρισαν εις έργον μιαρόν (…) θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς Βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσι με τόσα προνόμια ελευθερίας, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος», οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι έχουν τα περισσότερα προνόμια – η λέξη «έθνος» εδώ είναι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι – «υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις των, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ΄ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας…»

Ο αφορισμός της Ελληνικής επανάστασης από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Αφού λοιπόν διαβάσαμε λίγο πριν τμήματα του αφορισμού της Επανάστασης του 1821 από τον Γρηγόριο τον Ε΄, αφού εξηγήσει λοιπόν όλα αυτά, στη συνέχεια αναφέρεται στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και περιγράφει «εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας», ονομάζει τους επαναστατήσαντες, τους Υψηλάντηδες «αλαζόνες και δοξομανείς και ματαιόφρονες» οι οποίοι «εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας.» και έτσι συνεχίζει το κείμενο, είναι μακρό το κείμενο του αφορισμού, τον οποίο εξέδωσε ο Γρηγόριος ο Ε΄. Το κείμενο αυτό διαβάστηκε, αναπαρήχθη σε εκατοντάδες αντίτυπα, και εστάλη με τον εσωτερικό μηχανισμό της εκκλησίας, μέσω του μηχανισμού διοίκησης και του ιερατείου σε κάθε χωριό, πόλη και κωμόπολη της αυτοκρατορίας και διαβάστηκε στις εκκλησίες των Ορθοδόξων προκειμένου να αποτραπεί η δυσμενέστερη εξέλιξη των πραγμάτων. Βέβαια, η κίνηση αυτή του Γρηγορίου του Ε΄ πιθανόν να μείωσε τον αριθμό των σφαγών, στις οποίες προχώρησε ο Μαχμούτ ο Β΄ και (οι οποίες) ήταν μεγάλης κλίμακας, αλλά πιθανόν να βοήθησε σε αυτόν τον στόχο εάν ήταν αυτός ο στόχος, όμως δεν απέτρεψε την εκτέλεση του (του Γρηγορίου του Ε΄) από τον σουλτάνο Μαχμούτ τον Β, ο οποίος και διέταξε την εκτέλεση δια απαγχονισμού. Αυτό έχει σημασία.

Τα ανώτατα διοικητικά στελέχη εκτελούνται δια αποκεφαλισμού, όχι μόνο στην οθωμανική αυτοκρατορία, σε όλη την υφήλιο. Ή (εκτελούνται) με κάποιον τρόπο γρήγορου θανάτου, έχει σημασία αυτό. Θυμηθείτε, η Μαρία Στιούαρτ αποκεφαλίστηκε, οι βασιλείς στην γαλλική επανάσταση αποκεφαλίστηκαν, δηλαδή ένας θάνατος του δευτερολέπτου. Έχει σημασία αυτό διότι με έναν τέτοιο γρήγορο θάνατο – σήμερα θα εκτελούσε κανείς με τουφεκισμό ας πούμε, δεν είναι θέμα, που είναι γρήγορος, άμεσος θάνατος – δεν εξευτελίζεται αυτός ο άνθρωπος, που μέχρι πρόσφατα ήταν υψηλής θέσεως. Διότι ένας μαρτυρικός θάνατος μπορεί να σε εξευτελίσει. Ο θάνατος δια απαγχονισμού είναι μαρτυρικός θάνατος, ο οποίος εξευτελίζει τον ζώντα αυτή την κατάσταση, διότι, καθώς κρεμιέται το κορμί του απαγχονιζομένου, (από) το στόμα του, από όλες τις πλευρές, από όλα τα ανοίγματα του σώματoς βγαίνουν υγρά, απ’ όλα τα ανοίγματα (βγαίνουν) αφροί. Τα μάτια εκτινάσσονται, η μορφή αλλάζει τελείως, το σώμα σπαρταράει, είναι πάρα πολύ βαρύ και εξευτελιστικό αυτό το οποίο συμβαίνει. Για αυτό και ο θάνατος δι’ απαγχονισμού επιφυλασσόταν για τους ληστές και τους ποινικούς των βαρέων ποινικών αδικημάτων. Το ότι ο σουλτάνος διέταξε τέτοιου τύπου εκτέλεση του Γρηγορίου του Ε΄ ήταν δείγμα [του ότι είχε χάσει το μέτρο]. Ο Μαχμούτ ο Β΄ υπήρξε σημαντικός σουλτάνος και πέτυχε πολιτικές λύσεις για το εσωτερικό της αυτοκρατορίας που άλλοι σουλτάνοι δεν είχαν επιτύχει. Όμως στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης έχασε το μέτρο, την ώρα της κήρυξης της επανάστασης, έχασε το μέτρο. Και στην ουσία – το είπε αν θυμάστε και ο Κοραής, (αυτό) τον έβλαψε, διότι αντί να μειώσει τις αντιδράσεις των ανθρώπων τις ενέτεινε η πολιτική του αυτή.

Εκτελώντας τον επικεφαλής του μιλέτ με αυτόν τον εξευτελιστικό τρόπο ήταν σαν να προσβάλλει όλους τους χριστιανούς ορθοδόξους της αυτοκρατορίας και αυτό ήταν βαρύ, ήταν βαρύ στις πλευρές των χριστιανών ορθοδόξων και έπαιξε ρόλο στο να αποκοπούν κάποιοι βέβαια, όχι όλοι. Αλλά ένας αριθμός από αυτούς, αν είχαν ερωτήματα σε σχέση με τον σουλτάνο, – να μετάσχω ή να μην μετάσχω σε αυτά που γίνονται εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας, (αποφάσισαν) να ταχθούν με την πλευρά της επανάστασης. Η εκτέλεση έγινε στις 10 Απριλίου, δείξαμε σε προηγούμενες φάσεις τα σημεία στα οποία έγινε. Στις 10 Απριλίου του 1821, δηλαδή είχε ήδη ξεκινήσει η Επανάσταση και στην πλευρά της Πελοποννήσου και του νότου γενικά της ελληνικής χερσονήσου. Και δεν εκτελέστηκε μόνος του, αλλά μαζί του εκτελέστηκαν και οι επίσκοποι Εφέσου, Νικομηδείας και Αγχιάλου. Σας διαβάζω το φιρμάνι του σουλτάνου που σχετίζεται με αυτή την υπόθεση (σε μετάφραση βέβαια νεοελληνική, σε καθαρεύουσα): «Χρέος των αρχηγών των υπό την εξουσίαν μου διαφόρων λαών είναι να επαγρυπνώσι νύκτα και ημέραν τους υπό την οδηγίαν των, να παρατηρώσι την διαγωγήν των και ν’ ανακαλύπτωσι και αναφέρωσιν εις την κυβέρνησίν μου τας αθεμίτους πράξεις των». Η εισαγωγή είναι αυτό που σας έλεγα πριν.

Για τον σουλτάνο, για τους σουλτάνους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι επικεφαλής των μιλέτ, έχουν την ευθύνη να μην επιτρέπουν να συμβαίνουν πράγματα ενοχλητικά για την κυβέρνηση και την αυτοκρατορία και την ομαλότητα μέσα στο ποίμνιό τους. «Οι δε πατριάρχαι, ως αρχηγοί των ραγιάδων ζώντων εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής μου εξουσίας, οφείλουν να ήναι υπέρ πάντα άλλον ανεπίληπτοι, τίμιοι, πιστοί και ειλικρινείς. Έχοντες δε τας αρετάς ταύτας οφείλουν, οσάκις παρατηρήσουν κακάς κλίσεις (κλίσεις – το κλι με γιώτα δηλαδή ροπές) του λαού των, να τας εμποδίζωσι δι’ απειλών και συμβουλών, ή, αν αναγκαίον, και διά ποινών κατά τα έθιμα της θρησκείας των, και τοιουτοτρόπως να φαίνωνται ευγνώμονες προς την υψηλήν Πύλην δι’ ας απολαμβάνουν χάριτας (για τα προνόμια που απολαμβάνουν) και ελευθερίας υπό την αγαθοποιόν σκιάν της. (Η Πύλη, δηλαδή η διοίκηση του σουλτάνου). Αλλ’ ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων, ο δώσας άλλοτε δείγματα της εις την υψηλήν Πύλην αφοσιώσεώς του, αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του, (ο σουλτάνος λέει εδώ, δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν ήξερε τι γινόταν μεταξύ των πιστών) ας διάφοροι κακότροποι και αναίσθητοι, παρασυρόμενοι υπό χιμερικών και διαβολικών ελπίδων, διήγειραν· και χρέος του ήτο να διδάξη τους απλούς, ότι το τόλμημα ήτο μάταιον και ατελεσφόρητον· διότι τα κακά διαβούλια δεν είναι δυνατόν ποτέ να ευδοκιμήσωσι κατά της μωαμεθανικής εξουσίας και θρησκείας, αίτινες έλαβαν ύπαρξιν θεόθεν (εμάς την εξουσία μας μας την έχει δώσει ο Θεός, λέει ο σουλτάνος, σιγά μην τα καταφέρουν αυτοί που λένε) προ υπερχιλίων ετών, και θα διατηρηθούν μέχρι της συντελείας του αιώνος καθώς μας βεβαιούν αι αποκαλύψεις και τα θαύματα· αλλ’ εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του, όχι μόνον δεν ειδοποίησεν ουδ’ επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα (λέει ο σουλτάνος) ήτο και αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως, και αδύνατον να μη αφανισθή και πέση εις την οργήν του Θεού όλον το έθνος των Ελλήνων, αν και εν αυτώ είναι και πολλοί αθώοι». Και συνεχίζει: «Καθ’ ον καιρόν εγνώσθη η αποστασία, η υψηλή Πύλη, συμπάθειαν λαβούσα προς τους αθλίους ραγιάδας της, ησχολήθη να επαναφέρη τους πλανηθέντας διά της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και επί τω σκοπώ τούτω εξέδωκε πρόσταγμα διατάττουσα και συμβουλεύουσα τον πατριάρχην τα δέοντα, και προσκαλούσα αυτόν ν’ αφορίση τους αποστατήσαντας ραγιάδας» και τα λοιπά και τα λοιπά.

