η ζωή βαδίζοντας

Περπατούσα στο λιμάνι, με συνοδοιπόρο τη μουσική που ανέβαινε από τη συσκευή του mp3 μέσω των καλωδίων κάνοντας κατάληψη στους λαβυρίνθους μου. Αν και εποχή πρώιμου καλοκαιριού, αέρας δυνατός και έντονη υγρασία έκαναν αισθητή την παρουσία τους ενώ οι σιδερένιες σκιές των φωτιστικών προοιώνιζαν το βράδυ, αποχαιρετώντας ένα ισχνό ηλιοβασίλεμα. Η προβλήτα του λιμανιού σχεδόν άδεια πια, μιας και οι προσφάτως αφιχθέντες μετανάστες μεταφέρθηκαν σε περίκλειστο χώρο μακριά από τα βλέμματα των περαστικών και υπό την αδιαφορία των ευρωπαίων εταίρων, μέλη μιας διακρατικής ένωσης που ανίκανη και σχεδόν άπραγη μπρος σε τούτη την απελπισία, αρκείται στις στείρες καταμετρήσεις και τις ανούσιες στατιστικές αναλύσεις. Κι όπως βάδιζα μόνος, μπορούσα να παίζω με τις σκέψεις μου και να αφήνομαι στα κενά των συλλογισμών μου, διευρύνοντας τα όριά τους ή και περιορίζοντάς τα, συμπεριφερόμενος δηλαδή σαν αληθινός περιπατητής. Το νησί του Αλκαίου τις τελευταίες εβδομάδες μοιάζει με υπερμεγέθη καθρέφτη, όπου καθημερινά αντανακλάται το διπλό του είδωλο· αυτό της πεζής καθημερινότητας που κυριαρχεί επί του βίου των κατοίκων του, μα και αυτό της θλίψης και της αγωνίας που χρωματίζεται στα χαμηλωμένα βλέμματα των κατατρεγμένων και στα υγρά μάτια όσων προστρέχουν για να τους συμπαρασταθούν. Σκέψεις δυσάρεστες και αδιέξοδες που τις αντιμάχονταν η φωνή της Mari Boine Persen, αγγίζοντας τις βαθύτερες εσοχές του νου. Η γυναίκα από τον παγωμένο Νορβηγικό βορρά, με τη φωνή αηδονιού, κατάφερνε στιγμιαία να εξοβελίσει το γκρίζο της πραγματικότητας, μεταφέροντας μιαν ηχώ σαν από αόρατη καμπάνα των ωκεανών. Εξυμνώντας με τα γιόικ την πατρογονική της γη, τις ρίζες ενός λαού που συμβιώνει ακόμη με τις φυλετικές μνήμες της ανθρωπότητας, την ώρα που στον υπόλοιπο κόσμο της ανάγκης οι άνθρωποι έχουν καταστεί τέκνα μιας ιδιόμορφης ιστορικής αρρυθμίας. Άνθρωποι που στον αιώνα της ταχύτητας και του τεχνολογικού big bang διαβιούν επιδεικνύοντας μιαν ακόρεστη βουλιμία, καταλαμβάνοντας κάθε σπιθαμή διαθέσιμου χώρου και εκτοπίζοντας κάθε τι που αποπνέει μια πρωτόγονη αίσθηση ελευθερίας, αλλά το τέλος αυτού του παιχνιδιού τους βρίσκει σφικτά δεμένους με τον εφιάλτη του ανεκπλήρωτου. Η τσιμεντένια προκυμαία, συμμέτοχη στην ειρωνική περιοδικότητα της ιστορίας, η επίκληση της Mari Boine στους ωκεανούς των αλμυρών δακρύων και τα ορειχάλκινα σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό πάνω από τα διαβρωμένα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, αποτελούσαν το ιδεωδέστερο σκηνικό αποχαιρετισμού. Αποχαιρετισμού σε σκέψεις, συναισθήματα, εικόνες. Ενώ βαθιά μέσα μου ανακαλούσα τα λόγια του ποιητή Antonio Machado

διαβάτη, είναι τα ίχνη σου ο δρόμος και τίποτα παραπάνω

διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, το δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας

περπατώντας τον φτιάχνεις το δρόμο

και μόλις γυρίσεις το βλέμμα πίσω

βλέπεις το μονοπάτι που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, μόνο ίχνη στη θάλασσα

Advertisements