ο ποιητής της σμίλης

η τελευταία φωτογραφία του Γιαννούλη Χαλεπά, στην οικία της οδού Δαφνομήλης.

Το βιβλίο του Χρήστου Σαμουηλίδη «Γιαννούλης Χαλεπάς – Η τραγική ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη» το συναντούσα μπροστά μου συχνά, κατά τις επισκέψεις μου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης, αλλά πάντα κάτι με απέτρεπε από το να το δανειστώ και να το διαβάσω, επιλέγοντας κάποιο άλλο σύγγραμα. Κάποια στιγμή ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ξεκίνησα την ανάγνωση, έχοντας περιέργεια μεγάλη για τις λεπτομέρειες της ζωής αυτού του σύγχρονου Φειδία, που και σ’ εμένα όπως και στη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της μαγικής χώρας, παρέμενε σχετικά άγνωστος.

Ο Χρήστος Σαμουηλίδης, έχοντας κάνει εξαντλητική έρευνα γύρω από τη ζωή του Τηνιακού δημιουργού, κατάφερε να χωρέσει μέσα σ’ ένα βιβλίο 630 σελίδων, σχεδόν κάθε πτυχή της πολυκύμαντης ζωής του μεγάλου καλλιτέχνη, αποδίδοντας με σεβασμό τόσο τις φωτεινές στιγμές της δόξας του δημιουργού, όσο και τις σκοτεινές της διανοητικής του περιπέτειας. Ακολουθώντας μια χρονολογική εξιστόρηση του βίου του Χαλεπά, ο αναγνώστης αρχικά συναντά τον μικρό Γιαννούλη στον Πύργο της Τήνου, γιος επιφανούς τεχνίτη του μαρμάρου, να παίζει με τα μαρμαρογλυφικά παιχνίδια του, ξεχωρίζοντας από την πρώτη στιγμή από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του. Μεγαλώνοντας, όχι με νανουρίσματα, αλλά με τους κοφτούς ήχους των μαντρακάδων, των σφυριών και των σκαρπέλων που πελεκούσαν το μάρμαρο, η μοίρα του έμοιαζε προδιαγεγραμμένη.

Όλα τα λεπτουργήματα που δειλά δειλά άρχισε να δημιουργεί, του φαινόταν σαν μικρά θαύματα, και προσπαθούσε να ανακαλύψει τα μυστικά της δημιουργίας τους, μαθαίνοντας την τέχνη που τα έκανε να αναπηδήσουν, ολοζώντανα, μέσα από το μηδέν, από τη νεκρή πέτρα. Ο συγγραφέας καταγράφει τα βήματα της μετέπειτα εκπαίδευσης του Γιαννούλη στο Σχολαρχείο της Ερμούπολης, όπου άρχισε να τελειοποιεί την τεχνική του στο σκιτσάρισμα πάνω στο χαρτί, και έλαβε την απόφαση να γίνει γλύπτης, μέχρι και την επιτυχή φοίτηση του στο Γυμνάσιο της Ερμούπολης, το 1866. Σκιαγραφώντας ένα παιδί που το διακατείχε μια άσβεστη φλόγα δημιουργικότητας, ο Σαμουηλίδης παραθέτει μια ζωηρή στιχομυθία μεταξύ πατέρα και γιου, ενδεικτική του πάθους του μικρού Χαλεπά. Αντιδρώντας στα σχέδια του πατέρα του, ο οποίος ήθελε να ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου, ο μικρός Γιαννούλης δηλώνει με περισσή αυτοπεποίθηση: «Εγώ σκέφτομαι μόνο τα καλλιτεχνικά μου όνειρα, πατέρα, και όχι τα λεφτά..» (σελ. 32).

