Imre Kertész

Ο Imre Kertész (9 Νοεμβρίου 1929 – 31 Μαρτίου 2016), Ούγγρος συγγραφέας, μεταφραστής, δημοσιογράφος αλλά και αγωνιστής ταγμένος υπέρ της πνευματικής και κοινωνικής ελευθερίας, υπήρξε από τις σπουδαιότερες μορφές του λογοτεχνικού κόσμου, μέχρι και την ημέρα του θανάτου του. Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε στη Βουδαπέστη και δεκαπέντε χρονών οδηγήθηκε στο Άουσβιτς κι από κει στο Μπούχενβαλντ, βιώνοντας τη φρίκη του Ολοκαυτώματος και καταγράφοντάς τη στη συνέχεια στα βιβλία του. Βιβλία, που μέσα από τις αριστοτεχνικά δομημένες ιστορίες του, ξεπηδούσαν οι ιδέες της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου και τα φαρμακερά βέλη κατά των – κάθε είδους – θρησκευτικών φανατισμών καθώς και των παρανοϊκών εθνικισμών. Ο Imre Kertész έζησε και δημιούργησε στον τρομερό αυτόν αιώνα της απώλειας των αξιών, ατσαλώθηκε ως προσωπικότητα ώστε να αντεπεξέλθει των κακουχιών της εποχής του και έγινε ο αγγελιοφόρος της αναπόφευκτης παρακμής του αναχρονιστικού τρόπου ζωής της περίκλειστης εβραϊκής κοινότητας. Ο συγγραφέας του Ολοκαυτώματος, εκπρόσωπος μιας λογοτεχνίας που γεννήθηκε και άνθισε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, οριοθετημένη από τον Κάφκα μέχρι τον Ροτ και τον Τσελάν, έφερε τους αναγνώστες αντιμέτωπους με την πρόκληση της ατομικής τους ύπαρξης και φώτισε τις σκοτεινές πτυχές μιας περιόδου που στιγμάτισε τον αιώνα που προηγήθηκε. Ποτέ δεν θα λησμονήσω την εντύπωση που μου προξένησε η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Ανθρώπου δίχως πεπρωμένο, με τις εξαιρετικά αναλυτικές περιγραφές της καθημερινότητας των στρατοπέδων συγκέντρωσης, την εμπνευσμένη σκιαγράφηση της μοίρας των ανθρώπων που χαράχτηκαν με τους ουράνιους αριθμούς τηλεφώνου*, την άσχημη μυρωδιά από το κρεματόριο που πλημμύριζε κάθε σελίδα του βιβλίου. Ο Imre Kertész θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένος στη μνήμη κάθε φιλαναγνώστη, τώρα που πάνω στους λάκκους των νεκρών έχει φυτρώσει χορτάρι και η άσφαλτος της παραμελημένης πλατείας του προσκλητηρίου, έχει αρχίσει να λιώνει από τη ζέστη του κατακαλόκαιρου*.

♠     ♠     ♠

«Έχω συνειδητοποιήσει πια πως η λογοτεχνία σήμερα δεν έχει ούτε κατά διάνοια τη σημασία που είχε παλαιότερα στην Ουγγαρία. Αλλά δεν με νοιάζει. Παρότι η λογοτεχνία σήμερα είναι επιφανειακή, για μένα εξακολουθεί να έχει μεγάλη σημασία. Δεν θέλω όμως, ούτε μπορώ, να αξιολογήσω με αντικειμενικό τρόπο αν αξίζουν αυτά που γράφω. Απλώς γράφω γιατί μου αρέσει.» Από συνέντευξη του συγγραφέα στην ισπανική εφημερίδα El Pais.

♠     ♠     ♠

Ακολουθεί η ομιλία που εκφώνησε ο Imre Kertész  στην Σουηδική Ακαδημία, στη Στοκχόλμη, στις 7 Δεκεμβρίου 2002, κατά την απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Θα ξεκινήσω με μια ομολογία, μια παράξενη ίσως, αλλά ειλικρινή ομολογία. Από τη στιγμή που μπήκα στο αεροπλάνο, για να έρθω εδώ στη Στοκχόλμη και να παραλάβω το φετινό βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, αισθάνομαι διαρκώς στη πλάτη μου το διαπεραστικό βλέμμα ενός ουδέτερου παρατηρητή, και τούτη την πανηγυρική στιγμή – η οποία με τοποθετεί ξαφνικά στο επίκεντρο της προσοχής όλων – αισθάνομαι να ταυτίζομαι μάλλον με αυτόν τον νηφάλιο παρατηρητή παρά με έναν συγγραφέα που το έργο του διαβάζεται ξαφνικά σε ολόκληρο τον κόσμο. Ελπίζω μονάχα ότι η ομιλία, που έχω την τιμή να εκφωνήσω με την ευκαιρία αυτή, θα με βοηθήσει να άρω αυτόν το διχασμό και να ενώσω εντέλει αυτά τα δυο πρόσωπα που ζουν μέσα μου.

