επικήδειος λόγος

Ρεμπέτες σε γειτονιά του Πειραιά. 1933

Λόγος επικήδειος
διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
αλλά συγχρόνως και ελεγεία
εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας
εξαιρετικώς αγαπηθείσης

Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.

Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ’ έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά.

Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ’ την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία που ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ’ του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται. Έκλεισεν ό κύκλος των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανήκουν πια στο παρελθόν τα τραγούδια αυτά. Χοροστατώ μοιραίως στό μνημόσυνο τους αφού ο *** κυμαίνεται, τη νύχτα αυτή, μεταξύ ευφημίας και επιβιώσεως.

Αίφνης σκοτείνιασε η πλάση και η αυτοκτονία απέβη το όνειρο εκάστου εχέφρονος ανθρώπου. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής. Φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης.

Οι νεοελληνικοί αιώνες εγκυμονούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών. Αφότου γεννηθήκαμε ο θάνατος αναμένει. Ήπια τα χίλια πικρά όχι, πριν καταπιαστώ με τα ρεμπέτικα. Οι χαρές, όπως και οι ηδονές, οδηγούν στην γνήσια θλίψη. Σαν χειρονομίες σφοδρού κοπετού μοιάζουν τα φτερουγίσματα αυτουνών που χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ο Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατί αποκαλεί τον ζεϊμπέκικο Χορό των Χορών.

Ίσως, μόνον ένας ερωτευμένος μπορούσε να συντάξει τον επικήδειο των ρεμπέτικων τραγουδιών, πού εξακολουθούν να φαντάζουν σαν μαγικός λουλουδότοπος μακρινός, οριστικά χαμένος και απροσπέλαστος. Ο νους του ανθρώπου (ισχυρός ως ο έρως, πανίσχυρος ως ο θάνατος) εξακοντίζεται προς το παρελθόν. Η θλίψη αποτελεί την ηχώ τών ερωτικών λαϊκών ασμάτων. Είθε, σύντομα τα ελληνόπουλα να διδάσκονται στα σχολεία την απαράμιλλη μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών.

Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Όλη νύχτα με ξυπνούσαν οι αναστεναγμοί μου. Είμαι φίλος των νεκρών. Το επόμενο πάθος με σώζει από το προηγούμενο, μα κάθε πάθος κατακάθεται στην παλίμψηστη ψυχή μου σαν μαυρίλα, και τότε η αυτοκτονία υποδύεται την λύτρωση. Η ιδιοφυΐα είναι η μόνη αποδεκτή μορφή παραφροσύνης, ο δε οίκτος φόρτος αλλοτρίων δυστυχιών. Οι μεγάλοι έρωτες, όλοι τους, είναι σαν ερωτικό παράπονο. Ο έρως στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· όμως, ώρα σου καλή, όπου κι αν βρίσκεσαι, γλυκιά μου αγαπημένη.

Καθώς χαμένο σκυλί, σκυλί του δρόμου, σέρνομαι αυτές τις μαύρες μέρες με άδεια καρδιά και κάθε δειλινό πέφτω, πέφτω, σ’ ένα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οι γυναίκες στερούνται φαντασίας και πάθους, αλλά εγώ αγάπησα και αγαπήθηκα, κι εσένα δείχνω όταν ερωτηθώ για το νόημα του έρωτος. Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί κι όλο με εξωθεί προς την αυτοκτονία. Η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς. Εγώ ειμί ο εχθρός μου.

Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ δίχως το συνοικέσιον της μελαγχολίας. Συχνά κλέβω ψυχές, μα εσύ δεν είσαι κοντά μου, ούτε σε ξένα χέρια. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αδυνατώ να θάψω τις αναμνήσεις κι αυτό θα προσδιορίσει τον θάνατο μου. Την κοίτη του τάφου μου είδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θα άντεχες εσύ μιά ζωή δίχως ελπίδες;

Αργείς· η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσωπήτου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ’ έριξε.

Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό.

Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. Η δράση σχεδόν αποβλακώνει τον άνδρα. Οι άνδρες των ρεμπέτικων τραγουδιών απεχθάνονται τους μετριοπαθείς. Είναι σοφός όποιος αγαπά κι ελπίζει, και είναι σοφώτατος όποιος λυπάται. Ο ερωτευμένος καταντάει μισός άνθρωπος. Ο οίκτος δέον να θεωρείται της αγάπης η ανάληψις. Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη. Μιά ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο έρως θρέφει (αλίμονο) τους ιδεώδεις. Τα του παρελθόντος αγλαΐζονται.

