τα νούμερα

“Θανάση, πιάσε ένα βαρύγλυκο”

“Έγινε Γιώργη”

Έκλεισε πίσω του την πόρτα, αφήνοντας τον αγέρα του Οκτώβρη και τη βαβούρα του δρόμου έξω από το καφενείο. Έπιασε ένα τραπεζάκι στην τζαμαρία, να χαζεύει το πηγαινέλα του κόσμου και να νιώθει το χάδι του ξεθωριασμένου ήλιου που κρεμιόνταν από τον ουρανό. Άνοιξε το μεγάλο φάκελο που κρατούσε και χωρίς να βγάλει το παλτό του έβγαλε ένα πάκο χαρτιά διπλωμένα στα τρία. Οι εξετάσεις του. Το μάτι του έψαξε να βρει με αγωνία το ζάχαρο. Ανεβασμένο.

“Θανάση, τον έφτιαξες τον καφέ?”

“Τώρα τον βάζω Γιώργη”

“Κάν’ τον σκέτο”

“Έφτασε…”

Κοίταξε και τα υπόλοιπα νούμερα, αν εξαιρέσεις τον αιματοκρίτη και τον σίδηρο, όλα τα άλλα ήταν για κλάματα.

“Γεράσαμε Γιώργη”, του πέταξε ο καφετζής καθώς του άφηνε τον καφέ, το νερό και το λουκουμάκι πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι.

“Γεράσαμε…”, ο Θανάσης όμως ήταν ήδη στο βάθος, πίσω απ’ τον πάγκο του και δεν τον άκουσε.

Έβγαλε τα τσιγάρα του, άδειο το πακέτο, τρία τσιγάρα όλα κι όλα. “Φτάνουν για τον καφέ”, σκέφτηκε. Άναψε και για λίγο ξεχάστηκε να χαζεύει τον δρόμο. Μαζεύονταν σύννεφα από πάνω. Ο καφετζής ανασκάλεψε τη σόμπα κι ύστερα έμεινε όρθιος με τη μασιά στο χέρι να χαζεύει δυο γεροντάκια που παίζανε δηλωτή. Στο άλλο τραπέζι που έβλεπε στον δρόμο καθόταν σταυροπόδι ο κυρ-Αντρέας και διάβαζε την εφημερίδα του.

Ο Γιώργης έσβησε το τσιγάρο, ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ του και άνοιξε για δεύτερη φορά τον μεγάλο φάκελο που είχε μπροστά του. Έβγαλε ένα άλλο πάκο χαρτιά με το λογότυπο μιας τράπεζας πάνω πάνω. Το δάνειο, η κάρτα, η μισθοδοσία.

Τα μελέτησε για λίγη ώρα κρατώντας σημειώσεις σε ένα χαρτί με ένα κίτρινο μολυβάκι. Στο τέλος τράβηξε μια παχιά γραμμή κάτω από τα νούμερα που σημείωνε και έκανε την πράξη. Δάγκωσε ανεπαίσθητα τα χείλια του κοιτώντας το νούμερο στο μικρό χαρτί πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι. Όσο περνούσαν οι μήνες, το νούμερο μίκραινε, λες και ήταν ρούχο που έμπαζε στο πλυντήριο, λες και ήταν άνθρωπος και γερνούσε σιγά σιγά. Τράβηξε μια κάθετη γραμμή και άρχισε δίπλα να αραδιάζει κι άλλα νούμερα ψιθυρίζοντας μια αρμαθιά λέξεις με θρησκευτική σχεδόν κατάνυξη η οποία όσο πλήθαιναν τα νούμερα στο χαρτί μετατρέπονταν σε τρόμο.

