το λογοτεχνικό εξπρές του Αναστάση Βιστωνίτη

Όνειρο κάθε ταξιδιώτη είναι να περιδιαβεί όλη την υφήλιο, να μπει «με χαρά σε λιμένας πρωτοειδωμένους», να γνωρίσει τις διαφορετικές εθνικές κουλτούρες και να εγγράψει στο σκληρό δίσκο του θυμικού του τις πολλαπλές πολιτισμικές αποχρώσεις αυτής της μυστήριας και πολυτραγουδισμένης πλανητικής παλέτας.

Σε μια εποχή οικονομικής στενότητας και δυσπραγίας, με τα capital controls να ορίζουν τον ψυχισμό και την καθημερινότητά μας, τον ρόλο των ταξιδιωτικών εισιτηρίων αναπληρούν επάξια τα βιβλία. Είχα τη τύχη να συναντηθώ με τέτοιας ομορφιάς βιβλία, όπως αυτά του Αναστάση Βιστωνίτη, που επιτελούν – έστω και αθέλητα – τη λειτουργία του ξεναγού σε μέρη που ίσως δεν θα έχω την ευκαιρία να επισκεφτώ. «Το τρένο της λογοτεχνίας» (2004) και η «Λογοτεχνική γεωγραφία» (2007) είναι δυο από αυτά τα βιβλία, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Εύκολα θα μπορούσε κάποιος να κατατάξει αυτά τα δημιουργήματα στη κατηγορία της Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας, όμως έτσι θα απέκρυπτε κάτι σημαντικό από το έργο του συγγραφέα: την ποιητική γραφή και αυτή την αίσθηση του κάλλους που διαπνέει το σώμα των συγκεκριμένων βιβλίων. Δεινός τεχνίτης του γραπτού λόγου, ο Βιστωνίτης θα σας αιχμαλωτίσει από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Πολυταξιδευμένος και πολυγραφότατος, έχοντας δημοσιεύσει πλήθος άρθρων και ταξιδιωτικών κειμένων σε εφημερίδες (Η Καθημερινή, Το Βήμα, Η Αυγή) και περιοδικά (Αντί, Η λέξη, Χάρτης, Διαβάζω, Το δέντρο, Εντευκτήριο, κ.α.), ο συγγραφέας προσφέρει στον αναγνώστη ένα σαγηνευτικό ταξίδι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Στο βιβλίο «Το τρένο της λογοτεχνίας» καταγράφονται οι εντυπώσεις του συγγραφέα από το ταξίδι του με το Literature Express το καλοκαίρι του 2000, ένα τρένο που μετέφερε 104 συγγραφείς από 43 ευρωπαϊκές χώρες, διασχίζοντας τη γηραιά ήπειρο από τη Λισαβόνα μέχρι το Βερολίνο, σε ένα ταξίδι 7500 χιλιομέτρων. Μέσω αυτής της κινούμενης Βαβέλ, ο συγγραφέας συρράπτει λογοτεχνικά την ιστορία της Ευρώπης με αφηγηματικό όχημα το ίδιο το τρένο, και ο ευτυχής αναγνώστης καθίσταται συνταξιδιώτης και συνοδοιπόρος, σ’ ένα ταξίδι στα μονοπάτια της μνήμης του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Αφετηρία του ταξιδιού η μελαγχολική Λισαβόνα του Πεσσόα, του Μαγγελάνου και των περίφημων φάντος. «Μπήκαμε στο τρένο και σε λίγο αφήναμε πίσω μας τον Τάγο, το λιμάνι, τη γέφυρα Βάσκο ντα Γκάμα, τα αποικιακά κτίρια, όπου η μόνη δόξα που τους είχε απομείνει ήταν το φως του μεσημεριού, καθώς τα ύψωνε πάνω από το εκτυφλωτικό ταμπλό του ορίζοντα σε έναν ουρανό με μαντόνες» (σελ. 13).

Στις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνεται ο χαρακτήρας πόλεων όπως η Μαδρίτη με τις μεγάλες λεωφόρους και το μουσείο Πράδο, το Μπορντώ με τους αμπελώνες και τις αγροικίες του 19ου αιώνα, το Παρίσι, (αυτό το «υπέροχο σπήλαιο», όπως το ονοματίζει ο Καμύ στο «Καλοκαίρι»), με τον μαγικό πολεοδομικό ιστό και την φημισμένη Εθνική Βιβλιοθήκη, το Μάλμπορκ με τον ποταμό Βιστούλα, το σχεδόν ερειπωμένο Κένιξμπερκ του Ιμμάνουελ Καντ και το Βίλνιους με ένα από τα παλαιότερα πανεπιστήμια στην Ευρώπη.

