Αβαδδών ο εξολοθρευτής

Ernesto Sabato

Ernesto Sabato

Κακό βιβλίο και Ερνέστο Σάμπατο είναι έννοιες που δεν συμβαδίζουν. Όσα έχω διαβάσει είναι από πολύ καλά ως εξαιρετικά. (Ακόμα και αυτά που δεν έχω διαβάσει είμαι σχεδόν πεπεισμένος πως θα είναι συναρπαστικά). Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα αριστούργημα πολυεπίπεδης ανάγνωσης. Ο γραπτός λόγος του συγγραφέα είναι ιδιαίτερα συγκροτημένος – κάποτε και σύνθετος – το θέμα όμως είναι πως οι χαρακτήρες του αφηγούνται με περισσή απλότητα και σαφήνεια, γεγονός που σου επιτρέπει να τον ακολουθήσεις μέχρι τέλους.

Στις βαθιές σελίδες του βιβλίου, όπου γίνονται νύξεις περί πολιτικής, ιστορίας, φιλοσοφίας και τέχνης, ο αναγνώστης θα συναντηθεί με εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Κάφκα, ο Μπαλζάκ και ο Ερνέστο Γκεβάρα. Ο συγγραφέας, ο οποίος είναι ο ίδιος που ουσιαστικά αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, έχει μια εκπληκτική ικανότητα να συγχέει τον μύθο με την πραγματικότητα. Ίσως είναι και μια τεχνική, αναγκαία, ώστε να αποδώσει τις ιδέες του πάνω στο χαρτί με εύπεπτο τρόπο, γιατί «..η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» όπως γράφει ο Σεφέρης.

Η πένα του Σάμπατο είναι μαγική και συνάμα πολύ δυνατή και προδίδει την απέραντη αγάπη του συγγραφέα για τον άνθρωπο. Στο βιβλίο του, και όχι μόνο σ’ αυτό, διεξάγεται μια μάχη φωτός – σκότους. Οι κάτοχοι της γνώσης, για τον Σάμπατο, είναι τυφλοί. Υπερτονίζει, μ’ αυτό τον τρόπο, την ανούσια αποθέωση της επιστήμης αλλά και του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού που αδυνατούν να απαντήσουν στα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου. Οι μνήμες του Αργεντίνου συγγραφέα από την ταραγμένη περίοδο της δικτατορίας στη χώρα του, περνούν μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του, αφήνοντας μια πικρή αποτύπωση αλλά και μια χαραμάδα ελπίδας: ότι το κακό δεν θα κατισχύσει.

«Στον σύγχρονο κόσμο που τον έχει εγκαταλείψει η φιλοσοφία και τον έχουν κατακερματίσει οι εκατοντάδες επιστημονικές εξειδικεύσεις, μας έμεινε το μυθιστόρημα σαν έσχατο παρατηρητήριο απ’ όπου μπορείς να αγκαλιάσεις την ανθρώπινη ζωή σαν σύνολο».

Ένα δείγμα της μεγάλης αξίας του συγγραφέα όσο και της εκτίμησης που έτρεφαν και τρέφουν προς το πρόσωπο του οι ομότεχνοι του, είναι και τα λόγια ενός άλλου σημαντικού συγγραφέα, του Ζοζέ ντε Σόζα Σαραμάγκου: «Είμαι βέβαιος πως τον αιώνα που τελείωσε θα τον πούμε κάποτε αιώνα του Σάμπατο, όπως λέμε αιώνας του Κάφκα ή του Προυστ». Λόγια σημαντικά, για έναν συγγραφέα τουλάχιστον ισοϋψή των Κορτάσαρ, Μπόρχες, Αστούριας και Κασάρες.

Μετά το Τούνελ και το Αβαδδών ο Εξολοθρευτής, βιβλία που σε σημαδεύουν, θεωρώ πως η ανάγνωση του – θεωρούμενου και ως αριστουργήματός του – Περί Ηρώων και Τάφων είναι θέμα χρόνου, ολοκληρώνοντας έτσι την τριλογία των μυθοπλαστικών του έργων. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο, ελπίζοντας να οδηγήσει κάποιον αναγνώστη μέχρι τον φιλόξενο χώρο ενός βιβλιοπωλείου:

– Θα σου κάνω μια ερώτηση, Νάτσο. Άκου καλά.

– Ναι.

– Ποιος έκαμε τη Γη, τα δέντρα, τα ποτάμια, τα σύννεφα, τον ήλιο;

– Ο Θεός.

– Εντάξει, εντάξει. Ανήκουν τότε σε όλους και όλοι έχουν δικαίωμα να έχουν δέντρα και να λιάζονται. Πες μου, τα πουλιά χρειάζεται να ζητήσουν άδεια από κάποιον για να πετούν;

– Όχι..

