Taking Sides

ο εμβληματικός Wilhelm Furtwängler με τον Ernest Ansermet. Παρίσι 1945

Μια αγαπημένη συνήθεια, κατά τη διάρκεια της καθημερινής διαδικτυακής ανάγνωσης των πρωτοσέλιδων των εφημερίδων και της αλίευσης διαφόρων πληροφοριών (συνήθως ανούσιων), αποτελεί και η ακρόαση μουσικής. Το τελευταίο διάστημα, τείνω να συνδυάζω τις ειδήσεις περί του προεκλογικού αγώνα με τις σαγηνευτικές μελωδίες της κλασικής μουσικής. Από τον Mahler και τον Wagner, μέχρι τον Sibelius και τον Shostakovich. Προχθές έτυχε να ακούσω, για μια ακόμη φορά, την αριστουργηματική και ρωμαλέα εκτέλεση της 9ης του Beethoven από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, σε μια ηχογράφηση του 1942 και υπό τη διεύθυνση του Wilhelm Furtwängler.

♠   Wilhelm Furtwängler – Berlin Philharmonic Orchestra – Beethoven’s Symphony No. 9 in D minor op 125   

Πρόκειται, ίσως, για την ωραιότερη εκτέλεση της περίφημης μουσικής δημιουργίας του Ludwig van Beethoven. Ένα πραγματικό μουσικό ντοκουμέντο, που συνδυάζει την έκσταση που αφειδώς χαρίζει στον ακροατή η, πλημμυρισμένη από πάθος, παράσταση του κορυφαίου μαέστρου της κλασικής μουσικής, και την καταβύθιση στις γκρίζες σελίδες της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας. Η εμβληματική μορφή του Furtwängler, μου θύμισε μια εξαιρετική θεατρική παράσταση που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, πριν αρκετά χρόνια. Την «Προσωπική Συμφωνία».

Το έργο του Ronald Harwood είναι ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά που έχω παρακολουθήσει και αυτό που μου προξένησε τα εντονότερα συναισθήματα. Συνετέλεσαν σ’ αυτό η ακτινοβολούσα δύναμη του καλογραμμένου κειμένου, η εξαίρετη μουσική επένδυση της παράστασης, οι αξιόλογες ερμηνείες των ηθοποιών, αλλά και ο χώρος που ανέβηκε η παράσταση, μιας και το Υπόγειο της οδού Πεσμαζόγλου είναι ένα μέρος εμποτισμένο με την αύρα του Καρόλου Κουν και τη δράση που έχουν αναπτύξει οι πολιτιστικοί κληρονόμοι του Θεάτρου Τέχνης.

Η ιστορία της «Προσωπικής Συμφωνίας» είναι αληθινή. Πρόκειται για μια δραματοποιημένη αναπαράσταση της ανάκρισης ενός εκ των μύθων της κλασικής μουσικής, του Γερμανού μαέστρου Wilhelm Furtwängler, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της Αποναζιστικοποίησης του καλλιτεχνικού χώρου, από τους Αμερικανούς, με την ισχύ και τη νομιμοποίηση των νικητών του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Furtwängler υπήρξε μια συγκλονιστική καλλιτεχνική παρουσία, έμεινε στην ιστορία ως ο «Θεός του πόντιουμ» και πολλοί τον χαρακτήρισαν ως τον «Ζωγράφο της Κλασικής Μουσικής».

Το 1933, όταν ο Hitler ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας, οι Εβραίοι συνάδελφοι του Furtwängler αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία, ενώ άλλοι αυτοεξορίστηκαν ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη κατάπτωση που είχε περιέλθει ο λαός των Γερμανών, αλλά και ως έσχατη πράξη προειδοποίησης για τα δεινά που διέβλεπαν να καταφθάνουν. Ο Furtwängler επέλεξε να παραμείνει στη χώρα του, με σκοπό τη διατήρηση της υψηλής μουσικής παράδοσης για χάρη του λαού του.

Ανάμεσα στους πιο ένθερμους θαυμαστές του μεγάλου μαέστρου υπήρξε και ο ίδιος ο Hitler καθώς και όσοι έλεγχαν μαζί μ’ αυτόν τη Ναζιστική κουλτούρα, όπως για παράδειγμα ο Paul Joseph Goebbels. Την περίοδο λοιπόν που χιλιάδες Εβραίοι εξοντώνονταν, η Φιλαρμονική Ορχήστρα και η Όπερα μάγευαν τα πλήθη με τις εκπληκτικές εκτελέσεις των έργων του Ludwig van Beethoven, του Wolfgang Amadeus Mozart και του Wilhelm Richard Wagner. Η μουσική είχε μεταβληθεί σε όργανο καταδυνάστευσης στα χέρια του Goebbels και των υπόλοιπων «πνευματικά ανώτερων» ηγετικών στελεχών του Ναζιστικού καθεστώτος.

