Niccolò di Bernardo dei Machiavelli

άποψη από την έκδοση του «Ηγεμόνα» (1513) του σημαντικότερου συγγράμματος που μας κληροδότησε ο κορυφαίος εκπρόσωπος του πολιτικού ουμανισμού.

άποψη από παλιά έκδοση του «Il Principe» (Ο Ηγεμόνας, 1513), εκ των σημαντικότερων συγγραμμάτων που κληροδότησε στην παγκόσμια γραμματεία, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του πολιτικού ουμανισμού.

Ο Niccolò di Bernardo dei Machiavelli γεννήθηκε το 1469 στη Φλωρεντία και εντάχθηκε γρήγορα στο πνεύμα του πολιτικοποιημένου ουμανισμού της Αναγέννησης, του οποίου επίκεντρο ήταν η γενέτειρά του. Αν και για τα πρώτα χρόνια του βίου του δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες, από το συγγραφικό του έργο γίνεται σαφές ότι η εκπαίδευσή του στα κλασικά γράμματα, ιδίως στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ήταν ευρύτατη. Δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αλλά ήταν εξοικειωμένος με τα πολιτικά συγγράμματα του Αριστοτέλη και με τα ιστορικά έργα του Πολύβιου και του Πλούταρχου, από τους οποίους και δέχτηκε την καθοριστικότερη επίδραση ως προς τη διαμόρφωση της πολιτικής του σκέψης.

Ο Machiavelli εμφανίστηκε στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Φλωρεντίας μετά την έξωση των Μεδίκων, το 1494, όταν και κατάφερε να εισέλθει στην φλωρεντινή Καγκελλαρία, η οποία ήταν στελεχωμένη με γνωστούς ουμανιστές, οι οποίοι και επηρέασαν σημαντικά τον νεαρό στοχαστή. Ασχολούμενος με διπλωματικές και στρατιωτικές υποθέσεις, είχε την ευκαιρία να γνωριστεί με σημαντικούς πολιτικούς άνδρες της εποχής, όπως ο Λουδοβίκος ΙΒ’ της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός της Γερμανίας και ο Καίσαρας Βοργίας, τον οποίο ο Machiavelli αναγνωρίζει ως το υπόδειγμα του ηγεμόνα.

Το 1507 συγκρότησε αμυντική δύναμη αποτελούμενη από πολίτες της Φλωρεντίας, οι οποίοι αντικατέστησαν τα σώματα των μισθοφόρων που είχαν την ευθύνη υπεράσπισης της πόλης. Επιτυγχάνοντας σημαντικές στρατιωτικές και διπλωματικές επιτυχίες, κατάφερε να εξασφαλίσει την εύνοια του Piero Soderini, ο οποίος ήταν ο ισόβιος αρχηγός της κυβέρνησης της Φλωρεντίας. Μετά την ήττα, όμως, στη μάχη του Prato, το 1512, και την επιστροφή των Μεδίκων, ο Machiavelli φυλακίζεται και η δημόσια ζωή του λαμβάνει τέλος, μόλις στα 43 του χρόνια.

Από το 1513 κι έπειτα, απομονωμένος στο κτήμα του μαζί με την οικογένειά του, συγγράφει τα σπουδαιότερα βιβλία του, με αφετηρία το «Il Principe» (Ο Ηγεμόνας, 1513) το οποίο και αφιέρωσε στον Λαυρέντιο Μέδικο, εγγονό του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς. Το έργο αυτό, από τα σπουδαιότερα κείμενα στην ιστορία της πολιτικής σκέψης, έλκει την καταγωγή του από τον «Πολιτικό» του Πλάτωνα και τους λόγους του Ισοκράτη. Μέσα από το τολμηρό σύγγραμμα του Machiavelli διαχέονται ρηξικέλευθες, για την εποχή, ιδέες που ήταν ζήτημα χρόνου να ξεσηκώσουν ένα κύμα πολύ ισχυρών αντιδράσεων.

