François Maurice Adrien Marie Mitterrand

François Mitterrand, έμεινε γνωστός με το προσωνύμιο «Τοντόν».

François Mitterrand, έμεινε γνωστός με το προσωνύμιο «Τοντόν».

Γόνος καθολικής αστικής οικογένειας του Jarnac, γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1916. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πολέμησε στο Σώμα του Πεζικού, στη γραμμή Maginot, όπου τραυματίστηκε και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Γερμανούς. Τον Δεκέμβριο του 1941 κατάφερε να δραπετεύσει και να φτάσει στο Vichy, όπου ανέλαβε καθήκοντα αρμόδιου για τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων του πολέμου.

Με την ιδιότητά του αυτή έλαβε μέρος στο Πρώτο Συμβούλιο της Προσωρινής Κυβέρνησης της Γαλλικής Δημοκρατίας, σημείο καμπής για την μετέπειτα πορεία του στον πολιτικό στίβο. Μάλιστα, ο στρατηγός Henri-Philippe Pétain τον παρασημοφόρησε για τις υπηρεσίες του, γεγονός που προκάλεσε αίσθηση όταν δημοσιοποιήθηκε μετά από χρόνια. Τον Ιανουάριο του 1943 παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του και έλαβε μέρος στη γαλλική Αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση συμμετείχε στη Δημοκρατική και Σοσιαλιστική Ένωση της Αντίστασης και το 1946 εξελέγη για πρώτη φορά στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, ως βουλευτής της Nièvre.

Διατέλεσε Δήμαρχος της Chateau-Chinon, Γενικός Σύμβουλος της Μοntsauche, Πρόεδρος της Ένωσης των Δημάρχων και του Γενικού Συμβουλίου της Nièvre. Μεταξύ 1946 και 1957 ανέλαβε έντεκα υπουργικές θέσεις, ενώ διατέλεσε υπουργός Υπερπόντιων Εδαφών και υπουργός Εσωτερικών στην κεντροαριστερή κυβέρνηση του Pierre Mendès France. Το 1965 ο Mitterrand ηττήθηκε από τον στρατηγό Charles de Gaulle στις προεδρικές εκλογές, αποσπώντας όμως ποσοστό 44,8%. Το 1971 κατάφερε να δημιουργήσει την τρίτη πολιτική δύναμη στη χώρα – ανάμεσα στους Γκωλικούς και τους Κομμουνιστές – ενώνοντας κάτω από τη σημαία του Σοσιαλιστικού Κόμματος τη μη Κομμουνιστική Αριστερά στο συνέδριο του ‘Epine, όπου και εξελέγη γενικός γραμματέας του νέου κόμματος.

Τον Ιούνιο του 1972 υπέγραψε κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα με το Κομμουνιστικό Κόμμα και τους Ριζοσπάστες της Αριστεράς, ενώ ο θάνατος του Georges Jean Raymond Pompidou τον υποχρέωσε να δώσει τη μάχη των προεδρικών εκλογών νωρίτερα απ΄ ό,τι και ο ίδιος ανέμενε. Κατεβαίνοντας ως υποψήφιος της «Ένωσης της Αριστεράς» στις προεδρικές εκλογές του 1974, έχασε με μικρή διαφορά από τον Valéry Giscard d’Estaing, για να πάρει τη ρεβάνς επτά χρόνια αργότερα, με ποσοστό 52,22%, δίνοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας τα ηνία της κυβερνητικής εξουσίας στην Αριστερά.

Υπό την προεδρία του η Γαλλία προχώρησε σε σειρά μεταρρυθμίσεων, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, και η στρατηγική στροφή του στη «ρεαλιστική πολιτική» (realpolitik) τον έφερε σε σύγκρουση με το λαϊκό κοινό αίσθημα, με την δημοτικότητά του να σημειώνει κατακόρυφη πτώση. Διαπνεόμενος από ένα αστείρευτο δημιουργικό πνεύμα, στράφηκε σε θέματα πολιτισμού, με τη κατασκευή πολλών μεγάλων έργων που προσέδωσαν στη χώρα του παγκόσμια λάμψη: η Πυραμίδα του Λούβρου, η Όπερα της Βαστίλης, η Εθνική Βιβλιοθήκη, η υποθαλάσσια σήραγγα της Μάγχης.

Υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, συνέβαλε αποφασιστικά με την πολιτική του στρατηγική και με την υπογραφή της Ενιαίας Πράξης το 1986, ενώ σε συνεννόηση με τον Γερμανό καγκελάριο Helmut Kohl εγκαινίασε την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας της Ένωσης. Μετά τη πτώση του Τείχους αντιστάθηκε σθεναρά στη στείρα Θατσερική αντίληψη για την Ευρώπη, δίνοντας έμφαση στην εμβάθυνση και όχι στη διεύρυνση, γεγονός που επισημοποιήθηκε με τη συνθήκη του Maastricht το 1992.

Διακρίθηκε στον κοινοβουλευτικό βίο για το πολιτικό του ήθος και την επιστημονική σοβαρότητα με την οποία χειριζόταν τα κυβερνητικά ζητήματα. Υπέρμαχος της διακρατικής συνεννόησης, σ’ ένα περιβάλλον σύγκρουσης, προσπάθησε να προωθήσει τις αρχές του ανθρωπισμού και της πολιτικής υπευθυνότητας. Εργάστηκε ακούραστα υπέρ της παραγραφής του χρέους των χωρών του Τρίτου Κόσμου και της Μέσης Ανατολής, τάχθηκε υπέρ της αμοιβαίας αναγνώρισης του Ισραήλ από τους Παλαιστίνιους και της ίδρυσης ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους, ενώ η πολιτική του καριέρα στιγματίστηκε από την απόφαση της αποστολής γαλλικών στρατευμάτων στον πόλεμο στο Ιράκ, παρά την αρχική διστακτικότητά του.

Η σοσιαλιστική πολιτική θέση του François Mitterrand απείχε από την ταύτιση με τον πολιτικό αριβισμό, καθώς εκκινούσε από ένα ειλικρινές φιλοπρόοδο και φιλολαϊκό αίσθημα – στοιχείο που ήταν ιδιαίτερα διακριτό κατά τα πρώτα χρόνια δράσης στον πολιτικό στίβο – με την έννοια που έδιναν στην πρόοδο οι ορθολογιστές του προπερασμένου αιώνα. Η διαμορφωτική δύναμη του πολιτικού του λόγου υπήρξε αξιοσημείωτη, και η οποία, σε συνδυασμό με στοιχεία όπως το υψηλό δημοκρατικό φρόνημα και η ευπροσηγορία, τον κατέτασσαν στην χωρία των χαρισματικών πολιτικών ηγετών.

Μετά την ολοκλήρωση της προεδρικής του θητείας το 1995, ο Mitterrand, καταβεβλημένος από τον καρκίνο του προστάτη αφοσιώθηκε στη συγγραφή, όπου και άφησε ένα αξιόλογο έργο ιδίως στον τομέα της πολιτικής επιστήμης. Πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 1996 και τάφηκε στη γενέτειρά του, όπως επιθυμούσε. Υπήρξε, ίσως, η τελευταία χαρισματική πολιτική προσωπικότητα της εποχής μας και κατέχει εξέχουσα θέση μεταξύ αυτών που σημάδεψαν με την παρουσία τους και τη δράση τους την Ευρώπη του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα. Η όχθη του Σηκουάνα μπροστά στο Μουσείο του Λούβρου φέρει σήμερα το όνομά του.

Advertisements