Η εκτέλεση του Πατριάρχη συντελεί στην επαναστατική ροπή.

Αυτό το κείμενο του αφορισμού έρχεται και επανέρχεται. Η εκτέλεση του Γρηγορίου του Ε΄ συγκίνησε βαθύτατα και εξόργισε τους Χριστιανούς Ορθόδοξους και αποτέλεσε τομή στα πράματα. Γιατί όμως η Επανάσταση απέκοψε τους δεσμούς της από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως; Πρώτον, διότι πολλοί επαναστάτες, λόγιοι, οι οποίοι σχετίζονταν με την Ευρώπη και τα τεκταινόμενα εκεί, θεωρούσαν ότι, έτσι κι αλλιώς, από αιώνες, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το δεύτερο χέρι του σουλτάνου. Μάλιστα, στην «Ελληνική Νομαρχία», σε άλλα κείμενα ανωνύμων επαναστατών των αρχών του 19ου αιώνα, τονίζεται σαφώς ότι είναι βέβαιο ότι, αν γίνει κάποια επανάσταση, η Εκκλησία θα είναι με το μέρος του σουλτάνου, διότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά το μακρύ χέρι του σουλτάνου, και αυτό το θεωρούσαν αυτονόητο, διότι σε κρίσιμες στιγμές – και στα Ορλωφικά και σε άλλες εξεγέρσεις – πράγματι, το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, διάφορες τοπικές μητροπόλεις και εκκλησίες και φορείς διοικητικοί της εκκλησίας, είχαν καταδικάσει κινήματα. Βέβαια, υπήρξαν και ιερωμένοι που είχαν επαναστατήσει, είχαν μετάσχει σε δράσεις εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά η κύρια πορεία της Εκκλησίας ήταν, κατά κανόνα, πορεία πολύ προσεκτική και πορεία η οποία πάντοτε, με μία εξαίρεση των ετών 1565 και 1620, δηλαδή για περίπου εξήντα χρόνια, που επειδή είχε δημιουργηθεί η Σάκρα Λίγκα [Sacra Liga Antiturca: Ιερός Αντιτουρκικός Συνασπισμός] στη Δυτική Ευρώπη και είχαν υπάρξει κινήσεις – που φαίνονταν αποφασιστικές – ανατροπής του σουλτάνου και της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της δημιουργίας στρατού που θα έδιωχνε τους Οθωμανούς από την Ανατολική Μεσόγειο.

Εκείνο το διάστημα, μεταξύ δηλαδή του 1565 και του 1620, έχουμε περιπτώσεις υψηλόβαθμων ιερωμένων οι οποίοι μετέχουν σε συνωμοτικές κινήσεις της Σάκρα Λίγκα για ανατροπή των πραγμάτων. Ειδάλλως, τον μακρύ χρόνο της οθωμανικής κυριαρχίας, η Εκκλησία ήταν πράγματι πάρα πολύ προσεκτική και θύμιζε την υποχρέωση των πιστών να είναι πιστοί υπήκοοι του σουλτάνου και να ευγνωμονούν το γεγονός ότι ο σουλτάνος τηρεί τις εκκλησίες, επιτρέπει τα έθιμα των Χριστιανών, τηρεί το ιερατείο κ.λπ., κ.λπ. Εξ αυτού, παρότι ο πατριάρχης εκτελέστηκε, το κείμενο του αφορισμού του θεωρήθηκε από πολλούς ως επιστέγασμα των επί πολλές εκατονταετίες παρομοίων καταδικαστικών κειμένων από πλευράς του πατριαρχείου και αυτό έπαιξε ρόλο στα πράματα. Το άλλο που έπαιξε ρόλο στα πράματα είναι ότι, μετά τον Γρηγόριο τον Ε΄, ο πατριαρχικός θρόνος του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως πληρώθη, δηλαδή πατριάρχες έγιναν άτομα τα οποία ήταν σαφώς εναντίον επαναστατικών κινήσεων και μάλιστα δεν ήταν και ελληνικής καταγωγής κάποιοι εξ αυτών, ήταν βουλγαρικής καταγωγής κ.λπ.· δηλαδή ο σουλτάνος πρόσεξε οι επόμενοι απ’ τον Γρηγόριο Ε΄ πατριάρχες να είναι εχθρικοί προς τις επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων. Εξ αυτού η Ελληνική Επανάσταση θεωρούσε – το 1821, μετά την εκτέλεση του Γρηγόριου του Ε΄- αυτονοήτως, το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως εχθρό της Επανάστασης, ως τμήμα της σουλτανικής εξουσίας και για αυτό θα μείνει κανείς άναυδος αν παρατηρήσει τα εξής: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, γνωρίζουμε όλοι, κατηγορήθηκε το 1823-24 ότι είναι σε συνομιλία με τους Τούρκους και ότι πρόδωσε, ότι έχει γίνει προδότης, και όπως γνωρίζετε το 1825 εκτελέστηκε από τον Γκούρα, το πρωτοπαλίκαρό του. Ο Γκούρας τον έριξε από την Ακρόπολη κάτω, στα βράχια.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος – για ένα διάστημα είχε μετάσχει θερμά στην Επανάσταση – πράγματι ήρθε σε συνομιλία προδοτική με τους Τούρκους, και μέσα στις κατηγορίες εναντίον του Οδυσσέα Ανδρούτσου είναι η εξής: Κατηγορείται ο Οδυσσέας για το εξής – ο οποίος ονομάζεται και «Τουρκοδυσσέας» από τη διοικητική πλευρά της Επανάστασης: «Τα τελευταία τούτου τα σχέδια είναι φρικτά», δηλαδή του Οδυσσέα Ανδρούτσου, «η αλληλογραφία του γίνεται κατ΄ ευθείαν μαζί με τους περί την καθέδραν του Δεσπότου του Βυζαντίου και με τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως¹». Τι κατηγορείται δηλαδή ο Οδυσσέας Ανδρούτσος; Εκτός του ότι είχε προδοτικές συνομιλίες με Τούρκους ιθύνοντες των περιοχών της Ανατολικής Στερεάς, κατηγορείται ότι, όχι μόνο αυτό, αλλά κάνει ακόμη φρικτότερη προδοσία: στέλνει επιστολές και επικοινωνεί με τον «Δεσπότη του Βυζαντίου». (Το Βυζάντιο είναι η Κωνσταντινούπολις, η πόλη του Βυζαντίου. Χρησιμοποιείται μονίμως αυτή η (ονομασία)… [κάνω αυτή την παρένθεση: «Βυζάντιο» ονομαζόταν η Κωνσταντινούπολη όταν δημιουργήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες εποίκους τον 7ο π.Χ. αιώνα, τους Μεγαρείς. Ο αρχηγός τους ήταν ο Βύζαντας και η πόλη που δημιούργησαν εκεί οι Έλληνες, ονομάστηκε, οι Μεγαρείς, πήρε το όνομα του αρχηγού, «Βυζάντιον». Γι’ αυτό και η λέξη «Βυζάντιο» είναι της Κωνσταντινουπόλεως.

Άλλαξε όνομα η Κωνσταντινούπολη όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος απεφάσισε εκεί να κάνει πρωτεύουσα και την ονόμασε στο όνομά του, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, «Κωνσταντινούπολη», και άλλαξε ξανά όνομα και ονομάζεται τώρα Ισταμπούλ (Istanbul)· η ίδια πόλη είναι. Στα κείμενα της περιόδου της Τουρκοκρατίας, τα πατριαρχικά κείμενα, η Κωνσταντινούπολη πολύ συχνά ονομάζεται «Βυζάντιον», ως πόλη, είναι το Βυζάντιον. Και όταν στέλνονται κείμενα του πατριάρχη για να βοηθηθεί ο στόλος ο οθωμανικός, όταν εξέρχεται τον Απρίλιο για να πάει προς τα παράλια κ.λπ., ο πατριάρχης στέλνει – για να βοηθήσει αυτό το διοικητικό έργο της οθωμανικής αυτοκρατορίας – επιστολές στους νησιώτες και στους κατοίκους των παραλίων και, μέσα στα άλλα, λέει: «Ο βυζαντινός στόλος εκπλέει την τάδε του μηνός» και εννοεί με τη λέξη «βυζαντινός στόλος», ο στόλος της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή ο οθωμανικός στόλος, με την έννοια ότι είναι το Βυζάντιο, η πόλη.] Λοιπόν, γιατί κατηγορείται ο Οδυσσέας Ανδρούτσος; Ότι έχει αλληλογραφία με τον «Δεσπότην του Βυζαντίου», δηλαδή τον σουλτάνο – καλά αυτό ναι, θα ήταν, μπορεί κανείς να το καταλάβει ότι είναι προδοτικό – και με τον «πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως». Ο πατριάρχης δηλαδή Κωνσταντινουπόλεως θεωρείται ταυτόσημα επικίνδυνος εχθρός με τον σουλτάνο· και όλα αυτά είναι το 1823-24.

Ο Σουλτάνος αντιδρά στις εξελίξεις.

