Αλέξανδρος Παπαναστασίου

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου στο κοινοβούλιο, ως πρωθυπουργός, υπερασπίζεται τις θέσεις του (Μάρτιος 1924)

Κορυφαίος πολιτικός του 20ου αιώνα, «πατέρας της Ελληνικής Δημοκρατίας». Γεννήθηκε στο Λεβίδι Αρκαδίας το 1876. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτική οικονομία και φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη και το Βερολίνο, όπου και ασπάστηκε τις ιδέες του Eduart Bernstein. Το 1907 εισήλθε στον πολιτικό στίβο, συμμετέχοντας στην ίδρυση της Κοινωνιολογικής Εταιρείας. Υπήρξε πολυπράγμων, μιας και ασχολήθηκε με ζήλο με πλείστες θεματικές της κοινωνικής ζωής: υπερασπιζόμενος δια βίου το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα, την εδραίωση της δημοτικής γλώσσας, την αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών, το άνοιγμα της εκπαίδευσης σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, την ελευθερία του Τύπου κ.α.

Το 1910 εξελέγη βουλευτής, επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος – μιας μικρής ομάδας νέων πολιτικών, που το 1915 συγχωνεύτηκε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων – και πρωταγωνίστησε στην κίνηση για την απόδοση της θεσσαλικής γης στους ακτήμονες. Υπουργός Συγκοινωνιών, Εσωτερικών και Περιθάλψεως σε κυβερνήσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου, τον Φεβρουάριο του 1922 δημοσίευσε το «Δημοκρατικό Μανιφέστο» που προκάλεσε βαθύτατη αίσθηση στην κοινή γνώμη και με το οποίο προανήγγειλε τον αγώνα του για την καθιέρωση της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε τριετή φυλάκιση.

♠  Εἶναι ἀνάγκη νά γίνῃ μιά ἐπανάστασις τῶν ψυχῶν καί τῶν πνευμάτων κατά τῆς βίας,

τῆς κομματικῆς ἰδιοτέλειας καί τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ κράτους (1926)  ♠

Όταν εξερράγη η Επανάσταση του 1922, ίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση, που το 1926 μετονομάστηκε σε Εργατοαγροτικό Κόμμα, και συνέδεσε το όνομά του με την ανακήρυξη της Αβασίλευτης Δημοκρατίας, μιας και επί των ημερών του, στις 25 Μαρτίου 1924 – επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας – ενεκρίθη από την Δ’ Συντακτική Συνέλευση το ψήφισμα «Περί εκπτώσεως της Δυναστείας και ανακηρύξεως της Δημοκρατίας». Σχημάτισε κυβέρνηση στις 9 Μαρτίου 1924, η οποία όμως μετά από πεντάμηνη παραμονή στην εξουσία ανατράπηκε με ψήφο της Εθνοσυνέλευσης.

Πρώτος πρωθυπουργός της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας, διετέλεσε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη σύνταξη του Συντάγματος και μετά την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου, το κόμμα του έλαβε την επωνυμία Εργατικό και Αγροτικό Κόμμα, στο οποίο κυριάρχησαν οι αναθεωρητικές αντιλήψεις που παραπέμπουν στον Eduart Bernstein. Μετείχε ως υπουργός Γεωργίας στην οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη και τον Οκτώβριο του 1929 προεδρεύοντας στο Διεθνές Συνέδριο της Ειρήνης στην Αθήνα, εισηγήθηκε την ιδέα της Βαλκανικής Ένωσης.

Διετέλεσε πρόεδρος της Α’ Βαλκανικής Διάσκεψης – τον Οκτώβριο του 1930 – και το 1932, μετά την παραίτηση του Ελευθέριου Βενιζέλου σχημάτισε βραχύβια κυβέρνηση, ενώ το 1933 διετέλεσε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, πολυσύνθετη πολιτική φυσιογνωμία, διώχθηκε από τη δικτατορία Μεταξά, όντας ηγέτης του δημοκρατικού φιλελεύθερου χώρου. Πέθανε στην Εκάλη στις 17 Νοεμβρίου 1936 από ανακοπή καρδιάς.

