Constructing the «Other»

Alberto Giacometti. Platz, 1948

Alberto Giacometti. Platz, 1948

Ο λόγος που εκφώνησε η Azra Nuhefendic* στις 25/11/2010, κατά την παραλαβή του διεθνούς βραβείου «Writing for Central and Eastern Europe», από το Αυστριακό Εθνικό Πρακτορείο Ειδήσεων (APA).

Η κατασκευή του «άλλου»

Είναι προνόμιο και μεγάλη τιμή να βρίσκομαι απόψε εδώ, έχοντας κερδίσει μια βράβευση με τέτοιο κύρος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Πριν από την ομιλία μου, θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το βραβείο στην αδελφή μου Έσα, που δεν ζει πια: με υποστήριζε όταν ένιωθα αποθαρρημένη, μου πρόσφερε εμπιστοσύνη όταν αισθάνθηκα να αποτυγχάνω και με ενθάρρυνε όταν ένιωθα απελπισμένη. Ξέρω ότι θα ήταν ευτυχισμένη αν με έβλεπε εδώ απόψε.

Αυτό το βραβείο θα ήταν μια πολύ σημαντική αναγνώριση για τον καθένα. Πολύ περισσότερο για κάποια σαν εμένα, που προέρχομαι από το Σεράγεβο. Εάν εκείνοι που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική επίθεση στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη το 1992, με σκοπό την καταστροφή της χώρας και την εξάλειψη των ανθρώπων της, είχε πετύχει στην αποστολή τους, δεν θα ήμουν ζωντανή, πόσο μάλλον δεν θα βρισκόμουν εδώ σήμερα, και ασφαλώς η φωνή μου δεν θα ήταν σε θέση να ακουστεί δημόσια, σε μία από τις πιο σημαντικές πολιτιστικές πρωτεύουσες της Ευρώπης, όπως η Βιέννη.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Τώρα, θα ήθελα να πω λίγα λόγια σχετικά με το να είναι κανείς ο «άλλος», ή να τον καθιστούν και να τον παρουσιάζουν ως «άλλο» («othering»). Για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή η διαδικασία που δημιουργεί τον «άλλο», η κατασκευή του άλλου, κατά τη γνώμη μου, έχει εμφανισθεί και πάλι στη σημερινή Ευρώπη, με την μαζική απέλαση των μεταναστών Ρομά από τη Γαλλία ως ακραίο παράδειγμά της μέχρι τώρα. Πιστεύω ότι η «κατασκευή του άλλου» είναι μια σοβαρή πρόκληση για την σημερινή Ευρώπη, και θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο σημαντική για το μέλλον της.

Δεύτερον, επειδή σε προσωπικό επίπεδο, με το να δηλώνουν εμένα την ίδια ως διαφορετική, ή ως «άλλη», η ζωή μου πήρε μια απροσδόκητη και ανεπιθύμητη τροπή. Η αλλαγή αυτή ξεκίνησε πριν από 20 χρόνια. Στη νέα πατρίδα μου, την Ιταλία, είμαι ακόμη ανόμοια, αταίριαστη, αν και όχι με δραματικό τρόπο και χωρίς καμία από τις επικίνδυνες συνέπειες που είχε αυτό για μένα στη δεκαετία του 1990.

Είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο να είναι κανείς διαφορετικός, και θα έλεγα κάτι πολύ ευπρόσδεκτο, όχι μόνον για την ανθρωπότητα, αλλά και για το σύμπαν ολόκληρο. Και να ευχαριστούμε τον Θεό που είμαστε ανόμοιοι, που ο κόσμος είναι ποικιλόμορφος. Αυτό κάνει τη ζωή μας να συνεχίζεται, την κάνει πιο πολύχρωμη, πιο ενδιαφέρουσα και ελκυστική. Το αντίθετο θα ήταν ομοιομορφία και πλήξη.

