media και πολιτική

«Δυνάμει λοιπόν, εν πρώτοις, του ήθους (οι άνθρωποι πιστεύουν), όταν ο λόγος είναι διατυπωμένος έτσι ώστε να καθιστά τον ομιλητή αξιόπιστο, διότι στους δίκαιους ανθρώπους πιστεύουμε περισσότερο και ευκολότερα για όλα τα θέματα γενικά και με τρόπο απόλυτο εκεί όπου δεν επικρατεί βεβαιότητα αλλά αμφιβολία. Πάντως και το είδος αυτό εμπιστοσύνης πρέπει όμως να είναι αποτέλεσμα του λόγου και όχι της γνώμης που επικρατεί για το ποιόν του ομιλητή, διότι δεν τοποθετούμε εμείς στη (ρητορική) τέχνη, όπως ακριβώς ορισμένοι από τους θεωρητικούς της τέχνης (αυτής), και τη χρηστότητα του ομιλητή (όχι) επειδή δεν συμβάλλει διόλου στην πειστικότητα των επιχειρημάτων, αλλά μπορούμε ίσως να πούμε ότι το κυριότερο μέσο πειθούς που διαθέτει αυτός είναι το ήθος»¹.

Σύμφωνα με τον ορισμό του Αριστοτέλη, η πολιτική ρητορική είναι ο δημόσιος λόγος που προσδίδει αξιοπιστία στον ομιλητή και ταυτίζεται με τον τρόπο ζωής και τον χαρακτήρα αυτού. Προάγει τους σκοπούς της πολιτικής ζωής, στα πλαίσια μιας δομημένης κοινότητας η οποία διαμορφώνεται από αξίες και θεσμούς. Φυσικά ο μεγάλος φιλόσοφος αναφέρεται στην εποχή του και στην πόλη των Αθηνών, δηλαδή μια μικρή κοινότητα που αποτελούνταν στη μεγάλη πλειοψηφία από ελεύθερους άνδρες, επαρκώς πληροφορημένους για τα κοινά και με ενεργή συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Γι’ αυτούς η πολιτική ήταν πράξη ηθικής και οι λαμπρές επιδόσεις των ρητόρων στην Αγορά λειτουργούσαν ενοποιητικά.

Στις πολυσύνθετες σύγχρονες κοινωνίες τα πράγματα έχουν φυσικά αλλάξει. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να συζητούν και να συμπράττουν, πληροφορούμενοι κατά βάση από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, διατηρώντας έτσι έναν δεσμό με τα κοινά. Μπορούμε να μιλήσουμε για μια ξεκάθαρη επικυριαρχία των Μέσων στον τομέα αυτό, μιας και αποτελούν τον κύριο δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ πολίτη και πολιτικής εξουσίας. Προεξάρχουσα θέση στο σύστημα αυτό λαμβάνει φυσικά η τηλεόραση, με το διαδίκτυο να αμφισβητεί την κυριαρχία της όσο περνούν τα χρόνια.

Καθημερινά παρακολουθούμε στα τηλεοπτικά δίκτυα αρκετούς πολιτικούς και τηλεοπτικούς σταρ οι οποίοι παριστάνουν τους παντογνώστες χωρίς να έχουν καμία ειδίκευση και προπαίδεια πάνω στην εκάστοτε θεματική, είτε πρόκειται για οικονομικά ζητήματα, είτε για θέματα γεωπολιτικής, είτε για ζητήματα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Απλά ικανοποιούνται από το στυλ με το οποίο προβάλλουν δημόσια την άγνοια της πολιτικής ουσίας. Με τον τηλεθεατή να παρατηρεί την απονομή των ειδικεύσεων που κατακτιούνται μέσω της τηλεόρασης.

Αρρώστησε ο τάδε πολιτικός; Επί σκηνής όλη η χώρα ως ειδική καρδιολόγος. Προέκυψε ζήτημα συνταγματικής φύσεως; Οι πάντες μετατρέπονται σε πρωτοκλασάτους συνταγματολόγους. Σ’ αυτό το κλίμα της ειδίκευσης επί παντός επιστητού συμμετέχουν και οι προβεβλημένοι πολιτικοί, θεωρώντας ότι τα πάντα είναι ζήτημα παρουσίασης και όχι γνώσης σε βάθος. Στη περίπτωση αυτή, η πολιτική από άσκηση της εξουσίας μετατρέπεται σε μια ανούσια δημόσια παρουσίαση του πώς κάποιοι θα ήθελαν να ασκήσουν πολιτική (εάν έβρισκαν καιρό να κάνουν κάτι τέτοιο) ή υποτίθεται ότι ασκούν πολιτική. Οι θεσμοί δεν κάνουν πια πολιτική. Οι διαδικασίες διαμόρφωσης πολιτικής καταργούνται, προκειμένου να γίνει έγκαιρη εμφάνιση στα Μέσα Ενημέρωσης.

