Λεωφορείον ο Πόθος

Μιας και η καθημερινότητα δεν μας τροφοδοτεί μόνον με δυσάρεστες εμπειρίες, θα αναφερθώ εν συντομία σε μια ωραία θεατρική παράσταση που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω χθες στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης. Η Θεατρική ομάδα του ΦΟΜ (Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης) «Ο Θεόφιλος» ανέβασε το κλασικό, πλέον, έργο του Tennessee Williams «Λεωφορείον ο Πόθος».

Έτσι, για δυο περίπου ώρες, μας δόθηκε η ευκαιρία να μετοικίσουμε στο σύμπαν του αμερικανού συγγραφέα, όπου πρωταγωνίστησαν τα συγκρουσιακά πάθη που καθρεφτίστηκαν κυρίως στα πρόσωπα της Μπλανς Ντυμπουά και του Στάνλευ Κοβάλσκι, ψήγματα του μύθου του american dream – κοινωνικό φαντασιακό πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η μεταπολεμική αμερικανική πραγματικότητα, και ένα διαρκές αίσθημα ψυχικής αλλοτρίωσης που αναπτύχθηκε κρυφίως, καθώς το έργο οδηγούνταν προς την κορύφωσή του.

Η Μπλανς, πρόσωπο γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε η όλη ιστορία, αποτέλεσε την προσωποποίηση της αριστοκράτισσας που περιέφερε άσκοπα την ξεθωριασμένη της λάμψη σ’ έναν εντέχνως περίκλειστο κόσμο. Ύπαρξη τραγική και δισυπόστατη, με βαθιά ριζωμένο μέσα της το αίσθημα της απώλειας, αναζήτησε ένα πρόσκαιρο καταφύγιο στο σπιτικό της αδερφής της, Στέλλας. Αντ’ αυτού, ήρθε αντιμέτωπη με την ωμότητα και τον κυνισμό του Στάνλευ Κοβάλσκι, και οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που ακολούθησαν, σκιαγράφησαν μια αποκαλυπτική διαμάχη στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και των ψευδαισθήσεων.

Το «Λεωφορείον ο Πόθος» είναι ένα θεατρικό έργο που διαπνέεται από μια αίσθηση ματαιότητας, συναίσθημα έντονο, που πρέπει να κατέλαβε το σύνολο των θεατών που παρακολούθησαν την φθοροποιό καθοδική πορεία της λεπτεπίλεπτης Μπλανς Ντυμπουά, την οποία ερμήνευσε με επάρκεια η Τότα Δρούζα. Η ηθοποιός, που οι περισσότεροι θυμόμαστε από την σχετικά πρόσφατη καθηλωτική ερμηνεία της στο «Υλικό Μήδειας», κατόρθωσε, με σχετική άνεση, να υποδυθεί την επίπλαστη αβρότητα των τρόπων συμπεριφοράς καθώς και την αφέλεια μιας ύπαρξης που βυθιζόταν με γεωμετρική πρόοδο στον ψυχολογικά αδιέξοδο κόσμο της.

Το πάθος, απότοκο της συγκρουσιακής σχέσης που διαπότισε το δίπολο Μπλανς Ντυμπουά – Στάνλευ Κοβάλσκι (ο Μάριος Σπανός) έγινε η κινητήριος δύναμη, που νοηματοδότησε τις υποκριτικές παρουσίες των ηρώων και επέδρασε καταλυτικά στη διάπλαση του μοιραίου χαρακτήρα ολόκληρου του έργου. Η Μαίρη Μάνου, ευχάριστη έκπληξη της βραδιάς, υποδύθηκε με άρτιο τρόπο όλα εκείνα τα στοιχεία του χαρακτήρα της Στέλλας Κοβάλσκι, παρουσιάζοντας μας το alter ego της Μπλανς, μιας γυναίκας συμφιλιωμένης με την πεζή καθημερινότητα και με τα απωθημένα της καλά λησμονημένα στο μακρινό πια παρελθόν. Μιας γυναίκας που οριοθέτησε με την σκηνική παρουσία της, τα σύνορα μεταξύ των δυο αντίθετων κόσμων.

Κόσμων που παρέμειναν μετέωροι και χρωμάτισαν έναν αβάσταχτα πεσιμιστικό ρεαλισμό που στο τέλος του εξέπεμψε την κυρίαρχη αίσθηση πως οι τσαλακωμένοι ήρωες του Tennessee Williams πάνω και πριν απ΄όλα υπήρξανε ξένοι. Και το εύρος της κραυγής της Στέλλας Κοβάλσκι στη τελευταία σκηνή του έργου, φάνταζε σαν να προσπαθεί μεταχρονισμένα να γεφυρώσει ένα χάσμα που δημιουργήθηκε εξαιτίας αλλά και ερήμην των ηρώων αυτών.