Αυτή η ποικιλομορφία, η οποία είναι κάτι φυσικό και θετικό, δεν πρέπει να συγχέεται με την «κατασκευή του άλλου», η οποία είναι μια τεχνητή διαδικασία, και η οποία έχει συνήθως αρνητικές συνδηλώσεις και συνέπειες.

Το να είσαι διαφορετικός γίνεται επικίνδυνο, όταν μια απλοϊκή αναγνώριση της κανονικής ανθρώπινης ποικιλομορφίας συνδυάζεται με εθνοκεντρική σκέψη. Αυτό οδηγεί σε μια τάση να αντιπροσωπεύουν «οι άλλοι», κάτι που είναι κατηγορηματικά, τυπολογικά, θεμελιωδώς, διαφορετικό.

Εθνοκεντρισμός είναι η τάση να βλέπει κανείς τον δικό του πολιτισμό ως τον ανώτερο, τον πιο ωραίο, λογικό, ευαίσθητο και αληθινό, και στη συνέχεια, κατ’ επέκταση, να βλέπει τους πολιτισμούς άλλων λαών, ως κατώτερους, όχι καλούς, ή ως αξιοπερίεργους.

Σε ορισμένες κοινωνικές ή ιστορικές συνθήκες, όπως σε μια οικονομική κρίση, έχουμε την τάση, ή μπορεί να ενθαρρυνθούμε, να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους, κοινωνικές ομάδες ή ολόκληρες κοινωνίες, των οποίων η ζωή και οι ιστορικές εμπειρίες διαφέρουν από τις δικές μας, ως κάτι «διαφορετικό» (πράγμα που είναι αληθινό) και ακατανόητο (που δεν είναι αλήθεια), και να χρησιμοποιούμε αυτό για να τους κρατάμε σε απόσταση από εμάς, και να επιβεβαιώνουμε εκ νέου τη δική μας «κανονικότητα».

Το να κατηγοριοποιούμε ένα άτομο, ομάδα ή ένα ολόκληρο έθνος ως «άλλο», πάντοτε είχε έναν συγκεκριμένο σκοπό. Ανακηρύσσοντας κάποιον ως «άλλο», οι άνθρωποι τείνουν να τονίζουν αυτό που κάνει αυτόν/ή αυτούς ανόμοιο/ους, αταίριαστους με την δική τους κοινωνία, τους ανθρώπους τους, το έθνος τους, τη θρησκευτική ομάδα τους, τη φυλή τους και ούτω καθεξής. Και συχνά οι ηγέτες έχουν την τάση να εκμεταλλεύονται τέτοιες αντιλήψεις για σκοπούς πολιτικούς.

Οι πρόσφατοι γενοκτόνοι πόλεμοι στη Ρουάντα και την πρώην Γιουγκοσλαβία, μας υπενθυμίζουν ότι η «κατασκευή του άλλου» μπορεί να είναι ένα εργαλείο του τρόμου που έχει ως αποτέλεσμα μίσος και βία που διαρκεί πολλές γενιές.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω, από τη δική μου εμπειρία, πώς λειτουργεί η διαδικασία της «κατασκευής του άλλου». Είμαι Βόσνια, Βόσνια Μουσουλμάνα για να είμαι ακριβής. Πριν από τον πόλεμο, έζησα και εργάσθηκα στο Βελιγράδι της Σερβίας, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Δεν είχα κανένα πρόβλημα στη ζωή μου στο Βελιγράδι, πριν από τον πόλεμο. Αντιθέτως, ως επί το πλείστον αισθανόμουν εκεί καλύτερα από ό,τι στην πόλη-πατρίδα μου, το Σεράγεβο: Είχα μια καλή δουλειά, απολάμβανα την αναγνώριση για την εργασία μου, είχα πολλούς συναδέλφους, φίλους και γνωστούς.

Με κανένα τρόπο δεν ήμουν θεμελιωδώς διαφορετική από τους συναδέλφους μου δημότες του Βελιγραδίου, και τίποτε στο ντύσιμο, στη διατροφή, στη γλώσσα, στη φυσική εμφάνιση, στις συνήθειες ή στη νοοτροπία δεν με ξεχώριζε από αυτούς.

Στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η θρησκεία, το μόνο πράγμα που σήμαινε τελικά μια διάκριση, δεν ήταν κάτι που είχε ιδιαίτερη σημασία. Η πλειοψηφία του πληθυσμού στην πρώην Γιουγκοσλαβία ήταν αθεϊστική, και τις πεποιθήσεις όσων ήταν θρησκευόμενοι, όπως η Αντιέλκα (Andjelka, από το υποκοριστικό του γυναικείου ονόματος Antje, παραλλαγή της Άννας, πιο συνηθισμένη στη Βόρεια Γερμανία, Ολλανδία, Πολωνία, μερικές φορές και της Αγγελικής), της καλύτερης φίλης μου εκείνες τις μέρες, η οποία προέρχεται από μια θρησκευόμενη Ορθόδοξη Χριστιανική οικογένεια, τις αντιμετώπιζαν όπως έπρεπε, δηλαδή ως ιδιωτική υπόθεση.

Έτσι, η θρησκεία, η οποία πριν από τον πόλεμο ήταν η μόνη κατηγορία που θα μπορούσε ίσως να με καταστήσει «την άλλη», δεν ήταν μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μένα και «αυτούς» (τους Σέρβους), και δεν ήταν βάση για οποιαδήποτε διάκριση ή δράση.

Ωστόσο, καθώς ήμουν Βόσνια, έπρεπε να υπομείνω μερικά από τα στερεότυπα που ίσχυαν για όλους τους Βόσνιους, ανεξαρτήτως αν ήταν Ορθόδοξοι, Καθολικοί ή Μουσουλμάνοι. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία, εμάς τους Βόσνιους, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές μας καταγωγές, μας θεωρούσαν καλούς αλλά βαρετούς ανθρώπους, αστείους, κάπως συντηρητικούς, με καλή αίσθηση του χιούμορ.

Φυσικά μπορεί να διαθέτω όλα ή κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά σε γενικές γραμμές, έτσι θα με έβλεπαν οι άνθρωποι, μιας και κατάγομαι από τη Βοσνία. Θα ήθελα να τονίσω ότι αυτή δεν ήταν η εικόνα ενός Βόσνιου Μουσουλμάνου ή μιας Μουσουλμάνας, όπως εγώ, αλλά των Βοσνίων στο σύνολό τους.

Στις αρχές του 1990, καθώς οι εθνικοί ηγέτες και οι πολιτικοί μας άρχιζαν τις προετοιμασίες για πόλεμο, ξεκίνησε η διαδικασία ενίσχυσης της Σερβικής εθνικής ταυτότητας. Η «κατασκευή του άλλου» ήταν επιτακτική ανάγκη για την αίσθηση της εθνικής ταυτότητας και ενότητας, και κατά συνέπεια ο αποκλεισμός όλων εκείνων που δεν ταίριαζαν με «εμάς» ήταν επίσης υψίστης σημασίας. Έτσι, κυριολεκτικά εν μία νυκτί, έπαυσα να είμαι μια φίλη, μια συνάδελφος, μια γειτόνισσα, ένα ανθρώπινο ον. Έγινα «άλλη», και η «κατασκευή του άλλου» χρησιμοποιήθηκε για να διακρίνομαι «εγώ» από «αυτούς».

Το μόνο πράγμα που είχε σημασία ήταν ότι ήμουν, λόγω καταγωγής, μια Βόσνια Μουσουλμάνα. Η αρχαϊκή, υποτιμητική ετικέτα για τους Βόσνιους Μουσουλμάνους επανήλθε σε χρήση: είμασταν καταχωρημένοι ως «balije» (νταντάδες) ή Τούρκοι. Ακόμη και κάποιοι από τους συναδέλφους μου σταμάτησαν να με αποκαλούν με το όνομά μου, αλλά με ανέφεραν ως «Τουρκάλα», υπονοώντας ότι ήμουν ξένη, «άλλη», ότι ήμουν μέρος μιας ομάδας που δεν ανήκει στην Ευρώπη, πράγμα που σημαίνει ότι ήρθαμε από κάπου αλλού, και κατά συνέπεια, δεν είχαμε κανένα δικαίωμα να ζούμε στη Βοσνία, επί Ευρωπαϊκού εδάφους.