Οι πολιτικοί συμμετέχουν σε ένα, εντέχνως δημιουργημένο, σήριαλ τιτάνων όπου μάχονται για το ποιος θα κατατροπώσει τον άλλον, το μόνο δηλαδή που επιδιώκεται είναι η νίκη επί του εχθρού, και όχι η λύση των προβλημάτων της χώρας. Ο εφησυχασμένος τηλεθεατής απολαμβάνει την τηλεοπτική παρουσία των σταρ της πολιτικής ζωής, οι οποίοι ανακυκλώνονται με μαθηματική ακρίβεια, και σε καμία περίπτωση τυχαία. Πολιτικό προσωπικό σε ρόλο μονομάχου και πολίτες – τηλεθεατές να βιώνουν μια ψευδαίσθηση συμμετοχής στα κοινά.

Το τηλεοπτικό στούντιο γίνεται η αρένα μέσα στην οποία δρουν αυτάρεσκοι πολιτικοί οι οποίοι αντικαθιστούν τον πολιτικό λόγο με κενολογίες, ανέξοδες καταγγελίες και ανούσιες θεατρινίστικες υπερβολές. Η τηλεόραση τρέχει από το ένα θέμα στο άλλο, μετατρέπει τους πάντες σε ειδικούς επί παντός επιστητού, χωρίς να αναδεικνύει τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας. Η σκανδαλολογία αντικαθιστά τον λόγο (με την αριστοτελική έννοια της λέξης), η πλαστή εικόνα την πολιτική ανάλυση, η ημιμάθεια που διατυπώνεται με περισπούδαστο ύφος το απαιτούμενο εύρος γνώσεων. Οι εντυπώσεις επικαλύπτουν τα επιχειρήματα.

Η σκέψη όμως δεν μπορεί να μεταδοθεί εύκολα με την τηλεοπτική οθόνη. Εκείνο που μετρά είναι η εντύπωση, όχι το επιχείρημα, η εικόνα και όχι ο λόγος, το συμβάν και όχι η νόηση. Όλα απευθύνονται στο θυμικό και προκαλούν συναισθήματα. Δημιουργείται μια ψευδαίσθηση της κατανόησης και όχι η ίδια η κατανόηση. [Θα έχετε παρατηρήσει τη θεματολογία που κυριαρχεί στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων: συγκρούσεις, επιτεύγματα, εγκληματικότητα. Οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει την έκπληξη στον τηλεθεατή, ενώ απεναντίας καθετί που αναδεικνύει τη διαλογική συζήτηση, χαλάει το project, γιατί οδηγεί τους τηλεθεατές να αλλάξουν κανάλι, μειώνοντας την τιμή του διαφημιστικού προϊόντος. Στο τέλος, σαν αμοιβή για τον συνεπή τηλεθεατή, προσφέρεται και μια δόση κουλτούρας ή παραξενιάς, μετά ο καιρός. Η μέρα τελειώνει, τα δύσκολα πέρασαν. «Αύριο βράδυ, φίλοι μου, στις 8 ακριβώς τα ξαναλέμε».]