Ο πολιτικός λόγος του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, καθρεφτίζει τα οράματα και τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις που διατρέχουν τρεις δεκαετίες – από το 1908 έως το 1936 – ίσως τις πιο κρίσιμες και ταραγμένες της πολιτικής ιστορίας του τόπου. Η διαχρονικότητα ορισμένων απόψεών του, φανερώνει μιαν ευρύτατη καλλιέργεια πνεύματος και μια πολιτική σκέψη που ξεπερνάει τα όρια της συγκυρίας.

Αναγνωρίζεται πια, βάσει της προσφοράς του στα κοινά, ως ο αυθεντικότερος και ο πιο ανιδιοτελής κοινοβουλευτικός ηγέτης κόμματος στον ευρύτερο προοδευτικό δημοκρατικό χώρο στην Ελλάδα, ενώ οι πολιτικές και συνταγματικές αντιλήψεις του, τον κατατάσσουν στους θεμελιωτές του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Υπήρξε ένας από τους σπάνιους πολιτικούς ηγέτες που χωρίς τοπικιστικά σύνδρομα και μικροπολιτικές αντιλήψεις, ανέδειξε τη χρησιμότητα του πολιτικού εντός του δημοκρατικού χώρου.

Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, σύμφωνα με την επιθυμία του, δωρήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοθήκης του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η δωρεά αυτή ανήκει σήμερα στη Σχολή Νομικών, Οικονομικών & Πολιτικών Επιστημών, τμήμα Νομικής και είναι προσβάσιμη στο κοινό.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από ομιλίες και γραπτά του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, τα οποία θα βοηθήσουν τον αναγνώστη να προσεγγίσει την πολιτική του σκέψη:

Πρός οὐσιαστικήν ἐξασφάλισιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὀργάνωσις τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἐπί γενικωτέρων ἰδεῶν καί συμφερόντων καί κατά τρόπον δημοκρατικόν, δηλαδή προάγοντα τήν ἐντός αὐτῶν ἐλευθέραν συζήτησιν καί τόν καθορισμόν τοῦ προγράμματος καί τῆς πορείας των κατά τήν γνώμην τῆς ἐντός αὐτῶν πλειοψηφίας, ἐκδηλουμένην εἰς δημοσίας συνελεύσεις, ἐμποδίζοντα δέ τήν προσωπικήν ἐπιβολήν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καί τόν ὑπ’ αὐτῶν αὐθαίρετον καθορισμόν τῆς πορείας των.

15 Απριλίου 1922, Απόσπασμα από το «Πρόγραμμα και τις αρχές της Δημοκρατικής Ενώσεως».

Δέν ἀπομένει ἄλλη διέξοδος παρά νά φροντίσωμεν νά ἄρωμεν τά ἐλαττώματα ἐκεῖνα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ τά ὁποῖα ἔχουν προκαλέσει τήν κρίσιν του. Πρέπει νά φροντίσωμεν νά ἐξυψώσωμεν τό ἐπίπεδον τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς, νά ἁπαλύνωμεν τά πάθη τά κομματικά, νά ἐξασφαλίσωμεν μίαν τρόπον τινά ἁρμονικήν συνεργασίαν τῶν πολιτικῶν μερίδων καί αὐτό δέν ἠμπορεῖ νά γίνῃ παρά μόνον μέ τήν καθιέρωσιν ἑνός δικαίου ἐκλογικοῦ συστήματος. Πρέπει νά φροντίσωμεν νά ἐξυψώσωμεν τό νομοθετικόν σῶμα, χύνοντες νέον αἷμα εἰς τήν ἐνεργόν πολιτικήν ζωήν, εἰς τόν κύκλον τῶν ἐνεργῶς πολιτευομένων μέ τήν δημιουργίαν ἑνός δευτέρου νομοθετικοῦ σώματος περιλαμβάνοντος εἰς τούς κόλπους του καί ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων.

12 Φεβρουαρίου 1926, Λόγος στην επέτειο του Δημοκρατικού Μανιφέστου.