Λαϊκή, φροντιστήριο, σούπερ μάρκετ, το νοίκι του μεγάλου, τα φάρμακα της μικρής, δώρο για τον γάμο του Μάκη, η ασφάλεια ζωής της Ελένης. Έκανε τη σούμα, ένα μικρό δάγκωμα στα χείλια ξανά. Έβαλε τα δυο νούμερα το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο, τράβηξε μια γραμμή και έμεινε να κοιτάει το καινούριο νούμερο που του έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Άφησε το μολυβάκι του και άναψε το δεύτερο τσιγάρο του. Έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Μισόκλεισε τα μάτια του καθώς ο ετοιμοθάνατος ήλιος χώθηκε ανάμεσα σε δυο γκρίζα σύννεφα και ξεπρόβαλε δειλά δειλά πριν χαθεί οριστικά πίσω από την καταιγίδα που μάνιαζε και ετοιμάζονταν να ξεπλύνει τα πάντα.

Ξανακοίταξε το νούμερο στο χαρτί. Ήξερε πως δεν θα άλλαζε. Ήξερε πως κάτι έπρεπε να κάνει αυτός για να καταπιεί το αυθάδικο νούμερο τη γλώσσα του. Σκέφτηκε κάτι, πήρε το μολυβάκι του, έγραψε ένα νούμερο από κάτω, τράβηξε μια γραμμή, έκανε την πράξη. Άφησε το μολυβάκι, ξανακοίταξε το καινούριο νούμερο. Η γλωσσίτσα παρέμενε εκεί.

Με την άκρη του ματιού του κοίταξε το πακέτο με τα τσιγάρα του, με το τελευταίο τσιγάρο του. Ξανάπιασε το μολυβάκι, έκανε ένα γρήγορο υπολογισμό με το μυαλό του, έγραψε ένα νούμερο κάτω από το καινούριο νούμερο, ξανατράβηξε τη γραμμή, έκανε την πράξη. Τα κατάφερε. Είχε κάνει το νούμερο να καταπιεί τη γλώσσα του. Θα έβγαινε κι αυτός ο μήνας. Ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ του, άναψε το τελευταίο του τσιγάρο και έμεινε να χαζεύει τους ανθρώπους που έτρεχαν να προφυλαχθούν από την μπόρα.

♦  ♦

Κρατούσε ένα μικρό χαρτί με νούμερα και γραμμές. Το κοιτούσε όπως οι μπάτσοι κοιτάνε τα κλεφτρόνια που ανακρίνουν. Ήξερε τι σήμαινε το κάθε νούμερο, ακόμη κι αν μερικά δεν ήταν ίδια με τον προηγούμενο μήνα, ακόμη κι αν κάποια ήταν εδώ για μια και μοναδική εμφάνιση. Το δάνειο, ίδιο κι απαράλλαχτο, η κάρτα, λίγο τσιμπημένη, η μισθοδοσία, αρκετά κουτσουρεμένη, το νοίκι του μεγάλου, το φροντιστήριο, τα φάρμακα, η ασφάλεια ζωής, η λαϊκή, το σούπερ μάρκετ, το δώρο για τον γάμο. Όλα ήταν εκεί. Και στο τέλος ένα νούμερο. Ένα νούμερο αρνητικό.

Χαμογέλασε. Λίγο ειρωνικά, λίγο κουρασμένα, λίγο… Λίγο σαν να έλεγε σε όλους και σε όλα να πάνε να γαμηθούν. Τι σήμαινε αυτό το νούμερο, αυτό το αρνητικό νούμερο? Ότι η ζωή τους ήταν αρνητική? Ότι δεν ήταν αρκετή? Τι? Το βλέμμα της προχώρησε παρακάτω. Ένα νούμερο που δεν καταλάβαινε, ένα νούμερο που δεν αναγνώριζε, ένα νούμερο που δεν έπρεπε να είναι εκεί. Και στο κάτω μέρος του χαρτιού ένα άλλο νούμερο, θετικό αυτή τη φορά.

“Τι είναι αυτό?”, έδειξε το χαρτί στον Γιώργη που καθότανε δίπλα της στον καναπέ.

Σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο του και κοίταξε το μικρό χαρτάκι.

“Θα κόψω το κάπνισμα”, της είπε ατάραχα και χώθηκε πάλι στις σελίδες του βιβλίου του.