Εν συνεχεία, ο φακός της έρευνας του συγγραφέα εστιάζει στη ζωή του Χαλεπά στην Αθήνα, όπου και εγκαθίσταται οικογενειακώς. Τη φοίτησή του στο ειδικό Σχολείον των Τεχνών, όπου και διακρίνεται σε όλα τα μαθήματα, αποκαλύπτοντας ψήγματα του μεγέθους του ταλέντου του. Τότε φιλοτεχνεί και το πρώτο του έργο, την «Κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου», πάνω στην οποία χαράσσει και την ημερομηνία της δημιουργίας της (1870), προκαλώντας ζωηρή αίσθηση στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Είναι μια περίοδος όπου ο νεαρός Χαλεπάς διάγει ευτυχή βίο, μέσα από μια επίπονα κατακτημένη αναγνώριση, που φθάνει στην κορύφωσή του με την εγγραφή του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, όπου και συναντάται με τα κυρίαρχα αισθητικά ρεύματα της εποχής, τα οποία και μπολιάζουν τις κλασικιστικές του τάσεις.

Απολαμβάνοντας μια πρωτόγνωρη αναγνώριση του ταλέντου του (σε σχέση με τη μικρόψυχη ζήλια που συνάντησε πολλάκις στη γενέτειρά του), ο νεαρός Χαλεπάς συνειδητοποιεί την καλλιτεχνική του αξία, ενώ συναντά και τον διάσημο Τήνιο ζωγράφο Νικόλαο Γύζη, με τον οποίο και ανταλλάσσει ενδιαφέρουσες απόψεις περί της τέχνης. Το πρώτο, από τα σημαντικά χτυπήματα, που δέχεται ο Χαλεπάς, έρχεται το 1875 όταν και διακόπτεται η χρηματοδότηση της υποτροφίας του, κλονίζοντας ψυχολογικά τον δημιουργό. Η λύση θα δοθεί από τον Γιώργο Κωνσταντινίδη, ο οποίος μοιράζεται τη δική του υποτροφία με τον Χαλεπά. Είναι η στιγμή που ο Γιαννούλης γνωρίζει την αξία της φιλίας. Το επόμενο δυνατό χαστούκι που δέχεται ο Χαλεπάς είναι ο αποκλεισμός του από την έκθεση των Αθηνών, με μια μικροπρεπή απόφαση της κριτικής επιτροπής, δηλωτική της αστείρευτης κακεντρέχειας των μεγαλόσχημων Ελλήνων συναδέλφων του, οι οποίοι ήθελαν με κάθε τρόπο να ψαλιδίσουν τα φτερά του Χαλεπά, φράζοντάς του τον δρόμο προς τον καλλιτεχνικό ουρανό της ευρώπης.

Ο αμνησίκακος και απονήρευτος Γιαννούλης, βυθισμένος στην κατάθλιψη και με το νευρικό του σύστημα κλονισμένο, προβαίνει σε μια εκπληκτική χειρονομία: δώρισε την «Φιλοστοργία» του στην εκκλησία της Παναγίας της Τήνου, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την υποτροφία που του είχε παραχωρήσει κάποτε. Ο συγγραφέας, με την παράθεση του συγκεκριμένου γεγονότος, αποκαλύπτει στον αναγνώστη ένα ακόμη χάρισμα του μεγάλου δημιουργού: το πηγαίο αίσθημα ανωτερότητας που διακατείχε τον Γιαννούλη Χαλεπά, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του. Αυτό το σπάνιο αίσθημα της αξιοπρεπούς ανωτερότητας, που οδήγησε τον νεαρό σπουδαστή της Ακαδημίας του Μονάχου να φτάσει ένα βήμα από τη λιμοκτονία, πριν φθάσει στα σκαλοπάτια της οικίας του Γύζη, ζητώντας του ένα πιάτο φαγητό.

Η γραφίδα του συγγραφέα ακολουθεί τη διαδρομή επιστροφής του Χαλεπά στην Αθήνα, το στήσιμο του πρώτου εργαστηρίου πέριξ της πλατείας Συντάγματος, τον δημιουργικό του οίστρο που έχει ως αποτέλεσμα πολλές εκτελεσμένες παραγγελίες σε σύντομο χρονικό διάστημα, το άνοιγμα του δεύτερου εργαστηρίου του επί της οδού Μαυρομιχάλη, στο πατρικό του σπίτι. Εκεί, η δημιουργική φλόγα που εμποτίζει κάθε κύτταρο του νεαρού Χαλεπά, φουντώνει. Ο νεαρός Γιαννούλης Χαλεπάς αρχίζει να μετατρέπεται σ’ έναν ώριμο δημιουργό, δίνοντας ξεκάθαρη καλλιτεχνική κατεύθυνση στα έργα του.

