43,43% (πολύ ή λίγο;)

Ξύλινη μακέτα του κτηρίου της Βουλής των Ελλήνων, σε μικροκλίμακα, του καλλιτέχνη Μιχάλη Βασιλόπουλου. (Κατάλογος της Έκθεσης «Το κτήριο της Βουλής των Ελλήνων» την οποία διοργάνωσε η Βουλή των Ελλήνων τον Απρίλιο του 2009).

Με αφορμή τη συζήτηση που διεξάγεται σχετικά με το ποσοστό αποχής στις εθνικές εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου (όπου ψήφισε περίπου το 70% του πραγματικού εκλογικού σώματος), μερικές σκέψεις γύρω από το φαινόμενο της αποχής και της εν γένει λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Αρχικά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί προκαταβολικά κάθε μορφή πολιτικής συμμετοχής σαν θετική, και όμοια η άρνηση πολιτικής συμμετοχής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μονολιθικά σαν apolitique συμπεριφορά.

Ας αναλογιστούμε ότι ιστορικά – στην περίπτωση του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος στη Γερμανία για παράδειγμα – η άρνηση πολιτικής συμμετοχής μπορεί και να συμβόλιζε μια πράξη αντίστασης. Επίσης, εύκολα η ενεργή πολιτική δραστηριότητα μπορεί να μετεξελιχθεί σε ρουτίνα και να χάσει κάθε νόημα αν η συμμετοχή δεν έχει άμεση σύνδεση με την ουσία των πολιτικών στόχων (βλέπε τον προεκλογικό επικοινωνιακό πόλεμο που ταυτίζεται με τη λογική της εμπορικής διαφήμισης και απωθεί, αντί να προσελκύει, τους εκλογείς που διαθέτουν αυξημένες κριτικές ικανότητες).

Μπορούμε να παρατηρήσουμε λοιπόν ότι η χρήση αποκλειστικά μιας ποσοτικής μεταβλητής (στην περίπτωσή μας, το ποσοστό αποχής) δεν αρκεί για να αξιολογηθεί η πολιτική συμπεριφορά και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα, κατά το δοκούν.

Ο λόγος που μπορεί να οδηγήσει έναν πολίτη μακριά από τις πολιτικές διαδικασίες μπορεί να είναι απλά η αδιαφορία για τα κοινά, ο τρόπος λειτουργίας των κομμάτων (που οδηγεί τον πολίτη στην πεποίθηση ότι δεν μπορεί να εισέλθει στο περίκλειστο αυτό κύκλωμα και άρα να επιχειρήσει να αλλάξει κάποια πράγματα) ή η γενική απόρριψη* του πολιτικού συστήματος, που συνδέεται με την ανυπαρξία εναλλακτικών λύσεων έναντι των κυρίαρχων πολιτικών, με τους πολίτες που ακολουθούν αυτή τη διαδρομή να καθίστανται επιρρεπείς στην, κάθε προέλευσης, δημαγωγία.

Αυτό το στοιχείο της ανορθολογικής λειτουργίας των κομματικών σχηματισμών (με την συνακόλουθη έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας), που ενισχύει την τάση αποστροφής προς την ενεργή πολιτική συμμετοχή, θα πρέπει να προσεχθεί, ιδιαιτέρως σ’ αυτή την εποχή της οικονομικής δυσπραγίας. Από τη στιγμή που οι σημαντικότερες αποφάσεις λαμβάνονται από μικρές ομάδες στην κορυφή της πυραμίδας της εξουσίας, είναι φυσιολογικό πολλοί πολίτες να αποθαρρύνονται καθώς αντιλαμβάνονται ότι προορίζονται για ρόλο χειροκροτητή των πολιτικών που θεσπίζονται ερήμην τους. Και κανείς δεν επιθυμεί να είναι κομπάρσος στο έργο που καθορίζει την εύρυθμη λειτουργία του βίου του.

Από προσωπικές παρατηρήσεις, τείνω να εξάγω το συμπέρασμα ότι η πολιτική απάθεια ενδέχεται να είναι ένα σύμπτωμα ενός ακόμη μεγαλύτερου φαινομένου, που είναι η απέχθεια προς κάθε τι που μπορεί να οδηγήσει στη σύγκρουση (μιας και βασικό συστατικό της πολιτικής ζωής είναι οι ιδεολογικές – θεωρητικές και κοινωνικές συγκρούσεις).

Ίσως τα αίτια μιας τέτοιας συμπεριφοράς θα πρέπει να αναζητηθούν πρώτιστα στον κλάδο της Ψυχολογίας, σε συνδυασμό με τα πορίσματα της Πολιτικής Επιστήμης. Ο πολίτης που απαρνείται την πολιτική και τα παρεπόμενα της, ουσιαστικά δημιουργεί έναν προστατευτικό κλοιό για τον εαυτό του, απαλλασσόμενος από την ανάγκη αντιμετώπισης κάθε δύσκολης κατάστασης, κάθε δυσάρεστου συναισθήματος που μπορεί να προκαλέσει η ενεργή πολιτική συμμετοχή. Η πολιτική έτσι εκλαμβάνεται σαν μόνιμη πηγή αναστάτωσης και φόβου, χαρακτηριστικά που μόλις εντοπιστούν ενεργοποιούν τον προσωπικό αμυντικό μηχανισμό ο οποίος δρα αποτρεπτικά.