Κατά πρώτον δεν είναι ούτε και σε μένα τον ίδιο απολύτως σαφές τι είδους χάσμα είναι αυτό που αισθάνομαι να υπάρχει ανάμεσα σε αυτήν την εξαιρετική διάκριση και το έργο μου, και στη ζωή μου. Ίσως να έζησα για πάρα πολλά χρόνια σε μια δικτατορία, σε ένα εχθρικό, σε ένα απελπιστικά ξένο πνευματικό περιβάλλον, ώστε να μπορώ να αποκτήσω μια σαφή αυτοσυνείδηση ως συγγραφέας: Ήταν περιττό να προβληματίζεται κανείς για το θέμα αυτό. Επιπλέον, μου έδιναν από κάθε πλευρά να καταλάβω ότι αυτό για το οποίο γράφω, το λεγόμενο «θέμα» που με απασχολεί, είναι αναχρονιστικό και καθόλου ελκυστικό. Για το λόγο αυτό, και εφόσον συνέπιπτε με τις προσωπικές μου πεποιθήσεις, θεωρούσα συνεχώς τη συγγραφή πάντα αυστηρά προσωπική μου υπόθεση.

Το γεγονός ότι πρόκειται περί προσωπικής υπόθεσης δεν αποκλείει φυσικά τη σοβαρότητα, έστω κι αν μια τέτοια σοβαρότητα μοιάζει λιγάκι αστεία σε ένα περιβάλλον, όπου λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν μονάχα το ψεύδος. Εκεί ίσχυε το φιλοσοφικό αξίωμα ότι ο κόσμος είναι, μια αντικειμενική πραγματικότητα η οποία υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς. Εγώ, αντιθέτως, μια ωραία ανοιξιάτικη μέρα του 1995 συνειδητοποίησα ότι υπάρχει μία και μόνη πραγματικότητα – και αυτή η πραγματικότητα είμαι εγώ  ο ίδιος, η ζωή μου, αυτό το εύθραυστο δώρο που μου δόθηκε για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, που κατασχέθηκε από άγνωστες, ξένες δυνάμεις και που έπρεπε να το ξαναπάρω πίσω από τη λεγόμενη Ιστορία, αυτό τον τρομερό Μολώχ, επειδή ανήκει μονάχα σε μένα, και επειδή έπρεπε να το χειριστώ αναλόγως.

Κάτι τέτοιο ερχόταν οπωσδήποτε σε τρομερή αντίθεση με όλα εκείνα που αποτελούσαν ολόγυρά μου την, έστω κι αν όχι αντικειμενική, ωστόσο όμως αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Μιλώ για την κομμουνιστική Ουγγαρία, για τον σοσιαλισμό που «ανθούσε και ευημερούσε». Αν ο κόσμος είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τότε ο άνθρωπος – ακόμα και για τον ίδιο του τον εαυτό – δεν είναι παρά αντικείμενο και η ιστορία της ζωής του δεν είναι παρά μια ασύνδετη σειρά ιστορικών συμπτώσεων, οι οποίες μπορεί να τον παραξενεύουν, με τις οποίες όμως ο ίδιος δεν έχει απολύτως καμία σχέση. Είναι άσκοπο να προσπαθήσει κανείς να τις συνδέσει ώστε να σχηματίσει ένα Όλον με συνοχή, αφού εκεί μέσα υπάρχουν στιγμές που παραείναι αντικειμενικές, ώστε το υποκειμενικό του Εγώ να μπορεί να αναλάβει την ευθύνη τους.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1956, ξέσπασε η Ουγγρική Επανάσταση. Για μια στιγμή η χώρα έγινε υποκειμενική. Τα σοβιετικά τανκς ωστόσο επανέφεραν γρήγορα την τάξη. Ακόμα κι αν σας φανεί ειρωνικό, θα ήθελα να σας ζητήσω να σκεφτείτε τι απέγινε η γλώσσα, οι λέξεις του εικοστού αιώνα. Ίσως για τον σημερινό συγγραφέα να είναι μια από τις πρώτες και πιο συγκλονιστικές ανακαλύψεις το γεγονός ότι η γλώσσα, έτσι όπως είναι, τρόπον τινά κληροδοτημένη από μια αρχέγονη πολιτισμική εποχή, είναι ανίκανη να περιγράψει τις πραγματικές διαδικασίες και τις απόψεις εκείνες που άλλοτε είχαν την γενική αποδοχή. Σκεφτείτε τον Κάφκα, τον Όργουελ, στα χέρια των οποίων η παλιά γλώσσα απλώς αποσυντίθενται, σάμπως να την έριχναν στη φωτιά, για να επιδείξουν έπειτα τις στάχτες της, μέσα από τις οποίες έρχονται στο προσκήνιο νέες και ως τώρα άγνωστες μορφές της.