Είδαμε στην προηγούμενη ενότητα, πάλι στην προσπάθειά μας να εντοπίσουμε τα επαναστατικά σημεία του πολέμου της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων, αντιμετωπίσαμε τον κύκλο των πραγμάτων σε σχέση με την Εκκλησία, αφού και η Επανάσταση του 1821 απέκοψε τους δεσμούς της με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, συνειδητά και κάθετα, και αναζητούσαμε την εικόνα των πραγμάτων μόλις πριν. Διαβάσαμε το κείμενο της διαταγής του σουλτάνου για την εκτέλεση του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, ο οποίος είχε εκδώσει αφορισμό για την Επανάσταση και κείμενα του αφορισμού μάς έχουν σωθεί σε πολλά αντίτυπα, διότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το εκτύπωσε σε πολλά αντίτυπα, ούτως ώστε να φτάσει παντού. Και έτσι από πλευράς αρχειακής επαρκείας το έχουμε πολλές φορές, ξέρουμε δηλαδή, καμιά φορά για κάποια θέματα μπορεί κανείς να έχει μία αμφιβολία, σε αυτό δεν υπάρχει κανένα ζήτημα. Την ώρα που εκδίδονται τόσο βίαιες διαταγές από πλευράς του σουλτάνου και εκτελείται ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, ο σουλτάνος αλλάζει τον Σεϊχ-ουλ Ισλάμ, επειδή θεώρησε ότι και ο Σεϊχ-ουλ Ισλάμ ευθύνεται για τις εξελίξεις, και τον εξορίζει. Και επίσης αλλάζει και τον Μεγάλο Βεζίρη, διότι τον κατηγορεί, δηλαδή γενικά ο Μαχμούτ ήτανε σε μία φάση που υποψιαζότανε τους πάντες. Και θέλω πριν προχωρήσουμε να σας διαβάσω, μιας και διαβάσαμε το προηγούμενο κείμενο, το φιρμάνι του σουλτάνου για τον διορισμό του νέου Μεγάλου Βεζίρη, που έχει κι αυτό σημασία για όσα θα πούμε. «Δέξου τους αυτοκρατορικούς χαιρετισμούς μου και μάθε ότι αφ’ ότου έγινε φανερή η απροσδόκητη αποστασία του γένους των Ελλήνων, όλοι οι Βεζίραι, όλοι οι άνθρωποι του νόμου, όλοι οι αρχηγοί και οι σημαντικοί των στρατευμάτων μου, γνωρίζοντες ότι οι μουσουλμάνοι είναι αδελφοί, ενώθησαν χάριτι θεία (χάρη στο Θεό) και αγρυπνούν ένοπλοι νύκτα και ημέρα εις απόσβεσιν της αποστασίας παιδεύοντες τους πρωταιτίους της·»

Στην ουσία ο σουλτάνος δικαιολογεί τις πράξεις βίας που γίνονταν ανεξέλεγκτα εκείνες τις ημέρες εναντίον των Ελλήνων και τις οποίες προσπάθησε, προφανώς, μέσα σ’ όλα το κείμενο του αφορισμού του Γρηγορίου του Ε΄ να αντιμετωπίσει. «Αλλά ο προκάτοχός σου, Μπεντερλή Αλή Πασάς, ηθέλησε να φεισθή της ζωής των Ελλήνων, ων η προδοσία είναι πασίγνωστος, (των οποίων των Ελλήνων η προδοσία είναι πασίγνωστος), μην κατανοήσας τα αποτελέσματα της ανακαλυφθείσης αποστασίας». Και συνεχίζει λέγοντας πολλά εναντίον του προηγουμένου που δεν κατάλαβε τί γίνεται και του ζητάει τώρα «να είσαι σε συνεχή εγρήγορση, διότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό το δύσκολο τμήμα της…». Καταλήγει το διάταγμα του σουλτάνου: «Διάταξε όλους τους μουσουλμάνους να απαρνηθώσι την ηδυπάθειαν, την πολυτέλειαν και την ασωτίαν, μεταβαλόντες την κατάστασιν της ειρήνης εις κατάστασιν πολέμου και πράττοντες κατά τους νόμους του προφήτου. Φρόντισε να ενεργηθώσι τα διαταττόμενα». Ο σουλτάνος, δηλαδή, κινητοποιεί τα θρησκευτικά ένστικτα των μουσουλμάνων και ζητεί από όλους ανεξαρτήτως, γιατί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι μουσουλμάνοι δεν μιλούσαν μόνο τούρκικα, υπήρχαν μουσουλμάνοι που μιλούσαν κι άλλες γλώσσες, να ενωθούν ακόμη κι αν είναι Σούφι. Και έχει ενδιαφέρον, διατάσσει τους μουσουλμάνους να «απαρνηθώσι την ηδυπάθειαν, την πολυτέλειαν και την ασωτίαν». Και, βέβαια είναι εμβόλιμο αλλά έχει το ενδιαφέρον του, η ελληνική κυβέρνηση, η Επαναστατική Κυβέρνηση, από τα πρώτα της διατάγματα «διατάττει όλα τα εργαστήρια, καφενέδες, ρακοπωλεία και λοιπά, εις όλας τας πόλεις της Ελλάδος να κλεισθώσι δια τρεις ολοκλήρους μήνας από σήμερον». Και οι δύο πλευρές, δηλαδή, ενώ είναι σε μεγάλη εγρήγορση για όλα τα ζητήματα, έχουν συναίσθηση τί συμβαίνει σε καθημερινό επίπεδο και ο σουλτάνος λέει στους μουσουλμάνους «πάψτε να ‘στε ηδυπαθείς και να περνάτε ωραία στους καναπέδες σας» και η ελληνική πλευρά ζητάει από τους Έλληνες να μην πηγαίνουν στους καφενέδες, στα ρακοπωλεία και στα λοιπά, αλλά να κινητοποιηθούν στον Αγώνα ο οποίος δίνεται.

Η πορεία της Ελληνικής Εκκλησίας προς το Αυτοκέφαλό της: μία επαναστατική διαδρομή.

Επομένως, μέσα σε αυτό το κλίμα των εντάσεων και του σουλτάνου, γίνονται όσα γίνονται με την εκτέλεση του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ και την αντικατάστασή του με πατριάρχες οι οποίοι είναι σαφέστατα κάθετοι σε επαναστατικά κινήματα. Έτσι, η ελληνική πλευρά θεωρεί το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως εχθρό και, εκ των πραγμάτων, αποκόπτει κάθε επαφή μαζί του. Βέβαια, ενώ οι λόγιοι του Διαφωτισμού – ή εκείνοι που προετοίμαζαν την Επανάσταση, πίστευαν στην Επανάσταση – (το) θεωρούσαν (αυτό) εκ των πραγμάτων βέβαιο – όπως είπαμε πριν, και ο «Ανώνυμος ο Έλλην» και ο «Ρωσσαγγλογάλλος» και στοχαστές της εποχής – στην πράξη (όμως) δεν έγινε ακριβώς όπως νόμιζαν. Στη Φιλική Εταιρεία, αν θυμάστε, όταν μελετήσαμε τα δεδομένα, ένα περίπου 9% (εννέα τοις εκατό) των μελών της Φιλικής Εταιρείας, των μυημένων στη Φιλική Εταιρεία, ήταν ιερείς, ιερωμένοι – δεν ξέρουμε σε ποιο επίπεδο – ήταν ιερωμένοι και επιπλέον, όταν άρχισε η Επανάσταση, πολλά μοναστήρια τάχθηκαν, βοήθησαν την Επανάσταση και γενικά, στις επαναστατημένες περιοχές, κατά κανόνα, οι ιερείς των επαναστατημένων περιοχών συνετάγησαν με τα πράγματα – άλλοι όχι. Αλλά αυτό ισχύει για όλους: δεν είναι ότι όλοι οι αγρότες συνετάγησαν με την Επανάσταση, όλοι οι έμποροι συνετάγησαν με την Επανάσταση, όλοι οι λόγιοι συνετάγησαν με την Επανάσταση· τέτοια πράγματα δεν είναι λογικά.

Οι κοινωνίες είναι πολύπλοκες, ο κάθε άνθρωπος έχει τις συλλήψεις του· ποτέ σε μια επανάσταση ή σε μια δράση – οποιασδήποτε φύσεως δράση – δεν μετέχουν όλοι, υπάρχουν αποχρώσεις. Αλλά η άποψη, η προεπαναστατική, των πιο ριζοσπαστικών, ας πούμε, πνευμάτων της προετοιμασίας της Επανάστασης, ότι η Εκκλησία θα είναι εναντίον της Επαναστάσεως, και ίσχυσε αλλά και δεν ίσχυσε, διότι ναι, μεγάλο τμήμα της ανώτατης Εκκλησίας έμεινε, κράτησε τη στάση που είπαμε, αλλά σε τοπικό επίπεδο, και ιερωμένοι, υψηλόβαθμοι ιερωμένοι, όπως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Πελοπόννησο, πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση. Επομένως, αυτές ήταν οι εξελίξεις που τώρα γνωρίζουμε. Όμως, το 1821 στην Επίδαυρο, κατά την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, – το είπαμε και σε άλλη αφορμή – (τον) Δεκέμβριο του 1821, στην Πιάδα της Επιδαύρου, συγκεντρώθηκαν οι «παραστάτες», οι εκπρόσωποι των Ελλήνων, και εκεί, ανάμεσα στις αποφάσεις της Επιδαύρου, εμπεριέχεται η ίδρυση «Εφορείας της Λατρείας» ή αλλιώς «Μινιστέριον της Θρησκείας». Μινιστέριον, υπουργείο δηλαδή της Θρησκείας. Με αυτό τί σημαίνει; Σημαίνει ότι η πολιτική πλευρά πλέον παίρνει πάνω της τη διοίκηση της Εκκλησίας· θεωρεί αυτονόητο ότι δεν εξαρτάται από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και ότι τώρα πλέον, η διοίκηση της Εκκλησίας – ποιας Εκκλησίας; – των εκκλησιών, των μοναστηριών, των ιερωμένων κ.λπ. των επαναστατημένων περιοχών, θα εποπτεύεται από την πολιτική βούληση του λαού μέσω της «Εφορείας της Λατρείας» ή του «Μινιστερίου της Θρησκείας».

