καΐκι

Ταξιδεύουν νύχτα, κάνουν το γύρο του αόρατου ελληνικού νησιού. Όταν ήταν μικροί στεκόντουσαν στην ουρά, η νύχτα τους έβρισκε να περιμένουν υπομονετικά στην ουρά, να κόβουν εισιτήριο. Ανακάλυψαν τον κόσμο το βράδυ σε μια ουρά κι ύστερα τον έχασαν μπροστά σ’ ένα φωτεινό κουτί που τους πίνει σιγά-σιγά το αίμα με τη συγκατάθεσή τους. Περίμεναν στην ουρά και ήταν σίγουρη η ανταμοιβή τους, θα έβρισκαν μια θέση ανάμεσα στους άλλους, θα καθόντουσαν δίπλα σ’ αυτή τη μελαχρινή με το λυπημένο χαμόγελο, θα έπιαναν μαζί της κουβέντα, την ώρα της προβολής θα έβλεπαν την ταινία μέσα από τα δικά της μάτια, το χέρι τους θα άγγιζε κάποια στιγμή τυχαία το δικό της, θα άφηναν το αδιάβροχό τους να πέσει στα πόδια της, θα το μάζευαν. Είναι μόνη της στην ουρά, ήρθε εδώ γιατί είναι μόνη της. Δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο, ήρθε για να μείνει στην ουρά με το στόμα ανοιχτό, να αφήσει το βλέμμα της να κυλήσει σαν καθαρό νερό, να το στείλει ταξίδι. Ήρθε να βρει μια θέση ανάμεσα στους άλλους, να προσευχηθεί μαζί τους βλέποντας. Ανακάλυψε τον κόσμο σε μια ουρά και τον έχασε χωρίς να καταλάβει πώς, μόνη μπροστά σ’ ένα φωτεινό κουτί που της νεκρώνει σιγά-σιγά το βλέμμα με τη συγκατάθεσή της. Τώρα ταξιδεύει νύχτα, κάνει το γύρο. Όταν στεκόταν στην ουρά κάθε βράδυ τους ήξερε όλους χωρίς να ξέρει κανέναν, τους καταλάβαινε χωρίς να διαθέτει την παραμικρή πληροφορία για το άτομό τους, τους έβλεπε κάθε βράδυ να στέκουν με υπομονή κι αυτό της έφτανε ώστε να συνδεθεί μαζί τους, είχε δει μαζί τους τα πάντα, καθισμένη δίπλα τους. Έβλεπαν τα πάντα, ήταν όλοι μαζί, είχαν έρθει εδώ χωρίς να τους ειδοποιήσει κανείς, τους οδηγούσαν τα βήματά τους κάθε βράδυ, σχημάτιζαν μια ουρά μπροστά στο ταμείο, οι περαστικοί τούς λυπόντουσαν που ξεροστάλιαζαν μέσα στο κρύο κι εκείνοι πίστευαν ότι ήταν οι πιο τυχεροί άνθρωποι στην ιστορία του πλανήτη, τούς είχε δοθεί η χάρη να στείλουν ταξίδι το βλέμμα τους, να μην πιστέψουν στ’ αυτιά τους. Κράτησαν λίγο, ελάχιστα, περίπου έναν αιώνα. Φύλαξαν καλά τις Θερμοπύλες κι ύστερα οι Μήδοι τρύπωσαν μέσα τους, τούς πήραν από το χέρι και τούς πήγαν στα σπίτια τους, τούς εγκατέστησαν μπροστά σ’ ένα φωτεινό κουτί, τούς διαβεβαίωσαν ότι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να επιζήσουν. Τώρα ταξιδεύουν νύχτα, κάνουν το γύρο. Κάθε βράδυ σχημάτιζαν ουρά μπροστά στο ταμείο, όλη τη μέρα τριγύριζαν εδώ κι εκεί με αποκλειστικό σκοπό να νυχτώσει και να σχηματίσουν μια ουρά στο πεζοδρόμιο μπροστά στο ταμείο, να περιμένουν με υπομονή, να πλησιάζουν βήμα βήμα την κοπέλα πίσω από το τζάμι. Όλη μέρα περίμεναν να δουν και ν’ ακούσουν κι όταν ερχόταν το άγιο βράδυ στέκονταν με συγκρατημένο δέος ο ένας δίπλα στον άλλον, ακουμπούσαν σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, διάβαζαν όρθιοι το κείμενο για την ταινία στην εφημερίδα, συζητούσαν για τις ανθρώπινες σκιές που θα αντίκριζαν σε λίγο, τσακωνόντουσαν για ασήμαντες λεπτομέρειες που είχαν προσέξει πάνω σ’ ένα πανί, εξαρτούσαν τη ζωή τους από αυτές τις βραδινές ουρές, από αυτές τις ασήμαντες λεπτομέρειες. Τούς γνωρίζει χωρίς να έχουν συστηθεί, τούς έχει αγγίξει χιλιάδες φορές, έχει καθίσει σε μια ελεύθερη θέση δίπλα τους, στο διάλειμμα έχει ζητήσει από όλους τους συγγνώμη για να βγει να καπνίσει, στη μέση του έργου τούς έχει παρακαλέσει να χαμηλώσουν λίγο, ούτε ένας δεν της το αρνήθηκε ποτέ κι ας μην τους έχουν συστήσει. Όλη μέρα τριγύριζε εδώ κι εκεί με αποκλειστικό σκοπό να νυχτώσει και να τους συναντήσει. Τώρα ταξιδεύουν νύχτα μ’ ένα καΐκι, κάνουν το γύρο του αόρατου ελληνικού νησιού, γυρίζουν γύρω-γύρω όλη τη νύχτα, όταν καταφέρουν να ξεκολλήσουν από το φωτεινό κουτί που τούς ναρκώνει με την πολύτιμη συγκατάθεσή τους, βγαίνουν έξω και δεν αναγνωρίζουν τίποτα πια, όλα είναι ίδια μόνο που δεν υπάρχουν πια ουρές, καμιά φορά σχηματίζεται μια μεγάλη ανυπόμονη, υστερική, κοσμική ουρά, χώνονται μέσα μήπως και γίνει τίποτα, αλλά δεν γίνεται τίποτα, έχουν εξαφανιστεί αυτές οι μικρές ευγενικές ουρές με το συγκρατημένο δέος, κράτησαν λίγο, ελάχιστα, περίπου έναν αιώνα. Κράτησαν πολύ λίγο γιατί έπρεπε να ελευθερωθούν τα πεζοδρόμια, να προστατευθούν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, να αδειάσουν οι αίθουσες, να γεμίσουν με τυφλούς και κουφούς οι πάγκοι των νυχτερινών κέντρων, να ανάψουν οι συζητήσεις, να προχωρήσουν οι μεθυσμένες γνωριμίες, να ανάψουν τα τηλέφωνα, να παραγγείλουμε καμιά πίτσα. Τούς συναντάει πια εντελώς τυχαία και τούς προσπερνάει, αποφεύγει το βλέμμα τους. Τούς βλέπει να φυλλορροούν, να εξαφανίζονται, μαθαίνει τα νέα τους από κοινούς γνωστούς, κάποια στιγμή παύουν τα νέα. Αναχωρεί, το μόνο που της μένει είναι να ξαναβρεί μερικούς από αυτούς πάνω σ’ ένα καΐκι μέσα στη νύχτα, καθώς κάνουν το γύρο ενός αόρατου ελληνικού νησιού. Τώρα ταξιδεύουν νύχτα για να ξεφύγουν από το φωτεινό κουτί που ξερνάει πάνω τους ακατάσχετα και τους καλοπιάνει κάθε τόσο προσφέροντάς τους όλα όσα αγάπησαν, όλα αυτά που δεν τα αναγνωρίζουν πια ενώ είναι ακριβώς τα ίδια. έγχρωμα, μαυρόασπρα, με υπότιτλους. Δεν είναι πια τα ίδια γιατί δεν υπάρχουν ουρές, αυτές οι μικρές ευγενικές ουρές που εξαφανίσθηκαν για πάντα. Τώρα πρέπει να ταξιδέψουν νύχτα, να ξεχάσουν ό,τι άκουσαν, να λησμονήσουν όσα είδαν και να πατήσουν το πύρινο έδαφος της πραγματικότητας, να μπουν αργά τη νύχτα σ’ ένα καΐκι και να κάνουν το γύρο ενός αόρατου ελληνικού νησιού. Όταν καθόταν στην ουρά ζητούσε μια ελεύθερη θέση δίπλα τους και τώρα κυνηγάει μια αόρατη ουρά, δεν αναγνωρίζει τίποτα, δεν βλέπει ακόμα τίποτα, δεν ακούει πια τίποτα κι ωστόσο είναι κοντά, αισθάνεται κοντά σε κάτι, σε λίγο θ’ αντικρίσει πάλι τις σκιές, προχωρεί βήμα-βήμα προς το ταμείο.