Θα  ήθελα ωστόσο να επανέλθω στην προσωπική μου υπόθεση, στη συγγραφή. Υπάρχουν ερωτήματα τα οποία κάποιος στη δική μου κατάσταση δεν τα θέτει καν. Ο Σαρτρ, λόγου χάριν, αφιέρωσε σε ένα από τα ερωτήματα αυτά ένα ολόκληρο βιβλίο: «Για ποιον γράφουμε;» Το ερώτημα είναι ενδιαφέρον, μπορεί όμως να αποδειχτεί και επικίνδυνο, κι εγώ ευγνωμονώ τη μοίρα που δεν με ανάγκασε να ασχοληθώ μαζί του ποτέ. Ας δούμε όμως πού έγκειται ο κίνδυνος. Αν επιλέξουμε, λόγου χάριν, ένα κοινωνικό στρώμα, το οποίο δεν θέλουμε απλώς να ευχαριστήσουμε αλλά και να επηρεάσουμε, το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να εξετάσουμε αν το ύφος μας είναι πραγματικά κατάλληλο για να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Σύντομα ο συγγραφέας κυριεύεται από αμφιβολίες: Το χειρότερο είναι ότι επιβαρύνεται σε κάθε περίπτωση με το να παρατηρεί τον ίδιο του τον εαυτό. Και πώς μπορεί να ξέρει τι πραγματικά επιθυμεί το κοινό του, τι του αρέσει; Σε τελική ανάλυση δεν είναι δυνατόν να τους ρωτήσει όλους, ένα  έναν ξεχωριστά. Εξάλλου θα ήταν μάταιο να το κάνει. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος είναι το πώς ο ίδιος φαντάζεται αυτό το κοινό, ποιες επιθυμίες ο ίδιος αποδίδει σε αυτό και ποια επίδραση θα ασκούσε στον ίδιο εκείνο το αποτέλεσμα, το οποίο ο ίδιος επιδιώκει να πετύχει. Για ποιον λοιπόν γράφει ο συγγραφέας; Η απάντηση είναι προφανής: γράφει για τον ίδιο του τον εαυτό.

Για μένα θα μπορούσα να πω ότι έφτασα απευθείας στην απάντηση αυτή. Βεβαίως, το ζήτημα είναι πιο απλό: Δεν είχα κοινό ούτε και ήθελα να επηρεάσω κανέναν. Δεν ξεκινούσα να γράφω ορμώμενος από κάποια σκοπιμότητα, και αυτά που έγραφα δεν απευθύνονταν σε κανέναν. Αν αυτά που έγραφα είχαν κάποιο συγκεκριμένο στόχο, τότε ο στόχος αυτός δεν ήταν παρά η πίστη στο αντικείμενό μου, ως προς τη μορφή και ως προς τη γλώσσα, τίποτε περισσότερο. Ήταν σημαντικό να ξεκαθαριστεί αυτό κατά τη διάρκεια της γελοίας αλλά και θλιβερής περιόδου της κρατικά ελεγχόμενης και λεγόμενης στρατευμένης λογοτεχνίας.

Πιο δύσκολο θα ήταν για μένα να απαντήσω σε ένα άλλο ερώτημα, το οποίο ενείχε μάλιστα και δικαιολογημένες αμφιβολίες – γιατί γράφουμε. Αλλά και εδώ στάθηκα τυχερός, διότι δεν συνέβη ποτέ, όταν ετίθετο το ερώτημα αυτό, να μπορώ να επιλέξω. Τον τρόπο που έγινε τον έχω περιγράψει παρεμπιπτόντως στο μυθιστόρημά μου με τίτλο «Φιάσκο», μένοντας πιστός στην πραγματικότητα. Στεκόμουν στον άδειο διάδρομο του κτηρίου κάποιας δημόσιας υπηρεσίας, όταν από έναν άλλον, κάθετο διάδρομο άκουσα βήματα. Μια παράξενη αναστάτωση με κυρίευσε όσο τα βήματα πλησίαζαν και, παρόλο που ήταν τα βήματα ενός και μόνο, άγνωστου ανθρώπου, με κατέκλυσε η αίσθηση ότι άκουγα τα βήματα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Ήταν σάμπως να πλησίαζε μια παρατεταγμένη φάλαγγα, με βήμα βαρύ, και κατάλαβα αίφνης την ελκτική δύναμη που ασκούσε αυτή η φάλαγγα, που ασκούσαν αυτά τα βαριά βήματα. Εκεί, σε εκείνον τον διάδρομο, συνειδητοποίησα σε ένα και μόνο λεπτό τη έκσταση της αυτοεγκατάλειψης, τη μεθυστική ηδονή του να χάνεσαι μέσα στο πλήθος, την οποία ο Νίτσε – σε άλλο πλαίσιο βεβαίως, με τρόπο ωστόσο που ταιριάζει και στην προκείμενη περίπτωση – ονομάζει διονυσιακή εμπειρία. Μια σχεδόν φυσική δύναμη με έσπρωχνε και με τραβούσε στις σειρές αυτής της φάλαγγας, είχα την αίσθηση ότι θα έπρεπε να ακουμπήσω τη πλάτη στον τοίχο και να μείνω εκεί, για να αντισταθώ σε αυτή την παραπλανητική έλξη.

Διηγούμαι αυτή την τόσο έντονη στιγμή ακριβώς όπως την έζησα· σάμπως η πηγή από την οποία ξεπηδούσε σαν όραμα να βρισκόταν κάπου έξω από μένα και όχι μέσα μου. Κάθε καλλιτέχνης έχει γνωρίσει τέτοιες στιγμές. Παλιότερα τις αποκαλούσαν ξαφνική έμπνευση. Αυτό που έζησα όμως δεν θα το κατέτασσα στις εμπειρίες καλλιτεχνικής φύσης. Θα το χαρακτήριζα μάλλον ως υπαρξιακή συνειδητοποίηση. Αυτό που κέρδισα από τη στιγμή αυτή δεν ήταν η Τέχνη μου, της οποίας τα μέσα θα αναζητούσα για καιρό ακόμα, αλλά η ζωή μου, την οποία είχα σχεδόν χάσει. Η στιγμή αυτή αφορούσε τη μοναξιά, αφορούσε μια δύσκολη ζωή, αφορούσε αυτό για το οποίο μίλησα στην αρχή: την έξοδο από αυτή την μεθυστική φάλαγγα, από την Ιστορία που μας αφαιρεί την προσωπικότητα και τη μοίρα. Εμβρόντητος κατάλαβα ότι μετά από μια δεκαετία, όταν είχα γυρίσει πια από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί και βρισκόμουν υπό την επήρεια της σταλινικής τρομοκρατίας, αυτό που μου έμεινε από όλα αυτά δεν ήταν παρά μια θολή εικόνα και κάποιες ανέκδοτες ιστορίες. Σάμπως να μην είχα πάθει τίποτα, όπως λέμε.