Το 1823, στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους, καθώς έχουν παρέλθει ήδη τρία χρόνια από την έκρηξη της Επαναστάσεως, το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως θέλει να δοκιμάσει τα όρια των εξελίξεων και παίρνει την εξής απόφαση: να στείλει στο έθνος, στο ελληνικό έθνος, το 1823 στην Εθνοσυνέλευση τον διορισμό, την απόφασή του για τον διορισμό ιερωμένων σε διάφορες θέσεις του ιερατείου. Τα πατριαρχεία πάντοτε έχουν αυτό το καθήκον, να διορίζουν, αυτή είναι η εσωτερική τους διοικητική υποχρέωση. Γιατί το έκαμε αυτό; Γιατί το έστειλε με αρχιερείς κιόλας. Η Εθνοσυνέλευση του Άστρους, όταν παίρνει αυτήν την απόφαση του διορισμού αρχιερέων από την πλευρά του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το επιστρέφει πίσω, λέγοντας στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ότι «δεν έχεις καμία δικαιοδοσία στα θέματα που αφορούν τους ιερωμένους του τόπου μας». Η δε Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας – και στις τρεις Εθνοσυνελεύσεις αντιμετωπίζεται το ζήτημα της διοίκησης της Εκκλησίας πάντα από πολιτικής πια εξουσίας – το δε 1827, στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, αποφασίζεται να μην εμπλέκεται ο Κλήρος «εις καμίαν από τας πολιτικάς δράσεις», δηλαδή, ο Κλήρος – αποφασίζει το επαναστατημένο Έθνος – πρέπει να περιοριστεί πλέον μόνο στα θρησκευτικά ζητήματα· αυτό είναι τομή, μεγάλη τομή, και αυτό ακόμη. Δεν είναι μόνον ότι αποκόπτεται από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ο Ελληνισμός, ο επαναστατημένος Ελληνισμός, αλλά αντιμετωπίζει το ιερατείο όχι ως διοικητικό πλέον μηχανισμό, όπως το είχε μετατρέψει η οθωμανική αυτοκρατορία – και εν μέρει και το Βυζάντιο το είχε – αλλά ως μηχανισμό ποίμανσης των πιστών και μόνο.

Έτσι, όταν θα ’ρθει ο Καποδίστριας το 1828, Ιανουάριο του 1828, όταν έρχεται στα επαναστατημένα εδάφη, θα κρατήσει αυτό το σχήμα και δεν θα κάνει κάποια κίνηση προς το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, και τελικά η λύση θα δοθεί το 1833 [ένθετη σημείωση: το 1833 έχουμε Αυτοκέφαλη Εκκλησία], όταν έχει έρθει η Αντιβασιλεία και ο Όθων, οπότε πια θα επισημοποιηθεί η ρήξη και η δημιουργία του αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας. Η απόφαση, η μονομερής απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης για τη ρήξη, θα φέρει αισθήματα οργής στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διότι δεν έγινε με τον τρόπο, με τις κανονικότητες, που θα μπορούσε να είχε συμβεί, και μέχρι το 1850, η Ελληνική Εκκλησία, η Εκκλησία της Ελλάδος, και το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, βρίσκονται σε απόλυτη ρήξη και σε πολύ έντονες συγκρούσεις. Αυτό μετά θα λυθεί, διότι θα δεχτεί το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως την κατάσταση και θα αποφασιστεί ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι απολύτως ανεξάρτητη, αυτοκέφαλη και εκφράζει όμως πάντοτε το σεβασμό της και την αναγνώριση του κύρους του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Αυτός ο κύκλος είναι πολύ σημαντικός και αποτελεί τεράστια πολιτική τομή για τον Νέο Ελληνισμό και παρέμεινε η ελληνική πλευρά, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, πολύ έντονη απέναντι στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και από έναν άλλο λόγο που πρέπει να πούμε στο σημείο αυτό: η Επανάσταση κινδύνευσε το 1826, που ο Ιμπραήμ είχε τόσο μεγάλες επιτυχίες, και το Μεσολόγγι έπεφτε και όλα έδειχναν ότι η Επανάσταση μπαίνει σε δεινές περιστάσεις και πρόκειται να τελειώσει με τρόπο τρομακτικό – όπως συνήθως τελείωναν αυτά τα πράγματα, όταν κανείς αμφισβητούσε την οθωμανική κυριαρχία και εδώ επρόκειτο για κάτι βαρύτατο, για την πλευρά των Οθωμανών – ο Οθωμανός σουλτάνος αποφάσισε, για να αδυνατίσει ακόμη περισσότερο τη θέση των Ελλήνων στη διεθνή σκηνή, να συγκεντρώσει συγχωροχάρτια, «προσκυνοχάρτια», δηλαδή ζήτησε από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να τυπώσει χαρτιά στα οποία υπήρχε κενό το όνομα και στα προσκυνοχάρτια αυτά, εσύ, εγώ, ο κυρ Γιώργης, η κυρά Κατίνα, στο χωριό, στην πόλη, ο μέσος κάτοικος των περιοχών, των επαρχιών, που ο σουλτάνος ακόμη θεωρούσε δικές του, οθωμανικές επαρχίες, κι ας είχε γίνει ό, τι είχε γίνει, δήλωνε ότι προσκυνά τον σουλτάνο, ότι είναι υπήκοος στο σουλτάνο, ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις αθλιότητες που γίνονται κ.λπ., κ.λπ. Η διανομή αυτών των προσκυνοχαρτιών έγινε με ιερωμένους, που έστειλε το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως· την πόρτα σου δηλαδή, για να πάρεις το προσκυνοχάρτι, την χτυπούσε ιερωμένος από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως· αυτό έκανε τρομερή εντύπωση, και τα προσκυνοχάρτια, αν διαβάσει κανείς τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, ο Κολοκοτρώνης λέει ότι «δια την πατρίδα μου δεν εφοβήθηκα ποτέ περισσότερον παρά την εποχήν, που μοιράζονταν τα προσκυνοχάρτια» και διέταξε, όποιο χωριό προσκυνάει, «φωτιά και τσεκούρι», με τη βία να σταματήσει αυτή η ιστορία, διότι ο σουλτάνος συγκέντρωνε αυτά τα προσκυνοχάρτια και πλέον απεδείκνυε με στοιχεία ότι δεν πρόκειται για καμία επανάσταση στην Ευρώπη, που λέτε εσείς ότι είναι κάτι πολεμιστές της ελευθερίας· είναι κατσαπλιάδες, είναι ληστές – έτσι παρουσίαζε η οθωμανική κυβέρνηση τα όσα συνέβαιναν στην περιοχή εκείνη – κοινοί ληστές και εγκληματίες είναι, και εσείς λέτε ότι είναι πολεμιστές της ελευθερίας, του δικαίου κ.λπ., κ.λπ. Να, και μόνοι τους λένε ότι δεν συντάσσονται και ότι είναι υπήκοοι της αυτοκρατορίας.

Σας διαβάζω από τα απομνημονεύματα αυτές τις περιγραφές για τους ιερωμένους, που συγκέντρωναν τα προσκυνήματα, στα προσκυνοχάρτια. Τα αναφέρει και ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματα του – ο Κανέλλος Δεληγιάννης ήταν ο μεγάλος πρόκριτος της περιοχής των Λαγκαδιών και Καρύταινας εκεί στην Αρκαδία – και ο Φωτάκος, ο Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, ο οποίος ήταν ο γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έχει αφήσει – και οι δύο έχουν αφήσει – απομνημονεύματα. Σας διαβάζω από τον δεύτερο τόμο του Φωτάκου, τι γράφει γι’ αυτό: «ο σουλτάνος είχε στείλει αρχιερείς απ’ την μεγάλην Εκκλησίαν δια να συνάζουν υπογραφάς, να τας δείξη εις τους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Δυνάμεων». Αυτές οι προϊστορίες, αυτές οι πλευρές, θεωρήθηκαν πολύ βαριές, ζύγισαν βαριά και βέβαια, θα έλεγε κανείς, πώς θα μπορούσε (και) να είναι και αλλιώς; Διότι, όταν – έτσι έγινε τελικά και στην πράξη – οι Σέρβοι, όταν ολοκλήρωσαν την επανάστασή τους, δημιούργησαν ξεχωριστή σερβική Εκκλησία. Σήμερα οι Σέρβοι έχουν ξεχωριστό πατριαρχείο, έχουν Σέρβο πατριάρχη· το ίδιο έγινε και με τους Βουλγάρους. Όταν δηλαδή και οι δύο λαοί αυτοί, στον 19ο αιώνα, απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, δημιούργησαν ανεξάρτητο πατριαρχείο, αποκόπηκαν από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Βέβαια, αποκόπηκαν με τον κανονικό τρόπο, όχι πραξικοπηματικά όπως έγινε στην περίπτωση των Ελλήνων. Το ίδιο έγινε στην Ρουμανία: όταν δημιουργήθηκε το ρουμανικό κράτος, και αυτό απέκτησε δικό του πατριάρχη. Δεν είναι εύκολο να αποκτήσει, δηλαδή πώς μπορεί να λειτουργήσει το πράγμα, εκ των πραγμάτων, όταν ένας τόπος αποκόπτεται από την οθωμανική αυτοκρατορία, ανεξαρτητοποιείται, να ανήκει η Εκκλησία του διοικητικά στο πατριαρχείο το οποίο ελέγχεται από μία άλλη Δύναμη, αυτό δεν συνάδει, δεν συνδυάζεται. Επομένως, δεν είναι ότι οι Έλληνες έκαναν κάτι μόνο αυτοί, έγινε πραγματικότητα και έτσι σήμερα στην Ορθοδοξία, όπως γνωρίζουμε, υπάρχουν δεκαπέντε πατριαρχεία και ανεξάρτητες Εκκλησίες. Η Ορθοδοξία το έχει αυτό, δεν είχε ποτέ ένα πατριαρχείο – το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έχει το μεγαλύτερο κύρος και δύναμη από όλες τις πλευρές και μέχρι σήμερα και σεβασμό – αλλά πάντα είχε πολλά πατριαρχεία: είχε τα τέσσερα ιστορικά πατριαρχεία, δημιουργήθηκε το πατριαρχείο των Ρώσων το 1589 – να και άλλο πατριαρχείο – και στο μεταξύ, οι λαοί οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι παίρναν την ελευθερία τους, δημιουργούσαν και δικούς τους πατριάρχες, αποκόπτονταν δηλαδή διοικητικά από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο βέβαια πάντοτε όλοι σέβονται.

Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην Επανάσταση του ‘21.

«Πολιτισμικές» φαντασιακές κατατάξεις ως προς τη σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων.

Αναφερθήκαμε στην προηγούμενη ενότητα σε διάφορα σημεία τα οποία αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μας, το ότι ο ελληνικός πόλεμος της ανεξαρτησίας ήταν επανάσταση. Αυτή η επανάσταση προέκυψε στον ελληνικό κόσμο μέσα από τις εξελίξεις που είπαμε σε προηγούμενες ενότητες, δηλαδή το γεγονός ότι η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν σε παρακμή και το γεγονός ότι ο ελληνικός κόσμος είχε γνωρίσει στον 18ο αιώνα μια άνοδο στους οικονομικούς του δείκτες, τουλάχιστον όσον αφορούσε τα στρώματα των ναυτικών, των εμπορευομένων της στεριάς και της θάλασσας, των βιοτεχνών διαφόρων ορεινών περιοχών, των μεταφορέων που σχετίζονταν με το εμπόριο, των βιοτεχνιών χωριών που παρήγαγαν είδη σχετιζόμενα με τη βαμβακουργία και την κλωστοποιία και βέβαια, ταυτοχρόνως, ήταν και ο βαρύς αιώνας, ο 18ος και οι αρχές του 19ου αιώνα, όπως είπαμε και σε προηγούμενή μας ενότητα, για τους αγρότες των πεδινών και ημιορεινών περιοχών και εν μέρει για ανθρώπους των πόλεων που υφίσταντο τη βία που προέκυπτε απ’ την εσωτερική κοινωνική αστάθεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η πραγματικότητα αυτή είχε δώσει μία ώθηση και μία αίσθηση υπεροχής στους Έλληνες – ή τουλάχιστον σε τμήμα των Ελλήνων – σε βαθμό ώστε οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι, Σέρβοι, Βούλγαροι – Χριστιανοί Ορθόδοξοι – να αισθάνονται έναν θαυμασμό για τους Έλληνες, τουλάχιστον στο σκέλος της παιδείας και λόγω του ότι τα περισσότερα σχολεία των Βαλκανίων ήταν ελληνικά, σχεδόν όλα, με εξαίρεση κάποιες σερβικές περιοχές. Γι’ αυτό είχε υπάρξει και μια προϊούσα ελληνοποίηση των κατοίκων των Βαλκανίων, πολλοί εκ των οποίων σπούδαζαν στα ελληνικά σχολεία είτε των Ιωαννίνων είτε της Μοσχόπολης είτε της Θεσσαλονίκης είτε των Σερρών. Στις ίδιες περιοχές που σήμερα είναι βουλγαρικές επαρχίες ή σερβικές, υπήρχαν ελληνικά σχολεία. Έτσι, ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, ο γραμματικός του Κολοκοτρώνη, όταν μας μιλά στα απομνημονεύματά του, μετά από την επανάσταση του ’21, αναφερόμενος στους λαούς των Βαλκανίων, τους Χριστιανούς Ορθοδόξους, λέει: «όλαι αυταί αι φυλαί, προτού ημείς οι Έλληνες επαναστατήσωμεν, είχον την φιλοτιμίαν να ονομάζονται Έλληνες ή Γραικοί». Επίσης, ο Δανιήλ ο Μοσχοπολίτης, λόγιος της περιόδου της Τουρκοκρατίας, ελληνόφωνος αλλά βλαχικής καταγωγής, στον πρόλογο του τετράγλωσσου λεξικού του, που συνέθεσε στις αρχές του 19ου αιώνα, γράφει σε ρίμα:

«Aλβανοί και Bλάχοι, Βούλγαροι αλλόγλωσσοι, χαρείτε,
κι ετοιμαστείτε όλοι σας Έλληνες να γενείτε».

Αυτό το κλίμα, το οποίο είναι ενισχυτικό για τις ελληνικές πραγματικότητες στα Βαλκάνια στις αρχές του 19ου αιώνα, ενισχύεται και από τη δράση σπουδαίων λογίων όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος εκπονεί Πολεμιστήρια και Σαλπίσματα για να παρωθήσει τους Έλληνες στην Επανάσταση, όπως είπαμε: «Aδελφοί και Συμπατριώται, Απόγονοι των Ελλήνων (…) Τα πρώτα μου τέκνα, οι πρόγονοί σας, ήσαν οι πλέον φωτισμένοι, οι πλέον ανδρείοι άνθρωποι της Οικουμένης. (…) ποιηταί, ρήτορες (…) Εξ αιτίας των Τούρκων, η κοινή πατρίς ημών, η πατρίς των τεχνών και των επιστημών, (…) έγινε σήμερον κατοικητήριον της αμαθίας και της βαρβαρότητος. (…) Διά τους Τούρκους ονειδιζόμεθα και καταφρονούμεθα από τους Ευρωπαίους. (…) Των Τούρκων ο διωγμός από την Ελλάδα θέλει σάς καταστήσει ενδοξοτέρους και απ’ αυτούς τους Μιλτιάδας, τους Θεμιστοκλέας, τους Λεωνίδας²…» Άρα, το διακύβευμα της Επανάστασης δεν ήταν μόνο απελευθέρωση από τον Τούρκο αλλά και τοποθέτηση των Ελλήνων, δίπλα-δίπλα, στους πιο σπουδαίους λαούς τους κόσμου την εποχή εκείνη, που ήταν οι δυτικοευρωπαϊκοί χριστιανικοί λαοί. Η σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης είχε τη χροιά σύγκρουσης Χριστιανών Ορθοδόξων με Μουσουλμάνους, αλλά και εμπεριείχε την πλευρά «εμείς ανήκουμε στη Δύση, είμαστε Ευρωπαίοι, άρα πολιτισμένοι, ενώ οι Τούρκοι είναι ανατολίτες, άρα απολίτιστοι».

Η διασπορά των Ελλήνων στον 18ο αιώνα είχε παρακινήσει την πολιτική συζήτηση μεταξύ των Ελλήνων, κάτι το οποίο γίνεται αντικείμενο παρατήρησης διαρκώς από τους ξένους σε σχέση με τους Έλληνες. Μέχρι και σήμερα οι Έλληνες μιλούν πολύ για τα πολιτικά και το έκαμαν και στο 18ο αιώνα. Ένας Γάλλος περιηγητής³, αναφερόμενος στην εφημερίδα «Εφημερίς», που είναι η πρώτη ελληνική εφημερίδα η οποία τυπώθηκε στη Βιέννη το 1790 από τους Σιατιστινούς αδελφούς Μαρκίδες Πούλιου, γράφει: «Αν και όλως διόλου ασήμαντοι οι σημερινοί Έλληνες», δηλαδή του 1790, τριάντα χρόνια πριν την έκρηξη της Επανάστασης, «στην πολιτική πλάστιγγα της Ευρώπης, μολοταύτα δεν υπάρχει κανένα άλλο έθνος που να ασχολείται περισσότερο και να παρακολουθεί με ανησυχία όσα συμβαίνουν. Είναι υπερβολικά εύπιστοι και επινοητικοί στο να πλάθουν με τη φαντασία τους ειδήσεις. Οι συνομιλίες τους είναι σκέτη πολιτικολογία. Η εφημερίδα τους, που εκδίδεται στα ελληνικά στη Βιέννη, είναι το μεγάλο τους μαντείο. Διαβάζεται άπληστα και αποτελεί τη βάση των συζητήσεών τους».

Προεπαναστατικές προβλέψεις: «Ελληνική Νομαρχία», «Ρωσσαγγλογάλλος».