Παρά το γεγονός ότι προέρχομαι από οικογένεια που δεν ήταν καθόλου θρησκευόμενη, και δεν έχω συμμετάσχει ποτέ σε θρησκευτικά καθήκοντα κάποιας θρησκείας και ποτέ δεν έχω αισθανθεί Μουσουλμάνα, ό,τι και να σημαίνει αυτό, ήμουν κατηγοριοποιημένη ως τέτοια. Η ετερότητα μου ήταν κατασκευασμένη, και η μόνη βάση για να την κάνουν εύλογη, ήταν να με τοποθετήσουν σε μια θρησκευτική κατηγορία, δηλώνοντάς με ως Μουσουλμάνα, πράγμα που στο σημερινό κόσμο συνδέεται συχνά με φονταμενταλισμό, με τρομοκρατία, με τον εχθρό, με μια πηγή κινδύνου.

Τι συνέβαινε σε ατομικό επίπεδο ήταν ακόμη πιο δραματικό στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, μια χώρα όπου ένα ολόκληρο έθνος τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων υποβλήθηκε σε «κατασκευή του άλλου». Όπως συνέβη στην πρώην χώρα μου, η κατασκευή του άλλου εξελίσσεται συχνά σε δαιμονοποίηση και αποβολή της ανθρώπινης ιδιότητας μιας ολόκληρης ομάδας ανθρώπων και μπορεί να οδηγήσει σε μίσος και βία που κρατά για πολλές γενιές.

Εκείνες τις ημέρες, ο πρώην Σερβοβόσνιος ηγέτης Ράντοβαν Κάρατζιτς διακήρυξε αυτή τη διαδικασία της κατασκευής του άλλου, με αντικείμενο τους Βόσνιους Μουσουλμάνους, ως την ζωτικής σημασίας προσφορά που έκαναν οι Σέρβοι, λέγοντας ότι «μια μέρα η Δύση θα είναι ευγνώμων στους Σέρβους, επειδή υπερασπιζόμαστε τις Χριστιανικές αξίες και πολιτισμό».

Η ετερότητα σε ακραίες περιπτώσεις νομιμοποίησε τον πόλεμο, μαζικά εγκλήματα, πολιορκίες πόλεων, καταστροφή, εθνοκάθαρση, στρατόπεδα συγκέντρωσης, μαζικούς βιασμούς γυναικών και κοριτσιών. Και όλα αυτά, τα οποία υπό κανονικές συνθήκες θα προκαλούσαν αηδία στους απλούς ανθρώπους, έγιναν αποδεκτά από αυτούς, επειδή το αντικείμενο των κακουργημάτων ήταν οι άλλοι.

Από τον πόλεμο στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και μετά, με ρωτούν συχνά ποια είναι η διαφορά μεταξύ των λαών της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ή πώς θα μπορούσε κανείς να διακρίνει ποιος είναι ποιος; Δεν είναι απαραίτητες εμφανείς ή αφανείς διαφορές για τη δημιουργία «του άλλου». Καθώς είμαι Ευρωπαία, για μένα οι Ινδοί και οι Πακιστανοί μοιάζουν ίδιοι, όμως υπήρξαν εχθροί επί σχεδόν έναν αιώνα.

Ποιος από εμάς μπορεί να διακρίνει ποιος είναι Τούτσι και ποιος Χούτου στη Ρουάντα; Ίσως το πιο δραστικό παράδειγμα της δημιουργίας του «άλλου» είναι η Βόρεια και η Νότια Κορέα: ένας λαός, δύο τεχνητά κατασκευασμένες χώρες, και μια σύγκρουση εδώ και δεκαετίες, που εξελίσσεται, προχωρά με τη δημιουργία μιας ετερότητας.

