είμαστε ακόμα εδώ

Σίγουρα δεν είναι οι σημαντικότεροι τραγουδοποιοί που εμφανίστηκαν σ’ αυτό τον τόπο. Τέτοιοι είναι ο Βαμβακάρης, ο Σαββόπουλος, ο Μούτσης. Τα τραγούδια τους δεν αποτελούν ορόσημο για τον χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Τέτοια ήταν η «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Αχ χελιδόνι μου», το «Δυο πόρτες έχει η ζωή». Στις λίστες που καταγράφονται οι κορυφαίες πωλήσεις δίσκων, θα βρείτε τα ονόματα άλλων καλλιτεχνών. Την Άννα Βίσση, τον Νότη Σφακιανάκη, τον Αντώνη Ρέμο.

Ίσως και να μην έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία που η Ιστορία δεν θα καταγράψει τα ονόματα τους, δεν θα ξεχωρίσει κάποιο δημιούργημα τους ή κάποια «επιτυχία» τους. Οι πιστοί συνοδοιπόροι, ταξιδέψαμε, αγαπήσαμε, προβληματιστήκαμε με τα τραγούδια τους. Κάποιοι ανακαλύψαμε και πτυχές του εαυτού μας. Και στην τελική.. καλή παρέα κάναμε.

Μεγαλώσαμε στη γειτονιά που μεγάλωσαν ο «Μάρκος και η Άννα» του Lucio Dalla. Στον Άγιο Δημήτριο, το Μπραχάμι του 1960. «Μην περιμένεις πια» στα ραδιόφωνα, Γιώργος Οικονομίδης και Ρένα Ντορ, Charms, Aphrodites Child, Sergeant Pepper’s Lonely Heart Club Band, Honky Tonk Woman, Bob Dylan, Δομάζος, Σιδέρης, Σαββόπουλος, Hendrix, Χούντα, Θεοδωράκης, Πολυτεχνείο και ξαφνικά 1975, δύο μέρες ταξίδι με το τρένο, η χιονισμένη Γιουγκοσλαβία, τα κίτρινα φαναράκια του Σάλτσμπουργκ. «Fire and Rain», το Δυτικό Βερολίνο.

Είκοσι δύο χρόνων εμείς, πίσω ο πατέρας, η μάνα, οι φίλοι, πίσω το Καλαμάκι, σούρουπο, τα φώτα της Αίγινας. Η ζωή στο Βερολίνο, ένα μακροβούτι κάθε βράδυ, σε άγνωστο, κρύο, σκοτεινό ποτάμι. Για να επιζήσεις εκεί, έπρεπε να κάνεις σύντομα (ει δυνατόν και μέσα στην εβδομάδα από την άφιξή σου), την πρώτη σοβαρή συζήτηση με τον εαυτό σου. Αν δεν την είχες κάνει ήδη, έπρεπε επειγόντως να κάνεις αυτή την άγρια συζήτηση γνωριμίας. Τα βασικά. Τι; Πώς; Γιατί; Χωρίς αυτή τη μετάλλαξη-προσαρμογή, έφευγες πάνω στον ενάμιση μήνα, έντρομος.

Πάντως, ήταν υπέροχα. Όμως, από όλα, περισσότερο βάραινε ο βαθύς καθημερινός νόστος της μητρικής γλώσσας μας. Γι’ αυτή γυρίσαμε πίσω. Θέλαμε να γυρίσουμε σ’ αυτήν, την πατρίδα της γλώσσας μας. Τον Σεπτέμβριο του 1982, «Μουσικοί Αγώνες της Κέρκυρας», «Μια βραδιά στο Λούκι», τα μάτια του Μάνου Χατζιδάκι και τελικά, ξαφνικά μετά από τρία χρόνια, τα «Ζεστά Ποτά» και τα υπόλοιπα τα ξέρετε..

Θα ζήσουνε κοντά μας

Στ’ αμπάρια δουλεμπόρων του Μεσαίωνα
Κομμάτια από τις νάρκες στα σύνορα
Χωρίς χαρτιά κι ονόματα, μωρά στην αγκαλιά
Έρχονται ερήμην απ’ το πουθενά

Σκορπάνε όπου τύχει, σε κρύα γυμναστήρια
Της άδειας επαρχίας
Σε υπόγεια τριγύρω απ’ την Κοτζιά

Τάγματα ξυπόλυτα, παιδιά του πανικού
Οι ξένοι με τα μάτια τ’ ανεξήγητα
Κανένας δεν τους ρώτησε και πάνε όπου τους πάνε
Και δε διαλέγουν τίποτα και κάνουν ότι να `ναι

Πουτάνες στα μπουρδέλα, στα μπαρ της επαρχίας
Δούλοι στα χωράφια μας, παντού και πουθενά
Πλένουνε τις σκάλες μας, ζούνε με τα ψιλά μας
Με μάτια ανεξήγητα, ζούνε ανάμεσά μας

Άλλοι θα φύγουν ξαφνικά, άλλοι θα μείνουνε κοντά μας
Μαζί θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας
Θέλουμε δε θέλουμε, θα ζήσουνε κοντά μας
Θα ζήσουνε κοντά μας, θα ζήσουνε κοντά μας..