Στα πλαίσια αυτά της προετοιμασίας της Επανάστασης, όπως είπαμε και με άλλη αφορμή, δημιουργήθηκαν πολλά πονήματα. Συγγράφηκαν πολλά πονήματα επαναστατικά, εκ των οποίων, όχι λίγα, είναι ανώνυμα. Διαβάσαμε ήδη, με άλλη αφορμή, αποσπάσματα από την «Ελληνική Νομαρχία» του Ανωνύμου του Έλληνος. Καθώς η Επανάσταση πλησίαζε – και το αισθάνονταν αυτό λόγιοι, οι οποίοι το προετοίμαζαν ταυτοχρόνως, εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα – αναρωτιούνται εάν θα μετάσχουν στην Επανάσταση ποιοι, ποιοι δε θα μετάσχουν, και το εκφράζουν αυτό. Ο άγνωστος λόγιος, ο οποίος συνέγραψε το «Ρωσσαγγλογάλλος», επίσης ένα ανώνυμο κείμενο των αρχών του 19ου αιώνα, που είναι καμωμένο σε ρίμα, δηλαδή έχει μια ποιητική μορφή και θεατρική μορφή, μας παρουσιάζει να έρχονται στη σκηνή ο μητροπολίτης, ο πραγματευτής και ο κοτζάμπασης, δηλαδή ο προεστός, ο δημογέροντας, και να μας εξηγούν ποια είναι η θέση τους – Έλληνες και οι τρεις – να μας εξηγούν πώς αισθάνονται κάτω απ’ τους Τούρκους και ποια είναι η πιθανή τους θέση για μια επανάσταση. Τόσο αυτός ο συγγραφέας, ο άγνωστος, του «Ρωσσαγγλογάλλου», όσο και ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», υποπτεύονται σχεδόν όλους τους Έλληνες ότι δε θα μετάσχουν και είναι γενικά πικροί και δηκτικοί. Η ιστορία απέδειξε ότι δεν είχαν δίκιο, εν πολλοίς, στις καχυποψίες τους αυτές, αλλά ίσως αξίζει να διαβάσουμε αυτές τους τις επιφυλάξεις, γιατί είναι ένα κλίμα που υπήρχε στις παραμονές της Επανάστασης, δηλαδή είκοσι, δέκα χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση. Ας δούμε τι λένε, σύμφωνα με το «Ρωσσαγγλογάλλο», τα στελέχη, ας πούμε, της ελληνικής κοινωνίας, σε σχέση με τη ζωή τους στην οθωμανική αυτοκρατορία και την πιθανή αλλαγή των πραγμάτων. Ο μητροπολίτης έρχεται και λέει:

Να έχετε, τέκνα την ευχήν μου,
κι ακούσατε την απόκρισίν μου:
Εγώ τον ζυγόν δεν τον γνωρίζω,
ούτε ξεύρω να τον νοματίζω.

Τρώγω πίνω, ψάλλω με ευθυμίαν,
δεν δοκιμάζω την τυραννίαν.
Τότε υποφέρω αδημονίαν,
όταν με βλάπτουν στην επαρχίαν.
(όταν υπάρχει περίπτωση να χάσει δηλαδή τη θέση του).

Αυτή του Τούρκου η τυραννία
σε μένα είναι ζωή μακαρία.
Το ράσον τούτο αφού εφόρεσα,
ζυγόν κανένα εγώ δεν εγνώρισα.

Ο πραγματευτής, ο έμπορος δηλαδή, που αποδείχτηκε ότι ήταν στελέχη σε λίγο καιρό, αυτή η ζώνη της κοινωνίας προετοίμασε την Επανάσταση του 1821, είχε κεντρικό ρόλο. Παρόλα αυτά, o πραγματευτής του «Ρωσσαγγλογάλλου» λέει τα εξής:

Χαίρετε και σεις, φίλοι και περιηγηταί,
Βλέπω κ’ είσθε τω ώντι πατρίδος ζηλωταί.
Εγώ για την Γραικίαν δεν είχα στοχασμόν,
με όλον όπου φέρει ζυγόν τυραννικόν·
αλλά πάντα προσμένω από την Μπαρμπαριά
(από τη βόρεια Αφρική δηλαδή)
καράβια φορτωμένα και από τη Φραγκιά·
είν’ μέρες δεν τα βλέπω, για να αναπαυθώ.
(Ο πραματευτής το μόνο που ανησυχεί είναι η πραμάτεια του, έτσι παρουσιάζεται.)

Για τούτο συλλογούμαι χωρίς να κοιμηθώ.
Το γένος μου το κλαίω, ότ’ είναι στον ζυγόν,
μα δια ελευθερίαν δεν δίδω οβολόν.
Στον Τούρκο τα σκορπίζω, χωρίς να τα ψηφώ,
την σκέπην του να έχω κ’ εχθρούς να πολεμώ.
(να με βοηθούνε οι Τούρκοι, και συνεχίζει…)

Και τώρα ο κοτζάμπασης – ο προεστός, ο δημογέροντας. Στην οθωμανική πραγματικότητα υπήρχε ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση· ο Ελληνισμός έζησε για αιώνες με το σχήμα και της δικιάς του, της τοπικής αυτοδιοίκησης. Έτσι λοιπόν ο προεστός, ο κοτζάμπασης, λέει:

Αχ το γένος μου πολλά με κατατρέχει,
μοι λέγει τάχα πως τ’ άρπαξα τα έχει·
(με κατηγορούν δηλαδή οι Έλληνες, οι συμπολίτες μου, ότι τον πλούτο τον έχω κλέψει.)
εγώ εστάθην τρεις χρόνους στην αξίαν,
κι ως ήθελα εβάσταξα την επαρχίαν.

Έδειχνα εις όλους πως είμαι ευεργέτης,
ουδείς δ’ ετόλμα να φανή ως προπέτης.
Εάν πολλ’ άσπρα τούς άρπαξα βιαίως,
(εάν δηλαδή έκλεψα πολλά χρήματα, άσπρα, από τους Έλληνες που διοικούσα βιαίως,)
πάλιν στους Τούρκους τα ’δωσα δια χρέος.

Τους πτωχούς σκληρά τούς τυραννούσα,
όμως τους Τούρκους πολλά τούς αγαπούσα.
Και όστις Γραικός Τούρκον εκαταλάλει,
τον επρόδιδα, να βάλουν γνώσ’ οι άλλοι.
Τόσον εστάθην πιστός εις το δοβλέτι,
ως ουδείς άλλος τιμών τον Μωχαμέτη.

(παριστάνονται λοιπόν εδώ οι προύχοντες σαν να ήταν χειρότεροι από τους Τούρκους – ενώ ήταν Έλληνες – και διοικούσαν στα τοπικά πράγματα τους Έλληνες.) Θα δούμε σε λίγο ότι τόσο οι πραγματευτές, τέλος πάντων, πολλοί πραγματευτές, όσο και πολλοί προεστοί – ιδιαιτέρως πολλοί προεστοί – όσο και ένας αριθμός, όχι περιορισμένος, ιερωμένων, του επαναστατημένου χώρου, συμμετέσχαν στην Επανάσταση· επομένως, διαψεύστηκαν, κατά κάποιο τρόπο, οι εκτιμήσεις των σαλπιγκτών της Επανάστασης, των τριάντα, σαράντα, είκοσι χρόνων, δέκα χρόνων πριν από την Επανάσταση του 1821.

Πλευρές της ερμηνείας της Ελληνικής Επανάστασης κατά τον 20° αιώνα.

Η Επανάσταση του 1821 και η μελέτη της έχει περάσει από σαράντα κύματα, ακριβώς διότι, καθώς είναι ένα τόσο ακρογωνιαίο γεγονός για τη δημιουργία της Νεότερης Ελλάδας, έχει γίνει και αντικείμενο πολλαπλών ερμηνειών. Και καθώς η ιστορία ως επιστήμη είναι επιρρεπής στις ερμηνείες με βάση τις τρέχουσες εμπειρίες και έχει στενή σχέση με την πολιτική η προσέγγιση των διαφόρων πλευρών της ιστορίας, η Επανάσταση του 1821 άλλοτε αντιμετωπίστηκε με λόγο νουνεχή, με στοιχεία, με την προσπάθεια να αφεθούν τα γεγονότα να μας μιλήσουν και έτσι να καταλάβουμε τι έγινε, αλλά άλλες φορές τα γεγονότα δεν χρησιμοποιήθηκαν με σεβασμό, παρά προσπάθησαν ιστορικοί, εντός ή εκτός εισαγωγικών, να αποδείξουν εκείνο που εκείνοι ήθελαν όταν προσέγγιζαν τα πράγματα της Ελληνικής Επανάστασης. Το πράγμα πήρε διαστάσεις τον 20ο αιώνα, καθόσον, στον 20ο αιώνα ο ελληνισμός βίωσε μεταξύ του μία μακρύτατη σύγκρουση, βρέθηκε σε αλλεπάλληλους διχασμούς. Η Ελλάδα έζησε, και εν μέρει μέχρι και σήμερα ζει, σε διχασμό. Από το 1916 μέχρι σχεδόν το 1940 οι Έλληνες χωρίστηκαν σε βενιζελικούς και σε βασιλικούς, μισούμενοι, αλληλοϋπονομευόμενοι, ανατρεπόμενοι, δολοφονούμενοι ένθεν και ένθεν, ενώ από το 1940 μέχρι σχεδόν σήμερα η ελληνική κοινωνία, με ιδιαίτερη ένταση μέχρι το 1974, διαιρέθηκε σε αριστερούς και σε εθνικόφρονες, των οποίων η σύγκρουση πήρε τεράστιες διαστάσεις με εμφύλιο πόλεμο και τα λοιπά.