Ἡ γνώμη μου νά γίνῃ οὐσιαστικότερος διαχωρισμός τῆς νομοθετικῆς καί ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας χαρακτηρίσθηκε ἀπό τόν πρόεδρο τῆς Κυβερνήσεως αἱρετική. Δέν εἶναι ὀρθή ἡ ἀντίληψις ὅτι ὁσάκις ἔχει τήν πλειοψηφίαν, πρέπει αἱ κοινοβουλευτικαί ἐπιτροπαί καί ἡ Βουλή νά συμφωνοῦν μέ τήν Κυβέρνησιν ἤ τόν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο θά ἦτο νόθευσις τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Κυβέρνησις, πρίν λάβῃ ἀποφάσεις, ὀφείλει νά ἔχῃ ἐπαφήν εἴτε μέ τάς ἐπιτροπάς, εἴτε μέ ἄλλους δυναμένους νά ἔχουν γνώμην, θά ηὐχόμην ὅπως ἡ Κυβέρνηση ἀφήσῃ τά μέλη τῆς Βουλῆς καί τούς φίλους της νά ἐκφέρουν ἐλευθέρως τήν γνώμην των καί τόν ἑαυτόν της νά ἐπηρεασθῇ κάπως περισσότερον ἀπό τήν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νά ὑποστηρίξουν τόν πρωθυπουργόν λέγουν ἐλευθέρως τήν γνώμην των καί δέν ὑποχωροῦν πρό τῶν πιέσεών του. Διότι τό καλύτερον στήριγμα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντιρρήσεις, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατά συνείδησιν ἐκφέρουν τήν γνώμην των, δέν εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού ὑποχωροῦν πρό τοῦ βάρους ἑνός μεγάλου ἀνδρός.

13 Δεκεμβρίου 1928, Αγόρευση στη Βουλή των Ελλήνων.

Τά μέλη τῆς πλειοψηφίας ἔχουν ὑποχρέωσιν νά ἐκφέρουν εἰς τήν Βουλήν ἐνσυνειδήτως τήν γνώμην των, ὄχι μόνον ὅταν συμφωνοῦν ἀλλά καί ὅταν διαφωνοῦν πρός τήν Κυβέρνησιν. Μόνον εἰς τά ζητήματα, τά ὁποῖα ἐτέθησαν σαφῶς εἰς τάς ἐκλογάς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, δεσμεύεται ἡ γνώμη τῶν ὑπό ὡρισμένον πρόγραμμα ἐκλεγέντων βουλευτῶν. Καί μόνον πάλιν ὅταν ἐπί ἑνός νομοσχεδίου τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀπό τήν Κυβέρνησιν, οἱ βουλευταί ἔχουν νά κρίνουν, ἐφόσον διαφωνοῦν μέ τάς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ποῖον εἶναι τό ὀλιγώτερον κακόν, ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἤ ἡ ἀνατροπή τῆς Κυβερνήσεως, καί νά τό προτιμήσουν χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος. Εἰς ὅλας τάς ἄλλας περιπτώσεις οἱ βουλευταί ὀφείλουν νά ἐκφέρουν μετά παρρησίας τήν γνώμην των, ὅσον καί ἄν διαφωνῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι, ἀλλιῶς καί τήν ἐντολήν πού ἔλαβαν ἀπό τόν λαόν δέν ἐκπληροῦν καί τόν θεσμόν τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας ἐξευτελίζουν.

31 Δεκεμβρίου 1928, Συνέντευξη στην εφημερίδα «Εφημερίς των Βαλκανίων Θεσσαλονίκης».