Η στρεβλωτική αυτή λειτουργία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης αλλοιώνει τη κριτική ικανότητα και την προθυμία για συμμετοχή των πολιτών. Παράγει τις ψευδαισθήσεις της κατανόησης και της συμμετοχής, απομακρύνοντας τον πολίτη – τηλεθεατή από την ουσία του πολιτικώς πράττειν. Το πολιτικό στοιχείο απομονώνεται. Ο δημόσιος χώρος βιώνει μια ιδιόμορφη ερήμωση, όχι με τον ολοκληρωτικό τρόπο που περιέγραψε στα βιβλία του ο Όργουελ, αλλά αποτελεσματικότερα, κατά την ερμηνεία που έδωσε ο Άλντους Χάξλεϋ.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αρκούνται στη διασφάλιση της μεγάλης θεαματικότητας. Η ύπαρξή της αποτελεί και την επιβεβαίωση της επιτυχίας τους. Αντίθετα, για την πολιτική η θεαματικότητα είναι η προϋπόθεση προκειμένου να ακουστεί, δεν της εξασφαλίζει όμως και την υποστήριξη του κοινωνικού συνόλου. Γι’ αυτό, στο βαθμό που οι πολιτικοί υποτάσσονται στα Μέσα χάνουν και την ιδιομορφία τους, αποτυγχάνουν στην εκλαΐκευση των στόχων τους. Στο βαθμό που δεν αντιλαμβάνονται αυτή τη στρέβλωση κινδυνεύουν με αποπροσανατολισμό. Να εργάζονται λιγότερο για το πραγματικό αντικείμενο της πολιτικής και να στηρίζουν τη γιγάντωση των Μέσων, αυτών που θα έπρεπε να ελέγχουν και να τους διατυπώνουν κριτική, όταν είναι αναγκαίο. Διότι η υποταγή της πολιτικής στα Μέσα, σημαίνει και υποταγή της Δημοκρατίας στους χειριστές και τους ιδιοκτήτες τους.

Όσο η πολιτική ξεκόβει από το πραγματικό περιεχόμενό της, δεν διαθέτει εναλλακτικές προγραμματικές λύσεις, αδειάζει από ουσία, τόσο περισσότερο χρησιμοποιεί συστήματα παραγωγής αυταπατών και αποπροσανατολισμού από πραγματικά γεγονότα, προβλήματα και υποχρεώσεις. Μια πολιτική κουλτούρα που τείνει να αδειάσει την πολιτική από κάθε ουσία, αυτοϊκανοποιείται με κενολογίες και κομπορρημοσύνες. Όταν οι πολιτικοί δεν έχουν να πουν κάτι το ουσιαστικό, χρησιμοποιούν θεατρικές μορφές όχι για να διαδώσουν τις ιδέες και τις προγραμματικές τους θέσεις, αλλά προκειμένου να αποκρύψουν αυτή τους την έλλειψη, να αντικαταστήσουν το πραγματικά πολιτικό με απλές θεατρινίστικες μορφές, συμβάλλοντας έτσι στον ευτελισμό της πολιτικής ζωής. Και το πρόσφορο μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού: η τηλεόραση.

Όταν όμως το θεατρικό υπερισχύσει της πολιτικής, τότε οι πολιτικοί τείνουν να σιωπούν πάνω στα ουσιαστικά προβλήματα και τα Μέσα Ενημέρωσης επιλέγουν να προβάλλουν γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας, με τρόπο ψυχαγωγικό. Στάση που υπονομεύει τόσο την πολιτική ζωή όσο και τη Δημοκρατία. Στο όνομα μιας εικονικής αλήθειας εξοβελίζεται η αυθεντική πολιτική από την καθημερινότητα του πολίτη. Έτσι αντί να υπάρξει μια δημόσια συζήτηση για την ουσία των ζητημάτων, επιβάλλεται η ψυχαγωγία στα δευτερεύοντα. Η πολιτική τείνει να υιοθετεί θεματικές που προβάλλονται από τα Μέσα (συνήθως θεματικές χαμηλής σημασίας, τρέχουσες) ενώ τα μεγάλα κοινωνικά και εθνικά ζητήματα τείνουν να εξοβελίζονται από την ατζέντα και τα όποια οράματα τίθενται στο περιθώριο. Όμως, πάντα θα πρέπει να θυμόμαστε ότι υπάρχουν κρίσιμα θέματα τα οποία όταν δεν απασχολούν την κοινή γνώμη, τότε παραμένουν άλυτα, είτε λύνονται από τρίτους, στα παρασκήνια της πολιτικής ζωής.

Τα όσα γράφω ας μην εκληφθούν ως προσπάθεια δαιμονοποίησης των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Κάθε θεσμός έχει αρνητική και θετική χροιά και σίγουρα παίζει κάποιο ρόλο το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο επενεργεί. Ούτως ή άλλως η επίδραση των Μέσων πάνω στους πολίτες δεν είναι απόλυτη. Σπανίως μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τους σταθερούς εκλογείς ενός κόμματος, ενώ, η επίδρασή τους πάνω στους ορθολογιστές και πολιτικοποιημένους πολίτες είναι σχεδόν μηδαμινή. Αυτούς που σίγουρα επηρεάζουν περισσότερο, είναι όσους εξαρτούν τη συμπεριφορά τους από καθαρά συναισθηματικούς λόγους. Και σίγουρα η δυνατότητα επηρεασμού μεγεθύνεται σε περιόδους κρίσης.