Αυτό έπαιξε ρόλο στις προσεγγίσεις της Ελληνικής Επανάστασης ιδιαίτερα από την Αριστερά η οποία, όταν άρχισε να αναπτύσσεται στις δεκαετίες του 1910 και να οργανώνεται σε κόμμα και σε αριστερές κινήσεις, θεώρησε ως πρόσφορη την μαρξιστική, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας, την οποία επρόκειτο οι ομάδες αυτές των αριστερών και των κομμουνιστών που δημιουργήθηκαν να μετατρέψουν με τη δράση τους σε μια ιδανική κομμουνιστική κοινωνία. Οι κομμουνιστές λοιπόν στοχαστές, ιστορικίζοντες, πολιτικίζοντες ή ιστορικοί και πολιτικοί, θεώρησαν πρόσφορο το πεδίο της Ελληνικής Επανάστασης, διότι θα τους έδιδε την βάση της ερμηνείας για την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας του 20ου αιώνα που τους ενδιέφερε και θα έβρισκαν – έτσι πίστευαν – το εργαλείο με το οποίο εξηγώντας σωστά την κοινωνία που έτρεχε, δηλαδή την κοινωνία την ελληνική του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, θα έβρισκαν και τις σωστές απαντήσεις στη δράση τους. Έτσι η ερμηνεία για τα όσα συνέβησαν στην Ελληνική Επανάσταση ανθρώπων όπως ο Κορδάτος, ο Ζέβγος, ο Σκαρίμπας στοχαστών της Αριστεράς, οι οποίοι ασχολήθηκαν με θέματα της ελληνικής επανάστασης και με συγγραφή ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης, ο Κορδάτος κ.λπ., και το έργο τους δεν είναι τόσο έργο ιστορικών όσο έργο πολιτικής επιστήμης και ανάλυσης.

Σ’ αυτή την ματιά της Αριστεράς έπαιξαν μεγάλο ρόλο τα αισθήματά τους για την Αγγλία, καθόσον η Αγγλία του 19ου και 20ου αιώνα ήταν υπερδύναμη και έπαιζε τεράστιο ρόλο στα πράγματα της Ελλάδας του 20ου αιώνα, που ήταν η Ελλάδα στην οποία ζούσαν αυτοί οι διανοούμενοι της Αριστεράς. (Η Αγγλία) εξακολουθούσε να είναι παγκόσμια υπερδύναμη, έστω κι αν στον 20ο αιώνα, στη δεκαετία του 1920 είχε πλέον αναδυθεί η δύναμη των Η.Π.Α., (όμως) η Αγγλία δεν έπαυε να είναι πολύ σημαντική δύναμη. Λόγω λοιπόν του γεγονότος ότι η Αγγλία ήταν η μεγάλη δύναμη του καπιταλισμού, για εκείνους βεβαίως, και διότι η Αγγλία ήταν η μητέρα της Βιομηχανικής Επανάστασης και το εμβληματικό κράτος, η εμβληματική κοινωνία για την οικονομία η οποία επικράτησε και έγινε παγκόσμια, και επομένως έχουν ένα ειδικό μίσος και επιθετικότητα για όλες τις δράσεις της Αγγλίας και στην περίοδο της Επανάστασης του ’21 και μετά από αυτήν, ξέρουν, πιστεύουν ότι ως πολιτικό αντίπαλο θα βρούνε την Αγγλία και γι’ αυτό την τοποθετούν μέσα στις ερμηνείες τους σε θέση εχθρού. Κατά τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουν με μία μαρξιστική ή μαρξιστικοειδή αντίληψη ανάλογα με τον στοχαστή, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής, δηλαδή τους αρματολούς, τους κλέφτες, τους προεστούς, τους καπεταναίους, τους χωρικούς, ούτως ώστε να δώσουν μια ερμηνεία στην Ελληνική Επανάσταση η οποία θα φωτίζει τα πράγματα έτσι που να τους είναι χρήσιμο εργαλείο για τις δικές τους ιδεολογικές αναζητήσεις, εκατό και εκατόν πενήντα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση.

Η Ελληνική Αριστερά δαιμονοποιεί τους προεστούς και τους «πολιτικούς» και ταυτίζεται με τους αρματολούς και τους κλέφτες.

Λέγαμε λοιπόν για τις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις που επηρέασαν πάρα πολύ την οπτική για την ερμηνεία της Ελληνικής Επανάστασης σε μία ζώνη μέχρι περίπου και την δεκαετία ’60, του 1960. Παραλλήλως εκδίδονταν και πολύ συγκροτημένες ιστορίες Ελληνικής Επανάστασης ιστορικών – όπως ο Κόκκινος, όπως ο Απόστολος Βακαλόπουλος – οι οποίοι δούλευαν με την «τακτική του μυρμηγκιού»: μελετώντας τα αρχεία και τα έγγραφα και συγγράφοντας κείμενα τα οποία στηρίζονταν στις πηγές και απέφευγαν να βγάλουν συνολικά συμπεράσματα πολιτικής φύσεως. Εν αντιθέσει ως προς αυτό όμως, η Αριστερά είναι από τη φύση της εξαιρετικά πολιτική και πιο πολύ αναζητούσε την ερμηνεία παρά το τεκμήριο. Το σχήμα λοιπόν, το οποίο παρουσίασε η Αριστερά για την ερμηνεία της Επανάστασης του 1821 και των όσων περίπλοκων γεγονότων συνέβησαν σε αυτήν – πολιτικών, διπλωματικών, ιδεολογικών, εμφυλίων πολέμων – των οποίων το κλίμα και το αποτέλεσμα επηρέασαν – οπωσδήποτε όλα αυτά που συνέβησαν μεταξύ του 1821 και του 1829 επηρέασαν πάρα πολύ τα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα του 19ου αιώνα – ου μην αλλά, τα όσα συμβαίνουν μέχρι σήμερα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα· μπορούμε να βρούμε πηγές των πραγμάτων από εκείνην την περίοδο. Άρα, από αυτήν την πλευρά, δικαίως οι λόγιοι και οι διανοούμενοι της Αριστεράς προσπάθησαν να διαβλέψουν και να εντοπίσουν σημεία διαχρονικότητος.

Όμως το σχήμα το οποίο επέλεξαν, το ερμηνευτικό σχήμα το οποίο επέλεξαν, δεν ήταν ακριβώς αποτέλεσμα των γεγονότων – των όσων συνέβησαν στην Επανάσταση, όπως προείπα –  αλλά περισσότερο, οι διανοούμενοι αυτοί, όντας κομμουνιστές και μελετώντας τα κείμενα του Μαρξ, του Έγκελς, διανοουμένων κομμουνιστών της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας, οι οποίοι είχαν σταθεί και είχαν ερμηνεύσει την άνοδο της αστικής τάξης, τις διεκδικήσεις της και ερμήνευσαν τον κόσμο της Δυτικής Ευρώπης ως ένα σχήμα: άνοδος της αστικής τάξης – των αστών – σύγκρουσή τους με τους φεουδάρχες, σύγκρουση με τον Κλήρο και τους φεουδάρχες, κυριαρχία των αστών, και στη συνέχεια κυριαρχία των αστών πάνω στην αγορά και τους εργαζομένους και τους εργάτες, προσέγγισαν τα πράματα με έναν μανιχαϊστικό τρόπο, τον οποίο πλέον, μετά την δεκαετία του 1970, από κόλπους και της ίδιας της Αριστεράς, έχει τελείως παραμεριστεί. [Ένθετη σημείωση: Μελέτες και ερμηνείες για το ’21 προσέφεραν στο β΄ μισό του 20ου αι. οι: G. Hering, Β. Παναγιωτόπουλος, Χρ. Λούκος, Αικ. Κουμαριανού, Λ. Δρούλια, Δ. Κατηφόρη, Ν. Ροτζώκος, Ν. Αλιβιζάτος, Δ. Τζάκης, Στ. Παπαγεωργίου, Π. Πιζάνιας, Ελ. Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη κ.ά.]

Θεωρεί πλέον η ελληνική διανόηση και οι Έλληνες ιστορικοί, αριστεροί ή όχι, (οι οποίοι) προσεγγίζουν πλέον το σχήμα το οποίο, για δεκαετίες, έμοιαζε πολύ διεισδυτικό και στην ελληνική διανόηση, λόγω του ότι προέρχονταν από την Αριστερά, ότι πλέον (αυτό) είναι απλώς, (για να) το συμβουλεύεται κανείς μόνον ιστορικά, έτσι, για να καταλάβει πώς για μια περίοδο υπήρξαν τέτοιες ερμηνείες για την Επανάσταση του 1821, καθώς – όταν κανείς σταθεί πάνω στα αρχειακά δεδομένα – πολλές από τις βέβαιες, μετά βεβαιότητας εκφραζόμενες, πεποιθήσεις και συμπεράσματα αυτών των αριστερών διανοουμένων του 1920, ’30, ’40, ’50, ’60, αποδεικνύεται ότι δεν είχαν σχέση με τις πραγματικότητες. Τι έλεγε λοιπόν το σχήμα αυτό σε σχέση με την Επανάσταση του 1821; Η παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας έδωσε την ευκαιρία σε αστικά στρώματα να ενισχυθούν, να αποκτήσουν εμπορικές σχέσεις υποτελούς – σχέσεις οι οποίες σχετίζονταν με όρους υποτέλειας στην πραγματικότητα – με το εμπόριο της Δυτικής Ευρώπης. Αυτοί οι έμποροι έπαιξαν ρόλο στην Επανάσταση του 1821· όμως, επειδή το εμπόριό τους και η οικονομική τους αλκή εξαρτώνταν, σε μεγάλο βαθμό, από την δυτικοευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα, όταν προχώρησε ο κύκλος της Επανάστασης, έχασαν την σχέση τους και τον βηματισμό τους με τις επαφές τους με την Ευρώπη, ήσαν επιρρεπείς όμως στο να ενδίδουν σε αυτήν, διότι προσδοκούσαν την δημιουργία ενός ελληνικού μορφώματος που θα συνδέεται με την οικονομία της Ευρώπης, με την οποίαν και οι ίδιοι αισθάνονταν, με όρους όμως υποτέλειας όπως είπα, ως μεσάζοντες του…- «κομπραδόρικη» αστική τάξη, όπως ήταν ο όρος κάποιες φορές γι’ αυτό, του Ψυρούκη κ.λπ.