Ἡ διόρθωση τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ μπορεῖ νά γίνῃ ἄν κατορθώσουμε νά συνδυάσουμε τό ἀντιπροσωπευτικό πολίτευμα, μέ τόν προσδιορισμό τῆς Κυβερνήσεως ἀπό τή Βουλή, τόν περιορισμό τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τήν γενικώτερη συνεργασία τῶν κομμάτων στήν διακυβέρνηση τοῦ τόπου, τήν σταθερότητα τῶν Κυβερνήσεων καί τήν πιό ἀπρόσκοπτη ἐπιβολή τῶν ζωτικωτέρων συμφερόντων, τήν πειθαρχία στό σύνολο μέ τήν διατήρηση τοῦ ἐλεύθερου ἐλέγχου τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων καί τήν χρησιμοποίηση τῆς πρωτοβουλίας ὅσο τό δυνατόν περισσοτέρων ἱκανῶν προσώπων στή λύση τῶν πολιτικῶν προβλημάτων τοῦ τόπου. Σπουδαιότερο μέσον γιά τήν ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ συνδυασμοῦ εἶναι ἡ ὑποχρεωτική συμμετοχή τῶν μεγαλυτέρων τοὐλάχιστον κομμάτων στήν Κυβέρνηση μέ τήν ὁποία, χωρίς νά παραβλάπτεται ἡ ἐπιδίωξη ἀπό κάθε κόμμα τῶν ἀρχῶν του, θά ἐξασφαλιστῇ δημοκρατικώτερη διακυβέρνηση τοῦ τόπου, ἀφατρίαστη διοίκηση, ἐξύψωση τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων πού ἔτσι θά ἀποκτήσουν μεγαλύτερο κῦρος, γιατί αὐτά θά ἔλυαν τίς διαφορές μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Μία τέτοια διακυβέρνηση τοῦ τόπου θά περιόριζε τό ἀνεύθυνο τῶν κομμάτων πού εἶναι μειοψηφία, ἀλλά καί συγχρόνως τήν ἀπεριόριστη ἐκμετάλλευση τῆς ἐξουσίας ἀπό τά κόμματα τῆς πλειοψηφίας, θά ἐξασφάλιζε ἀκόμη τήν ἀπρόσκοπτη λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, ἐνῶ ὁ θεσμός τοῦ προέδρου τῆς Δημοκρατίας, χωρίς καμμιά αὔξηση τῶν δικαιωμάτων του, θά ἔπαιρνε μεγαλύτερη σημασία. 

27 Μαρτίου 1934, Λόγος σε πανηγυρικό γεύμα για τα δέκα χρόνια της Δημοκρατίας.

Εἶναι ἀληθές ὅτι ἡ εὐρυτέρα ἰδέα τῆς Δημοκρατίας δέν ἐπραγματοποιήθη ἀκόμη. Ὄχι μόνον διότι δέν καθιερώθησαν ὅλοι οἱ δημοκρατικοί θεσμοί ἀλλά καί διότι δέν διεπαιδαγωγήσαμεν ὅλοι τήν ψυχήν μας δημοκρατικῶς. Ἀλλά διά τήν δημοκρατικήν καλλιέργειαν τῶν ψυχῶν θά χρειασθῇ καί καιρός καί διαρκής προσπάθεια.

7 Ιουνίου 1925, εφημερίδα «Δημοκρατία».

Ὅπως εἶναι συντεθειμένος ὁ Ἑλληνικός λαός κοινωνικῶς, δέν εἶναι δυνατόν διά μακρόν τοὐλάχιστον χρονικόν διάστημα νά τόν χωρίσουν μεγάλαι κοινωνικαί ἀντιθέσεις. Δέν ἀρκεῖ ἡ ἀλλαγή τῶν θεσμῶν εἰς ἕναν τόπον ὅπως ἐπέλθῃ καλλιτέρευσις. Χρειάζεται καί μία ἠθική καί μία πολιτική ἐξύψωσις τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δέν ἠμπορεῖ νά γίνῃ παρά μόνο μέ τό παράδειγμα, μέ τούς ἀγῶνες τούς πολιτικούς. Ἕνας λαός, ἄν θέλῃ νά εἶναι ἐλεύθερος, πρέπει νά εἶναι εἰς θέσιν κάθε ἡμέραν, κάθε στιγμήν, νά κατακτᾶ ἐκ νέου τήν ἐλευθερίαν του μέ τάς ἰδίας του δυνάμεις. Ὅ,τι ζητοῦμεν εἶναι μιά πραγματική Ἐπανάστασις. Ὄχι ἐκδηλουμένη εἰς τήν βίαν. Ἀλλά μιά ἐπανάστασις ριζικωτέρα, περιλαμβάνουσα κατά πρῶτον λόγον μιάν ἐσωτερικήν ἐπανάστασιν κάθε πολίτου, συνισταμένην εἰς τήν ἐκδήλωσιν τήν σταθεράν τῆς θελήσεως τῶν πολιτῶν νά εἶναι ἐλεύθεροι καί νά θεμελιώσουν κανόνας δικαίους πολιτικῆς ζωῆς. Τά κόμματα δέν ἀποτελοῦν σκοπούς, εἶναι μέσον, εἶναι ὄργανα ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικοτέρων συμφερόντων. Ὅπως τά κόμματα δέν ἠμποροῦν νά ἀποτελέσουν ἐμπόδιον εἰς τό νά εὕρῃ τόν δρόμον του ὁ λαός, κατά μείζονα λόγον δέν ἠμποροῦν νά ἀποτελέσουν ἐμπόδιον οἱ ἀρχηγοί τῶν κομμάτων. Αὐτή καί μόνον ἡ λαϊκή ἐπανάστασις, ἡ ἐπανάστασις εἰς τάς ψυχάς καί τήν θέλησιν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ ἠμπορεῖ νά ἐξασφαλίσῃ τό μέλλον τῆς Δημοκρατίας καί τήν ὑπόστασιν τῆς Ἑλλάδος.