Μεταξύ των σπουδαιότερων έργων του Machiavelli περιλαμβάνονται επίσης τα: «Λόγοι επί της πρώτης δεκάδος του Τίτου Λιβίου» το οποίο κυκλοφόρησε γύρω στα 1517, «Φλωρεντινές Ιστορίες», που ουσιαστικά είναι η ιστορία της Φλωρεντίας και κυκλοφόρησε το 1525, «Περί της τέχνης του πολέμου», που δημοσιεύτηκε το 1521 και πρόβαλλε αρχαία πρότυπα στρατιωτικής τέχνης, κυρίως των Μακεδόνων και των Ρωμαίων. Αυτό ήταν και το έργο που συνέδεσε τον Machiavelli με τις στρατοκρατορικές αντιλήψεις και τη σύνδεσή τους με τη πολιτική τέχνη.

Ο Machiavelli, ανήσυχο όσο και δημιουργικό πνεύμα, συνέγραψε και θεατρικές κωμωδίες (Clizia, Mandragola), όπως και πάρα πολλά πολιτικά, στρατιωτικά και λογοτεχνικά κείμενα. Στην εργογραφία του, που είναι εξαιρετικά ογκώδης, περίοπτη θέση κατέχουν οι επιστολές του, που προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τα πολιτικά και πνευματικά ενδιαφέροντα του συντάκτη τους.

Αναγνωρίζεται πια, χωρίς καμία αμφιβολία, ως ο θεμελιωτής της νεότερης πολιτικής σκέψης. Με την οξύτητα και την πρωτοτυπία των παρατηρήσεών του, μας έδωσε χρήσιμα εργαλεία για την προσέγγιση της πρακτικής πολιτικής. Και αυτό δεν συνέβη χωρίς κόστος. Αξίζει να αναφερθεί ότι το βιβλίο του «Il Principe» ξεσήκωσε μεγάλες διαμάχες και παρέμεινε για αιώνες στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων της Καθολικής εκκλησίας. Ο λόγος, βεβαίως, ήταν η ανάδειξη της αντινομίας μεταξύ των αναγκαιοτήτων της πολιτικής πράξης και των ηθικών αρχών, και η απόρριψη της σύνδεσης της πολιτικής με τη θρησκεία, στην οποία είχε βασιστεί ολόκληρη η μεσαιωνική πολιτική φιλοσοφία.

Ουσιαστικά ο Machiavelli διαχώρισε την πολιτική από τις μεσαιωνικές της αντιλήψεις. Ο Ηγεμόνας του Machiavelli στρέφεται κατά της παραδοσιακής εξουσίας, όπως αυτή σχηματοποιείται από τις κληρονομικές μοναρχίες και τις εκκλησιαστικές ηγεμονίες, και λειτουργεί σαν συνήγορος μιας ανερχόμενης αστικής κοινωνίας. Ο πολιτικός φιλόσοφος θέλει τον άνθρωπο α-δέσποτο, λυτρωμένο από τα δεσμά της παραδοσιακής κοινωνίας και των απαρχαιωμένων νοοτροπιών της. Ο άνθρωπος, ελεύθερος πια, μπορεί να αναδειχθεί μέσω της πολιτικής πράξης, χρησιμοποιώντας τις ικανότητες και τη δεξιοτεχνία του.

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του έργου του φλωρεντινού φιλοσόφου, είναι η βία, την οποία και θέτει ως κεντρικό σύμβολο της πολιτικής ζωής. Η χρήση της βίας, φυσικής και ψυχολογικής, είναι αναγκαία κατά την πολιτική πράξη, μέχρι επιτεύξεως του επιδιωκόμενου σκοπού. Αυτό αποτελεί και ένα από τα σπουδαιότερα γνωρίσματα του Ηγεμόνα του Machiavelli. Η επιτυχής άσκηση τη πολιτικής εξουσίας, εξασφαλίζει την επίγεια δόξα και εξυψώνει την ίδια την πολιτική, ως έργο τέχνης.