Οι ήρωες του έργου, ουσιαστικά αντι-ήρωες, κινούμενοι στα ασφαλή σύνορα της κοσμοθεωρίας τους, κατέληξαν στο τέλος δέσμιοι της σκιάς τους. Κυνηγοί μα και κυνηγημένοι. Και, ίσως, μια πολύτιμη συνεισφορά στο θυμικό του ανώνυμου θεατή της παράστασης να είναι αυτή: η συνειδητοποίηση πως το κεκαλυμένο πάθος μεταξύ γνωστών, μα κατ’ ουσίαν άγνωστων ανθρώπων, ενδέχεται να υποκρύπτει μια δηλητηριασμένη ελευθερία.

Ο Αντρέας Σεφτελής παρουσίασε το Λεωφορείον ο Πόθος (συνώνυμο του πάθους) να ακολουθεί μια αλληγορική δραματουργική διαδρομή, η οποία ταυτίστηκε με την συναισθηματική πορεία κατάπτωσης της αλαζονικής Μπλανς. Οι θεατές της παράστασης, από τα αναπαυτικά καθίσματα του Δημοτικού θεάτρου, ήταν σαν να παρακολουθούσαν ένα μοιραίο όχημα χωρίς δυνατότητα αλλαγής πορείας, με τερματικό σταθμό το ψυχολογικό αδιέξοδο. Σαν ένα τραμ, όπως αυτό που διέσχιζε την Desire Street στη Νέα Ορλεάνη και ίσως ενέπνευσε τον Tennessee Williams να γράψει το εμβληματικό του έργο, μόνο που τούτο δω συνέχιζε τη πορεία του προς το άγνωστο.

Οι νευρώδεις και γεμάτες ένταση στιχομυθίες μεταξύ των πρωταγωνιστών, σε απόλυτη αρμονία με τον ρεαλισμό που εξέπεμπε ο σκηνικός χώρος, βοήθησαν στην ανάδειξη της πολυπλοκότητας των χαρακτήρων του έργου, ιδίως σε ό,τι αφορά το δίπολο Μπλανς – Στάνλευ. Η πολύ καλή ερμηνεία του Γιώργου Παττέ στον ρόλο του Χάρολντ Μίτσελ, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό της παράστασης, λειτούργησε ενισχυτικά ως προς τη διατήρηση του ενδιαφέροντος του κοινού σε υψηλά επίπεδα. Η σωστή χημεία μεταξύ της Τότας Δρούζα και του Μάριου Σπανού, συνετέλεσε ώστε να εισπράξει το κοινό το λανθάνον πάθος που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της παράστασης μεταξύ των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Μοναδική αρνητική υποσημείωση: η περισσή αυτο-συγκράτηση που εμφάνισαν στο παίξιμό τους οι δυο ηθοποιοί, σε κάποιες πρώιμες φάσεις της παράστασης.

Θα ήταν παράλειψη, η μη αναφορά στα ενδιαφέροντα μουσικά ιντερμέτζο που έντυσαν μελωδικά τις διάφορες φάσεις του έργου. Από τους The Black Heart Procession μέχρι τους Led Zeppelin, τους οποίους για κάποιο εντελώς ανεξήγητο λόγο, ήμουν βέβαιος ότι θα άκουγα κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Ο σκηνοθέτης προσέγγισε με σεβασμό το δράμα του Tennessee Williams, αποφεύγοντας να εστιάσει στο επιφανειακό, και με την σωστή καθοδήγηση του συνόλου των ηθοποιών κατάφερε να φωτίσει τις γκρίζες περιοχές που αναδύονται από το πολυδιάστατο των ρόλων. Με ενδιαφέρουσες νύξεις στις έμφυλες αλλά και τις ταξικές ανισότητες που διατρέχουν το κείμενο του Tennessee Williams, συνέβαλε στη δημιουργία μιας πλουραλιστικότερης ματιάς του θεατή. Το σύνολο των ηθοποιών ανταπεξήλθε στις ανάγκες της παράστασης, συνδυάζοντας στις σωστές δόσεις την υπαινικτική εκφραστικότητα με την απαιτούμενη εσωτερικότητα.

Η θεατρική ομάδα του ΦΟΜ πρόσφερε στο φιλοθεάμον κοινό της πόλης μια ακόμη παράσταση αξιώσεων. Και ήταν ενθαρρυντικό πως στη μεγάλη τους πλειοψηφία, οι άνθρωποι που έλαβαν θέση και παρακολούθησαν την παράσταση ήταν νέοι. Για να αποδειχτεί, για μια ακόμη φορά, πως υπάρχει ένα πολυπληθές νεανικό κοινό που αναζητά την επαφή με τους θησαυρούς του παγκόσμιου πολιτισμού.