12 Φεβρουαρίου 1926, Λόγος στην επέτειο του Δημοκρατικού Μανιφέστου.

Ἡ Δημοκρατία πραγματοῦται τόσον περισσότερον ὅσον μεγαλυτέραν πολιτικήν μόρφωσιν ἔχει ὁ λαός, ὅσον περισσότερον εἶναι προικισμέναι μέ πολιτικήν ἀντίληψιν καί τόλμην, μέ ὑψηλόν φρόνημα αἱ διευθύνουσαι τάξεις (ἐπιστήμονες, διανοούμενοι, προϊστάμενοι οἰκονομικῶν ἤ ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων), ὅλοι ἐν γένει οἱ ἐπηρεάζοντες στενώτερον ἤ εὐρύτερον κύκλον προσώπων καί συντελοῦν εἰς τόν σχηματισμόν δημοσίας πολιτικῆς γνώμης. Αἱ διευθύνουσαι τάξεις πρέπει νά ἐξυψωθοῦν πολιτικῶς. Ἡ Δημοκρατία στηρίζεται εἰς τήν ἀρετήν ὅλων τῶν πολιτῶν, κατ’ ἐξοχήν τῶν διευθυνουσῶν τάξεων. Ἡ κατάργησις τοῦ κληρονομικοῦ ἄρχοντος, ἡ ἰσότης τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἡ ἐξάρτησις ὅλων τῶν πολιτειακῶν παραγόντων ἀπό τήν θέλησιν τοῦ λαοῦ συμβολίζουν τά σημεῖα τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς καί κοινωνικῆς κατευθύνσεως τήν ὁποίαν ἐπιβάλλει αὐτή ἡ ἰδέα τῆς Δημοκρατίας. Καί εἶναι αὐτά τά σημεῖα ἡ δημιουργία ἐξ ἴσου εὐνοϊκῶν συνθηκῶν διά τήν ἀνάπτυξιν τῆς προσωπικότητος κάθε ἀνθρώπου, ἡ κατάργησις κάθε ἐκ κληρονομίας πλεονεκτικῆς θέσεως, ἡ κατάργησις κάθε ἐκμεταλλεύσεως ἀνθρώπων.

12 Φεβρουαρίου 1929, Λόγος στην επέτειο του Δημοκρατικού Μανιφέστου στο θέατρο Λευκού Πύργου Θεσσαλονίκης, εφημερίδα «Εφημερίς των Βαλκανίων Θεσσαλονίκης».

