λέξεων μνήμη, της ιστορίας βουβή ηχώ

«17 Νοέμβρη 1973». Έργο του χαράκτη Τάσσου Αλεβίζου

Του Πολυτεχνείου

Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ’ απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ’ αυγά με τις πορδές!

Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
– Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι!

– Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά ‘θελες αγόρι;
– Θά ‘θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω..

Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν’ αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες και αν.. και αν..
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία..
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)

Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ’ στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.

Άχθος Αρούρης (1973)

*

Μικρός Τύμβος

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με τον ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.

Νικηφόρος Βρεττάκος. Παραλειπόμενα (1981)

*

17 Νοέμβρη 1989

Θητεύσαμε παιδιά στη νύχτα με ένα σταφύλι θυμού ατρύγητο.
Τι αμόλυντη περηφάνια είχαν τα λόγια μας φωτίζοντας το θαύμα πού θαύμα δεν έγινε.

Είναι από τότε που η μνήμη ερπετό ξυπνάει και τρώει απ’ τη θλίψη και
ύστερα λουφάζει σε τάφο συλλημένο, γιατί πάντα θα ανθίζει η στοργή
για τα ναυάγια που επιστρέφουν παράδοξα όπως σκιές του φονιά μέσα
στα όνειρα.

Και είναι από τότε που βγάζουν στο σφυρί τα κουρέλια εκείνου του
πάναγνου έρωτα, του πάναγνου έρωτα. Και όσοι τάχθηκαν πρώτοι,
εξαργύρωσαν την κραυγή μας ερήμην.

Από κείνη τη νύχτα, ό,τι και αν πω, φωνάζει σαν αίμα.

Ηλίας Γκρης. Το ερπετό που ξυπνάει (1993)

*

Ο εκφωνητής

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου
γενναίο παιδί:
Εδώ Πολυτεχνείο!
Εδώ Πολυτεχνείο!
Σας μιλάει ο σταθμός
των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών
των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!

Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες
μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε
το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου
γεμίζοντας τους αιθέρες μ’ ανατριχίλες και δάκρυα.
Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος
μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια
ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς
που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου
κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε
προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις.
Γιατί χρόνια και χρόνια σ’ αυτό τον τόπο
είναι στη μοίρα του ν’ ακούει αυτό το τραύλισμα
που δεν προφταίνει να γίνει φωνή
που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος
και μουσική αναστάσιμη.
Γιατί χρόνια και χρόνια
στην κρίσιμη στιγμή
τα δολερά χέρια των τυράννων
υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου.

Λουκάς Θεοδωρακόπουλος. Αναδρομή (1978)

*

Το σώμα και το αίμα

Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα
σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα
τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
απόρθητο βάθος
απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
σπασμένο ποτήρι
κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι.

Γιάννης Ρίτσος. Το σώμα και το αίμα (1977)

*

Δοκίμιο ’73 – ’74

Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου.
Τώρα η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ’ το υπόγειο ως τον αυχένα.
Κάποιος ανεβαίνει μ΄ ένα τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των
ειδήσεων. Στη μικρή οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσσονται σταθερά δίχως
πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με τετραγωνισμένο
φως. Ιαχές. Το πλήθος.

Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρείς διαστάσεις ακτινογραφούν
εισερχομένους εξερχομένους διερχομένους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά
μέσα τους σαφώς οπλισμένα.

Το πλήθος φεύγει              έφυγε.

Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8) στη πλάτη σου ετών
ας πούμε 24 καμμιά ταυτότητα.

Τάκης Σινόπουλος. Το Χρονικό (1975)

*

Ένας πολίτης ελεεινής μορφής

Ωστόσο οι μηχανές μήτε από ιστορία ξέρουν, μήτε από καρδιά. Οι ερπύστριες γύρισαν. Το άγριο τέρας, αναποδογύρισε τη γυναίκα, μάτσισε την άσφαλτο, σκαρφάλωσε στο πεζοδρόμιο. Τα παιδιά, αλύγιστα, τραγουδούσαν ασταμάτητα μπροστά του, σκαρφαλωμένα σαν άγγελοι θεού πάνω στα κάγκελα της πύλης. Μαζί τους πάντα κι εκείνος κι οι δυο του γιοί. Το τέρας μούγκρισε, πήρε φόρα, ώρμησε. Η πύλη γκρεμίστηκε στο λεφτό, έγινε άμορφος σωρός, χώματα, σίδερα. Ο όλεθρος κι ο θάνατος πέρασαν από πάνω αδάκρυτοι, αλέθοντας πέτρες, τραγούδια και σάρκες.

Με την αύριο, όταν οι δυνάμεις της «εξουσίας» καθάριζαν τον τόπο της σφαγής απ’ τα αίματα και τις άλλες ακαθαρσίες, βρήκαν μες στο σωρό ένα κομμάτι ξεσκισμένο σακκακιού, με μιαν ανοιχτή τσέπη να χάσκη μπροστά στα βαριεστημένα τους μάτια. Μεσ’ απ’ αυτήν την τσέπη ξεμύτιζε ένα βρώμικο χαρτί. Το τράβηξαν, το εξέτασαν. Διάβασαν τούτα τα γράμματα με μολύβι.

Κ α τ α γ γ έ λ λ ω

Κ α τ α γ γ έ λ λ ω  τ ο ν  ε α υ τ ό  μ ο υ,  π ο υ  δ ε ν  ξ ύ π ν η σ α  π ι ο  μ π ρ ο σ τ ά,

π ο υ  δ ε ν  ξ ε σ η κ ώ θ η κ α  π ι ο  μ π ρ ο σ τ ά,  ν’  α ν τ ι σ τ α θ ώ  σ τ η  β ί α

κ α ι  σ τ ο ν  τ ρ ό μ ο.

Κ α τ α γ γ έ λ λ ω  τ ο ν  ε α υ τ ό  μ ο υ,  π ο υ  υ π ή ρ ξ α  έ ν α ς  π ο λ ί τ η ς

ε λ ε ε ι ν ή ς  μ ο ρ φ ή ς.

Τάκης Χατζηαναγνώστου. Ένας πολίτης ελεεινής μορφής (1975)

Advertisements