Ο κυνισμός φαίνεται πως είναι ο θώραξ των ευαισθήτων, που τους προφυλάσσει από τον δαίμονα της ενδοσκοπήσεως. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Η σκέψη είναι δυστυχία. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα. Είναι αντιδραστικός κι ο αρνούμενος να αποθάνει. Αντιφάσκω, άρα ζω. Η αυτοκτονία είναι έκφραση ανταποδοτική της κοινωνικής ποινής του ψυχικού εξοστρακισμού. Η μόνη προσωπική χειρονομία στην αυτοκτονία είναι η αυτόχειρη εκτέλεση μιάς κοινωνικής αποφάσεως. Στον έρωτα ενός ανδρός, πιθανώτατα, έχει μεγαλύτερη σημασία το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η κεφαλή μου, τώρα, σε προσκέφαλο φέρετρον, κι όχι στα γόνατα σου, τώρα, αναπαύεται. Έναν σταυρό σού χάραξα στο μέτωπο και σε σημάδεψα. Μοναξιά θωπεία θανάτου.

Τα μάτια της προοιώνιζαν την καταδίκη. Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ’ άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας. Μάλλον δεν υπάρχουν γυναίκες ανιδιοτελώς ερωτευμένες. Η γυνή φιλοδοξεί να αποβεί νεκροθάφτης του αγαπημένου της. Θάνατοι και θάνατοι θα διαβούν μα συ θα βαστάς μέσα μου. Εσύ, που απουσιάζεις κι ωστόσο νιώθω να με κοιτάς με χίλια μάτια. Εσύ, που ήσουνα εκείνη με τα πικρά δάκρυα και τα ολόγλυκα φιλιά. Η δεινή, εσύ, που μ’ ανάγκασες ν’ αγαπήσω τα λουλούδια περισσότερο απ’ τους ανθρώπους. Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών.

Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων. Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς. Ο λυρισμός ήταν η μόνη επιτρεπτή στους ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σαν δροσερό φύλλωμα, τα παλαιά αισθήματα. Για μιαν ακόμη φορά, στην άκρη τού γκρεμού, αλλάζω ψυχή κι ο νους μου ανθοφορεί. Καλβίνος του αγνού έρωτος, ελπίζω πως και η πλέον άσπλαχνη αγαπημένη δεν δύναται να σκοτώσει την ποίηση που κρύβει μέσα του ένας σιωπηλός άνδρας.

Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικώτερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ’ αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους.

Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ορθόδοξος ερωτικός πρωθιερεύς αντιλαμβάνομαι σαφώς πως αν δεν χτίσεις μιά ζωή σφαλμάτων και αμαρτιών δεν θα εξαρθείς εις υπήκοον τού θανάτου, πως οπωσδήποτε καλύτερα είναι να σε σκοτώσουν παρά να αυτοκτονήσεις αφού η ανίκητη τρομερή πλειοψηφία των μοχθηρών ούτε αιδημοσύνην ούτε χλωρόν φόβον ένιωσε ποτέ, και, πως η καρδία οίκος της ψυχής εστίν. Η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο.

Ουσιαστικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι ερωτικές επιστολές. Ο άνθρωπος είναι δύο. Δεν σε αναπολώ παρά σαν μιαν όμορφη κοπέλα (ώ, μεγαλείον των υψηλών γυναικών) να έρχεσαι με την αγκαλιά γεμάτη άνθη, και τότε σε φιλούσα και με αντιφιλούσες, πίστη μου κι ελπίδα μου. Αγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως άγνωστη που δεν ξεχνιέται. Εορτή των Νεκρών η μέρα του χωρισμού. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις – μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη, φευγάτη μου αγάπη;

Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ’ αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.

Αθήναι, Μάιος 1967

Από το βιβλίο «Ρεμπέτικα Τραγούδια» του σπουδαίου λαογράφου Ηλία Πετρόπουλου.