Τον κοίταξε τρυφερά, του χαμογέλασε χωρίς να την κοιτάζει και έγειρε και κούρνιασε στην αγκαλιά του.

♦  ♦

“Θανάση, καφέ”

“Έφτασε…”

Έκατσε δίπλα στην τζαμαρία. Τέλη Φλεβάρη, και οι αργοπορημένες Αλκυονίδες ζέσταιναν τις ψυχές και τα κορμιά των ανθρώπων. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα, κλειστό, και ένα κουτάκι σπίρτα. Άναψε και ρούφηξε βαθιά τον καπνό στα πνεμόνια του.

“Καλά ρε, εσύ δεν το είχες κόψει?”, ακούστηκε πάνω από τον ώμο του ο Θανάσης καθώς ακουμπούσε τον καφέ, το νερό και το λουκουμάκι στο μαρμάρινο τραπέζι.

Ο Γιώργης γύρισε και τον κοίταξε. Ο καφετζής κατάλαβε. Είχε δει αυτό το βλέμμα πολλές φορές στη ζωή του, και τελευταία το έβλεπε όλο και πιο συχνά. Έσφιξε τον ώμο του Γιώργη.

“Κερασμένος…”

♦  ♦

“Κυρ-Αντρέα, να δανειστώ την εφημερίδα σου?”

“Το ρωτάς βρε Γιώργη?”

Προσπέρασε τα πολιτικά και τα κοινωνικά, έριξε μια γρήγορη ματιά στα αθλητικά, ίσα ίσα να δει πως πάει η ομάδα, τρεις αγωνιστικές μένανε για το πρωτάθλημα, και έφτασε στις αγγελίες. Πωλητές, σερβιτόροι, μπουφετζήδες, ζευγάρια για τη Γερμανία. Δύο αγγελίες για λογιστές. Έβγαλε το κινητό του, πληκτρολόγησε το πρώτο νούμερο. Καμία απάντηση. Θα ξαναέπαιρνε. Σχημάτισε το δεύτερο. Μια γυναικεία φωνή. Μια κοπέλα γύρω στα 25.

“Κρίτων λογιστικά, καλημέρα σας”

“Καλημέρα σας, τηλεφωνώ για μια αγγελία που έχετε βάλει στη σημερινή εφημερίδα. Πώς μπορώ να σας στείλω το βιογραφικό μου?”

“Πόσων ετών είσαστε?”

“Ορίστε?”

“Πόσων ετών είσαστε…?”

“54”

“Λυπάμαι. Είστε λίγο μεγάλος. Σας ευχαριστούμε που καλέσατε, καλή σας μέρα.”

Η γραμμή έκλεισε. Ξαναπήρε στο πρώτο νούμερο. Η θέση είχε καλυφθεί. Ο Θανάσης έφερε τον καφέ, το νερό και το λουκουμάκι, τα ακούμπησε στο μαρμάρινο τραπέζι.

“Ρε Θανάση, έχεις ένα τσιγάρο…?”

♦  ♦

Σεπτέμβρης. Πρωτοβρόχια. Ο μεγάλος έφυγε χθες για τη Θεσσαλονίκη, τρίτο έτος στο Πολυτεχνείο, η μικρή ξεκινούσε αύριο σχολείο, δευτέρα λυκείου. Ο Γιώργης είχε κανά μήνα έκανε κάτι μεροκάματα, βοηθούσε ένα φίλο του μαραγκό που έφτιαχνε ντουλάπες, κουζίνες, έβγαζε κανά μεροκάματο, αλλά τίποτα σταθερό. Τόσους μήνες είχε πάει σε τρεις συνεντεύξεις όλες κι όλες. Του είπαν ότι θα τον ειδοποιούσαν. Οι υπόλοιποι συνήθως του κλείναν το τηλέφωνο στα μούτρα. Είχε στείλει και πολλά βιογραφικά με email, καμιά απάντηση.

