Θουκυδίδης

Αρχαίο ελληνικό αγγείο του 3ου αιώνα π.Χ. που απεικονίζει σκηνή από μάχη μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων. Η εξιστόρηση του Πελοποννησιακού πολέμου, αποτελεί την πολύτιμη κληρονομιά του Θουκυδίδη στην ανθρωπότητα.

Για τη ζωή του Θουκυδίδη ελάχιστα στοιχεία έχουν διασωθεί μέχρι τις μέρες μας. Τα μόνα που διαθέτουμε είναι οι λίγες πληροφορίες που παρέχει ο ίδιος ο ιστορικός μέσα από το έργο του. Στο προοίμιο της «Ξυγγραφής» μας πληροφορεί για το όνομα και την γενέθλια πόλη του: Θουκυδίδης ο Αθηναίος, και δηλώνει ότι άρχισε να ασχολείται με τη συγγραφή αμέσως μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, ακριβώς διότι τον θεώρησε ως ένα ιδιαίτερα αξιόλογο γεγονός. Στην περιγραφή του λοιμού που έπληξε την Αθήνα τον δεύτερο χρόνο του πολέμου μαθαίνουμε ότι και ο ίδιος προσβλήθηκε από τη νόσο.

Ξαναβρίσκουμε πληροφορίες για τον ίδιο μέσα στην «Ξυγγραφή»: το φθινόπωρο του 424 π.Χ. όντας ένας από τους δέκα στρατηγούς, αποστέλλεται με επτά πλοία από τη Θάσο για να βοηθήσει την Αμφίπολη, που πολιορκείται από τον Σπαρτιάτη Βρασίδα. Στο έργο αυτό, ο ιστορικός αναφέρει και το όνομα του πατέρα του, Όλορος, και ότι εκείνος είχε χρυσωρυχεία στη Θράκη και μπορούσε να ασκήσει επιρροή στους προκρίτους της περιοχής. Μετά την αποτυχία της αποστολής στην Αμφίπολη, ο Θουκυδίδης τιμωρήθηκε από τους Αθηναίους με εικοσάχρονη εξορία. Στη διάρκεια της εξορίας, ο Θουκυδίδης επικοινωνούσε και με τις δυο παρατάξεις, και έζησε όλο τον πόλεμο σε ηλικία που επέτρεπε να παρακολουθεί τις φάσεις του με ήρεμη κρίση και αμεροληψία, ώστε να μαθαίνει τα γεγονότα με ακρίβεια.

Από τα λίγα αυτά στοιχεία μπορούμε να πληροφορηθούμε ότι ο Θουκυδίδης συγγένευε με τον νικητή του Μαραθώνα Μιλτιάδη, ο οποίος είχε παντρευτεί την κόρη του βασιλιά των Θρακών Ολόρου, καθώς και ότι γεννήθηκε γύρω στα 460 π.Χ. και πέθανε ξαφνικά, όχι πολύ μετά το 404 π.Χ. Ο Θουκυδίδης ανατράφηκε στην Αθήνα την εποχή της ακμής της και, ως γόνος σημαντικής οικογένειας, έλαβε επιμελημένη μόρφωση από σπουδαίους δασκάλους. Στο έργο του είναι φανερή η επίδραση της σοφιστικής με την ορθολογική ερμηνεία των φαινομένων. Φανερό επίσης είναι το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την πολιτική. Η εξορία του όμως σε ηλικία τριάντα έξι ετών εμπόδισε την ενεργό συμμετοχή του στα κοινά.

Μοναδικό έργο του είναι η ιστορία του πολέμου ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Πελοποννησίους, που ξέσπασε το 431 π.Χ. και έληξε το 404 π.Χ. με την ήττα της Αθήνας. Ο ιστορικός έζησε και είδε το τέλος του πολέμου. Η εξιστόρηση των γεγονότων όμως σταματά απότομα το 411 π.Χ. πιθανώς εξαιτίας του ξαφνικού θανάτου του συγγραφέα. Στην αρχή της αφήγησης δηλώνει ότι θεωρεί τον πόλεμο αυτόν ως τον σημαντικότερο από όλους τους προηγούμενους, όχι μόνο γιατί επρόκειτο για την αναμέτρηση δυο ιδιαίτερα ισχυρών αντιπάλων, αλλά και γιατί έφερε μεγάλη αναστάτωση σε όλο τον ελληνικό κόσμο και σε μέρος του βαρβαρικού. Ο Θουκυδίδης, με ιδιαίτερη ευσυνειδησία, προσπαθεί να εξακριβώσει την αλήθεια των γεγονότων και προχωρεί και στην κατανόηση των αιτιών που τα προκάλεσαν.

Ο ιστορικός διακρίνει τις αφορμές του πολέμου από την πραγματική αιτία, που θεωρεί ότι ήταν ο φόβος των Λακεδαιμονίων για την συνεχώς αυξανόμενη δύναμη των Αθηναίων. Επισημαίνει ότι ο πόλεμος αυτός αποτελεί την κατάληξη του ανταγωνισμού των δυο μεγάλων δυνάμεων της εποχής για την κυριαρχία στον ελληνικό κόσμο, και αντιπαραθέτει τους δυο συνασπισμούς, τον δημοκρατικό προς τον ολιγαρχικό, με επικεφαλής την Αθήνα και τη Σπάρτη αντίστοιχα.

Η πρόθεση του Θουκυδίδη ήταν μια και σημαντική: να μείνει το έργο του αιώνιο κτήμα των ανθρώπων, ακριβώς διότι πίστευε πως, σε ανάλογες καταστάσεις, κάθε φορά θα επαναλαμβάνονταν τα ίδια, όσο η φύση του ανθρώπου παρέμενε η ίδια. Και οι επόμενες γενεές βάλθηκαν να τον δικαιώσουν.

Advertisements