♦    ♦    ♦

«Ο Πετρόπουλος δεν γίνεται μόνον έξαλλος με τους κήνσορες του νεοελληνικού κρατιδίου: το βασικό είναι ότι ξέρει την τέχνη της εξαλλοσύνης και του θυμού. Βάλλει κατά των ιστορικών, των ακαδημαϊκών, των λογοκριτών, των λεξικογράφων, των λογοτεχνών, των αστών, των χαρτογιακάδων, με τη θετική πρόθεση να συμπληρώσει την εκάστοτε βρισιά με μια καλοζυγισμένη κουβέντα (…) Για όσους ξέρουν κάτι παραπάνω για τα βιβλία, ο μόχθος κι η φασίνα των βιβλίων του είναι σταχανοβίτικα. Αυτό ακριβώς θέτει και το πρόβλημα της ανταπόδοσης. Ο εργάτης πρέπει να πληρώνεται και κυρίως να αναπαύεται (μέσα στο έργο του και μέσα στην αποδοχή της κοινότητας). Αλλά τί σόι επίσημη αποδοχή να βρει ένας άνθρωπος που έκανε έργο την εκκρεμοδικία με την ίδια του την πατρίδα; Ευτυχώς που η λέσχη των αναγνωστών του ασκεί έφεση και τον κρατά ελεύθερο».

Κωστής Παπαγιώργης

«Παρ’ ότι πολλά από τα έργα του σκανδάλισαν όταν πρωτοδημοσιεύτηκαν στην Ελλάδα, δεν τον θεωρώ προκλητικό. Προκλητικός είναι εκείνος που έχει ανάγκη την απόρριψη και την έχθρα των άλλων για να ζει ή να γράφει, κι αυτή δεν είναι η περίπτωση του Πετρόπουλου. Ενδιαφέρεται πάντοτε για την ανάποδη άποψη του κοινωνικού σκηνικού, για τις σκοτεινές ζώνες της χώρας του, έχει περάσει τη ζωή του ερευνώντας τις no man’s land της Ελλάδας. Ναι, συγγραφέα της no man’s land, έτσι μάλλον θα τον χαρακτήριζα· εθνολόγο του περιθωρίου, γλωσσολόγο των υπόγειων και παραμερισμένων γλωσσών, συλλέκτη του περιφρονημένου, ξεχασμένου φολκλόρ, ζωγράφου των προαστίων και περιφερειών του πολιτισμού. Με δυο λόγια, έναν αδιάκριτο άνθρωπο, ανιχνευτή, ερευνητή και συγγραφέα αενάως ελκυόμενο από τους κρυμμένους και λαθραίους πολιτισμούς, όπως αυτός των ρεμπέτικων, λαϊκών τραγουδιών περιορισμένων στα γκέτο των ναρκωτικών και του υπο-προλεταριάτου και τα οποία, από την αρχή του αιώνα μέχρι κι αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήσαν, μαζί με το θέατρο σκιών του Καραγκιόζη, ό,τι πιο αυθεντικό δημιούργησε η Ελλάδα, ό,τι πιο ξεχωριστό».

Ζακ Λακαριέρ

«Ο Ηλίας Πετρόπουλος είναι ευρύτατα γνωστός ως λαογράφος· τρέφω όμως την υποψία, όπως κι άλλοι φίλοι του, ότι ο ίδιος αποδίδει εξίσου μεγάλη ίσως ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην ποίησή του. Εν τέλει, αυτός ο πιστός (αν και θυελλώδης) μαθητής του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δεν είναι κατά βάθος ένας ποιητής, ακόμη και στις λαογραφικές του εργασίες; Και δεν είναι ένας από τους κύριους στόχους του Πετρόπουλου, ως λαογράφου, το να ανακαλύπτει και να συντηρεί αυτά που θα μπορούσαν να αποκληθούν από τη δική μας, fin de siecle, προοπτική τα ποιητικά ίχνη ενός πολιτισμού που χάνεται; Ανάλογη, επίσης, δεν είναι κι η λογοτεχνική μεθοδολογία του, η τόσο επιστημονική όσο κι εμπειρική; Καίτοι πολλοί πεζογράφοι (ακόμη κι επιστήμονες) έχουν εκ παραλλήλου γράψει στίχους, η περίπτωση του Πετρόπουλου είναι διαφορετική. Τα ποιήματά του δεν είναι γραψίματα σχόλης, αλλά μάλλον μετέχουν στην οπτική που παρακολουθεί ολόκληρο το έργο του».