Η Ελένη είχε ξετρυπώσει την μηχανή ραψίματος της μάνας της και έκανε μερεμέτια σε ρούχα στο σπίτι. Κανά κόντεμα, κανά στένεμα, κανά γαζί. Τσόντες στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Καθόταν και σκεφτόταν πολλές φορές και της φαινότανε λογικό ο κόσμος να στενεύει, αλλά να κονταίνει? Ύστερα ξεχνιότανε από τον ήχο της μηχανής.

Τον τελευταίο μήνα εκείνο το αυθάδικο νούμερο δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα. Ρευστοποίησαν και την ασφάλεια ζωής της Ελένης και πάλι τίποτα. Μίλησε και με την τράπεζα ο Γιώργης να κάνουν ένα διακανονισμό με το δάνειο αλλά δεν γινόταν τίποτα. Η κάρτα είχε χτυπήσει κόκκινο, παρέδωσε και τις πινακίδες του αυτοκινήτου, δεν το κουνούσε ούτως ή άλλως, ήθελε σέρβις από τον Ιούνιο, λάστιχα από πέρυσι, λεφτά για βενζίνες δεν υπήρχαν, δεν υπήρχε και πουθενά να πας. Αλλά δεν του πήγαινε η καρδιά να το σκοτώσει για δυο χιλιάρικα. Όχι ακόμα.

♦  ♦

Ένα χρόνο αργότερα η Ελένη έφυγε. Έτσι απλά. Ένα πρωί ετοίμασε τις βαλίτσες της και έφυγε. Πήρε μαζί της την μικρή και πήγανε στη Θεσσαλονίκη να μείνουνε με τον μεγάλο. Ήθελε ακόμα δυο χρόνια να τελειώσει τη σχολή, η μικρή ένα χρόνο για να τελειώσει το λύκειο. Ο μεγάλος έκανε κάτι μεροκάματα, πότε σερβιτόρος, πότε ντελίβερι, η Ελένη συνέχισε τα μανταρίσματα, βρήκε και μια ψευτοδουλειά σαν καθαρίστρια, την βγάζανε.

Ο Γιώργης έδωσε το αυτοκίνητο, σκότωσε και το ποδήλατο για 100 ευρώ, έκοψε και τον καφέ. Τι τα θες. Δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα η τράπεζα του πήρε το σπίτι.

♦  ♦

“Ρε Θανάση, ο Γιώργης που είναι, τι γίνηκε?”

“Άστα κυρ-Αντρέα, άστα. Έφυγε απ’ τη γειτονιά. Του πήρε το σπίτι η τράπεζα, έχει κανά μήνα”

“Έλα βρε παιδί μου, σοβαρά??”

“Εμ, τι κυρ-Αντρέα, ψέματα?”

“Και τώρα?”

“Τώρα πάει στα συσσίτια του δήμου, της εκκλησίας, αν είναι τυχερός κανά βράδυ κοιμάται εκεί που μαζεύουν τους άστεγους και τους μετανάστες, αν πάλι δεν είναι τη βγάζει στα παγκάκια”

“Η οικογένειά του? Η γυναίκα του? Τα παιδιά του??”

“Στη Σαλονίκη. Ο μεγάλος σπουδάζει. Στο πολυτεχνείο, μηχανικός, η μικρή τελειώνει το λύκειο φέτος”

“Η γυναίκα του τον άφησε…?”

“Και ναι και όχι…”

“Σαν τον καφέ…”

“Ακριβώς κυρ-Αντρέα, σαν τον καφέ…”

♦  ♦

“Θανάση, καφέ”

“Έφτασε…”