Και λοιπόν.. ο άνθρωπος είναι όπως τα πουλιά. Ελεύθερος να πάει και να’ ρθει. Κι αν θα του κάνει κέφι να πετάξει, πετά. Κι αν θέλει να φτιάξει μια φωλιά, τη φτιάχνει. Επειδή οι σπόροι και τα άχυρα για να φτιάξει τη φωλιά του και το νερό για να πλυθεί και για να πιεί είναι του Θεού και ο Θεός τα έφτιαξε για όλο τον κόσμο. Το καταλαβαίνεις αυτό; Γιατί, αν δεν το καταλαβαίνεις δεν μπορούμε να συνεχίσουμε.

– Ναι, κατάλαβα.

– Πολύ καλά. Λοιπόν, γιατί τότε μερικοί λίγοι πρέπει να έχουν για πάρτη τους τη γη και οι άλλοι θα πρέπει να δουλεύουν σαν κολίγοι; Από πού τα βρήκαν τα χωράφια; Τα φτιάξανε μόνοι τους;

Αφού σκέφτηκε λίγο, ο Νάτσο απάντησε πως όχι.

– Πολύ καλά, Νάτσο. Αυτό σημαίνει επομένως ότι τα κλέψανε.

– Όμως από ποιόν τα κλέψανε, Καρλούτσο;

– Και που να ξέρω εγώ; Από τους Ίντιος, από τους παλιούς. Δεν ξέρω. Σου είπα κιόλας πως είμαι ένας αγράμματος.. Όμως, σκέψου μια στιγμούλα. Υπόθεσε ότι αύριο εξαφανίζονται όλοι οι κολίγοι από τα χωράφια. Μπορείς να μου πεις τι θα συνέβαινε;

– Ε, δε θα υπήρχε ποιος να δουλεύει τη γη.

– Ακριβώς. Κι αν κανείς δεν δουλεύει στα χωράφια, δεν υπάρχει στάρι και χωρίς στάρι δεν υπάρχει ψωμί και χωρίς ψωμί κανείς δε θα’χει να φάει. Ούτε και τ’ αφεντικά.. υπόθεσε τώρα ότι εξαφανίζονται οι παπουτσήδες. Τι θα γινόταν;

– Δε θα υπήρχαν πια παπούτσια.

– Ακριβώς. Και τώρα υπόθεσε ότι εξαφανίζονται οι χτίστες.

– Δε θα υπήρχαν πια σπίτια.

– Πολύ καλά, Νάτσο. Τώρα λοιπόν σε ρωτώ, τι θα γινόταν αν εξαφανίζονταν τα αφεντικά; Τα αφεντικά δε σπέρνουν καλαμπόκι, ούτε στάρι, ούτε παπούτσια φτιάχνουν ούτε σπίτια, ούτε μαζεύουν τη σοδειά. Μπορείς να μου πεις λιγάκι τι θα γινόταν, αν βέβαια μπορεί κανείς να το ξέρει;

Ο Νάτσο τον κοίταξε έκπληκτος. Ο Καρλούτσο τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο θριάμβου..

– Τίποτα απάντησε έκπληκτος ο Νάτσο. Τίποτα δε θα γινόταν.

– Ούτε λίγο ούτε πολύ. Σκέψου τώρα.. οι παπουτσήδες για να κάνουν παπούτσια χρειάζονται δέρμα, οι χτίστες τούβλα, οι κολίγοι γη, σπόρους και αλέτρια.. Ποιος έχει όμως τα δέρματα, τα τούβλα, τη γη, τ’ αλέτρια;

– Τ’ αφεντικά.

– Ακριβώς. Τα πάντα είναι στα χέρια των αφεντικών. Γι’ αυτό εμείς οι φτωχοί είμαστε σκλάβοι. Γιατί εκείνοι τα ’χουν όλα κι εμείς δεν έχουμε τίποτα άλλο, παρεκτός τα χέρια μας για να δουλεύουμε. Και τώρα θα κάνουμε άλλο ένα βήμα και γι’αυτό πρόσεξέ με καλά.

– Ναι, Καρλούτσο.

– Αν εμείς οι φτωχοί παίρναμε στα χέρια μας τη γη, τα μηχανήματα, τα δέρματα, θα μπορούσαμε να φτιάξουμε παπούτσια, να σπείρουμε και να θερίζουμε, αφού γι’ αυτό το λόγο έχουμε τα χέρια μας. Και δε θα υπάρχει πια φτώχεια ούτε σκλαβιά. Ούτε και αρρώστιες. Κι όλοι μας θα μπορούμε να πάμε σχολείο.

Ο Νάτσο τον κοίταξε με έκπληξη..