Ο Furtwängler κατηγορήθηκε ως φιλικά προσκείμενος προς το καθεστώς. Το στοιχείο που κατέτεινε προς την στοχοποίηση του μαέστρου, ήταν μια φωτογραφία – που έκανε το γύρο του κόσμου – η οποία παρουσίαζε τον Hitler να συγχαίρει τον μαέστρο μετά από μια παράσταση και να του προσφέρει λουλούδια. Ο μαέστρος δεν έπαψε να αρνείται την κατηγορία αυτή ως το τέλος της ζωής του. Πολύ περισσότερο υποστήριζε πως με τη μεγάλη φήμη που απέκτησε με το έργο του, τού δόθηκε η δυνατότητα να κριτικάρει ανοιχτά το καθεστώς αλλά και να φυγαδεύει με επιτυχία δεκάδες Εβραίων μουσικών διαμέσου της ορχήστρας του.

Πράγματι, ο μαέστρος είχε αντιταχθεί ανοιχτά στην απαγόρευση του έργου του Paul Hindemith «Ο Ζωγράφος Ματίς», που είχε χαρακτηρισθεί ως εκφυλισμένη μουσική από το καθεστώς, γεγονός που τον οδήγησε και σε παραίτηση του αξιώματος του Διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου. Όσον αφορά τη φυγάδευση πολλών ελπιδοφόρων – στην πλειοψηφία τους Εβραίων – μουσικών μέσω της ορχήστρας του, τα σχετικά έγγραφα μυστηριωδώς χάθηκαν προ της έναρξης της διαδικασίας της ανάκρισης του από την Επιτροπή Αποναζιστικοποίησης.

Ο Ronald Harwood δεν λαμβάνει μια σαφή θέση ως προς το δίλημμα του διανοούμενου καλλιτέχνη μπροστά στην ανθρώπινη αγωνία. Άφησε σκόπιμα να αιωρείται η απορία για το αν η μουσική είναι ένοχη ή σωτήρια. Ως θεατής της παράστασης έμεινα με αναπάντητο το ερώτημα: αν ο μαέστρος γύρισε υπεροπτικά την πλάτη του στους ομαδικούς τάφους και τις μαζικές εκτελέσεις ή αν διηύθυνε ένα μαγικό ταξίδι για τις πονεμένες ψυχές μέσα σ’ ένα τόσο απάνθρωπο καθεστώς.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Harwood επιτρέπει στον θεατή να αποφασίσει, μη θέλοντας να γίνει καθοδηγητής της σκέψης του. Σκόπιμα δεν δίνει το πόρισμα της ανάκρισης. Αρνείται να πάρει θέση ως προς το ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Ίσως γειτνιάζοντας με την παραδοχή ότι δεν υφίσταται ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στις δυο αυτές έννοιες. Δίδει την ελευθερία στον θεατή, να εντάξει τον εαυτό του στα ιστορικά πλαίσια ενός απολυταρχικού καθεστώτος και να αποφασίσει ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση του καλλιτέχνη.

Για την ιστορία, θα πρέπει να τονιστεί πως ο Wilhelm Furtwängler τελικά αθωώθηκε από την Επιτροπή Αποναζιστικοποίησης, αλλά η εξοντωτική ανάκριση των Αμερικανών τον καταρράκωσε ηθικά και βιολογικά. Αυτή ήταν άλλωστε και μια σημαντική παράμετρος της παράστασης, τα όρια αντοχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στον εξευτελισμό και την πίεση της εξουσίας.

Τον ρόλο του Wilhelm Furtwängler είχε ερμηνεύσει ο Άγγελος Αντωνόπουλος, ενώ ο Γιάννης Φέρτης είχε υποδυθεί τον Αμερικανό Ταγματάρχη στον ρόλο του ανακριτή. Ο ηθοποιός που μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, όμως, ήταν ο Μανώλης Μαυροματάκης, ως ένας εκ των μουσικών της ορχήστρας του Furtwängler. Ένας ηθοποιός εξαιρετικής ποιότητας και «βάθους», που – δυστυχώς – στη μεγάλη πλειοψηφία του κοινού, είναι γνωστός κυρίως για την τηλεοπτική του παρουσία (σήριαλ, τηλεοπτικές διαφημίσεις).

Τα παράγωγα της μεγάλης Τέχνης (βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, θεατρικές παραστάσεις, μελωδίες), όταν δεν τα καταναλώνουμε απλώς, διατηρούν τη δυνατότητα να ξυπνούν συνειδήσεις και να επηρεάζουν τη ζωή· καμιά φορά με έναν τρόπο εντελώς ανεξήγητο, απρόσμενο και καθοριστικό. Υποθέτω ότι το έργο του Ronald Harwood ανήκει σ’ αυτή τη κατηγορία, όπως και η Συμφωνία n°4 op.98 του Brahms που ακούω και η οποία φτάνει στο τέλος της συνοδεύοντας τις λέξεις αυτού του κειμένου, που μόλις τελείωσαν.

Advertisements