συνέβη. μπορεί να ξανασυμβεί..

η κύρια είσοδος του στρατοπέδου Auschwitz – Birkenau, 60 Km δυτικά της Κρακοβίας

Το Zamość, μια μικρή πόλη της ανατολικής Πολωνίας, είναι γνωστό ως η γενέθλια πόλη της Rosa Luxemburg. Κι όμως εκεί, σ’ αυτό το μικρό, γεωγραφικά, κομμάτι γης, έλαβε χώρα ένα από τα ειδεχθέστερα εθνοτικά εγκλήματα που έχουν καταγραφεί τον περασμένο αιώνα.

Πριν την επέλαση του Χιτλερικού ολοκληρωτισμού, η φιλήσυχη πόλη αριθμούσε περισσότερους από 30.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι μισοί ήταν Εβραίοι. Τον Οκτώβριο του 1942, το σύνολο των Εβραίων κατοίκων του Zamość μεταφέρθηκε βιαίως στο στρατόπεδο του Belzec, για να επανδρώσουν τα τάγματα καταναγκαστικής εργασίας. Οι γηγενείς Πολωνοί κάτοικοι της περιοχής πέθαναν αβοήθητοι κατά χιλιάδες στη διάρκεια του αδυσώπητου χειμώνα, ενώ τα μικρά παιδιά που εμφάνιζαν τα «καθαρά» φυλετικά χαρακτηριστικά που ταίριαζαν στα πρότυπα της άριας φυλής, απομακρύνθηκαν από τους γονείς τους και δόθηκαν προς υιοθεσία σε επίλεκτες οικογένειες – μέλη των SS.

Οι ναζί, αποφασισμένοι να επιβάλλουν το δίκαιο του ισχυρού, δεν υπολόγιζαν διόλου τα γεωγραφικά σύνορα, το διεθνές δίκαιο ούτε βέβαια και τη Κοινωνία των Εθνών. Πρωταρχικός τους στόχος ήταν να απελευθερώσουν τις γερμανικές μειονότητες που ζούσαν επί των ξένων εδαφών (Πολωνία, Ουκρανία, Τσεχοσλοβακία). Η ιδέα στην οποία θα έπρεπε να βασίζεται η Ευρώπη, κατά τη Χιτλερική ιδεολογία, δεν ήταν γεωγραφική αλλά φυλετική, ενισχυόμενη από τη στρεβλή ιδέα της «καθαρότητας».

Διασημότερο σαφώς από το – σχεδόν άσημο – Zamość, είναι το Auschwitz – Birkenau. Το στρατόπεδο του Auschwitz άρχισε να λειτουργεί τον Ιούνιο του 1940, «φιλοξενώντας» εκατοντάδες Πολωνούς, οι οποίοι ασχολήθηκαν με καταναγκαστικές εργασίες, χτίζοντας μεταξύ άλλων και το κρεματόριο. Λίγους μήνες μετά οι φούρνοι (είχαν χωρητικότητα 100 ατόμων την ημέρα) άρχισαν να αποτεφρώνουν τα πρώτα πτώματα. Το στρατόπεδο Birkenau άρχισε να λειτουργεί περίπου ένα χρόνο αργότερα. Έτσι το σύμπλεγμα των δυο στρατοπέδων μοιράζονταν τις αρμοδιότητες της καταναγκαστικής εργασίας (για τους υγειονομικά ικανούς αιχμαλώτους) και της εξόντωσης (για τους ανίκανους προς εργασία).

Παράλληλα υπήρχαν εν πλήρη λειτουργία και άλλα τέσσερα στρατόπεδα θανάτου: το Belzec, το Sobibor, το Chełmno και η Treblinka. Από αυτά, σχεδόν κανένας αιχμάλωτος δεν κατάφερε να βγει ζωντανός.

Η πρώτη μεγάλη ομάδα Εβραίων κατέφθασε στο Auschwitz στις αρχές του 1942 (Σλοβάκοι, Ολλανδοί, Βέλγοι, Γάλλοι). Κάθε αιχμάλωτος είχε μαζί του ελάχιστα τρόφιμα, μια καραβάνα, μια κουβέρτα, ένα ζεύγος παπούτσια και μια μικρή βαλίτσα στην οποία αναγράφονταν το όνομά του. Στα τέλη του 1942 υπολογίζεται πως είχαν εξολοθρευτεί σχεδόν 4 εκατομμύρια Εβραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είναι η πραγματική μνήμη, οι μάρτυρες, την εξομολόγηση των οποίων δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ακούσουμε.

Ο Primo Levi, από τους ελάχιστους επιζήσαντες του Auschwitz καταγράφει: «εμείς οι επιζήσαντες είμαστε, εκτός από μια πολύ μικρή μειονότητα, και μια μη-αντιπροσωπευτική μειονότητα. Εμείς είμαστε αυτοί που, χάρη στις υπεκφυγές, την επιδεξιότητα ή την τύχη, δεν γνωρίσαμε το χειρότερο» (από το βιβλίο: Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν).