Είναι ολοφάνερο πως τέτοιου είδους στιγμές, που μοιάζουν με όραμα, έχουν μια δική τους, μεγάλη προϊστορία· ο Φρόιντ πιθανόν να τις ερμήνευε ως αποτέλεσμα της καταπίεσης ενός τραυματικού βιώματος. Και ίσως να είχε και δίκιο. Και μιας και ο ίδιος κλείνω προς τον ορθολογισμό και κάθε είδους μυστικισμός και ονειροπόληση μου είναι ξένα, όταν μιλώ για όραμα είμαι αναγκασμένος να το αντιλαμβάνομαι ως κάτι το πραγματικό, το οποίο έχει αποκτήσει υπερφυσική μορφή· την αιφνίδια, κατά κάποιον τρόπο, επαναστατική αποκάλυψη μιας σκέψης που έχει ωριμάσει μέσα μου, κάτι που εκφράζεται με την αρχαία κραυγή «Εύρηκα!». Τι είχα βρει όμως;

Είχα πει κάποτε ότι ο λεγόμενος Σοσιαλισμός σημαίνει για μένα ό,τι σήμαινε για τον Μαρσέλ Προυστ μια μικρή μαντλέν βουτηγμένη στο τσάι, που ξυπνούσε ξαφνικά μέσα του τη γεύση χρόνων περασμένων. Κατά κύριο λόγο βασιζόμενος σε λόγους που αφορούσαν τη γλώσσα, μετά την καταστολή της Επανάστασης του 1956 αποφάσισα να μείνω στην Ουγγαρία. Αυτή τη φορά μπορούσα να παρατηρώ ως ενήλικας – και όχι σαν παιδί, όπως άλλοτε – πώς λειτουργεί μια δικτατορία. Είδα πώς έφερνε έναν λαό στο σημείο να αρνηθεί τις ιδέες του, είδα τις πρώτες, προσεχτικές κινήσεις προσαρμογής, κατάλαβα ότι η ελπίδα είναι όργανο του Κακού και η Κατηγορική Προσταγή του Καντ, η Ηθική, είναι ένας απλός υπηρέτης της αυτοδιατήρησης.

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια μεγαλύτερη ελευθερία από εκείνη που απολαμβάνει ο συγγραφέας με μια ήπια, κουρασμένη θα λέγαμε, παρακμιακή μάλιστα δικτατορία; Στη δεκαετία του εξήντα η ουγγρική δικτατορία κατάφερε να φτάσει σε μια κατάσταση εδραίωσης, την οποία θα μπορούσε κανείς να περιγράψει σχεδόν ως κοινωνική συναίνεση και την οποία ο δυτικός κόσμος ονόμασε με σχεδόν ιλαρή επιείκεια «κομμουνισμό γκούλας»: Μετά την αρχική αποδοκιμασία ο κομμουνισμός της Ουγγαρίας φάνηκε να έγινε ξαφνικά ο αγαπημένος τύπος κομμουνισμού της Δύσης. Στον βαθύ βόρβορο αυτής της συναίνεσης ή εγκατέλειπε κανείς οριστικά τον αγώνα ή έβρισκε περίπλοκους δρόμους που οδηγούσαν στην εσωτερική ελευθερία.

♠     ♠     ♠

«Τα πάντα είναι μυθοπλασία. Ο άνθρωπος είναι μια μυθοπλασία. Αν δω τη ζωή μου από απόσταση, συνειδητοποιώ πως έγινα συγγραφέας όταν τίποτε δεν έδειχνε ότι θα γινόμουν. Δεν το είχα πει σε κανέναν, δεν ήξερα τίποτε, δεν είχα σχέδιο και αυτά που έγραφα ήταν εντελώς απίθανα. Δεν πίστευα πως θα ζούσα από αυτά ή θα τα έβλεπα δημοσιευμένα σε μια κοινωνία όπως αυτή της κομμουνιστικής Ουγγαρίας. Αλλά επέμενα σε αυτήν τη μυθοπλασία που είχα επινοήσει και ζούσα μια διπλή ζωή: μια μυστική ζωή, μεγαλειώδη και μια ζωή πολύ κοντά στην επιφάνεια.» Από συνέντευξη του συγγραφέα στην ισπανική εφημερίδα El Pais.