Η παραγγελία της «Κοιμωμένης», για το ταφικό μνημείο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄νεκροταφείο Αθηνών, αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό στην καριέρα του γλύπτη. Ο Χαλεπάς, συγκινημένος από τον θάνατο της δεκαοχτάχρονης Σοφίας, αναλαμβάνει το έργο και διαθέτει κάθε ικμάδα των δυνάμεών του για το βέλτιστο αποτέλεσμα. Κοιτάζοντας διαρκώς τη φωτογραφία της νεαρής Σοφίας, που τόσο γρήγορα κόπηκε το νήμα της ζωής της, δακρύζει. «Τι έπαθα; Είναι τόσο πολύ σπασμένα, λοιπόν,  τα νεύρα μου, ώστε να δακρύζω και για τις ξένες δυστυχίες;» (σελ. 172). Μετά από αδιάκοπα μερόνυχτα εργασίας, το αποτέλεσμα συνταράσσει ακόμη και τον ίδιο τον δημιουργό, καθώς το άγαλμα διαπερνάται από μια αίσθηση γαλήνης, που κάνει τον θάνατο να μοιάζει με ύπνο προσωρινό.

Λες και διέπραξε την αρχαιοελληνική Ύβρη, ο δημιουργός βυθισμένος στην ατελείωτη εργασιομανία, τη μοναξιά και την έλλειψη επικοινωνίας με το περιβάλλον του, άρχισε να παρουσιάζει ανησυχητικά δείγματα διανοητικής ανισορροπίας, γεγονός που τον οδήγησε μέχρι την επίκληση της ιατρικής βοήθειας ψυχιάτρου, ο οποίος διέγνωσε την νευρική κατάρρευση του γλύπτη. Με την κατάστασή του να επιβαρύνεται, ακολουθεί το ταξίδι στην Ιταλία (Φλωρεντία Ρώμη, Σικελία), μια αναγκαία αναλαμπή ψυχικής ανανέωσης για τον Γιαννούλη Χαλεπά, σύντομης όσο και παροδικής, την οποία ακολούθησε η οκταετής απομόνωσή του στην Τήνο και, εν τέλει, ο ψυχοφθόρος εγκλεισμός του στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Κέρκυρας, το 1888.

Ο συγγραφέας υπερτονίζει ότι ο εγκλεισμός του Χαλεπά στο φρενοκομείο της Κέρκυρας, αγνοήθηκε από το σύνολο του Τύπου, η διαχρονική ξενομανία του οποίου δεν τον εμπόδισε να αναφέρει ένα παρόμοιο συμβάν, το οποίο διαδραματίστηκε την ίδια χρονική περίοδο, στη νότια Γαλλία, με τον εγκλεισμό του Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ στο τοπικό νοσοκομείο της περιοχής, με συμπτώματα παραφροσύνης. Λησμονημένος, λοιπόν, από τους φορείς του τόπου, αλλά όχι και από τον απλό κόσμο, ο οποίος συνέρρεε στο Α’ νεκροταφείο και κοντοστέκονταν για να θαυμάσει την Κοιμωμένη του Χαλεπά, συντηρώντας μ’ αυτό τον τρόπο τη φήμη του δημιουργού.

Ο Χρήστος Σαμουηλίδης περιγράφει με έξοχο μυθιστορηματικό τρόπο τις άκαρπες μέρες του Χαλεπά στο φρενοκομείο, ενός Χαλεπά μόνιμα μελαγχολικού, σιωπηλού, βυθισμένου στα σκοτάδια του άρρωστου μυαλού του, μακριά από τα μεγάλα όνειρα της ζωής του. Ενός ανθρώπου που είχε συναίσθηση της κατάστασής του, και γι’ αυτό υπέφερε διπλά, προσδοκώντας μιαν ανάταση που θα του επέτρεπε να συνεχίσει το έργο του, το οποίο διέκοψε στην αρχή της καλλιτεχνικής του δημιουργικότητας. Μιαν ανάταση που ποτέ δεν ερχόταν. Είναι πολύ συγκινητικό το χωρίο εκείνο όπου ο συγγραφέας περιγράφει τον Χαλεπά να σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό, «φιλοτεχνώντας» γλυπτά έργα με πρώτη ύλη τα σύννεφα. Η μάταιη προσπάθεια διαφυγής του γλύπτη από την αδιέξοδη καθημερινότητά του.

