Preservation Hall

Το Preservation Hall στη Νέα Ορλεάνη υπήρξε μια από τις εστίες της jazz και του rhythm ‘n’ blues, από τη δεκαετία του ’60 μέχρι και σήμερα. Ίσως η σημαντικότερη, μιας και εκεί μέσα ξεδίπλωσαν το ταλέντο τους τα μέλη της Preservation Hall Jazz Band. Τοποθετημένο στη Γαλλική συνοικία, μια περιοχή με μεγάλη ιστορία (λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι του θεατρικού συγγραφέα Tennessee Williams, ο οποίος υπήρξε εκ των θαμώνων, στη Dumaine Street) συνεχίζει να λειτουργεί με απόλυτο σεβασμό στις ρίζες της μαύρης μουσικής.

Μιας μουσικής που έλκει την καταγωγή της από τους αγώνες επιβίωσης των νέγρων σκλάβων στις όχθες του Δέλτα του Μισσισσιππή και στις φυτείες βαμβακιού του αμερικάνικου νότου, τους «Black and unknown bards» που τραγουδούσαν για να επουλώσουν τις πληγές τους, και τους απογόνους τους που δημιούργησαν τα blues κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα, εδραιώνοντας μια λαϊκή μουσική έκφραση των καημών της νέγρικης κοινότητας.

Από τον καταπιεσμένο βίο των νέγρων σκλάβων και την ανάγκη αυτοέκφρασης και δημιουργίας μιας ξεχωριστής κουλτούρας, μέχρι την εμπορευματοποίηση της μουσικής και την λειτουργία της στα πλαίσια της κοινωνίας του lifestyle, δεν μας χωρίζουν πολλά χρόνια. Οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες συνεχίζουν να μαστίζουν τις κοινωνίες, ακόμη και αυτές του δυτικού και επονομαζόμενου «ανεπτυγμένου» κόσμου, το φαινόμενο της γκετοποίησης ολόκληρων ομάδων πολιτών συνεχίζει να υφίσταται και οι ρατσιστικές εξάρσεις εμφανίζονται ανά περιόδους ιδιαίτερα αυξημένες.

Αν δεχτούμε ότι η λαϊκή μουσική, με την ουσιαστικότερή της έννοια, αποτελεί ψυχική έκφραση των παθών, των ελπίδων και του λαϊκού αισθήματος των ανθρώπων, καταλαβαίνουμε το μέγεθος της έκπτωσης που έχει επισυμβεί στον συγκεκριμένο τομέα της τέχνης. Εξετάζοντας τις ρίζες της συγκεκριμένης μουσικής έκφρασης, αναδεικνύεται ο βαθμός της αλλοίωσης στο πέρασμα των χρόνων, τόσο που η μουσική των σκλάβων εργατών να καταλήξει να χάσει την σημασία της.

Είναι πολλές οι περιπτώσεις των μουσικών κατακτήσεων των λαών που, στη πορεία του χρόνου και με την επενέργεια μιας ιδιόμορφης πολιτιστικής ισοπέδωσης, αλλοιώθηκαν. Όπως το ragtime που ξεκίνησε ως έκφραση του περιθωρίου, ως μουσική των οίκων ανοχής στη Νέα Ορλεάνη και το Σαίντ Λούις, που κατακλύζονταν από τους ναυτικούς και από εκεί πέρασε στα σαλόνια των αστών, μόλις οι μουσικοί άρχισαν να χρησιμοποιούν το πιάνο στην ενορχήστρωση των τραγουδιών. Ή το ρεμπέτικο, που από έκφραση ενός ημιπαράνομου και περιθωριοποιημένου κόσμου – με τις αναγκαίες αντιεξουσιαστικές νύξεις – κατέληξε να αποτελεί ένα κομμάτι της μουσικής βιομηχανίας.

Τα παραδείγματα της ακύρωσης του αυθεντικού μηνύματος που εξέπεμπαν αυτές οι μελωδικές εκφράσεις, μέσω της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της εμπορικής εκμετάλλευσης, είναι δυστυχώς πολλά. Από τα fados, τα πονεμένα τραγούδια της απώλειας που πλέον επιτελούν ρόλο τουριστικής ατραξιόν, μέχρι το tango που εισερχόμενο στα αστικά σαλόνια απώλεσε την αιχμηρότητά του, μεταμορφωμένο πια σε ένα ωραίο χορευτικό show. Αναρωτιέμαι αν οι συμπαθούντες το tango και την κουλτούρα που αυτό πρεσβεύει, αναζήτησαν ποτέ να μάθουν τι υπάρχει πίσω από αυτό που ακούγεται. Άραγε να υποψιάζονται το νόημα που κρύβεται πίσω από τα λόγια της μπαλάντας του Ástor Piazzolla

Θα πεθάνω στο Μπουένος Άιρες. Χαράματα θα είναι.

Ήσυχα τα πράγματά μου θα φυλάξω·

τη μικρή μου ποίηση με αποχωρισμούς και σφαίρες,

τον καπνό, το τάνγκο μου,

και μια δόση ανίας.

Μερικές φωτογραφίες από το Preservation Hall της Νέας Ορλεάνης. Το κτίριο που μάχεται τη φθορά του χρόνου, πρεσβεύοντας μια χαμένη αισθητική και ένα λησμονημένο μουσικό ήθος.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Advertisements