♠     ♠     ♠

Τα βασικά έξοδα του συγγραφέα είναι μικρά, το μόνο που χρειάζεται για να ασκήσει το επάγγελμά του είναι χαρτί και μολύβι. Η απέχθεια και η καταπίεση με τις οποίες ξυπνούσα κάθε πρωί με προετοίμαζαν αμέσως για τον κόσμο τον οποίο ήθελα να περιγράψω. Διαπίστωσα ότι τοποθετούσα τον άνθρωπο που βογκούσε υπό τη λογική του ολοκληρωτικού συστήματος σε ένα άλλο ολοκληρωτικό σύστημα, και αυτό αναμφίβολα μετέτρεπε τη γλώσσα του μυθιστορήματός μου σε ένα υποβλητικό μέσο. Αν αναλογιστώ πολύ σοβαρά την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν τότε, δεν ξέρω αν θα ήμουν σε θέση να γράψω στη Δύση, σε μια ελεύθερη κοινωνία το μυθιστόρημα που είναι γνωστό σήμερα με τον τίτλο «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο» και το οποίο τιμήθηκε με τη μεγαλύτερη διάκριση της Σουηδικής Ακαδημίας.

Όχι, οι προσπάθειές μου θα είχαν στραφεί σίγουρα σε κάτι διαφορετικό. Δεν λέω ότι δεν θα επρόκειτο πάλι για την αλήθεια, ίσως όμως για ένα άλλο είδος αλήθειας. Στην ελεύθερη αγορά των βιβλίων και των ιδεών ίσως να είχα προβληματιστεί κι εγώ πολύ, για να βρω μια κάπως πιο φαντασμαγορική μυθιστορηματική μορφή: Θα μπορούσα λόγου χάριν να κατακερματίσω το χρόνο της αφήγησης, ώστε να αφηγηθώ μονάχα τις δυνατές σκηνές. Μόνο που ο ήρωας του μυθιστορήματός μου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν βιώνει τον δικό του χρόνο, επειδή δεν του ανήκουν ούτε ο χρόνος ούτε η γλώσσα ούτε η προσωπικότητά του. Δεν καταθέτει αναμνήσεις, υπάρχει, Έτσι, ο δύσμοιρος νέος ήταν αναγκασμένος να μαραζώνει στις ύποπτες παγίδες της γραμμικότητας και δεν μπορούσε να αποδεσμευτεί από τις βασανιστικές λεπτομέρειες. Αντί για μια εντυπωσιακή ακολουθία μεγάλων τραγικών στιγμών ήταν αναγκασμένος να βιώνει το Όλον, το οποίο είναι στενόχωρο και προσφέρει ελάχιστες εναλλαγές, όπως η ζωή.

Αυτό όμως οδήγησε σε απροσδόκητα διδάγματα. Η γραμμικότητα απαιτούσε να συμπληρωθούν πλήρως οι δεδομένες συνθήκες. Δεν άφηνε το περιθώριο να παραλείψω εύσχημα ένα διάστημα είκοσι λεπτών, ας πούμε, απλώς και μόνο επειδή αυτά τα είκοσι λεπτά ανοίγονταν μπροστά μου σαν μια άγνωστη και τρομακτική μαύρη τρύπα, σαν μαζικός τάφος. Μιλώ για εκείνα τα είκοσι λεπτά που περνούσαν στην αποβάθρα φόρτωσης του Μπίρκεναου, ώσπου οι άνθρωποι που κατέβαιναν από το τρένο να φτάσουν μπροστά στον αξιωματικό που έκανε την επιλογή. Σε γενικές γραμμές θυμόμουν αυτά τα είκοσι λεπτά, το μυθιστόρημα όμως απαιτούσε από μένα να μην εμπιστεύομαι τη μνήμη μου. Όπως όσες μαρτυρίες, καταθέσεις, αναμνήσεις επιζώντων διάβασα, σχεδόν όλες συμφωνούσαν ότι τα πάντα κυλούσαν πολύ γρήγορα και μπερδεμένα: Οι πόρτες των βαγονιών άνοιγαν, άκουγαν ουρλιαχτά και γαβγίσματα σκύλων, οι άντρες χωρίζονταν από τις γυναίκες, και μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση βρίσκονταν να στέκουν μπροστά στον αξιωματικό, που τους επιθεωρούσε με μια γρήγορη ματιά, έδειχνε κάτι τεντώνοντας το χέρι κι αμέσως μετά βρίσκονταν να φορούν τις στολές των κρατουμένων.

Είχα αυτά τα είκοσι λεπτά διαφορετικά στη μνήμη μου. Αναζητώντας αυθεντικές πηγές διάβασα για πρώτη φορά τα ξεκάθαρα και με τρόπο αυτοβασανιστικό ανηλεή διηγήματα του Ταντέους Μπορόφσκι, μεταξύ αυτών και το διήγημα με τίτλο «Από δω για τα αέρια, κυρίες και κύριοι». Αργότερα έπεσαν στα χέρια μου οι φωτογραφίες των ανθρώπινων φορτίων που έφταναν στην αποβάθρα του Μπίρκεναου, τις οποίες είχε βγάλει ένας στρατιώτης των SS και οι οποίες βρέθηκαν από αμερικανούς στρατιώτες στον πρώην στρατώνα των SS του στρατοπέδου Νταχάου, όταν είχε πια απελευθερωθεί. Κοιτούσα άναυδος τις φωτογραφίες. Όμορφα, χαμογελαστά γυναικεία πρόσωπα, νέοι άντρες που κοιτούσαν γεμάτοι κατανόηση, γεμάτοι με τις καλύτερες προθέσεις, γεμάτοι προθυμία να συνεργαστούν. Τότε κατάλαβα για ποιο λόγο και με ποιο τρόπο αυτά τα ταπεινωτικά είκοσι λεπτά απραξίας και αμηχανίας μπόρεσαν να σβηστούν από τη μνήμη τους. Και όταν σκέφτηκα ότι όλα αυτά επαναλαμβάνονταν πάντα με τον ίδιο τρόπο, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνα, για χρόνια, τότε κατάλαβα το μηχανισμό του τρόμου, συνειδητοποίησα πώς ήταν δυνατόν η ανθρώπινη φύση να στραφεί ενάντια στην ανθρώπινη ζωή.