Έκατσε στη τζαμαρία. “Αλλοπαρμένος καιρός”, σκέφτηκε καθώς άναβε τσιγάρο, “μια βροχή, μια ζέστη”. Τελευταίες μέρες του Φλεβάρη. Σήμερα ο καιρός είχε ξανοίξει, αλλά στον ορίζοντα μαζεύονταν σύννεφα. Δεν θα κρατούσε πολύ η ανακωχή. Άνοιξε την εφημερίδα, προσπέρασε τα πολιτικά, “όλοι ίδιοι”, μονολόγησε μέσ’ απ’ τα χείλια του, χάζεψε διαγώνια τα κοινωνικά, ένας παλιός γνωστός πέθανε, στα 61, καρδιά, το είχε ακούσει χθες το βράδυ, άνοιξε ένα καινούριο μπαράκι εκεί κοντά, είχε φωτογραφίες από τα εγκαίνια, έπαιζε καινούριο έργο στο σινεμά. Προχώρησε στα αθλητικά, 4-0 η ομάδα χθες, χατρίκ το καινούριο σέντερ φορ που ήρθε τον Γενάρη, “φουλ για πρωτάθλημα”, σκέφτηκε και χαμογέλασε κάτω απ’ τα μουστάκια του.

“Τα είδες τα γκολ?”, τον ρώτησε ο Θανάσης καθώς άφηνε τον καφέ, το νερό και το λουκουμάκι πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι.

“Όχι. Καλά??”

“Μια καρφωτή κεφαλιά μετά από κόρνερ, άπιαστη, ένα σουτ από τα 30 μέτρα, άπιαστο κι αυτό, κάθετη από το δεκάρι και πλασέ το τρίτο σε αντεπίθεση, πέναλτυ το τέταρτο, χτυπημένο γωνία χαμηλά”

“Μια χαρά…”

“Ρε Θανάση”, πετάγεται ξαφνικά ενώ ο καφετζής έχει φτάσει στον πάγκο και ετοιμάζεται να ανάψει τσιγάρο, “ποιον είδα χθες??”

“Ποιον…??”

“Τον Γιώργη ρε…”

Τα μάτια του καφετζή υγραίνονται. Το χέρι που κρατά τον αναπτήρα αρχίζει και τρέμει. Ανάβει το τσιγάρο του, τραβάει δυο βαθιές τζούρες.

“Που τον είδες ρε Μήτσο?”

“Στον πέρα μαχαλά. Είχα πάει να δω έναν γνωστό για μια δουλειά στο γραφείο του. Καθώς έφευγα, βλέπω έναν τύπο κουλουριασμένο στην είσοδο στην απέναντι πολυκατοικία. Τον κοιτάω καλά καλά, σαν γνωστός μου φαίνεται, πάω κοντά του, κοιτούσε χάμω, με κατάλαβε που στεκόμουν από πάνω του, με κοίταξε. Τρόμαξα να τον γνωρίσω αδερφέ μου, αγνώριστος. Αδυνατισμένος, με γένεια, φορούσε ένα βρώμικο παλτό, τα μαλλιά του ήταν μες στη λίγδα, μακριά, απεριποίητα. Του λέω, “Ρε Γιώργη…”, με κατάλαβε, αλλά σαν να ντράπηκε που τον είδα έτσι.

“Τι κάνεις Γιώργη?”, του λέω,

“Καλά. Καλά είμαι Δημήτρη.”

Γύρισε αλλού το βλέμμα. Τον κοίταξα, και τι να σου πω βρε Θανάση, σαν κάτι να έσπασε μέσα μου. Έβγαλα ένα πενηντάρικο, του το ‘δωσα. Με κοίταξε στα μάτια.

“Πάρ’ το”

“Όχι Δημήτρη. Δεν μπορώ. Δεν είναι σωστό. Έχεις οικογένεια”

“Κι εσύ έχεις οικογένεια Γιώργη. Πάρ’ το”

Του το ‘βαλα μες στην τσέπη του παλτού του με το ζόρι. Δεν το ήθελε. Καθώς έφευγα με σταμάτησε.

“Δημήτρη…?”

Γύρισα και τον κοίταξα.

“Ναι Γιώργη…”

“Μήπως έχεις ένα τσιγάρο…?”

Δημοσιεύτηκε στον προσωπικό ιστοχώρο «ανάσα» του Θοδωρή Κράχτη

Advertisements