Κατά την άποψη του πολιτικού φιλοσόφου, η πολιτική κοινότητα που θα έπρεπε να λειτουργεί ως πρότυπο, ήταν αυτή της αρχαίας Ρωμαϊκής δημοκρατίας. Εκεί αναζήτησε και το φάρμακο για την επούλωση των πληγών που είχαν ανοίξει στο σώμα της Φλωρεντινής πολιτείας, ως αποτέλεσμα της διαφθοράς, της επικράτησης των ιδιοτελών κινήτρων και της απώλειας του συλλογικού πνεύματος. Ο πολιτικός δεξιοτέχνης θα πρέπει να μπορεί να εξασφαλίσει την ενότητα και την ανεξαρτησία της πολιτείας, να δημιουργήσει μια πολιτική κοινότητα όπου θα κυριαρχεί η αρετή και η ευνομία.

Στο όραμα αυτό του Machiavelli, της ριζικής πολιτικής αναμόρφωσης, το μεγαλύτερο εμπόδιο αποτέλεσαν οι πολιτικές αξιώσεις της εκκλησίας. Έτσι εξηγείται και ο έντονος αντικληρισμός του, που καθρεφτίζεται στην κριτική του Χριστιανισμού. Οι απόψεις του αυτές απηχούν και το νέο κίνημα του ριζοσπαστισμού, που μόλις είχε ξεκινήσει να διαμορφώνεται. Όπως ήταν λογικό, η αποστροφή που προκάλεσαν οι θέσεις του Machiavelli σε κάθε είδους ηθικολόγους της εποχής, είχε ως αποτέλεσμα να συνδεθεί το όνομά του με κάθε είδους κακό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο William Shakespeare χρησιμοποίησε στα έργα του το όνομα του Machiavelli ως συνώνυμο του σατανά.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Machiavelli υπήρξε ο συγγραφέας που προκάλεσε τις ισχυρότερες αντιδράσεις στην ιστορία του νεότερου πολιτισμού. Η συμβολή των ιδεών του, όμως, στη διαμόρφωση του πολιτικού ουμανισμού, υπήρξε ανεκτίμητη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολύτιμης προσφοράς του υπήρξε ο θαυμασμός που εξέφρασαν προς το έργο του πολιτικοί φιλόσοφοι όπως ο Jean – Jacques Rousseau και ο G. W. F. Hegel, οι οποίοι και απάλλαξαν τον φλωρεντινό στοχαστή από το άγος του ραδιούργου μυστικοσυμβούλου των αρχόντων και ανέδειξαν την οξυδερκή του σκέψη, η οποία και καθρεφτιζόταν στο όραμα ενός καινούργιου κόσμου.

Ο Ηγεμόνας του Machiavelli, στιγμάτισε μιαν ολόκληρη εποχή, όπου και κυριάρχησε το απολυταρχικό στρατοκρατικό κράτος και οι συνδεόμενες με αυτό θεωρίες. Χωρίς την συμβολή, όμως, των ιδεών του φλωρεντινού στοχαστή, δεν θα ήταν εύκολο να οριοθετηθούν, πολύ αργότερα, το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, με το δημοκρατικά παραγόμενο δίκαιο, τις αρχές της ανεξιθρησκίας και του κοσμοπολιτισμού, όσο και το σοσιαλιστικό κράτος πρόνοιας με την διαμορφωτική κρατική επέμβαση προς αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο Niccolò di Bernardo dei Machiavelli, παροπλισμένος ως ελεύθερος πολίτης, μετά τον κατ’ οίκον περιορισμό του, και πολιτικά αμέτοχος, πέθανε το 1527 από πάθηση του στομάχου και τάφηκε στη γενέτειρά του. Αναγνωρίζεται ως ο «πατέρας» της Πολιτικής Επιστήμης και ο θεμελιωτής της σύγχρονης πολιτικής σκέψης. Οι συλλογισμοί του θα είναι επίκαιροι, όσο θα υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός.

* Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Πολιτικοί στοχαστές των νεότερων χρόνων» του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πασχάλη Κ. Κιτρομηλίδη.