Έτσι προχώρησα, βήμα βήμα, ακολουθώντας τη γραμμική οδό της εξερεύνησης· ήταν, αν θέλετε, η δική μου ευρετική μέθοδος. Γρήγορα κατάλαβα ότι δεν με ενδιέφερε ούτε κατ’ ελάχιστον για ποιον έγραφα, ούτε και γιατί έγραφα. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν το ερώτημα: Τι σχέση έχω εγώ με τη λογοτεχνία; Αφού ήταν σαφές, από τη λογοτεχνία και το πνεύμα, από τις ιδέες που συνδέονται με αυτή την έννοια, με χώριζε μια αδιαπέραστη διαχωριστική γραμμή, και αυτή η διαχωριστική γραμμή – όπως και πολλά άλλα πράγματα – έφερε το όνομα Άουσβιτς. Όταν κάποιος γράφει για το Άουσβιτς πρέπει να γνωρίζει ότι – τουλάχιστον κατά μια συγκεκριμένη έννοια – ακυρώνει τη λογοτεχνία. Για το Άουσβιτς μπορεί κανείς να γράψει μονάχα ένα μαύρο μυθιστόρημα, ένα – και το λέω με κάθε σεβασμό – εύπεπτο μυθιστόρημα σε συνέχειες, που ξεκινάει με το Άουσβιτς και φτάνει μέχρι το σήμερα. Θέλω να πω ότι μετά το Άουσβιτς δεν έχει συμβεί τίποτα που να μπορούσε να ακυρώσει, να αναιρέσει το Άουσβιτς. Το Ολοκαύτωμα δεν θα μπορούσε να παρουσιάζεται ποτέ στο έργο μου σε παρελθοντικό χρόνο.

Συνηθίζεται να λέγεται για μένα – και τούτο εννοείται άλλοτε ως έπαινος άλλοτε ως μομφή – ότι γράφω μόνο για ένα θέμα: ότι είμαι συγγραφέας του Ολοκαυτώματος. Δεν έχω καμία αντίρρηση· για ποιο λόγο να μη δεχτώ – αν εξαιρέσουμε κάποιους περιορισμούς – το χώρο που μου δίνεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων που αφορούν το θέμα αυτό; Ποιος συγγραφέας δεν είναι σήμερα συγγραφέας του Ολοκαυτώματος; Αντιλαμβάνομαι το ζήτημα ως εξής: Δεν είναι απαραίτητο να έχει επιλεγεί άμεσα το Ολοκαύτωμα ως θέμα ενός βιβλίου, ώστε να προσέξουμε τη σπασμένη φωνή που έχει η σύγχρονη Τέχνη της Ευρώπης εδώ και δεκαετίες. Και θα πάω και λίγο πιο μακριά: Δεν ξέρω καμία απολύτως πραγματικά καλή, αυθεντική Τέχνη, στην οποία δεν θα αντιλαμβανόμουν αυτή τη σπασμένη φωνή, κατά κάποιον τρόπο σαν να κοιτάζει κανείς τον κόσμο γύρω του εξουθενωμένος και αμήχανος μετά από μια νύχτα γεμάτη εφιάλτες.

Δεν επεχείρησα ποτέ να αντιμετωπίσω τον κύκλο των προβλημάτων που λέγεται Ολοκαύτωμα σαν μια άλυτη σύγκρουση μεταξύ Γερμανών και Εβραίων· δεν πίστεψα ποτέ ότι πρόκειται για το πιο πρόσφατο κεφάλαιο της ιστορίας των εβραϊκών παθών, το οποίο ακολούθησε λογικά τις προηγούμενες δοκιμασίες τους· δεν το είδα ποτέ σαν μια λεγόμενη μοναδική εκτροπή της Ιστορίας, σαν ένα πογκρόμ που με τις διαστάσεις του ξεπερνά όλα τα προηγούμενα, σαν μια προϋπόθεση για τη δημιουργία εβραϊκού κράτους. Με το Ολοκαύτωμα συνειδητοποίησα την κατάσταση του ανθρώπου, τον τελευταίο σταθμό της μεγάλης περιπέτειας στην οποία περιήλθε ο άνθρωπος της Ευρώπης μετά από δυο χιλιάδες χρόνια ηθικής και πολιτισμικής ιστορίας.