Αυτοί λοιπόν, στη διάρκεια της Επανάστασης, έχασαν στην ουσία την επαναστατική τους ορμή και έγιναν όργανο των ξένων δυνάμεων – και ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Γαλλίας αλλά και της Ρωσίας – γι’ αυτό και τα κόμματα τα οποία δημιουργήθηκαν μετά, εξηγούν, ονομάζονταν αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό κόμμα. Οι προύχοντες, οι μεγάλες προυχοντικές οικογένειες των προεπαναστατικών χρόνων, των εν επαναστάσει περιοχών, ήταν στην ουσία φεουδαρχικές, εξαρτημένες από τον οθωμανικό παράγοντα· δεν επιθυμούσαν στην πραγματικότητα την Επανάσταση και μετέσχαν στην Επανάσταση, κατά τη δικιά τους ερμηνεία, μόνο και μόνο καθώς, όταν είδαν ότι ξεκινάει η Επανάσταση, φοβήθηκαν ότι μπορεί να δημιουργηθούν πολιτικά σχήματα, τα οποία δεν μπορούν να ελέγξουν και έτσι, εξ ανάγκης, μπήκαν στην Επανάσταση. Εξ αυτού, η ολοκλήρωση του κύκλου της Επανάστασης έφερε μία υποταγμένη στους ξένους, μη ελεύθερη και ανεξάρτητη άρχουσα τάξη, η οποία συνδέθηκε ατελώς με την καπιταλιστική οικονομία, που αναπτύσσονταν στον 19ο αιώνα, με αποτέλεσμα η ελληνική κοινωνία να παραμείνει οπισθοδρομική και κομπραδόρικη, δηλαδή εξαρτημένη και υποταγμένη στους ξένους. Ας δούμε τώρα κατά πόσον μπορούμε να σταθούμε στην κοινωνία, την προεπαναστατική φάση της κοινωνίας, σε κάθε περιοχή, την οποία θα αντιμετωπίσουμε μέσα στα επαναστατικά γεγονότα, ούτως ώστε να δούμε μ’ έναν τρόπο συνοπτικό, στις παραμονές της Επανάστασης του ’21, ποια ήταν τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, τα οποία θα έπαιζαν ρόλο στα πράγματα.

Πρέπει να πούμε στο σημείο αυτό ότι, εκτός από τους εμπόρους και τους προύχοντες, η οπτική της Αριστεράς έδωσε μεγάλη έμφαση – και εξαιρετικά θετικό πρόσημο – στους αρματολούς και στους κλέφτες, τους οποίους θεώρησε λαϊκούς αγωνιστές, που συγκρούονταν με τις δυνάμεις των υποταγμένων στους Τούρκους φορέων, και τούτο διότι η Αριστερά, λόγω του ότι θεωρούσε τον εαυτό της λαϊκό αγωνιστή, που θα συγκρουστεί με την αντίστοιχη τάξη – τις ελληνικές τάξεις του 20ου αιώνα και με τους ξένους, δηλαδή την Αγγλία – θεώρησε πρόσφορο να ταυτιστεί με αγωνιστές του βουνού, «λαϊκούς», εντός εισαγωγικών, αγωνιστές, μετατρέποντας στο ιδεολόγημά της τους αρματολούς σαν ανεξάρτητους αγωνιστές και τους κλέφτες σαν φωτισμένους ελεύθερους άντρες, οι οποίοι πολεμούσαν το άδικο και τους φορείς, οι οποίοι μετέτρεπαν τον απλό κόσμο σε μία ομάδα ανθρώπων που ζούσε εν δυστυχία.

Ερμηνευτικές προσεγγίσεις για το ’21 στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα.

Για την χαρτογράφηση του ελληνικού χώρου στην περίοδο λίγο πριν την επανάσταση του ’21, που έχει τεράστια σημασία για να κατανοήσει κανείς τα φαινόμενα της επανάστασης του ’21, του κοινωνικού χώρου, όπως και οι αναλύσεις για τις ιδεολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις διαφόρων πλευρών της επανάστασης του 1821, μετά το 1970, την τελευταία δηλαδή πεντηκονταετία περίπου, έχουν συγγραφεί σπουδαίες εργασίες, μαζί με τα βασικά έργα, τα παλαιά έργα του Σπυρίδωνος Τρικούπη, του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, του Κόκκινου και του Αποστόλου Βακαλόπουλου. (Ο Βακαλόπουλος) έκανε εξαιρετική δουλειά στην ιστορία, στο μεγάλο του έργο «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», το οποίο αποτελείται από εννέα τόμους αν θυμάμαι καλά, οι δύο-τρεις τόμοι του είναι αφιερωμένοι στην επανάσταση του 1821 και είναι ό,τι πιο προσεκτικό διαθέτουμε και με στοιχεία και τεκμήρια για την επανάσταση του 1821. Όμως και άλλοι μελετητές όπως ο Νίκος Ροτζώκος, όπως ο Νίκος Κοταρίδης, όπως ο Θεοτοκάς, όπως ο John Πετρόπουλος κ.ά. μάς έχουν δώσει οπτικές οι οποίες πλέον βοηθούν πολύ να καταλάβουμε, πιστεύουμε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στο παρελθόν, πλευρές της πολιτικής και της κοινωνικής πραγματικότητας της προεπαναστατικής, κοντά στην περίοδο της επανάστασης, και της επαναστατικής, για να καταλάβουμε πώς τα ανθρώπινα υποκείμενα, όπως ο καθένας μας, βρέθηκαν σε ένα έκτακτο και μεγάλης κλίμακας γεγονός, πώς αντέδρασαν σ’ αυτό και τι προδιαγραφές του παρελθόντος τούς οδηγούσαν να πάρουν κάθε τόσο τη μία ή την άλλη θέση. Η πιο διεισδυτική ερμηνεία, αυτή που άλλαξε την οπτική μας της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας, οφείλεται σε έναν σπουδαίο Ελληνοαμερικανό ιστορικό που έφυγε σχετικά πρόσφατα από τη ζωή, τον John Petropoulos, ο οποίος στο τέλος της δεκαετίας του 1970, αρχές του 1980, εξέδωσε στο Priston University Press ένα του πόνημα που αφορούσε την «Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843)».

Αυτό το έργο του έχει εκδοθεί σε ελληνική μετάφραση από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Οι 130 πρώτες του σελίδες είναι εισαγωγικές σελίδες – όπως βλέπετε ο τίτλος παραπέμπει στην ιστορία του ελληνικού βασιλείου, δηλαδή στην εποχή του Όθωνος, ένα τμήμα της περιόδου της εποχής του Όθωνος. Όμως, οι πρώτες του 130 σελίδες λειτουργούν ως εισαγωγή σ’ αυτό το μνημειώδες του έργο και αποτελούν την πιο διεισδυτική ανάλυση της προεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας και των όσων συνέβησαν στην Ελληνική Επανάσταση, με έναν λόγο πυκνότατο και μια οργάνωση των στοιχείων που άνοιξαν ορίζοντες και βοήθησαν στο να κατανοήσουμε τα πράγματα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τη βοήθεια αυτών των προσεγγίσεων, να εξηγήσουμε, να δούμε τι συνέβαινε στην προεπαναστική Ελλάδα – με τον όρο Ελλάδα εννοούμε στη συζήτησή μας αυτή, τεχνητά, έναν όρο για τις επαναστατημένες περιοχές οι οποίες άντεξαν και αποτέλεσαν τελικά τον χώρο διεξαγωγής των μεγάλων μαχών και των πολιτικών συγκρούσεων από το 1821 έως το 1830, που επαναλαμβάνω, το θυμίζουμε όλοι, δεν είναι άλλο παρά η περιοχή της Στερεάς Ελλάδος, εδώ κρατήθηκε η επανάσταση, απ’ την Άρτα δηλαδή στην ουσία και κάτω, η Θεσσαλία δεν άντεξε, η Μακεδονία δεν άντεξε, η Μικρά Ασία δεν άντεξε, η Κρήτη άντεξε αλλά χάθηκε στο 1824. Έμεινε λοιπόν η Στερεά Ελλάδα κι αυτή σε μια της ζώνη κεντρική προς νότο, η Πελοπόννησος, τμήμα των νησιών του Αιγαίου Πελάγους και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Ας ξεκινήσουμε από βορρά προς νότο για να συζητήσουμε τι συμβαίνει σε μία-μία από αυτές τις περιοχές στην οθωμανική περίοδο και τι σημαίνει αυτό για την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.

1. Εφημερίς Αθηνών, αρ. 53 (7 Απριλίου 1825)· Κολιόπουλος, Ιστορία, σσ. 28 κ.ε.

2. Αποσπάσματα από το «Σάλπισμα Πολεμιστήριον» του Αδαμάντιου Κοραή, 1801.

3. Πρόκειται για τον Εγγλέζο James Dallaway και το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο του «Constantinople Ancient and Modern, with excursions to the shores and islands of the Archipelago and to the Troad», Λονδίνο, 1797, σελ. 105.

Advertisements