Από το βιβλίο του Χρήστου Βακαλόπουλου «Η Γραμμή του Ορίζοντος». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Εστίας. Πολλά έχουν γραφτεί γι’ αυτόν τον πολύτιμο άνθρωπο που γεννήθηκε πριν από 60 χρόνια και έφυγε νωρίς από τη ζωή, στην ακμή της δημιουργίας του. Είναι αρκετά ενδιαφέρον, και αξίζει να διαβαστεί, το αφιέρωμα που έκανε το περιοδικό Manifesto στη μνήμη του συγγραφέα-σκηνοθέτη-κριτικού-ραδιοφωνικού παραγωγού καθώς και η βιογραφία του, που έγραψε για τον ίδιο ο πατέρας του. Επίσης, υπάρχει το πολύ καλό ντοκιμαντέρ του Σταύρου Καπλανίδη που εστιάζει στη σύντομη αλλά πλήρη εμπειριών ζωή του Χρήστου Βακαλόπουλου. Από την διαδικτυακή πλατφόρμα Scribd, μπορεί κανείς να διαβάσει μικρά αποσπάσματα από τα βιβλία του, αν και είναι προτιμότερο να διαθέσει λίγο από τον ελεύθερο χώρο στη βιβλιοθήκη του για τα βιβλία αυτά.

Εργογραφία:

Υπόθεση Μπεστ Σέλλερ, εκδ. Υπό σκέψιν (1980). Ο Τζέρυ Λούις, εκδ. Οδυσσέας (1983). Οι Πτυχιούχοι, εκδ. Ερατώ (1984). Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες, εκδ. Εστία (1989). Δεύτερη Προβολή, εκδ. Αλεξάνδρεια (1990). Η Γραμμή του Ορίζοντος, εκδ. Εστία (1991). Από το Χάος στο Χαρτί (σε επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου), εκδ. Εστία (1995). Η Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας (σε επιμέλεια Κωστή Λιβιεράτου), εκδ. Εστία (2005). Ο Βέγγος δεν είναι Κιτς (συλλογικό), εκδ. Αιγαίον (2011).

Φιλμογραφία:

Βεράντες (1984). Θέατρο (1986). Όλγα Ρόμπαρντς (1989). Παρακαλώ, γυναίκες μην κλαίτε (1992).

Ενδεικτικές ραδιοφωνικές παραγωγές:

Δεσμώτες του Άγχους (εδώ). Δωδέκατη ώρα (εδώ).

Advertisements