– Έτσι, ο ένας θα φτιάχνει παπούτσια, ο άλλος αλεύρι, άλλος ψωμί και άλλος θα πηγαίνει για θερισμό. Και όλα θα φυλάγονται σε μια αποθήκη όπου θα υπάρχουν τα πάντα: τρόφιμα, ρούχα, σχολικά βιβλία. Ό,τι μπορείς να φανταστείς. Μέχρι και παιχνίδια και γλυκίσματα για παιδάκια.. Μπροστά στην αποθήκη υπάρχει κάποιος άλλος που δουλεύει για την αποθήκη. Και τότε πάω εγώ και του λέω, δώσε μου ένα ζευγάρι παπούτσια ή ο άλλος ζητά ένα κιλό κρέας κι ο άλλος μια οκά σοκολάτα κι ο άλλος ένα σακάκι, γιατί του παλιού του τού φαγώθηκαν οι αγκώνες. Σε καθένα κατά τις ανάγκες του. Όμως τίποτα πιο πολύ απ’ ότι χρειάζεται.

– Κι αν ένας πλούσιος θέλει περισσότερα πράγματα και τ’ αγοράσει;

– Μα για ποιο πλούσιο μου μιλάς, βλάκα; Δεν σου εξήγησα πως δεν θα υπάρχουν πια πλούσιοι;

– Μα γιατί Καρλούτσο;

– Γιατί δεν θα υπάρχει πια χρήμα.. για ποιο λόγο θα χρειαζόσουν το χρήμα, αφού όλα όσα έχεις ανάγκη μπορείς να τα βρεις στην αποθήκη; Το χρήμα είναι ένα κομμάτι χαρτί. Βρώμικο και γεμάτο μικρόβια.. Λοιπόν, τέρμα με το χρήμα. Όποιος είναι ηλίθιος, ας το κρατήσει αν θέλει. Κανείς δεν πρόκειται να του το απαγορεύσει. Σε τίποτα όμως δεν θα μπορεί να του χρησιμεύσει.

– Κι όποιος θέλει να πάρει από την αποθήκη περισσότερα από ένα ζευγάρι παπούτσια;

– Μα για ποιο λόγο να χρειάζεσαι τρία ή τέσσερα ζευγάρια παπούτσια, αφού δεν έχουμε παρά μόνο δύο πόδια;

Σίγουρο είναι ότι του Νάτσο δεν του είχε περάσει από το μυαλό αυτή η ιδέα.

– Κι αν κάποιος πάει στην αποθήκη και κλέψει;

– Γιατί; Αν χρειάζεται κάτι ζητά και του το δίνουν. Τρελός είναι να πάει να κλέψει;

– Επομένως δεν θα υπάρχει πια αστυνομία.

Με μια αυστηρή έκφραση, ο Καρλούτσο ένευσε αρνητικά με το κεφάλι.

– Δεν θα υπάρχει πια αστυνομία. Η αστυνομία, το χειρότερο πράγμα απ’όλα. Σου το λέω από πείρα.

– Από πείρα, τι πείρα;

Ο Καρλούτσο κλείστηκε στον εαυτό του και επανέλαβε χαμηλόφωνα, σαν να μην ήθελε να κάμει λόγο για κάτι που του ξέφυγε.

– Σου το λέω από πείρα, αυτό είναι όλο και μπάστα, είπε διφορούμενα.

– Κι αν η κυβέρνηση δεν θέλει;

– Κυβέρνηση; Τι να την κάνουμε την Κυβέρνηση; Όταν ήμουνα πιτσιρίκι και μέναμε στους πέντε δρόμους πεθαίνοντας της πείνας, ο πατέρας μου τα κατάφερε γιατί ο δον Πάντσο του άνοιξε ένα χασάπικο και του εμπιστεύτηκε τα ζώα του. Κι όταν δούλευα κολίγος στα χωράφια, ούτε και τότε είχαμε ανάγκη την αστυνομία. Ούτε κι όταν δούλευα στο τσίρκο. Κι όταν δούλευα στα ψυγεία του Μπερίσο, το μόνο που χρειάστηκε η κυβέρνηση ήταν να μας στείλει την αστυνομία τον καιρό της απεργίας για να μας βασανίσει.

– Να σας βασανίσει; Τι θα πει αυτό, Καρλούτσο;

Ο Καρλούτσο τον κοίταξε λυπημένα.

– Τίποτα, μικρέ. Στο ‘πα χωρίς να το θέλω. Αυτά δεν είναι πράγματα για παιδιά.
Εξάλλου εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς που ονομάζουν αγράμματους..

* Το βιβλίο του Ερνέστο Σάμπατο «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας, σε μετάφραση του Μανώλη Παπαδολαμπάκη.

Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 22 – 25 ώρες.

Advertisements