♦    ♦    ♦

Ανθολόγιο κειμένων για τον Μακιαβέλι και το έργο του:

Ο κόσμος πιστεύει πως ο Μακιαβέλλης είναι νεκρός, κι όμως μονάχα η ψυχή του πέταξε πάνω απ’ τις Άλπεις· και τώρα που ο Γκιζ έχει πεθάνει, έρχεται απ’ τη Γαλλία να δει τούτη τη χώρα και ν’ αστειευτεί με τους φίλους του. Για μερικούς ίσως και τ’ όνομά μου είναι μισητό, αλλά όσοι μ’ αγαπάνε με φυλάν από τη γλώσσα τους· κι ας το γνωρίζουν πως εγώ είμαι ο Μακιαβέλλης και τους ανθρώπους δεν τους λογαριάζω, το ίδιο και τα λόγια τους. Εκείνοι που πιότερο με μισούν, εκείνοι με θαυμάζουν. Κι αν κάποιοι μιλούν ανοιχτά ενάντια στα βιβλία μου, θα με διαβάσουν όμως, κι έτσι θα φτάσουν στο θρόνο του Πέτρου: και σαν με απαρνηθούν θα τους φαρμακώσουν οι οπαδοί μου που αναρριχώνται.

Christofer Marlowe. «Jew of Malta», 1588 (πρόλογος του Μακιαβέλι)

Είμαστε, λοιπόν, υποχρεωμένοι στον Μακιαβέλλι και σε άλλους συγγραφείς του ίδιου διαμετρήματος, οι οποίοι ανοιχτά και ανυποκρίτως φανερώνουν ή περιγράφουν αυτά που κάνουν οι άνθρωποι και όχι αυτά που οφείλουν να κάνουν. Ως προς τις κακές τέχνες, αν κάποιος δεχόταν για τον εαυτό του την αρχή του Μακιαβέλλι «ότι ο άνθρωπος δεν θα πρεπε να καταπονείται επιδιώκοντας την ίδια την αρετή παρά μόνο την εμφάνισή της στον κόσμο, γιατί η υπόληψη και το καλό όνομα της αρετής βοηθούν, ενώ η εξάσκησή της αποτελεί εμπόδιο», ο πολιτικός αυτός θα φαινόταν να είναι αυτό που οι Ιταλοί ονομάζουν «σπορεύς αγκαθιών».

Francis Bacon. 1605. «De dignitate et augmentis scientarum, VII». (London, 1858)

Τα μέσα τα οποία πρέπει να χρησιμοποιήσει ένας ηγεμόνας, που μοναδικό του κίνητρο είναι η επιθυμία για δεσποτική δύναμη, για να ισχυροποιήσει και να εδραιώσει το κράτος του, έχουν περιγραφεί δια μακρόν από τον ευφυή Μακιαβέλλι: φαίνεται, όμως, ότι υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τον σκοπό της έκθεσής του. Εάν είχε κάποιον καλό σκοπό, όπως οφείλουμε να πιστεύουμε για έναν τόσο σοφό άνδρα, ήταν προφανώς για να δείξει την ανοησία της προσπάθειας – που κάνουν πολλοί – για να απομακρυνθεί ένας τύραννος, όταν δεν μπορούν να απομακρυνθούν οι αιτίες που κάνουν έναν ηγεμόνα τύραννο, αλλά αντίθετα ριζώνουν πιο στέρεα, όσο υπάρχουν περισσότεροι λόγοι να φοβάται ο ηγεμόνας· τούτο συμβαίνει όταν ένας λαός έχει πλάσει ένα πρότυπο του ηγεμόνα του και καυχιέται για τη βασιλοκτονία του, σαν να ήταν κάποια λαμπρή πράξη.

Ίσως ήθελε να δείξει επίσης ότι ένας ελεύθερος λαός δεν θα πρεπε να εμπιστεύεται την ευημερία του αποκλειστικά σ’ έναν άνθρωπο, ο οποίος – αν δεν είναι κανείς ανόητος που νομίζει πως μπορεί να ευχαριστήσει τους πάντες – πρέπει να φοβάται καθημερινά τις συνωμοσίες· κι έτσι αναγκάζεται, για αυτοάμυνα, να συνωμοτεί ενάντια στους υπηκόους του, παρά να προάγει τα συμφέροντά τους. Αυτή η ερμηνεία τούτου του σοφού πολιτικού μου φαίνεται ιδιαίτερα ελκυστική, γιατί υπήρξε ένας συνήγορος της ελευθερίας κι ακόμη έδωσε μερικές πολύ χρήσιμες συμβουλές για τη διατήρησή της.