 Απομένει τώρα να αναλογιστούμε προς τα πού οδεύουμε. Το πρόβλημα Άουσβιτς δεν έγκειται στο αν θα βάλουμε τελεία και παύλα μετά απ’ αυτό ή όχι· στο αν θα πρέπει να το διατηρήσουμε στη μνήμη μας ή αν θα το κλείσουμε στο αντίστοιχο συρτάρι της ιστορίας· στο αν θα στήσουμε μνημεία για τα εκατομμύρια των δολοφονηθέντων και τι είδους μνημεία θα πρέπει να είναι αυτά. Το πραγματικό πρόβλημα του Άουσβιτς έγκειται στο ότι συνέβη και ότι το γεγονός αυτό δεν αλλάζει ούτε και με τις καλύτερες, αλλά ούτε και με τις χειρότερες προθέσεις. Ο καθολικός Ούγγρος ποιητής Γιάνος Πιλίνσκι έχει περιγράψει τη δυσκολία αυτής της κατάστασης ίσως με τον ακριβή τρόπο όταν τη χαρακτηρίζει «σκάνδαλο»· και εννοούσε προφανέστατα το γεγονός ότι το Άουσβιτς έλαβε χώρα σε ένα χριστιανικό πολιτισμικό περιβάλλον και για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστεί με πνεύμα μεταφυσικό.

Κάποιες παλιές προφητείες μιλούσαν για το θάνατο του Θεού. Αναμφίβολα, μετά το Άουσβιτς πρέπει να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Πρέπει να δημιουργήσουμε μόνοι μας τις αξίες μας, μέρα τη μέρα και με κείνη τη διαρκή, αλλά αόρατη ηθική επενέργεια, η οποία κάποια μέρα θα φέρει στο φως τις αξίες αυτές και ίσως τις εξυψώσει σε μια καινούργια ευρωπαϊκή κουλτούρα. Θεωρώ το βραβείο, με το οποίο η Σουηδική Ακαδημία θεώρησε σωστό να τιμήσει το έργο μου, ως ένα σημάδι για το γεγονός ότι η Ευρώπη χρειάζεται εκ νέου εκείνες τις εμπειρίες τις οποίες αναγκάστηκαν να βιώσουν οι μάρτυρες του Άουσβιτς, του Ολοκαυτώματος. Στα δικά μου μάτια, επιτρέψτε μου την έκφραση, η απόφαση αυτή δείχνει θάρρος, από μια συγκεκριμένη άποψη ακόμη και αποφασιστικότητα· με καλέσατε να παρουσιαστώ εδώ, παρόλο που θα φανταζόσασταν τι επρόκειτο να ακούσετε από μένα. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, εκείνο που εκφράστηκε με την Τελική Λύση και με το «σύμπαν των στρατοπέδων συγκέντρωσης» δεν είναι δυνατόν να παρερμηνευτεί, και η μοναδική δυνατότητα που έχουμε για να επιζήσουμε και να αντλήσουμε δημιουργική δύναμη είναι να αναγνωρίσουμε αυτό το σημείο μηδέν.

Γιατί αυτή η ξεκάθαρη άποψη να μην είναι γόνιμη; Στο βάθος όλων των μεγάλων διαπιστώσεων, ακόμα κι αν αυτές βασίζονται σε ανυπέρβλητες καταστροφές, κρύβεται πάντα κάτι από την πιο σημαντική όλων των ευρωπαϊκών αξιών, μια στιγμή ελευθερίας, που μπαίνει στη ζωή μας σαν κάτι το επιπρόσθετο, σαν κάτι που την εμπλουτίζει, κάνοντάς μας να συνειδητοποιήσουμε το πραγματικό γεγονός της ύπαρξής μας και την πραγματική ευθύνη που φέρουμε γι’ αυτήν.

Είναι ιδιαίτερη χαρά για μένα που μπορώ και εκφράζω αυτές τις σκέψεις στη μητρική μου γλώσσα, στα Ουγγρικά. Γεννήθηκα στη Βουδαπέστη, σε μια εβραϊκή οικογένεια, η οποία από την πλευρά της μητέρας μου καταγόταν από το Κλάουζενμπουργκ της Τρανσυλβανίας και από την πλευρά του πατέρα μου από τη νοτιοδυτική πλευρά της λίμνης Μπάλατον. Οι γονείς των γονιών μου τα βράδια της Παρασκευής άναβαν τα κεριά του Σαββάτου, τα ονόματά τους όμως ήταν πλέον ουγγρικά, και ήταν αυτονόητο για κείνους ότι ο ιουδαϊσμός ήταν η θρησκεία τους, η Ουγγαρία ωστόσο η πατρίδα τους. Οι γονείς της μητέρας μου χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα, τους γονείς του πατέρα μου τους σκότωσε το κομμουνιστικό καθεστώς Ράκοζι, όταν το εβραϊκό γηροκομείο εκτοπίστηκε από τη Βουδαπέστη στην περιοχή των βορείων συνόρων της χώρας. 

Για μένα αυτή η σύντομη οικογενειακή ιστορία εμπεριέχει και συμβολίζει κατά κάποιον τρόπο τη σύγχρονη ιστορία των παθών της χώρας. Έμαθα από όλα αυτά ότι το πένθος δεν φέρνει μόνο πίκρα αλλά και εξαιρετικά ηθικά αποθέματα. Το γεγονός ότι είμαι Εβραίος το βιώνω σήμερα κατά κύριο λόγο πάλι ως ηθική υποχρέωση. Αν το Ολοκαύτωμα έχει αποκτήσει εν τω μεταξύ πολιτιστική επίδραση – πράγμα που αναντίρρητα ισχύει – τότε αυτό συμβαίνει με μοναδικό στόχο – ξεκινώντας από μια πραγματικότητα που δεν είναι δυνατόν να επανορθωθεί και ακολουθώντας την οδό του πνεύματος – να φτάσει στην επανόρθωση, στην κάθαρση. Η επιθυμία αυτή με ενέπνευσε σε κάθε δημιουργική μου προσπάθεια.