Εἶναι ἐντελῶς ἀστεῖοι οἱ ἰσχυρισμοί ὅτι τό ἐκλογικόν δικαίωμα θά ἀπομακρύνῃ τήν γυναῖκα ἀπό τήν οἰκογένειαν ὡς ἐάν ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος κατά τάς ἐκλογάς θά παρεμποδίζῃ τήν γυναῖκα. Διά τήν διαπαιδαγώγησιν τῆς οἰκογένειας ἕνα συντελεστικόν μέσον εἶναι καί ἡ πολιτική ἀγωγή καί εὐθύνη τῆς γυναικός, ἡ ὁποία καλλιεργεῖται καί διά τῆς παροχῆς ψήφου. Αἱ σκέψεις αὐταί μέ ἔκαναν καί ἐμέ νά ὑποστηρίζω μαζί μέ ἄλλους ὁμοϊδεάτας τήν παροχήν δικαιώματος ψήφου εἰς τάς γυναῖκας, κατ’ ἀρχάς εἰς τούς ὀργανισμούς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, δηλαδή τούς δήμους καί τάς κοινότητας, διά τῶν ὁποίων τά ζητήματα καί τά διοικοῦντα πρόσωπα ἔχουν οἱ γυναῖκες καί ἀμεσωτέραν γνῶσιν καί ὥριμον ἀντίληψιν. Τοιουτοτρόπως, βαθμιαίως θά ἐγίνετο ἡ πολιτική διαπαιδαγώγησις τῶν γυναικῶν καί διά τῶν πραγμάτων θά ἐδοκιμάζοντο τά ἀγαθά ἤ κακά ἀποτελέσματα τῆς ἀναμίξεως τῆς γυναικός εἰς τάς ἐκλογάς.

1 Ιουνίου 1922, Άρθρο στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος».

Ἕνα ἀπό τά σημαντικώτερα γνωρίσματα τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ὅτι καθένας εἶναι ἐλεύθερος νά ἐκφράζῃ τάς σκέψεις του, ὅτι δέν ἀναγνωρίζεται εἰς τά ζητήματα τῆς σκέψεως καμμιά αὐθεντία, ὅτι καμμία ἰδέα ἤ θεσμός δέν ἔχει τεθῆ τόσον ὑψηλά ὥστε νά μήν ἐπιτρέπεται νά ἀσκηθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἐλευθέρα κριτική.

24 Μαΐου 1908, εφημερίδα «Δικαιοσύνη».

Οἱ ποιηταί καί οἱ καλλιτέχναι δύνανται νά ὁμιλοῦν ἐπί τῶν μεγάλων κοινωνικῶν καί πολιτικῶν προβλημάτων, διότι, ἄν δέν διαθέτουν τήν γλῶσσαν τῶν ἀριθμῶν καί τῆς στατιστικῆς, διαθέτουν ὅμως τό μέγα μέσον τῆς διαισθήσεως καί τοῦ αἰσθήματος διά νά εἰσδύσουν εἰς τήν οὐσίαν τῶν φαινομένων.

20 Σεπτεμβρίου 1924, Εισήγηση σε ομιλίες των δυο Γάλλων διανοουμένων Ντυαμέλ και Νικόλ.

Δέν ἔχω ἀνάγκην νά σᾶς εἴπω πολλά γεγονότα διά νά σᾶς ὑπενθυμίσω, ποιόν κίνδυνον διατρέχει κάθε ἄνθρωπος ἐλευθεριώτερον σκεπτόμενος ἐπί τῶν σημερινῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν. Ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τήν ζωήν των: ἄνθρωποι ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά ἐξυψώσουν τό ἐπίπεδον τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας καί οἱ ὁποῖοι κατεδιώχθησαν ὡς ἄχρηστοι, ὡς κομμουνισταί, ὡς ἀναρχικοί. Ὑπάρχει ἀρκετός ἀριθμός λειτουργῶν τῆς δημόσιας ἐκπαιδεύσεως οἱ ὁποῖοι, διότι ἐδιάβαζαν καμμιά φορά τόν «Ριζοσπάστην», ἤ διότι ἀνῆκον εἰς τήν διδασκαλικήν ὁμοσπονδίαν κ.λπ., κατεδιώχθησαν ὡς κομμουνισταί, διά νά ἐπανέλθουν κατόπιν εἰς τάς θέσεις των, ἀποδειχθείσης τῆς ἀθωότητός των. Ἡ Ἑλλάς ὀφείλει τήν ὕπαρξίν της, ὀφείλει τό μεγαλεῖον της, εἰς ἀγῶνας ἐλευθερίας. Τοιαύτας ἐπικλήσεις ὑπέρ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους μετεχειρίζοντο πάντοτε ὅλα τά τυραννικά καθεστῶτα, ὅταν δηλ. διά τῆς βίας καί τοῦ αἵματος κατεπνίγετο κάθε φιλελευθέρα κίνησις. Θέλομεν μίαν συστηματικήν πολιτικήν τοῦ Κράτους πρός διαφώτισιν τοῦ λαοῦ. Ἐν συνειδήσει ὅτι τό σημερινόν κοινωνικόν καθεστώς περιέχει πολλάς ἀνωμαλίας αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν καί καλλιεργοῦν τήν ἀνηθικότητα, ὅτι ἐκμεταλλεύονται ἄνθρωποι ἀνθρώπους, ἐν πλήρει συνειδήσει αὐτῶν τῶν ἀντινομιῶν τῆς σημερινῆς κοινωνίας, θέλομεν νά βαδίσωμεν συστηματικῶς καί βαθμιαίως εἰς τήν μεταρρύθμισιν τοῦ σημερινοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. 