Τώρα, ας γυρίσουμε πίσω στην Ευρώπη, των ημερών μας. Ζώ στην Ιταλία εδώ και 15 χρόνια. Η κοινωνική μου κατάσταση έχει σταδιακά αλλάξει, αλλά έχει παραμείνει ένα σταθερό χαρακτηριστικό. Εξακολουθώ να εκλαμβάνομαι ως διαφορετική. Υποθέτω ότι αυτή θα είναι η θέση μου για όλο το υπόλοιπο της ζωής μου, αφού είμαι διαφορετική στην Ιταλία, αλλά όταν επιστρέφω πίσω στο Σεράγεβο είμαι επίσης διαφορετική και εκεί.

Αλλά αυτό είναι ΟΚ, είναι φυσικό, είναι μια ανομοιότητα χαμηλού επιπέδου, χαμηλής έντασης. Έχω μάθει επίσης ότι το να εκλαμβάνεσαι ως διαφορετικός, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπων που προέρχονται από τις Βαλκανικές χώρες ή από χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Προετοιμάζοντας αυτήν την ομιλία, διάβασα μια ιστορία της Αμερικανίδας συγγραφέως Linda Lappin, η οποία ζει σ’ ένα μικρό χωριό στην κεντρική Ιταλία. Ακόμη και οι Αμερικανοί, οι πολίτες μίας από τις πλουσιότερες χώρες στον κόσμο, μπορεί να είναι «άλλοι». Γράφει:

«Οι στάσεις, τα στερεότυπα, απέναντι στους ξένους, κυρίως τους Αμερικανούς, είναι πάντοτε ζωντανές σε ένα χωριό όπως αυτό, όπου η ίδια η λέξη straniero (ξένος) ερμηνεύεται υπό τη στενή έννοια του όρου. Ακόμη και άνθρωποι από το χωριό που βρίσκεται σε απόσταση ένα μίλι δρόμο, θεωρούνται ως αουτσάιντερ».

Εφ’ όσον ο «άλλος» ή η ετερότητα παραμένει σε χαμηλό επίπεδο, στα φυσικά της όρια, δεν πρέπει κανείς να ανησυχεί. Όπως παρατηρεί η προαναφερθείσα Αμερικανίδα συγγραφέας, «η ετερότητα είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, που μπορούμε εύκολα να απορρίψουμε».

Αυτό που με ανησυχεί, είναι ότι σήμερα, στην Ευρώπη στην οποία ανήκω τώρα χάρις στην Ιταλική μου υπηκοότητα, η κατασκευή του «άλλου» ή της ετερότητας, είναι όλο και πιο συχνή. Η πρακτική αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με τον φόβο μας. Είμαστε όλο και περισσότερο τρομοκρατημένοι από τους εγκληματίες, από τους ομοφυλόφιλους, από τους μετανάστες, από τους αθεϊστές, από μία κοινωνία πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική, από την πολιτική, από τους πολιτικούς, από την κυβέρνηση, από τη ρύπανση του περιβάλλοντος και ούτω καθεξής.

Η σύγχρονη Ευρωπαϊκή κοινωνία έχει γίνει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε όλα τα είδη του φόβου, και, συνεπώς, εύκολα χειραγωγείται. Οι «άλλοι» είναι πάντοτε πρόχειροι, και ένας εύκολος στόχος.

Δεν λέω ότι η Ευρώπη κατευθύνεται προς έναν πόλεμο, αλλά για να προστατεύσουμε το «εμείς» – τους εαυτούς μας, εμείς οι Ευρωπαίοι μπορεί να γινόμαστε πρόθυμοι να αποδεχθούμε παραβιάσεις μερικών θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων – των «άλλων» φυσικά – ή έναν ορισμένο βαθμό επιθετικότητας προς τους άλλους. Ως κάποια που κάποτε επέζησε της κατασκευής του άλλου, της διαφορετικότητας, είμαι ίσως πιο ευαίσθητη απέναντι σ’ αυτή τη διαδικασία.