Τζον Τέιλορ

♦    ♦    ♦

Για τον αναγνώστη που ίσως έχει ένα αυξημένο ενδιαφέρον για την ιστορία του Ηλία Πετρόπουλου, υπάρχει ένα κατατοπιστικό ντοκιμαντέρ της Καλλιόπης Λεγάκη, στο οποίο ξετυλίγεται το κουβάρι της πολυτάραχης ζωής του περίφημου λαογράφου. Επίσης, πληροφορίες για το έργο του Πετρόπουλου, μπορούν να αντληθούν και από το αξιόλογο αφιέρωμα που έγινε από το περιοδικό «the books journal» τον Μάη του 2011, με την επιμέλεια του Δημήτρη Παπανικολάου. Όλα αυτά σε εισαγωγικό επίπεδο βέβαια, μιας και καθρέφτης του βίου και της κοσμοθεωρίας του Ηλία Πετρόπουλου είναι τα βιβλία του.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και τουρκολογία στο Παρίσι όπου και εγκαταστάθηκε το 1975. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το «περιθώριο» και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους, συμμορίτες και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι ήρωες των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο, στο Παρίσι.

Τα βιβλία του έχουν συχνά τη μορφή της μελέτης ή της μονογραφίας ενώ πολλά αποτελούν συλλογές άρθρων παρεμφερούς θεματικής, είτε αδημοσίευτων, είτε δημοσιευμένων σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Ο Πετρόπουλος λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό, μηδενιστικό χαρακτήρα των γραπτών του. Για το βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα τραγούδια», που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα «Καλιαρντά» το 1972 και για το κείμενό του «Σώμα», που δημοσίευσε στο περιοδικό Τραμ. Το 1972 διεκδίκησε και πέτυχε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα η οποία ανέγραφε στο θρήσκευμα «άθεος». Μέχρι το 1998 – δηλαδή για πάνω από 25 χρόνια και μέχρι τα 70 του – εκκρεμούσε εναντίον του καταδίκη σε φυλάκιση για προσβολή της θρησκείας.

Κουρασμένος από το κυνηγητό και απογοητευμένος, μετακόμισε στο Παρίσι το 1975, από όπου συνέχισε ασταμάτητα να γράφει βιβλία για την Ελλάδα. Στη Γαλλία, ο επιστήμων Ηλίας Πετρόπουλος, γνώρισε την καταξίωση και την αναγνώριση για το σύνολο του έργου του, από επιφανείς ανθρώπους των γραμμάτων και των επιστημών.

Επίμονος ερευνητής των λαϊκών φραστικών επινοήσεων αλλά και πιστός στην πολυτονική γραφή, συστηνόταν ως λαογράφος και έψεγε με το ύφος του τον καθωσπρεπισμό του «πολιτικά ορθού». Το έργο του αναδίδει μια αίσθηση καθολικού ανθρώπου. Δεν θα ήταν υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε ιστορικό, λαογράφο, γλωσσολόγο, εικαστικό καλλιτέχνη (έχει εικονογραφήσει αρκετά βιβλία του με σκίτσα και κολλάζ), φωτογράφο· εν τέλει έναν ελευθέριο στοχαστή-ερευνητή που το έργο του αξίζει ευρύτερης προσοχής. Τα περίπου 80 βιβλία του αποτελούν καταθέσεις έρευνας και μελέτης του λαϊκού μας υποπολιτισμού, ενώ πολλές φορές εξερευνά θέματα ταμπού ή περιθωριακά (χασίς, ρεμπέτικο, υπόκοσμος, πορνεία, σεξουαλικότητα, φυλακή).

Στα 40 χρόνια της συγγραφικής του δραστηριότητας, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο οποίος πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2003 στο Παρίσι, δημοσίευσε 80 βιβλία και πάνω από χίλια άρθρα. Kατά τον θάνατό του, ζήτησε να αποτεφρωθεί και οι στάχτες του να πεταχτούν στον υπόνομο. Με βασικό άξονα ό,τι ο ίδιος αποκάλεσε «λαογραφία του άστεως», το έργο του καταγράφει δομές, θεσμούς, τρόπους έκφρασης και αντικείμενα της ελληνικής λαϊκής υποκουλτούρας. Το ανέκδοτο έργο του είναι τεράστιο, μέρος του οποίου είναι λεξικογραφικό. Το «Υπο-Λεξικό», το «Λεξικό του πολιτικού λόγου», το «Ονοματολεξικό» και τα «Φλοράδικα» περιμένουν τη μεταθανάτια επιμέλεια και δημοσίευσή τους.