30 Μαΐου 1929, Αγόρευση στη Βουλή των Ελλήνων.

Νά μεταρρυθμισθῇ τό ἐκπαιδευτικόν σύστημα κατά τρόπον ἐξασφαλίζοντα τήν προαγωγήν καί διάδοσιν τῶν ἐπιστημῶν εἰς τόν λαόν, ἀπό τῆς ταχυτέρας πνευματικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ὁποίου θέλει ἐξαρτηθῆ προφανῶς καί ἡ αὔξησις τῆς πολιτικῆς ἐπιρροῆς του καί ἡ πρός τό συμφέρον του μεταρρύθμισις τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ. Διά μιᾶς σειρᾶς μέτρων (αὔξησις ἑξαταξίων δημοτικῶν σχολείων, συνεκπαιδεύσεως ἀρρένων καί θηλέων, ὑποτροφιῶν, κ.λπ.) θά ἀπαλλαγῇ ἡ ἐκπαίδευσις ἀπό τόν σχολαστικισμόν πού μαραίνει τήν σκέψιν καί ἐν γένει θά ἐξυψωθῇ τό διανοητικόν ἐπίπεδον ὅλου τοῦ λαοῦ.

1910, Πρόγραμμα «Λαϊκού Κόμματος».

Ἡ διαίρεσις τῶν κοινωνικῶν δυνάμεων διά θρησκευτικούς λόγους καί ὁ θρησκευτικός φανατισμός θά ἦτο τό μεγαλύτερον ἐμπόδιον γιά τήν πρόοδο καί διά τοῦτο πρέπει ἡ ἐργατική τάξις νά δώσῃ νά ἐννοηθῇ ὅτι δέν θά ἀνεχθῇ καμμίαν κυβέρνησιν ἡ ὁποία δέν θά ἐσέβετο ἡ ἴδια ἤ δέν θά ἐπέβαλλεν εἰς τούς ἄλλους ἐντελῆ σεβασμόν πρός τήν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι τηροῦν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, τί σημασίαν ἔχει ἐάν εἶναι Ὀρθόδοξοι, Καθολικοί ἤ Διαμαρτυρόμενοι, Ἑβραῖοι ἤ Μωαμεθανοί, ἐάν ἔχουν βαθειάν ἤ ἀσθενῆ ἤ καί καμμίαν πίστιν εἰς τόν Θεόν;

5 Απριλίου 1914, εβδομαδιαία εφημερίδα «Λαός».

Δέν δύναμαι νά δεχθῶ ὅτι ἡμεῖς ὑπό ἄποψιν ἐγκληματικήν εἴμεθα εἰς χειροτέραν θέσιν ἀπό τούς Ρωμούνους ἤ τούς Πορτογάλους, οἱ ὁποῖοι κατήργησαν τήν θανατικήν ποινήν. Ἡ ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ἀποφάσεως δέν πρέπει νά εἶναι ἠρτημένη ἀπό τάς σκέψεις καί ἀντιλήψεις καί τά αἰσθήματα ἑνός προσώπου. Κηρύσσομαι κι ἐγώ ὑπέρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Φρονῶ ὅτι καλλιτέρα διαρρύθμισις τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ μας, καλλιτέρα διαρρύθμισις τῆς ἐκπαιδεύσεως θά συντελέσωσι πολύ περισσότερον εἰς τόν μετριασμόν τῶν ἀδικημάτων ἤ ἡ διατήρησις τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἡ ὁποία, πρός τούτοις, ἀντίκειται εἰς τό αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καί ἡ ὁποία δίδει τό παράδειγμα τῆς ὠμότητος καί τῆς ἀπανθρωπιᾶς.