Αν αυτή η σκέψη είναι ορθή, τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο πολίτης που μένει απαθής ως προς τα προτάγματα της πολιτικής ζωής (απέχοντας από τις εκλογικές διαδικασίες, αποφεύγοντας την ενημέρωση γύρω από ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητά του κ.α.), την εκλαμβάνει ως μια πηγή παρενόχλησης της προσωπικής του ταυτότητας, γι’ αυτό και την απαρνείται, ώστε να μην υποχρεωθεί να παραδεχτεί την ανεπάρκειά του, την οποία και αντιμετωπίζει σαν δυνητική πηγή δυσάρεστων συναισθημάτων.

Σημαντικό ρόλο στην διόγκωση του προβλήματος της στρεβλωμένης και διαρκώς μειούμενης πολιτικής συμμετοχής παίζει και ο τρόπος διεξαγωγής της εκλογικής διαδικασίας. Λαμβάνοντας τον χαρακτήρα του θεάματος, στο οποίο ο πολίτης συμμετέχει κατ’ εξοχήν ως καταναλωτής (αναγνώστης, τηλεθεατής, ακροατής, χειροκροτητής), με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις να εξελίσσονται σε επιφανειακές διαδικασίες με μοναδικό στόχο τον προσεταιρισμό του πελάτη – ψηφοφόρου, το χάσμα μεταξύ του πολίτη και του βαθύτερου νοήματος της πολιτικής συμμετοχής διευρύνεται.

Ο προεκλογικός αγώνας, με τα χαρακτηριστικά της γιγάντιας διαφημιστικής εκστρατείας, κατατείνει προς τη διεξαγωγή μιας «μάχης» όπου το μόνο που μετράει είναι η επιτυχής αποτύπωση της εικόνας των υποψηφίων στις συνειδήσεις των εκλογέων, με την πολιτική να χάνει έτσι το περιεχόμενό της και να υποτάσσεται στα επικοινωνιακά παιχνίδια. Ο πολίτης λαμβάνει τον ρόλο του τηλε-θεατή, παρακολουθώντας τις πολιτικές εξελίξεις, με ανία και παθητικότητα, αδυνατώντας να συνδέσει τα ζωτικά συμφέροντά του με την πολιτική, η οποία και καθορίζει άμεσα τη ζωή του.

Προσπαθήστε να θυμηθείτε, πόσες φορές ακούσατε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου (η οποία ουσιαστικά είχε διάρκεια 3-4 μηνών) προγραμματικές θέσεις και ουσιαστικές προτάσεις που αφορούσαν την αναζωογόνηση της οικονομίας, την επιτυχή απορρόφηση των 35 δισ. ευρώ του πακέτου Γιούνκερ, την στρατηγική για την απομείωση του δημοσίου χρέους, τον εξορθολογισμό της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών (..με τις >20000 αρμοδιότητες), την εκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων της χώρας, την εκ βάθρων αναδόμηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Απεναντίας, από τα debate γίναμε σοφότεροι ως προς την υψομετρική διαφορά των πολιτικών αντιπάλων.

Οι πολιτικοί σχηματισμοί που περιορίζονται σε αναχρονιστικές εκκλήσεις, στην τυφλή εφαρμογή των επιταγών του marketing (έρευνα αγοράς, δημοσκοπήσεις, στοχευμένη διαφήμιση) και σε μια ευκαιριακής φύσεως συνθηματολογία, λησμονούν ότι είναι ο μεστός πολιτικός λόγος που, μόνον αυτός, μπορεί να γονιμοποιήσει το πολιτικό σκηνικό και να προσελκύσει νέους συμμετέχοντες στο πολιτικό παιχνίδι, πολίτες που θα διαθέσουν μέρος του νοητικού και ενεργειακού κεφαλαίου τους στην πολιτική δραστηριότητα.

Όλα όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν παράγοντες που συμβάλλουν καθοριστικά ώστε ο πολίτης να υιοθετεί μια «καταναλωτική» στάση, υιοθετώντας ασυνείδητα και την ανάλογη συμπεριφορά, εστιάζοντας στα πρόσωπα και όχι στις πολιτικές, αξιολογώντας τα πολιτικά δεδομένα σύμφωνα με τις εκπεφρασμένες προθέσεις των πρωταγωνιστών, με κριτήρια ηθικής φύσεως δηλαδή και όχι πολιτικής. Όταν λοιπόν η πολιτική τείνει να αντιμετωπίζεται σαν χόμπι, σαν ευκαιρία ανέξοδης κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το όποιο ποσοστό αποχής.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με κοινοβουλευτική παράδοση και το σύγχρονο περιβάλλον που διαμορφώνεται γύρω μας, με τις διαρκώς ανανεούμενες γεωστρατηγικές προκλήσεις, απαιτεί αυξημένα πολιτικά αντανακλαστικά, επαρκή ενημέρωση και ενεργή συμμετοχή του συνόλου των πολιτών. Άλλως, ενδέχεται να φτάσουμε στο σημείο να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις όπως στις ΗΠΑ, όπου όταν εμφανίζεται – κατά την εκλογική διαδικασία – ποσοστό συμμετοχής μεγαλύτερο του 50%, εκλαμβάνεται από τους ερευνητές σαν ένα προβληματικό σύμπτωμα κρίσης!

Ακολουθώντας αυτή τη στρατηγική, το Γερμανικό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα εκμεταλλεύτηκε την απαθή στάση πολλών πολιτών, σαν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης στη δεκαετία του 1930, και πέτυχε την ταύτισή τους με τον ηγέτη του. Τα αποτελέσματα είναι ιστορικά καταγεγραμμένα.

Advertisements