αποκριτική γραφή

ο ποιητής στο σπίτι του, το θρυλικό «κελί» επί της Ασκληπιού 3, στην Αθήνα.

         «εγώ γυρίζω, γυρίζω, και κάνω

         τον άνεμο κουβάρι..»

         Ανδρέας Καρκαβίτσας

Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο ειν’ εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθεί μια σπιθαμή δε θα βρει.
Αλάργα. Μώρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός και μπουντρούμι το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο Ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Γύρω μου αδιάφοροι κι οχτροί, και ουρλιάζουμε μπροστά μου,
κι εμέ μ’ αδράχνει ένας θυμός κι ένας σκοπός με πάει
κι ένα παλιό τραγούδι μου μες απ’ τη θάλασσά μου
ξανάρχεται στα χείλη μου, κύμα κι αφρός, και σπάει:

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι κι οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοσκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, ω κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη!

Και το επικό παλάτι, νά! (για σένα εγώ το υψώνω,
κορώνα του βυζαντινού θυμού, Βουλγαροχτόνε),
το παρατώ· πολεμική καστέλλα θεμελιώνω.
Είν’ εδώ μέσα οι βούλγαροι και οι τούρκοι και μας τρώνε.

Το Τότε μια για πάντα πάει· γεννήσου από το Τώρα,
γκρεμιστή, πλάστη, φύσηξε το φύσημά σου, ώ μάγε,
σκολαστικός και ρουσφετλής ρημάζουνε τη χώρα·
βουλγαροχτόνε, φρύαξε, και ρίξου, Τουρκοφάγε!

                                                                                                Υστερόγραφο

Σε βλέπω· αναγελαστικά τα μάτια σου σπαράζουν
στο αγέλαστό σου πρόσωπο, συγνεφιασμένη μέρα,
το πρόσωπό σου απελπισιά, τα μάτια σου ταράζουν.
Μα κράτησε το δρόμο σου και κοίτα παραπέρα.

Πάντα είν’ ορθός κι ασάλευτος ο λειτουργός· το χέρι
τ’ αργοσαλεύει ρυθμικά βλογώντας· μην ξεχάνης.
Γύρω μου ατάραχα, η ελιά, το φως, το καλοκαίρι·
στρηφογυρίζει, δέρνεται μονάχα ο μπεχλιβάνης.

Ας σκούζουν οι ντερβύσηδες, ας λένε, οι μανταρίνοι,
και μέσα η χώρα γριά λωλή κι ας δασκαλοκρατιέται.
Στα περιβόλια – κοίταξε – βαθιά είν’ οι άσπροι κρίνοι,
κάτου από δέντρα φουντωτά λαός δροσολογιέται.

Πόσα ολοστρόγγυλα παιδιά κι ωραία κορίτσια πόσα
με τα χλωρά, με τα πουλιά περνάνε ταιριασμένα,
και συλλαβίζουν τη ζωή, την ομορφιά, τη γλώσσα
κι απάνου στα δημιουργά βιβλία σου σκυμμένα!

♠    ♠    ♠

Το ποίημα που περιγράφει με δραματικό τρόπο την απόγνωση του Κωστή Παλαμά για τον ξεπεσμό της χώρας, γράφτηκε το 1908 και περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Η Πολιτεία και η Μοναξιά». Στην αρχή του περασμένου αιώνα, η Ελλάδα ήταν μια χώρα χρεοκοπημένη, ταπεινωμένη και κοινωνικά αποσαθρωμένη. Μόλις στεκόταν στα πόδια της με την οικονομική βοήθεια των ξένων, στους οποίους είχε ουσιαστικά εκχωρήσει την εθνική της κυριαρχία. Κοντόφθαλμοι πολιτικοί ηγέτες κι ένας ταλαιπωρημένος λαός, που οι δημαγωγοί εύκολα τον ποδηγετούσαν, συνέθεταν ένα ζοφερό σκηνικό. Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918), ο Εθνικός Διχασμός (1915-1922), η Μικρασιατική Καταστροφή (1922), η Μεγάλη Ύφεση του 1929. Προσφυγική κρίση, δικτατορίες, ένας αιματηρός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-1945) και ένας ακόμη πιο θλιβερός Εμφύλιος πόλεμος (1946-1949), ο απόηχος του οποίου φθάνει μέχρι και τις μέρες μας.