Baruch Spinoza. 1663. «Tractatus Politicus, V». (Den Haag, 1913)

Ο Μακιαβέλλι δεν είναι ένας συγγραφέας προς χρήση ούτε είναι προσιτός στον πολύ κόσμο, γι’ αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσεται κανείς εάν το πλήθος, είναι τόσο προκατειλημμένο εναντίον του. Λέω προκατειλημμένο διότι ανάμεσα σ’ όλους εκείνους που τον επικρίνουν, θα βρίσκατε ότι άλλοι ομολογούν πως δεν τον διάβασαν ποτέ τους κι ότι άλλοι, που ισχυρίζονται πως τον έχουν διαβάσει, δεν τον έχουν καταλάβει διόλου: τούτο φαίνεται καλά από το νόημα που αποδίδεται σε ποικίλα χωρία του έργου του, που οι πολιτικοί γνωρίζουν καλά να τα ερμηνεύουν διαφορετικά. Η αντίληψη που έχει το πλήθος είναι ότι ο Μακιαβέλλι ήταν ασεβής και άθεος. Πράγματι, οι ενδείξεις υπάρχουν για τα ασθενικά πνεύματα. Τέλος, θα έλεγα ότι ο Μακιαβέλλι, που κατέληξε να θεωρείται παντού σαν ένας δάσκαλος της τυραννίας, την απεχθανόταν περισσότερο από κάθε άνθρωπο του καιρού του.

Amelot de la Houssaye. 1683. Πρόλογος στο «Machiavel Le Prince». (Paris, 1968)

Λίγοι είναι οι συγγραφείς που μιλούν γι’ αυτόν χωρίς να καταραστούν και οι ίδιοι τη μνήμη του. Ορισμένοι τον δικαιολογούν, κι αυτοί θεωρούνται υπερασπιστές του· υπάρχουν επίσης μερικοί που τον βλέπουν σαν συγγραφέα πολύ ένθερμο υπέρ του κοινού καλού, ο οποίος παρουσίασε τα τεχνάσματα της πολιτικής με μοναδικό σκοπό να εμπνεύσει τον τρόμο ενάντια στους τυράννους και να παροτρύνει όλους τους λαούς να διατηρήσουν την ελευθερία. Ακόμη κι αν θέσουμε εν αμφιβόλω ότι αυτό ήταν το πραγματικό του κίνητρο, οφείλουμε τουλάχιστον να αναγνωρίσουμε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή εμφανίζεται εμψυχωμένος για τα καλά από το δημοκρατικό πνεύμα.

Pierre Bayle. 1697. «Machiavel». Dictionnaire historique et critique, X. (Geneva, 1969)

Ο Μακιαβέλλι ήταν ένας έντιμος άνθρωπος κι ένας καλός πολίτης· επειδή όμως ήταν προσκολημμένος στον οίκο των Μεδίκων, αναγκάστηκε – ενώ η πατρίδα του καταπιεζόταν – να μεταμφιέσει την αγάπη του για την ελευθερία. Και μόνη η εκλογή του Καίσαρα Βοργία φανερώνει αρκετά την ενδόμυχη πρόθεσή του· και η αντίθεση των αξιωμάτων του «Ηγεμόνα» δείχνει ότι τούτος ο βαθύς πολιτικός άνδρας δεν είχε μέχρι στιγμής παρά επιφανειακούς ή διεφθαρμένους αναγνώστες. Η αυλή της Ρώμης απαγόρευσε αυστηρώς το βιβλίο του, γιατί αυτήν περιγράφει με μεγάλη καθαρότητα. Ο Μακιαβέλλι, υποκρινόμενος ότι δίνει μαθήματα στους βασιλείς, έδωσε μεγάλα μαθήματα στους λαούς. Ο «Ηγεμόνας» είναι το βιβλίο των δημοκρατικών.