Φυσικά σήμερα, δεν μπορούμε να πούμε στους μετανάστες «να πάτε στα σπίτια σας», αλλά το μήνυμα που μπορεί να ακουσθεί, είναι ότι «αυτή εδώ είναι η χώρα μας, ή να την αγαπήσεις ή να φύγεις από εδώ», που σημαίνει ακριβώς αυτό, και φαίνεται να είναι αρκετά αποδεκτό από τους πιο πολλούς από μάς. Αυτό το μήνυμα μας φέρνει στο νου τον Γάλλο φασίστα διανοούμενο Robert Brasillach, ο οποίος στη δεκαετία του 1930 μίλησε για «μετριοπαθή αντισημιτική πολιτική». Στη σημερινή Ευρώπη, φαίνεται ότι «μια μετριοπαθής αντι-μεταναστευτική πολιτική /προστασία» είναι αρκετά ΟΚ.

Αλλά δεν είναι καλή, και στη σύγχρονη και πολιτισμένη κοινωνία, η κατασκευή του άλλου δεν πρέπει ποτέ να είναι ΟΚ.

Ως κατακλείδα: Ήρθα εδώ συνοδευόμενη από δύο νέους ανθρώπους: από την ανιψιά μου Μάσα και τον ανιψιό μου Ίγκορ. Δραπέτευσαν από τον πόλεμο στην ηλικία του ενός και τεσσάρων ετών, έχουν μεγαλώσει στην Ιταλία. Μητρική τους γλώσσα είναι η Βοσνιακή, αλλά η πρώτη τους γλώσσα είναι η Ιταλική. Προτιμούν μια καλή Ιταλική πίτσα από ένα τυπικό πιάτο της Βοσνίας με πίτα (πρόκειται για μια πράξη εσχάτης προδοσίας, σύμφωνα με τη γιαγιά τους!).

Ο Ίγκορ και η Μάσα είναι Ιταλοί από κάθε άποψη, και την νομική. Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μεταναστών δεύτερης γενεάς, στο παρελθόν είχαν δυσκολευθεί να αποδεχθούν ότι είναι επίσης και Βόσνιοι. Με τον καιρό έχουν συμβιβασθεί και με αυτό.

Έτσι, αυτοί οι δύο νέοι άνθρωποι, όπως και πολλοί όμοιοί τους σε όλη την Ευρώπη, μιλώντας και για λογαριασμό των «άλλων», ένωσαν εμάς και αυτούς. Και δεν μπορώ να δώ καμία αντίφαση στο να υπάρχει το ένα, ή το «άλλο», ή και τα δύο ταυτόχρονα, στο ίδιο και το αυτό πρόσωπο.

Για μένα, αυτοί αντιπροσωπεύουν εκείνη την Ευρώπη που ονειρευόμουν ανέκαθεν.

*Η ομιλία της Azra Nuhefendic (και η Αγγλική της απόδοση) δημοσιεύτηκε στο Osservatorio Balcani Caucaso. Η Azra Nuhefendic είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας από το Σεράγεβο, εργάσθηκε στην Ραδιοτηλεόραση του Βελιγραδίου, στην Τεργέστη και τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Το 1986 τιμήθηκε από την Ραδιοτηλεόραση του Βελιγραδίου για τη δημοσιογραφία της γύρω από τους ανθρακωρύχους στο Κοσσυφοπέδιο, το 1989 της απονεμήθηκε το εθνικό βραβείο για το ρεπορτάζ περί της επανάστασης στη Ρουμανία, το 2004 τιμήθηκε με το διεθνές ιταλικό βραβείο Dario d’ Angelo και το 2010 με το διεθνές βραβείο «Writing for Central and Eastern Europe», που απονέμεται από το Αυστριακό Εθνικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Η ελληνική απόδοση του λόγου της Azra Nuhefrendic δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 12/05/2013, στο ιστολόγιο Μετά την κρίση.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε σχετική αρθρογραφία της Azra Nuhefendic στο Osservatorio Balcani Caucaso.

Advertisements