26 Απριλίου 1911, Αγόρευση στη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων.

Θά πρέπῃ νά ἐπιδιωχθῇ ἡ ἕνωσις τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν (συμπεριλαμβανομένης τῆς Τουρκίας), τά ὁποῖα εἶχαν κοινάς ἤ ἀναλόγους τύχας ἤ περιπετείας, ἔζησαν ἐπί αἰῶνας ἐντός τῆς αὐτῆς πολιτικῆς ὀργανώσεως, ἔχουν συγγενεῖς ἀντιλήψεις καί συνηθείας καί ἀρκετά κοινά συμφέροντα, πολλά κοινά στοιχεῖα πολιτισμοῦ εὐνοϊκά διά μίαν Ἕνωσιν. Ὁ ἀνταγωνισμός των τά ἐτύφλωνε καί τά ἐχώριζε ἀλλά τά παθήματά των τά δίδαξαν πόσον ὁ ἀνταγωνισμός των τά συντρίβει καί ἤρχισε νά καλλιεργῆται καί εἰς τούς λαούς αὐτούς ἡ ἰδέα περί τῆς ἀνάγκης συνάψεως στενωτέρων, ὁμοσπονδιακῶν δεσμῶν μεταξύ των, οἱ ὁποῖοι θά διηυκόλυναν καί τήν πανευρωπαϊκήν συνεννόησιν.

7 Οκτωβρίου 1929, Υπόμνημα για το ζήτημα της Ομοσπονδίας των Λαών στο Συνέδριο της Ειρήνης.

Ὁ ἐργατικός ἀγών εἶναι διά τήν Δημοκρατίαν ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, ἡ ὁποία ὑπενθυμίζει διαρκῶς πόσον ἀτελής εἶναι ἡ Δημοκρατία ἐφ’ ὅσον δέν γίνεται ἀδιάκοπη προσπάθεια πρός σύμπτωσιν πολιτικοῦ, κοινωνικοῦ καί ἠθικοῦ νόμου.

21 Σεπτεμβρίου 1926, Προεκλογικός λόγος στον Πειραιά, εφημερίδα «Δημοκρατία».

Πρέπει νά ἐξασφαλίζεται διά τῆς μονιμότητος, τῆς ἐξυψώσεως τῆς θέσεως τοῦ ὑπαλλήλου καί ἐν γένει μέ κάθε τρόπον ἡ χρησιμοποίησις εἰς ὅλας τάς δημοσίας ὑπηρεσίας τῶν τιμίων καί τῶν ἱκανῶν, πατασσομένης τῆς παραλυούσης τό κράτος παροχῆς ἀτομικῶν εὐνοιῶν καί διαμορφουμένων τῶν ὑπαλλήλων, ὥστε νά αἰσθάνωνται ὅτι εἶναι ὑπηρέται τῶν νομίμων συμφερόντων ὅλων τῶν πολιτῶν ἀδιακρίτως.

15 Απριλίου 1922, Πρόγραμμα «Δημοκρατικής Ενώσεως».

♦    ♦    ♦

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

Αναστασιάδης Γ., «Αλέξανδρος Παπαναστασίου: Η Σημαντική Συμβολή του στη Δημοκρατία και στον Συνταγματικό Λόγο», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2008

Αναστασιάδης Γ., Κοντογιώργης Γ., Πετρίδης Π. «Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Θεσμοί, Ιδεολογία και Πολιτική στο Μεσοπόλεμο», Πολύτυπο, Αθήνα, 1987

Λευκοπαρίδης, Ξ. «Αλέξανδρος Παπαναστασίου: Πολιτικά Κείμενα, Μελέτες, Λόγοι, Άρθρα, τομ. Α’ και Β’». Αθήνα, Μπάυρον, 1957

Μαρκέτος Σ., «O Aλέξανδρος Παπαναστασίου και η εποχή του. Aντινομίες του μεταρρυθμιστικού σοσιαλισμού», (Διδακτορική Διατριβή), Αθήνα, 1998

Ματθιόπουλος Ε., «Η Ζωή και το Έργο του Κωστή Παρθένη», Εκδόσεις Αδάμ, Αθήνα, 2006

Advertisements