Jean – Jacques Rousseau. 1762. «Du contrat social, III. (Paris, 1853)

Ο χαρακτήρας του Μακιαβέλλι ήταν αντιπαθής στους νέους αφέντες της Ιταλίας· και τα μέρη της θεωρίας του που αντιστοιχούσαν επακριβώς στην καθημερινή πρακτική τους παρείχαν πρόφαση για την αμαύρωση της μνήμης του. Τα έργα του διαστρεβλώθηκαν από τους μορφωμένους, παρεξηγήθηκαν από τους αμαθείς, καταδικάστηκαν από την παπική Εκκλησία. 

Στην εκκλησία του Αγίου Σταυρού στη Φλωρεντία, έχει ανεγερθεί προς τιμήν του ένα μνημείο, που το θωρούν με ευλάβεια όλοι όσοι μπορούν να ξεχωρίσουν τις αρετές ενός μεγάλου πνεύματος από τη διαφθορά μιας εκφυλισμένης εποχής και που θα το προσεγγίζουν με ακόμη βαθύτερο σεβασμό, όταν θα έχει επιτευχθεί ο στόχος στον οποίο αφιέρωσε τον δημόσιο βίο του, όταν σπάσει ο ξένος ζυγός, όταν ένας δεύτερος Προσίντα πάρει εκδίκηση για τις αδικίες της Νάπολης, όταν ένας πιο τυχερός Ριέντσο αποκαταστήσει το αγαθό κράτος της Ρώμης, όταν οι δρόμοι της Φλωρεντίας και της Μπολόνια αντηχήσουν ξανά από τις αρχαίες πολεμικές κραυγές: Popolo, popolo, muoiano i tiranni! [Λαέ, λαέ, ας διώξουμε τους τυράννους!].

Thomas Macaulay. 1827. «Machiavelli». Critical and Historical Essays, II. (New York, 1967)

Ο Μακιαβέλλι είναι η συνείδηση και η σκέψη του αιώνα, είναι η πιο βαθιά άρνηση του Μεσαίωνα και ταυτόχρονα η πιο λαμπρή κατάφαση των νέων χρόνων· είναι ο υλισμός, κρυμμένος ως θεωρία αλλά αποδεκτός εκ των πραγμάτων και παρών σ’ όλες τις εφαρμογές του στη ζωή. Αυτή είναι η σύλληψη του Μακιαβέλλι: ότι είναι ανάγκη να θεωρηθούν τα πράγματα ως προς την «πραγματική αλήθεια», δηλαδή όπως τίθενται από την εμπειρία και παρατηρούνται από τον νου· αυτό ήταν ακριβώς η αντιστροφή του παραγωγικού συλλογισμού· και η θεωρητική βάση του Μεσαίωνα ανατράπηκε· σύλληψη πράγματι επαναστατική, που δεν είναι αυτή η επιστροφή στο καθαρό πνεύμα, της Αναγέννησης, και που θα είναι ο μοχλός που θα οδηγήσει στη νεότερη επιστήμη. Έτσι γεννιέται η επιστήμη του ανθρώπου, όχι μόνο ως άτομο, αλλά ως συλλογικό ον, τάξη, ομάδα, κοινωνία, ανθρωπότητα, με αντικειμενικό σκοπό το «γνώθι σαυτόν», αυτό το πρώτο γνωμικό της επιστήμης που χειραφετείται από το υπερφυσικό και θέτει τις βάσεις για την ανεξαρτησία της.

Ο Μακιαβέλλι είναι η αυγή που προανήγγειλε τους νεότερους χρόνους. Ο πρώτος τύπος του νεότερου ανθρώπου. Ο αστός, ο άνθρωπος της επιστήμης και της εργασίας, ο οποίος θέλει να αναμορφώσει την Ιταλία. Υιοθετεί την ανεκτικότητα, κατανοεί και συγχωρεί· όχι ακόμη την αδιάφορη ανοχή του σκεπτικιστή, του αποβλακωμένου ή του ανόητου· αλλά την ανοχή του επιστήμονα, που δεν νιώθει μίσος εναντίον του θέματος που αναλύει και μελετά και το μεταχειρίζεται με την ειρωνεία του ανθρώπου του ανώτερου απ΄τα πάθη, και λέει: «Σε ανέχομαι, όχι επειδή σε αποδέχομαι αλλά επειδή σε καταλαβαίνω».