Κατά τη γνώμη μου τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα πρέπει να υπηρετούν την πλουραλιστική και ευρεία πληροφόρηση, τον εμπλουτισμό της διασποράς των ιδεών, την παιδεία εν γένει και την ψυχαγωγία. Πρώτιστα θα πρέπει να προωθείται η συλλογική κοινωνική ευμάρεια, οι αρχές της Δημοκρατίας και οι αξίες που παρακινούν τον πολίτη σε ενεργό συμμετοχή στα κοινωνικά πράγματα. Αντίθετα, διαπιστώνουμε έναν εγκλωβισμό στον δαιδαλώδη κόσμο των Μέσων, γεγονός που μετατρέπει τους πολίτες σε παθητικούς τηλεθεατές των όσων διαδραματίζονται στις τηλεοπτικές σκηνές. Η πολιτική ενσωματώνεται πλήρως στη βιομηχανία του θεάματος, υπηρετώντας τις αρχές της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολιτικοί θα πρέπει να παραιτηθούν της παρουσίας τους στα ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Αλλά πολύ περισσότερο να τα χρησιμοποιούν με στόχο την βελτίωση της εικόνας της πολιτικής ζωής του τόπου και την προώθηση και επίλυση των κοινωνικών αιτημάτων. Να συμβάλλουν στην ακύρωση της λογολαγνείας και στην ταυτόχρονη εξύψωση της αυθεντικής πολιτικής (με την έννοια που της δίνει η Χάνα Άρεντ). Άλλως, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα καρπώνονται τα ποσοστά τηλεθέασης και την δυνατότητα επιρροής της εξουσίας, οι πολιτικοί θα απολαμβάνουν μια πρόσκαιρη δημοσιότητα και το κοινό θα αποκτά διασκέδαση και τη φενάκη του προσανατολισμού.

Η Δημοκρατία όμως έχει ανάγκη από πολιτικούς που διαθέτουν ουσιαστικές γνώσεις και ικανότητα παραγωγής πραγματικής πολιτικής. Ανθρώπους συνειδητοποιημένους ως προς τις αληθινές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, που θα προωθούν τα αιτήματά του και όχι μόνον αυτά των ομάδων πίεσης και των διαφόρων ελίτ, γιατί, τότε, η αποστροφή των πολιτών και η ενασχόληση με την απολίτικη πλευρά της πολιτικής, είναι κάτι αναπόφευκτο. Οι ρόλοι ανάμεσα στον πολίτη – τηλεθεατή και τους δρώντες πολιτικούς θα πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή εναλλάξιμοι, σε ένα σύστημα, όμως, που χαρακτηρίζεται από σταρ πολιτικούς είναι ακόμη δυσκολότερο να εισέλθει ένας πολίτης που δεν είναι εξοικειωμένος με τις νόρμες του.

Ο Αριστοτέλης, λάτρης της καλής ρητορικής, δεν ζητούσε να εμπεριέχει αυτή ούτε αλήθεια ούτε βεβαιότητα, αλλά μέτρο. «Το λεκτικό θα έχει τον χαρακτήρα που πρέπει, αν συμβαίνει να εκφράζει τόσο τα πάθη όσο και τα ήθη των ομιλητών, και να είναι ανάλογο με τα πράγματα για τα οποία πρόκειται»². Καλό θα ήταν να μπορούσε να ασπαστεί την ουσία αυτής της πρότασης, το σύνολο του πολιτικού προσωπικού της χώρας.

1. Αριστοτέλης, Ρητορική 1. Εκδόσεις Κάκτος, 1992. σελ. 55

2. Αριστοτέλης, Ρητορική 3. Εκδόσεις Κάκτος, 1992. σελ. 51

Για όποιον/α ενδιαφέρεται περισσότερο σχετικά με το συγκεκριμένο έργο του Αριστοτέλη, εδώ το Α’ μέρος, σε μετάφραση του Ηλία Ηλιού. Εκδόσεις Ι. Ζαχαρόπουλος. 1980

Advertisements