Επίσης, στο ίδιο βιβλίο, ο Levi περιγράφει ότι κατά τη διάρκεια της φυλάκισης τους, ο ίδιος αλλά και οι συγκρατούμενοί του βασανίζονταν σχεδόν όλοι από έναν επαναλαμβανόμενο εφιάλτη: ότι γύριζαν στο σπίτι και διηγούνταν τις φρικαλεότητες που είχαν ζήσει σε κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο, αλλά αυτοί δεν τους έδιναν σημασία. Τους γύριζαν τη πλάτη, αμίλητοι, και απομακρύνονταν.

Εν μέρει, ο εφιάλτης αυτός του συγγραφέα έγινε πραγματικότητα. Το Auschwitz και η φρικιαστική ιστορία που το συνοδεύει, κατέληξε να γίνει, για τον περισσότερο κόσμο, ένα απλό σύμβολο παρά μια ειδεχθής πραγματικότητα. Σήμερα το στρατόπεδο Birkenau υφίσταται τη φθορά του χρόνου. Το αγκαθωτό πλέγμα έχει πια σκουριάσει, τα περισσότερα ξύλινα μπλοκ κτιρίων σαπίζουν και μόνο οι καμινάδες στέκονται όρθιες για να θυμίζουν τις ζωές των αθώων που εξατμίστηκαν.

Σήμερα, όπως έχει καθιερωθεί εις ανάμνηση της ανευ όρων συνθηκολόγησης της Γερμανίας την 9η Μαΐου 1945, η ευρώπη θα γιορτάσει την επέτειο της λήξης του αιματηρού Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Τη νίκη των συμμάχων επί του φασιστικού άξονα. Την ίδια ώρα όμως, οι δρόμοι γύρω από τα μαρτυρικά στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι ξανά γεμάτοι με φασιστικά σύμβολα και κέλτικους σταυρούς και μια χώρα όπως η Ελλάδα, που πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος, φιλοξενεί στο κοινοβούλιό της το φιλοναζιστικό κόμμα με τα υψηλότερα ποσοστά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ίσως αυτό να είναι ένα σύμπτωμα της εποχής και τίποτα παραπάνω (είναι;).

Κατά μια άποψη το Ολοκαύτωμα των Εβραίων μπορεί να θεωρηθεί ως έκφανση ενός απόλυτου θρησκευτικού παραλογισμού, ενός γιγάντιου ηθικού εκτροχιασμού. Όμως αυτή η εξήγηση δεν έχει και τόσους πολλούς υποστηρικτές. Ίσως γιατί είναι πολύ πιο ανησυχητική απ’ όλες τις παραδοσιακές θεωρίες που εμμένουν στον αντισημιτισμό και στη μοχθηρία των ναζί. Αυτό σημαίνει ότι ένας παρόμοιος συλλογικός διωγμός, με τις σημερινές παντοδύναμες τεχνολογίες και τα σύγχρονα συστήματα καταστολής και χειραγώγησης, αύριο μπορεί να ξανασυμβεί σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου και εναντίον κάποιας άλλης ομάδας ανθρώπων. Οι πρόθυμοι υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν.

Μερικά βίντεο της εποχής από το βρετανικό δικτυακό αρχείο του British Pathé: 1, 2, 3.

Επίλογος, με τα λόγια του Albert Camus, ο οποίος ήταν εκ των ελαχίστων διανοούμενων που αντέδρασαν (εν μέσω ενθουσιασμού) για τη ρίψη των βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, που σηματοδότησαν και τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου:

«Μας κάνουν γνωστό εν μέσω ενθουσιωδών σχολίων ότι οποιαδήποτε πόλη μεσαίου μεγέθους μπορεί να ισοπεδωθεί ολοκληρωτικά από μια βόμβα μεγάλη όσο μια μπάλα ποδοσφαίρου.

Αμερικανικές, αγγλικές αλλά και γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε περίτεχνες εκθέσεις ιδεών για το μέλλον, το παρελθόν, τους εφευρέτες. Μιλούν για το κόστος, τον ειρηνικό προσανατολισμό και τα πολεμικά αποτελέσματα, τις πολιτικές συνέπειες ακόμα και για τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της ατομικής βόμβας.

Συνοψίζουμε σε μια μόνο φράση: Ο μηχανικός πολιτισμός κατόρθωσε να φθάσει εως τον έσχατο βαθμό αγριότητας. Στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον, θα χρειαστεί να επιλέξουμε τη συλλογική αυτοκτονία ή την ευφυή χρήση των επιστημονικών κατακτήσεων.

Μπροστά στις τρομακτικές προοπτικές που ανοίγονται στην ανθρωπότητα, θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ακόμα καλύτερα ότι η ειρήνη είναι η μόνη μάχη που αξίζει τον κόπο να δοθεί. Δεν πρόκειται πια για μια παράκληση, αλλά για μια εντολή που πρέπει να ανεβεί από τους λαούς στις κυβερνήσεις. Είναι η εντολή να επιλέξουν οριστικά την κόλαση ή τη λογική».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Advertisements