Francesco de Sanctis. 1870. «Storia della litteratura italiana, II. (Bari, 1912)

♦    ♦    ♦

Βιβλιογραφία και μελέτες για τον Νικολό Μακιαβέλι:

«Μακιαβέλι». Skinner Quentin, (μτφρ. Κ. Αθανασίου), εκδ. Νήσος (2002)

«Ο ηγέτης κατά τον Μακιαβέλλι». Καλογερόπουλος Ν. εκδ. Πολιτικά Θέματα (1990)

«Το κράτος από τον Μακιαβέλι στον Βέμπερ». Ρούσης Γιώργος, εκδ. Γκοβόστης (1994)

«Η χειραγώγηση του όχλου». Machiavelli Niccolò, (μτφρ. Σ. Δενδρινός), εκδ. Ροές (2011)

«Νικολό Μακιαβέλι: Αμηχανία και Μηχανική». Σιαμανδούρας Σωτήρης, εκδ. Εξάρχεια (2015)

«Μακιαβέλι. Ο Ηγεμόνας». Machiavelli Niccolò, (μτφρ. Ν. Καζαντζάκης), εκδ. Καζαντζάκη (2012)

«Ο Μανδραγόρας». Machiavelli Niccolò, (μτφρ. Τ. Μαστοράκη), εκδ. Θέατρο Νέου Κόσμου (2008)

«Περί της τέχνης του πολέμου». Machiavelli Niccolò, (μτφρ. Γ. Μπαρουξής), εκδ. Αργοναύτης (2014)

«Μακιαβελισμός και κρατική σκοπιμότητα». Senellart Michel, (μτφρ. Δ. Αθανασάκης), εκδ. Εστία (1997)

«Οι Μακιαβελιστές. Υπέρμαχοι της ελευθερίας». Burnham James, (μτφρ. Μ.Α. Αλαβάνου), εκδ. Κέδρος (2009)

«Niccolò Machiavelli: Πολιτικός σχεδιασμός και φιλοσοφία της ιστορίας». Νούτσος Π. εκδ. Ζαχαρόπουλος (1983)

«Σημεία επαφής Ν. Μακιαβέλλι και Ζ.Ζ. Ρουσώ». Κατσιμάνης Κ. – Φιλοσοφία και Πολιτική, εκδ. Καρδαμίτσα (1982)

«Η ζωή του Καστρούτσο Καστρακάνι από τη Λούκα. Machiavelli Niccolò, (μτφρ. Σ. Τριανταφύλλου), εκδ. Ερατώ (2003)

«Για τον Μακιαβέλι, την πολιτική και το σύγχρονο κράτος». Antonio Gramsci, (μτφρ. Φ. Κονδύλης), εκδ. Ηριδανός (2005)

 «Πολιτικοί στοχαστές των νεότερων χρόνων. Βιογραφικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις». Πασχάλης Κ. Κιτρομηλίδης, εκδ. Πορεία (1999)

«Ο Ηγεμόνας του Niccolò Machiavelli». Βλάχος Γ. – Εισαγωγή στις Πολιτικές Θεωρίες των Νεοτέρων Χρόνων, εκδ. Παπαζήσης (1977)

«Η κρατική εξουσία ως τεχνικό πρόβλημα: N. Machiavelli». Πάσχος Γ. – Πολιτική, Δημοκρατία και κοινωνική εξουσία. εκδ. Παρατηρητής (1981)

«Ο Μακιαβέλλι και η ψυχολογική αντίληψη της ιστορίας». Απαρχές της αστικής φιλοσοφίας της ιστορίας. Horkheimer M. (μτφρ. Τ. Κονδύλης), εκδ. Κάλβος (1971)

Advertisements