Οι παραστάσεις συνεχίζονται μέχρι και τη Δευτέρα 25 Μαΐου. ‘Ωρα έναρξης: 21:00

♦    ♦    ♦

Ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης εμφανίζεται το 1917. Η εναρκτήρια παράσταση δόθηκε τον Ιανουάριο του 1918, με τη γαλλική κωμωδία του G. Brueys «Ο δικηγόρος Παντελέν». Ο πόλεμος στη Μικρά Ασία στέκεται τροχοπέδη στη πορεία του Ομίλου, ο οποίος όμως ανασυγκροτείται το 1933, προσφέροντας στο κοινό παραστάσεις του ξένου δραματολογίου, όπως Ίψεν και Στρίντμπεργκ. Από τα σπλάχνα του Φιλοτεχνικού Ομίλου, ο οποίος αναγεννάται εν μέσω της Αντίστασης το 1942, προέκυψε και η θεατρική ομάδα «Ο Θεόφιλος», με έτος ίδρυσης το 1977. Έκτοτε αναπτύσσει πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα, με κέντρο δράσης το μικρό θεατράκι της οδού Σαμοθράκης, το οποίο έχουν επισκεφτεί κατά καιρούς πλήθος ανήσυχων πολιτών, απολαμβάνοντας το ποιοτικό ρεπερτόριο της ομάδας.

Η ενεργή συμμετοχή του κοινού, η απουσία άδειων καθισμάτων και το εγκάρδιο χειροκρότημα, αποτελούν την ειλικρινή επιβράβευση της μακρόχρονης προσπάθειας των ανθρώπων που συναποτελούν τον ΦΟΜ. Συλλογικότητας, με πλήθος δημιουργημάτων που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τις αρτιότερες επαγγελματικές παραγωγές. Δημιουργημάτων που εδώ και πολλά χρόνια συμβάλλουν στην πνευματική καλλιέργεια των κατοίκων του νησιού.

Μερικά από αυτά: «Μικροί Φαρισαίοι» του Δημήτρη Ψαθά (1981), «4 Μονόπρακτα» των Κώστα Μουρσελά, Έρνεστ Χέμινγουει, Αύγουστου Στρίντμπεργκ (1988), «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή (1989), «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη (1991), «Υλικό Αντιγόνης» του Σοφοκλή (1993), «Πάροδος Θηβών» και «Γράμμα στον Ορέστη» του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1995), «Η υπόθεση της οδού Λούρσιν» του Ευγένιου Λαμπίς (2002), «Δον Ζουάν» του Μολιέρου (2005), «Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (2005), «Το αυγό» των Κώστα Μουρσελά, Χάρολντ Πίντερ, Σ. Σκοπελίτη, Τένεσι Ουίλλιαμς (2006), «Οδυσσέα γύρισε σπίτι» του Ιάκωβου Καμπανέλλη (2007), «Πάρτι γενεθλίων» του Χάρολντ Πίντερ (2007), «Δον Κιχώτης» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες (2008), «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου (2011), «Η σκιά του έρωτα» βασισμένο στο Βέρθερο του Γκαίτε (2012), «Υλικό Μήδειας» του Χάινερ Μύλλερ (2014).

♦    ♦    ♦

Διανομή ρόλων:

Μπλανς Ντυμπουά : Τότα Δρούζα
Στάνλευ Κοβάλσκι : Μάριος Σπανός
Στέλλα Κοβάλσκι : Μαίρη Μάνου
Χάρολντ Μίτσελ : Γιώργος Παττές (Θεατρικό Εργαστήρι Δήμου Λέσβου)
Γιούνις Χάμπελ : Μαρίνα Σταμάτη
Γειτόνισσα, Νοσοκόμα : Πετρούλα Χατζέλη
Στηβ Χάμπελ : Pier Lacombe
Πάμπλο Γκονζάλες : Δημήτρης Καμπάς
Γιατρός : Δημήτρης Πρωτούλης
Νέος : Στρατής Τοπαλής (Αναγνωστήριο Αγιάσου)

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία, σχεδιασμός φωτισμών : Αντρέας Σεφτελής
Μετάφραση : Ρόλαντ Αλεξίου
Σκηνικά : Βάνια Λουκίδη
Κοστούμια : Κλαίρη Φραγκουλάκη
Μουσική επιμέλεια : Νάγια Τσελεπή
Κομμώσεις : Jorge
Μακιγιάζ : Μαρία Ξυπτερά
Ειδικές κατασκευές : Δημήτρης Καμπάς, Στρατής Τοπαλής, Ευάγγελος Φραγκουλάκης
Φωτογραφικό υλικό : Δήμητρα Γλεντή
Δημιουργικό αφίσας, προγράμματος : Φένια Κριαρά
Οργάνωση παραγωγής : Περικλής Μαυρογιάννης

Advertisements