Φτάνοντας στο τέλος της ομιλίας μου, οφείλω να ομολογήσω ότι ακόμα και τώρα δεν έχω βρει τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στη ζωή μου, στο έργο μου και στο βραβείο Νομπέλ. Επί του παρόντος αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη – ευγνωμοσύνη για την αγάπη που με έσωσε και που με κρατάει στη ζωή μέχρι σήμερα. Θα πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι σε αυτή τη διαδρομή ζωής που είναι δύσκολο να την παρακολουθήσει κανείς, σε αυτή την «καριέρα», αν μου επιτρέπεται να το πω έτσι, υπάρχει κάτι το καταστροφικό, κάτι το παράλογο· που δεν μπορεί να το σκεφτεί κανείς χωρίς να μπει στον πειρασμό να πιστέψει στην τάξη ενός άλλου κόσμου, στη μοίρα ή σε μια μεταφυσική δικαιοσύνη: που σημαίνει, χωρίς να πέσει στην παγίδα της αυταπάτης κι έτσι να αποτύχει, να καταστραφεί και να χάσει τη βαθιά και βασανιστική του σχέση με τα εκατομμύρια εκείνων που αφανίστηκαν και δεν γνώρισαν έλεος. Δεν είναι τόσο εύκολο να αποτελείς εξαίρεση· και όταν η μοίρα μάς έχει ορίσει να αποτελούμε εξαίρεση, πρέπει να συμφιλιωθούμε με την παράλογη τάξη της σύμπτωσης, η οποία κυριαρχεί στη ζωή μας, που είναι εκτεθειμένη σε απάνθρωπες δυνάμεις και φρικτές δικτατορίες, με την αυθαιρεσία ενός εκτελεστικού αποσπάσματος.

Ωστόσο, ενώ προετοιμαζόμουν για την ομιλία αυτή, συνέβη κάτι πολύ παράξενο, που κατά μια άποψη αποκατέστησε πάλι τη γαλήνη μέσα μου. Ήταν από τον διευθυντή του μνημείου του Μπούχενβαλντ, τον δρα Φόλκχαρτ Κνίγκε. Είχε επισυνάψει ένα μικρότερο φάκελο με τα θερμά του συγχαρητήρια αλλά και με το περιεχόμενο του μεγάλου φακέλου, ώστε σε περίπτωση που δεν θα είχα τη δύναμη να τον ανοίξω, να μην το κάνω. Στο φάκελο υπήρχε ένα αντίγραφο της ημερήσιας αναφοράς σχετικά με την κατάσταση των κρατουμένων των στρατοπέδων συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ στις  18 Φεβρουαρίου 1945. Στη στήλη με τίτλο «Απώλειες» διάβασα ότι ο κρατούμενος 64921, Ίμρε Κέρτες, γεννηθείς το 1927, εργάτης εργοστασίου, είχε πεθάνει. Τα δυο λανθασμένα στοιχεία – το έτος γέννησής μου και  το επάγγελμά μου – είχαν καταχωρηθεί έτσι, επειδή όταν μας πήγαν στη διοίκηση του Μπούχενβαλντ είχα δηλώσει ότι είμαι δυο χρόνια μεγαλύτερος, για να μη με βάλουν μαζί με τα παιδιά, καθώς και ότι είμαι εργάτης εργοστασίου αντί για μαθητής, για να φαίνομαι πιο χρήσιμος.

Πέθανα λοιπόν μια φορά, για να μπορέσω να ζήσω – και ίσως αυτή να είναι η πραγματική μου ιστορία. Αν έτσι είναι, τότε αφιερώνω αυτό το έργο, που γεννήθηκε από το θάνατο ενός παιδιού, στα τόσα εκατομμύρια των νεκρών και σε όλους εκείνους που εξακολουθούν να τους θυμούνται. Όμως, εφόσον σε τελική ανάλυση πρόκειται περί λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που σύμφωνα με την αιτιολογία της Ακαδημίας αποτελεί ταυτόχρονα και μαρτυρία, ίσως να φανεί χρήσιμη και στο μέλλον, θα προτιμούσα να πω: να υπηρετήσει το μέλλον. Διότι σύμφωνα με τα όσα πιστεύω, όταν αναλογίζομαι την τραυματική επίδραση του Άουσβιτς, έρχομαι αντιμέτωπος με τα θεμελιώδη ζητήματα της βιωσιμότητας και της δημιουργικής δύναμης του σημερινού ανθρώπου· που σημαίνει ότι όταν αναλογίζομαι το Άουσβιτς, σκέφτομαι κατά παράδοξο τρόπο το μέλλον παρά το παρελθόν.

♠     ♠     ♠

Έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στην Ελλάδα 

από τις εκδόσεις Καστανιώτη: «Εγώ, ένας άλλος» (2002, μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου), «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο» (2003, μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου), «Καντίς για ένα αγέννητο παιδί» (2003, μετάφραση Μάγκυ Κοέν), «Εκκαθάριση» (2004, μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου), «Φάκελος Κ.» (2007, μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου), και από τις εκδόσεις Κέδρος: «Αστυνομική ιστορία» (2007, μετάφραση Κατερίνα Τσόκα).

*Αποσπάσματα από το εμβληματικό βιβλίο του Imre Kertész «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο» (σελ. 86 και 189).

Advertisements