13 χρόνια, 10 μήνες και 27 μέρες μετά τον εγκλεισμό του στο φρενοκομείο, ο Γιαννούλης Χαλεπάς, με τις συνεχείς προσπάθειες της μητέρας του, επανεντάσσεται στο κοινωνικό σύνολο. Η καλλιτεχνική του ψυχή, που δεν είχε πεθάνει, προσπαθούσε να βρει διεξόδους διαφυγής από την πεζή καθημερινότητα στην Τήνο. Ο θάνατος της μητέρας του, το 1916, αποτέλεσε το τελευταίο μεγάλο χτύπημα της μοίρας για τον γλύπτη, που απόμεινε έρημος και εγκαταλειμμένος, προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα με τις δικές του δυνάμεις. Ο θάνατος αυτός, σηματοδότησε και την έναρξη της δεύτερης καλλιτεχνικής περιόδου του Χαλεπά, μιας και τον κατέκλυσε ένας ούριος άνεμος δημιουργίας. Η καλλιτεχνική εργασία αποτελούσε ένα είδος αυτοθεραπείας, η δημιουργία και η καλή υγεία συμβάδιζαν, για τον Τηνιακό γλύπτη, ο οποίος διέκοπτε την κοπιώδη εργασία του κάθε που τον κυρίευε μια νευρική κρίση.

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο από το βιβλίο του, καταγράφοντας τις επισκέψεις επιφανών ανδρών της εποχής στον κοσμοκαλόγερο της Τήνου, όπως η επίσκεψη του Κωνσταντίνου Αλαβάνου (αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων), του Νικολάου Λύτρα (ζωγράφος και καθηγητής της σχολής Καλών Τεχνών), του Θωμά Θωμόπουλου (καθηγητής της γλυπτικής), του Ζαχαρία Παπαντωνίου (ποιητής και διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης), του Δημήτρη Καλογερόπουλου (λογοτέχνης και διευθυντής του περιοδικού «Πινακοθήκη»). Η ανάγνωση των διαλόγων μεταξύ του Χαλεπά και των ανθρώπων αυτών, αφήνει να διαφανεί ο αμέριστος θαυμασμός και η βαθιά εκτίμηση που έτρεφε ένα μεγάλο μέρος της διανόησης προς τη μορφή και το έργο του τραγικού καλλιτέχνη.

Μετά από 28 χρόνια παραμονής στον Πύργο της Τήνου, ο Χαλεπάς στη δύση του πολυτάραχου βίου του, επιστρέφει στην Αθήνα, διαμένοντας στην οικία της οδού Δαφνομήλης 35. Από τα πρώτα πράγματα που φρόντισε να κάνει ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ήταν να επισκεφτεί την Κοιμωμένη του, στο Α’ νεκροταφείο των Αθηνών, καίτοι ο ίδιος υποστήριζε πως το συγκεκριμένο έργο δεν ήταν από τα καλύτερά του, και αυτό ήταν ένα από τα παράπονά του, μιας και ο κόσμος συνήθιζε να μιλάει μόνον για το δημιούργημα αυτό.