«Ο Παλαμάς είναι ο πατέρας της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης. Υπήρξε ο μεγαλύτερος ποιητής δυο γενεών, πνευματικός πατέρας όλων. Όλοι πατήσανε πάνω στα φτερά του για να βρούνε τον εαυτό τους». Κώστας Βάρναλης (Πρωία, 28 Φεβρουαρίου 1943).

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός, κριτικός της λογοτεχνίας, και ο μοναδικός Έλληνας ποιητής που ήταν διαρκώς υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ κατά τη δεκαετία του ’30. Βιοπορίστηκε μέσω της δημοσιογραφίας, γράφοντας σε πρωτοποριακά φύλλα της εποχής (Ραμπαγάς, Άστυ, Εφημερίδα, Εστία, Μη χάνεσαι), και από το 1880 αναδείχθηκε σε εξέχουσα μορφή της νέας λογοτεχνικής γενιάς (με συνοδοιπόρο τον Γεώργιο Δροσίνη), εκφράζοντας την αποκαλούμενη Νέα Αθηναϊκή σχολή. Υπέρμαχος του δημοτικισμού, και παρά την εχθρική στάση των αρχαιόπληκτων οπαδών της καθαρεύουσας, παρέμεινε σταθερός στις γλωσσικές του πεποιθήσεις, «ο δημοτικισμός αποτελεί την αρετήν μου». Η «Ασάλευτη ζωή» (1904), αποτελεί το πρώτο μεγάλο του έργο, που χαρακτηρίζεται από λυρική τελειότητα και φιλοσοφικό βάθος. Ένα από τα κορυφαία ποιήματα της συλλογής είναι και η «Φοινικιά», ύμνος στον φυσικό πλούτο. Έπονται «Ο δωδεκάλογος του γύφτου» (1907), με τον Παλαμά να σαλπίζει την απάρνηση των παρηκμασμένων αξιών, και την εν συνόλω πολιτιστική αναδημιουργία, και η ρωμαλέα «Η φλογέρα του βασιλιά» (1910), έργα επικά, στα οποία οι φιλοσοφικές και ποιητικές ιδέες του Παλαμά, είναι πλέον κατασταλαγμένες. Το 1912 εκδίδονται οι συλλογές «Σατιρικά γυμνάσματα», «Οι καημοί της λιμνοθάλασσας» και «Η πολιτεία και η μοναξιά», στην οποία ανήκει και το ποίημα που δημοσιεύεται σήμερα. Ακολουθούν οι «Βωμοί» (1915), «Τα παράκαιρα» (1919), «Τα δεκατετράστιχα» (1919), και το 1925 κυκλοφορούν «Οι πεντασύλλαβοι», «Τα παθητικά κρυφομιλήματα», «Οι λύκοι» και τα «Δυο λουλούδια», απηχώντας το τραγικό τέλος της Μεγάλης Ιδέας, με τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πρόσφυγες, και τη συντριβή της ποιητικής ψυχής του Παλαμά. Μάλιστα, «Οι λύκοι» γράφτηκαν την ημέρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στη Σμύρνη. Ο δημιουργικός οίστρος δεν εγκατέλειψε τον ποιητή, και το 1928 εκδίδονται οι «Δειλοί και σκληροί στίχοι», το 1929 «Ο κύκλος των τετράστιχων» και «Οι πεζοί δρόμοι», το 1931 η συλλογή «Περάσματα και χαιρετισμοί», το 1935 «Οι νύχτες του Φήμιου». Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 (λίγες μέρες μετά τον χαμό της γυναίκας του) ο ποιητής αφήνει την τελευταία του πνοή. Την επομένη, στην κηδεία του ποιητή, το υπόδουλο έθνος προβαίνει σε μιαν απερίγραπτη έκρηξη αγωνιστικού πνεύματος απέναντι στη βαρβαρότητα της φασιστικής κατοχής. Τα λόγια του Σικελιανού αντηχούν σε κάθε άκρο της Ελληνικής επικράτειας.

 «Με τον Παλαμά λύεται ευφρόσυνα ένα υπόκωφο δράμα δυο χιλιάδων χρόνων. Το παλαμικό έργο είναι ο τόπος όπου γίνεται η ολοκληρωτική πραγμάτωση και ανάσταση του ελληνικού ποιητικού λόγου στη ζωή». Γιώργος Σεφέρης (Δοκιμές, Α’, 215).
Advertisements