Η Ρίγα «η πλουσιότερη και, για μένα, η ωραιότερη πόλη της Βαλτικής, επί αιώνες μια από τις λαμπρότερες μητροπόλεις του Βορρά» (σελ. 64), γενέτειρα του Αϊζενστάιν και του Μπαρίσνικωφ μα και πόλη των εμπόρων και των λογοτεχνικών καφενείων, η Πετρούπολη με το σπίτι του Ντοστογέφσκι και της Αχμάτοβα, τον ποταμό Νέβα και τις λευκές νύχτες, η Μόσχα με τα ταταρικά τείχη του Κρεμλίνου, η Γιασνάγια Παλιάνα με το κτήμα και τον τάφο του Τολστόι, η Βαρσοβία του Μιτσκιέβιτς και του Σοπέν και το Βερολίνο με την πλατεία Αλεξάντερ Πλατς και τις αναμνήσεις του Ψυχρού πολέμου.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Κάτω από την αφήγηση» περιλαμβάνει τους στοχασμούς του συγγραφέα, ένα είδος ταξιδιωτικού απολογισμού. Είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της συγγραφικής δεινότητας του Αναστάση Βιστωνίτη.

«Από αυτό το τούνελ των πυκνών εικόνων έβγαινε μόνο το τρένο, σαν παραστατικό άγγελμα που μας θύμιζε ότι το ιστορικό ίζημα πάνω στο οποίο στήθηκε μια από τις όψεις της Ευρώπης δεν το γνωρίζουμε όσο καλά θα έπρεπε. Το χειρότερο, ωστόσο, είναι ότι λίγοι θα συμφωνούσαν σήμερα με τον Ευριπίδη, πως είναι ευτυχισμένος εκείνος που γνωρίζει την Ιστορία» (σελ. 107).

Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 2,5 – 3,5 ώρες

♦  ♦   «Είμαι ένα μέρος απ’ όλα όσα συνάντησα». Alfred Tennyson   ♦  ♦

Το βιβλίο «Λογοτεχνική γεωγραφία» είναι ένα μικρών διαστάσεων έντυπο, θα έλεγα όμως ότι περισσότερο θυμίζει ένα μεγάλο και πολυσέλιδο διαβατήριο. Αποτελεί συρραφή των κειμένων του Αναστάση Βιστωνίτη που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Το Βήμα», από τον Φλεβάρη του 2004 έως τον Φλεβάρη του 2005, στο τμήμα των Βιβλίων. Δεν είναι ένα βιογραφικό βιβλίο αλλά ένας λογοτεχνικός περίπλους, με αφετηρία τη Βενετία και τερματισμό το Βερολίνο.

«Αν η Ιστορία αποτελεί την αρένα του πεζογράφου, τότε η Γεωγραφία ορίζει το γήπεδο του ποιητή, που μέσα από την πρόζα προσπαθεί να συλλάβει την ποιητική ενός κόσμου τον οποίο αισθάνεται, σωματικά σχεδόν, να μεταμορφώνει το ζωντανό υλικό των αναμνήσεων» (σελ. 14).

Το βιβλίο χωρίζεται σε δώδεκα μέρη, κατ’ αντιστοιχία των μηνών του έτους. Στο πρώτο μέρος, εμφανίζονται η Βενετία, η Τεργέστη, το Δουβλίνο, το Ντουίνο, η Πάδοβα και η Ρώμη. Από το καφέ Φλοριάν και τη πλατεία του Αγίου Μάρκου, τα φαντάσματα του Γκαίτε και του Τόμας Μαν, τη Βενετία που είναι «η μάσκα της Ιταλίας», κατά τον Μπάιρον, μεταφερόμαστε στη Τεργέστη του Ίταλο Σβέβο και του Κλαούντιο Μάγκρις. «Η πόλη δεν είναι πλέον αυτή που ήταν και το είδωλο της ακμής της έχει δραπετεύσει από τον καθρέφτη των εποχών κι έτσι τα πάντα εξακολουθούν να υπάρχουν και να συμβιώνουν με ένα μέλλον που έρχεται αργά, όπως το λυκόφως» (σελ. 28).

Το Δουβλίνο «η μεγαλύτερη πρωτεύουσα της σύγχρονης λογοτεχνίας» (σελ. 31), ταυτόσημη πια με το όνομα του Τζόις, η πόλη των θρύλων, των συγγραφέων και των παμπ, παίρνει τη σκυτάλη για να την παραδώσει στο Ντουίνο του Ρίλκε και την Πάδοβα, (που για τον Σταντάλ ήταν η πιο φτωχή και πιο χαρούμενη πόλη του κόσμου) με το παρεκκλήσι που ζωγράφισε ο Τζιότο. Η Ρώμη, η πατρίδα του νεορεαλισμού, κλείνει το πρώτο μέρος, αυτή η «μήτρα της ιστορίας, η σύνοψη του παλιού κόσμου και η αφετηρία του καινούργιου» (σελ. 44).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εμφανίζονται, κατά σειρά, η Πετρούπολη, η Μόσχα, η Γιασνάγια Παλιάνα, το Κίεβο και η Οδησσός. Από τη πόλη της αρχιτεκτονικής, μέσω της οποίας διαβάζεται η λογοτεχνία, ο αναγνώστης μεταφέρεται στη Μόσχα και στη διώροφη οικία του Τσέχωφ και από εκεί στο κτήμα του Τολστόι. Μια στάση στο μνημείο του Μπάμπι Γιαρ και το σπίτι του Μπουλγκάκοφ, μέχρι τον τελικό προορισμό, την Οδησσό με την οδό τον Φιλικών, τη θαυμάσια ρυμοτομία και τις σκάλες που παραπέμπουν στο Θωρηκτό Ποτέμκιν.