Ολοκληρώνοντας την καταγραφή της καλλιτεχνικής διαδρομής του επιφανούς γλύπτη, ο Χρήστος Σαμουηλίδης κάνει αναφορά στην τελευταία περίοδο δημιουργίας, όπου ο Χαλεπάς φιλοτεχνεί περισσότερα από 250 σχέδια, και δημιουργεί έργα όπως Ο Οιδίποδας και η Αντιγόνη, η Προτομή του Ιωάννου Πολίτου, η Προτομή της Ευτυχίας, η Προτομή του ιδίου, ο Αρχάγγελος, η Αμφιτρίτη, Η κυρία με τον καθρέφτη, Η Γυναίκα με τον Έρωτα, το Ειδύλλιον, η Σκέψη, και φυσικά η Μεγάλη Αναπαυομένη, (έργο που ο ίδιος ο Χαλεπάς θεωρούσε ως το καλύτερό του), η οποία, σε αντίθεση με την Κοιμωμένη, είχε μια τελείως μοντέρνα μορφή, κλειστή και αινιγματική, που προκαλούσε επιπλέον σκέψεις στον θεατή, έργο που έτυχε πρωτόφαντης αποδοχής από κριτικούς, καλλιτέχνες και κοινό.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την εξιστόρηση των τελευταίων ημερών του μεγάλου δημιουργού, ημέρες που ο Γιαννούλης Χαλεπάς τις πέρασε δημιουργώντας συνεχώς, εκμεταλλευόμενος κάθε ικμάδα των δυνάμεών του, μέχρι το μοιραίο βράδυ που καθηλώθηκε λόγω της βαριάς ημιπληγίας. Οι τελευταίες μέρες του Χαλεπά, υπήρξαν μέρες αναγνώρισης, γεγονός που του χάρισε μια αίσθηση ανακούφισης εν συγκρίσει με τα όσα είχε περάσει στη διάρκεια του βίου του. Οι νεκρολογίες και τα αποσπάσματα άρθρων από τις εφημερίδες της εποχής, αφιερωμένων στη ζωή και το έργο του Γιαννούλη Χαλεπά, κλείνουν το πολύ καλογραμμένο πόνημα του Χρήστου Σαμουηλίδη.

Κλείνοντας το βιβλίο, και αναλογιζόμενος τη δυσκολία προσέγγισης ενός τόσο μεγάλου δημιουργού, ο αναγνώστης διακατέχεται από μια αίσθηση πληρότητας. Ο συγγραφέας κατόρθωσε να παραθέσει κάθε ψηφίδα του βίου ενός ποιητή του μαρμάρου, που φέρει το όνομα Γιαννούλης Χαλεπά Χαλεπάς. Ενός δημιουργού που επέλεξε να ζήσει μακριά από την πολλή συνάφεια του κόσμου, ενός καλλιτέχνη που εμπνεόταν μόνο όταν ήθελε, και λάξευε μόνο όταν τον δονούσε ο πυρετός της δημιουργίας, μη υποκύπτοντας σε συμβιβασμούς, δίνοντας ζωή στην άψυχη ύλη, εκτοξεύοντας την εκφραστική δύναμη των έργων του. Ενός δημιουργού εφάμιλλου του Ροντέν, που έφυγε παράλυτος, σ’ ένα φτωχικό κρεβάτι της οικίας της οδού Δαφνομήλης 35, φτερουγίζοντας προς το μύθο, για να βρεθεί στο πλευρό των μεγάλων γλυπτών της αρχαιότητας, δίπλα στον Πραξιτέλη και τον Φειδία.

Κλείνοντας τη σύντομη παρουσίαση, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από απαντητικό γράμμα του Χαλεπά προς κάποιους άγνωστους θαυμαστές του, οι οποίοι έχοντας δει την έκθεση των προπλασμάτων και των σχεδίων του στο «Άσυλον Τέχνης», του έστειλαν στην Τήνο μια επιστολή εκφράζοντας την εκτίμησή τους καθώς και ένα δέμα που περιείχε τσιγάρα, χαρτί και μολύβια:

«Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό για τους άρρωστους της μοίρας από τα συμπαθητικά λόγια των ομοίων τους. Οι πονετικές φράσεις του γράμματός σας, καθώς και τα δώρα σας – και τι δώρα! χαρτί και μολύβια – αυτά που ελάτρευσα σε όλη μου τη ζωή! Όλα αυτά δείχνουν πως στον τόπο μας δεν έχουν παύσει να υπάρχουν οι λάτρεις του ωραίου και του αληθινού […] Είναι αλήθεια ότι επί πολύν καιρό δεν υπήρχαν ούτε λάτρεις ούτε θαυμασταί, και εχρειάστηκε – αυτό το λέγω για πρώτη φορά στη ζωή μου – μια Κοιμωμένη, για να ξυπνήσει τους βαθιά ροχαλίζοντας..» (σελ. 429-430).