Εργογραφία:

Πεζά
• Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη (εκδ. Νεφέλη-1979)
• Πτώματα,πτώματα,πτώματα… (εκδ. Νεφέλη-1989)
• Η μυθολογία του Βερολίνου (εκδ. Νεφέλη-1982)

Υπόκοσμος
• Ρεμπέτικα Τραγούδια (εκδ. Κέδρος-1979)
• Ρεμπετολογία (εκδ. Κέδρος-1968)
• Τα Μικρά Ρεμπέτικα (εκδ. Νεφέλη-1968)
• Το Άγιο Χασισάκι (εκδ. Νεφέλη-1987)
• Της Φυλακής (εκδ. Νεφέλη-1975)
• Το Μπουρδέλο (εκδ. Νεφέλη-1980)
• Υπόκοσμος και Καραγκιόζης (εκδ. Γράμματα-1978)
• Καπανταήδες και Μαχαιροβγάλτες (εκδ. Νεφέλη-2001)
• Παροιμίες του Υποκόσμου (εκδ. Νεφέλη-2002)

Λεξικά
• Γλωσσάριο των Ρεμπέτηδων (εκδ. Κέδρος-1968)
• Καλιαρντά (εκδ. Νεφέλη-1971)

Ενδυματολογία
• Η φουστανέλα (εκδ. Νεφέλη-1987)
• Η Τραγιάσκα (εκδ. Πατάκη-2000)

Λαογραφία
• Ο Τούρκικος Καφές εν Ελλάδι (εκδ. Νεφέλη-1979)
• Ο Μύσταξ (εκδ. Νεφέλη-1989)
• Ψειρολογία (εκδ. Νεφέλη-1979)
• Η Ονοματοθεσία Οδών και Πλατειών (εκδ. Πατάκη-1995)
• Το Ταντούρι και το Μαγκάλι (εκδ. Νεφέλη-1994)
• Καρέκλες και Σκαμνιά (εκδ. Νεφέλη-1988)
• Η Εθνική Φασουλάδα (εκδ. Νεφέλη-1993)
• Τα Σίδερα. Η Λάσπη. Τα Μπαστούνια (εκδ. Νεφέλη-1984)
• Ιστορία της Καπότας (εκδ. Νεφέλη-1984)
• La voiture grecque (Παρίσι-1976)
• La kiosque grec (Παρίσι-1976)
• Cages a oiseaux en Grece (Παρίσι-1976)
• Album turc (Παρίσι-1976)

Αρχιτεκτονική
• Το μπαλκόνι στην Ελλάδα (εκδ. Νεφέλη-1981)
• Η αυλή (εκδ. Χατζηνικολή-1981)
• Το παράθυρο στην Ελλάδα (εκδ. Νεφέλη-1981)
• Ελληνικές Σιδεριές (εκδ. Νεφέλη-1981)
• Ξυλόπορτες – Σιδερόπορτες (εκδ. Νεφέλη-1981)
• Το Μάτι του Βοδιού (εκδ. Νεφέλη-1980)

Άρθρα
• Μικρά Κείμενα (εκδ. Γράμματα-1980)
• Άρθρα στην Ελευθεροτυπία (εκδ. Πατάκη-1992)
• Ο κουραδοκόφτης (εκδ. Νεφέλη-2002)

Μεταφράσεις
• Δώδεκα Τραγουδάκια από την Παλατινή Ανθολογία (εκδ. Νεφέλη-1980)
• Αρετίνου Ακόλαστα Σονέτα (εκδ. Νεφέλη-1992)
• Ιωάννου Αποκάλυψις (εκδ. Νεφέλη-1975)

Ποίηση
• Ποιήματα (1968-1991) (εκδ. Νεφέλη-1991)
• Ποτέ και Τίποτα (εκδ. Νεφέλη-1993)
• Topor: Τέσσερεις Εποχές (εκδ. Νεφέλη-1991)

Ιστορία
• Les Juifs de Salonique/In Memoriam (Παρίσι-1983)

Βιογραφίες
• Παύλος Μοσχίδης (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
• Γιώργος Παραλής (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
• Χαρακτική: Π. Τέτσης (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
• Γιώργος Δέρπαπας (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
• Μποστ (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
• Σταμ.Σταμ. (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
• Ελύτης, Μόραλης, Τσαρούχης (εκδ. Πατάκη 1998-α΄δημοσ. 1965)
• Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (εκδ. Πατάκη 1998- α΄δημοσ. 1958)
• Τέσσερεις Ζωγράφοι: Αντώνης (Anton)/ Βιτάσταλη/ Δουραλή/ Σουλιώτης (εκδ. Νεφέλη-1999)

Σχέδια-Κολλάζ
• Κυρίως αυτό (εκδ. Νεφέλη-1993)

Με τον Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλο
• Μνήμη Νίκου Καχτίτση (αυτοέκδοση-1972)
• Επιστολαί προς Μνηστήν (εκδ. Νεφέλη-1998)

Advertisements