Στα δυο επόμενα μέρη του βιβλίου, η λογοτεχνική πυξίδα του κυρίου Βιστωνίτη μας οδηγεί στη Λατινοαμερικάνικη ήπειρο: Μεξικό, Κογιοακάν, Νέα Ορλεάνη, Σικάγο, Νέα Υόρκη. Από τη χώρα των Μάγιας, του Ζαπάτα και του Ριβέρα, μεταφερόμαστε στο Κογιοακάν και το σπίτι του Τρότσκι. Βουτιά στη κοιτίδα της Ντίξι τζαζ, τη φωλιά των ξέμπαρκων και των μαφιόζων προτού οδηγηθούμε στη πόλη των σφαγείων, των γκάνγκστερ αλλά και των μεγάλων αρχιτεκτόνων. Η μητρόπολη των μητροπόλεων κλείνει το 4° μέρος, με τους ουρανοξύστες, «οικοδομικοί σταλακτίτες, ακραία επιφωνήματα» (σελ. 100), τις γέφυρες και τη γειτονιά της Wall Street.

Το 5° μέρος του βιβλίου μας ταξιδεύει προς την Ασιατική πλευρά του κόσμου: Πεκίνο, Σιγκαπούρη, Μπαλί και Σίδνει. Από τη χώρα του Σινικού τείχους και της μανδαρίνικης λογικής, στο Λος Άντζελες της Ανατολής, με το υγρό τροπικό κλίμα και τη διδασκαλία του Βούδα. Το Μπαλί, «αυτός ο αναχρονιστικός προφορικός παράδεισος» (σελ. 118), με τη θάλασσα της Ιάβας, δίδει τη σκυτάλη στη πόλη με την αύρα του Ειρηνικού και με τα δυο γνωστότερα μνημεία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής: την Όπερα και τη γέφυρα του λιμανιού.

♦  ♦   «Όλες αυτές οι Λάικα, οι Τσάις. Δεν έχουν πια μάτια οι άνθρωποιPaul Morand   ♦  ♦

Στα επτά επόμενα μέρη του βιβλίου, η Ευρώπη μονοπωλεί το ενδιαφέρον: Πράγα, Βοϊβοντίνα, Βουδαπέστη, Βιέννη, Γάνδη, Βελιγράδι, Λουμπλιάνα, Ζυρίχη, Κωνσταντινούπολη, Βαρκελώνη, Μαδρίτη, Λισαβόνα, Βίλνιους, Ρίγα, Βαρσοβία, Καλίνινγκραντ, Όσλο, Στοκχόλμη, Ελσίνκι, Λονδίνο, Παρίσι, Άμστερνταμ, Λεοβάρντεν-Χορν, Μόναχο και Βερολίνο.

Από την γενέτειρα των Κάφκα, Τσάπεκ και Κούντερα, την οδό των Αλχημιστών, τη γέφυρα του Καρόλου και τον Μολδάβα, στη πόλη του σπουδαίου Ντανίλο Κις αλλά και του Δούναβη. Από κει στη πρωτεύουσα των ποιητών, του βαλς και της γέφυρας της Μαργαρίτας. Ακολουθεί η πόλη με τα ωραιότερα καφενεία της Ευρώπης, εκεί όπου σύχναζαν ο Μούζιλ, ο Μπροχ και ο Ότο Μπάουερ. Η Γάνδη, η Γενεύη του Βορρά,  με το κάστρο του κόμη, «ένα ογκώδες σύμπλεγμα τειχών και πύργων που το έχει καθηλώσει το φως πίσω από τη μεσαιωνική τάφρο» (σελ. 146), αλλά και το διάσημο Τρίπτυχο των αδελφών Βαν Άικ.