Το βιβλίο του Χρήστου Σαμουηλίδη «Γιαννούλης Χαλεπάς – Η τραγική ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Εστίας και κοστίζει 20€.

Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 17 – 20 ώρες.

* Ας σημειωθεί ότι, συνολικά, τα έργα του Γιαννούλη Χαλεπά που έχουν σωθεί ως σήμερα, υπολογίζονται σε 150 περίπου γλυπτά και σε πάρα πολλά σχέδια και σκίτσα. Μερικά από τα έργα αυτά: Αριάδνη Κοιμωμένη, Πριγκίπισσα του Ρήνου, Σάτυρος παίζων με τον Έρωτα, Αλαζονεία, Άγγελος κρατών δέλτον, Δυο μορφές: άνδρας και γυναίκα, Το παραμύθι της πεντάμορφης, Έρως καταβάλλων Γίγαντα, Προσευχομένη κόρη, Η Μήδεια φονεύουσα τα τέκνα της, Η Γενοβέφα και οι δήμιοι της, Ο κιθαρωδός, Η φιλοστοργία της Αντιόπης, Ο δυστυχισμένος πατέρας, Η ψυχορραγούσα, Η Αγία Τριάς, Ο Σάτυρος τρομάζων τον Έρωτα, Σάτυρος μόνος, Ο ερμογλύπτης και η Αγία Βαρβάρα, Ο ερμογλύπτης και ο Άγιος Χαράλαμπος, Ο Άγιος Χαράλαμπος και το δαιμόνιο, Ο ιππότης, Η Νιόβη, Ο ορνιθοκλέπτης, Ο Αθανάσιος Διάκος, Η γαλατού, Η Νεφέλη, Η μοντέρνα κυρία, Ο φαρμακοτρίβης, Ο γαλατάς, Κεφαλή της Αθηνάς, Η Ηρωδιάς, Ο Ευαγγελισμός, Ο Μέγας Αλέξανδρος διπλός: ζων και νεκρός, Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος, Κεφαλή της Αριάδνης, Αφροδίτη χωριατοπούλα, Η χαρά της ζωής, Κονιάκ, Ο Παν παίζων με τον Έρωτα, Σφιγξ και Οιδίπους, Κεφαλή αγγέλου, Άγγελος πόνου, Η γυναίκα με την όρνιθα, Ο Άγιος Γεώργιος, Ο πειρασμός, Σφιγξ μόνη, Κεφαλή χωριατοπούλας, Η Αθηνά βοσκοπούλα, Η Πηνελόπη Δεσπίνη, Σάτυρος και Έρως, Αφροδίτη γυμνή με περιδέραιο, Αφροδίτη γυμνή με καθρέφτη, Ερμής αναπαυόμενος, Ξεκούρασμα βοσκοπούλας, Ο θεριστής, Ο εκατόγχειρ, Γριά, Το μυστικό, Γυναίκα καθιστή, Ο γέρος με τον Έρωτα, Προτομή Αγγελικούλας Στρατηγίου, Κεφαλή ενός αγγέλου, Αυτοπροσωποβιογραφία μου, Ειδώλιο παιδιού, Υδροφόρα και κεφαλή ανδρική, Οιδίπους και Αντιγόνη, η Προτομή της Ευτυχίας, το Μνημείο της Μερόπης Τούμπα, ο Αρχάγγελος, το Ειδύλλιον, η Σκέψη, η Αμφιτρίτη, Η κυρία με τον καθρέφτη, Η Γυναίκα με τον Έρωτα, ο Θρίαμβος, η Πτώση του Θριάμβου, ο Κυνηγός, η Γοργόνα, η Προτομή του Εμμανουήλ Τσουδερού, η Κεφαλή του Ομήρου, ο Ευαγγελισμός, Ορφεύς και Αφροδίτη, η Άνοιξη, η Όρθια Αθηνά, η Κόρη με το τριαντάφυλλο, η Άρτεμις και το ελάφι.

Advertisements