Από τη πόλη που δολοφονήθηκε ο Ρήγας, μεταβαίνουμε στο σλοβένικο αλπικό τοπίο με την κεντροευρωπαϊκή αρχιτεκτονική και το μεσαιωνικό κάστρο. Απο κει στη περιοχή που γεννήθηκε το κίνημα του νταντά, «Μια πόλη των περιγραμμάτων, της βαθιάς σιωπής και των αναδρομών» (σελ. 158). Στάση στο «νηματόσταυρο του ορίζοντα» (σελ 163), με τους σιωπηλούς θεριακλήδες τυλιγμένους στους καπνούς των ναργιλέδων, τον Κεράτιο κόλπο και τη ραθυμία της Ανατολής.

Ο συγγραφέας μάς οδηγεί έπειτα στη πρωτεύουσα της αναρχίας, με την ημιτελή Sagrada Familia και το θρυλικό καφέ μπαρ «4 γάτοι». Ακολουθεί η πόλη που ζει στη σκιά του Ελ Σιντ, με τον υποβλητικό σιδηροδρομικό σταθμό και την σπαρακτική Γκερνίκα του Πικάσο. Το εφαλτήριο των Οδυσσέων που κατέκτησαν τους ωκεανούς κι έπειτα η μικρή Πράγα, «το Βίλνιους της σκιάς και της ώχρας, με τους στενούς και ελικοειδείς δρόμους της που γεννούν την αίσθηση της εγγύτητας» (σελ. 190).

Η Ρίγα «η πιο μελαγχολική από τις μητροπόλεις του χανσεατικού Βορρά» (σελ. 194), με τις θαυμάσιες προσόψεις των κτιρίων της, κι έπειτα η Βαρσοβία που αναστηλώθηκε εκ βάθρων μετά τους βομβαρδισμούς του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Το Όσλο με το μουσείο Ίψεν αλλά και την Πείνα του Χάμσουν, κι έπειτα η πόλη των βιβλίων, των εφημερίδων και των σπουργιτιών. Αφήνουμε τον παγωμένο Βορρά περιδιαβαίνοντας το Ελσίνκι «όπου η φύση δεν απομονώνεται από τον δομημένο χώρο αλλά εισέρχεται μέσα στο οικιστικό τοπίο» (σελ. 216).

Επόμενη στάση, η κοιτίδα του μυστηρίου, της ομίχλης και της βροχής. Οι περίφημες βιβλιοθήκες, οι γκαλερί, το σπίτι του Μπλέικ και του Ντίκενς, «η γέφυρα του Λονδίνου που ενώνει δύο εποχές» (σελ. 221). Μικρή στάση στην πρωτεύουσα του 19ου αιώνα, «μια πόλη συσσωρευμένης μνήμης» (σελ. 224), κοιτίδα της αβανγκάρντ και μήτρα ζωγράφων και ποιητών, πριν περάσουμε στη Βενετία του Βορρά, «μια πόλη που ακινητεί στους καιρούς καθώς φορτίζεται ασταμάτητα από το παρόν» (σελ. 227), η οποία φιλοξενεί και το περίφημο Atheneum.

Η περιδιάβαση στα μονοπάτια του κόσμου ολοκληρώνεται με την πρωτεύουσα της μπύρας, πόλη των βιομηχάνων και των εμπόρων, με τον ποταμό Ιζάρ και τα πυκνά δάση, καθώς και με το πολυπολιτισμικό Βερολίνο, με το μουσείο της Περγάμου, την κληρονομιά του Τσβάιχ και του Αϊνστάιν αλλά και τα φαντάσματα του Χιτλερικού παρελθόντος.

Το μικρό βιβλίο του Αναστάση Βιστωνίτη, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, δεν είναι σε καμία περίπτωση ένας ταξιδιωτικός οδηγός αλλά ένα βιβλίο αποχαιρετισμού στον αιώνα που πέρασε. Θέλοντας να υπερτονίσει αυτή την αίσθηση αποχαιρετισμού, ο συγγραφέας εντάσσει στο τέλος του βιβλίου και το ποίημά του «Adagio», από τη συλλογή «Ο ήλιος στην τάφρο». Μικρές σελίδες διαποτισμένες με μια έντονη αίσθηση λυρισμού, σαν φανταστικές καρτ ποστάλ που οδηγούν τον αναγνώστη στη θέαση ενός κόσμου, ο οποίος μοιάζει η εικόνα της σκιάς του.

Η γραφίδα του κυρίου Βιστωνίτη, μέσω της καταβύθισης σε μια ποιητική παρελθοντολογία, μας αποκαλύπτει έναν εναλλακτικό τρόπο θέασης του σύγχρονου κόσμου. Χαρτογράφος ιστορικών στιγμών και μηχανοδηγός στο λογοτεχνικό εξπρές της μνήμης, προσφέρει στον βιβλιόφιλο ένα ανάγνωσμα ιδιαίτερης ομορφιάς και θέτει τις βάσεις για περαιτέρω αναζητήσεις, ιστορικές, λογοτεχνικές, γεωγραφικές.

Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 2,5 – 3,5 ώρες

Advertisements