Χρειαστήκαμε χέρια φτηνά, για να κάνουν τις δουλειές που εμείς πια δεν καταδεχόμασταν, για να πετύχουμε δείκτες, ανάπτυξη, σύγκλιση και διάφορα τέτοια μεγαλειώδη. Εντάξει όλα μέχρι εδώ συγχωριανοί. Ξεχάσαμε μόνο μια λεπτομέρεια. Με αυτά τα φτηνά χέρια, ήρθαν μαζί και κάποιοι άνθρωποι. Τι γίνεται τώρα; Θ’ αρχίσουμε να τους πυροβολούμε έναν – έναν στο στόμα;

Cafe Bleibtreu - Berlin

Cafe Bleibtreu – Berlin

Ένας ήσυχος δολοφόνος

Νοιώθω μια βρώμικη ανάσα από παντού να με κυκλώνει
Σ’ ένα βαθύ μεσαίωνα βουλιάζουμε ξανά
Του κτήνους τα φερέφωνα τελετουργούνε
Οι λοβοτομημένοι προσκυνούν γονατιστά

Τους βλέπω απ’ τις οθόνες μεσ’ τη νύχτα να γαβγίζουν
Τους βλέπω στις οθόνες αγέλη από σκυλιά
Που μπήκανε στην έρημη εκκλησία και κοπρίζουν
Και δεν υπάρχει πια κανείς και δε μιλάει κανένας πιά

Στα σκοτεινά σαλόνια των βουβών διαμερισμάτων
Μεσ’ των πολυκατοικιών την ερημιά.
Μακάρι να ‘τανε τραγούδι, μα δεν είναι

Είν’ ένα όνειρο που έρχεται συχνά
Είν’ ένα όνειρο που έρχεται βουβό
Είν’ ένα όνειρο που βλέπω ζωντανό

Με το μυαλό μου τους σκοτώνω έναν ένα
Με το μυαλό μου σα σκυλιά τους εκτελώ
Και ούτε λέξη ούτε κουβέντα σε κανένα,
Είναι μια λύσσα που την ξέρω μόνο εγώ

Είμ’ ένας ήσυχος αθώος δολοφόνος
Που εγκληματεί προς το παρόν με το μυαλό..

Ο ήσυχος δολοφόνος σα σιωπηλός ήρωας του Κάφκα, ζει στην πολυκατοικία μόνος του. Δεν παίρνει μέρος στις συνελεύσεις, κανείς δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτόν, λέει ένα ευγενικό ‘’γειά σας’’, όταν τον συναντήσεις στην είσοδο ή στο ασανσέρ και πίνει τον καφέ του μόνος, στη διπλανή καφετέρια. Μερικές φορές τον ακούω στο σαλόνι του να παίζει πιάνο, η τηλεόραση ανοιχτή όλη τη νύχτα μέχρι τα χαράματα. Κατοικεί στο Νο 15 στη διπλανή ακριβώς πόρτα, πολύ μακριά ωστόσο, απ’ όλους κι από όλα. Δεν ενοχλεί κανέναν, δεν έχει πολλά – πολλά με κανέναν, κι αν θες να του μιλήσεις, θα πρέπει να του χτυπήσεις το κουδούνι. Η μπαλάντα του, μοιραία απομονωμένη κι αυτή από τις άλλες, στον κόσμο της, αφού τελειώσει το cd. Μόνη της στο Νο 15.

1982. Μουσικοί Αγώνες της Κέρκυρας. Ήξερε ο Μάνος..

1982. Μουσικοί Αγώνες της Κέρκυρας. Ήξερε ο Μάνος..

Τρύπιες σημαίες

Σηκώσανε λοιπόν τις τρύπιες τους σημαίες
Και έτσι όπως έμπασε ένα κρύο ξαφνικά
Οι θεωρίες πούντιασαν και πάθαν πνευμονία
Και αρρωστήσανε βαριά, πολύ βαριά

Και φεύγει ο αιώνας τώρα τσακισμένος
Παραμιλάει γέρος και τρελός
Κι οι νοσοκόμες τον δουλεύουν όλη μέρα
Κι όταν νυχτώνει σβήνουνε στο θάλαμο το φως

Σκορπίσαν ξαφνικά στους πέντε ανέμους
Με κείνα εκεί τα γκρίζα λυπημένα τους παλτά
Με κείνα τα πολύχρωμα απλοϊκά ονειρά τους
Το τι το πως και το γιατί αυτοί το ξέρουν πιο καλά

Και μοιάζουνε σαν πλάσματα μιας άγνωστης διάστασης
Οι ματωμένοι ποιητές και οι φωτεινές τους χίμαιρες
Και οι αιτίες οι τρυφερές μιας άγριας επανάστασης
Που δεν κατάλαβε ποτέ τον εαυτό της

Μιας άγριας επανάστασης που θα ξανασυμβεί
Που θα ξανασυμβεί με χίλιους τρόπους
Όσο θα υπάρχουν οι αιτίες οι παλιές
Εκείνες που ανάψανε του Οκτώβρη τις φωτιές

Κύριε Κάρολε μην τους παρεξηγείς
Αν δεν κατάλαβαν ποτέ
Τι πήγαινε να πει η λέξη υπεραξία
Δεν φταις εσύ δε φταιν αυτοί δε φταίει η θεωρία
Ήτανε γράμματα ψιλά μπροστά στη λέξη ελευθερία

«και φεύγει ο αιώνας τώρα τσακισμένος, παραμιλάει γέρος και τρελός..»

Φεύγει, κρατώντας μια τρύπια σημαία. Την παραδίδει στο Μεγάλο αδελφό και πεθαίνει, αμίλητος. Εκείνος την πετάει στο τζάκι, ανάβει ένα πούρο και ξαναγυρίζει αργά στη high resolution ιστοσελίδα της Wall Street. Στην άλλη άκρη του πλανήτη, μέσα στη ζούγκλα της Βιρμανίας, δύο δωδεκάχρονα παιδιά αποφασίζουν ότι δεν είναι ζωή για να τη ζήσει άνθρωπος. Πού να προσευχηθούμε;

..κυλάει το φωτεινό ποτάμι της ποίησης

..κυλάει το φωτεινό ποτάμι της ποίησης

Τον Νοέμβριο του 1979, παρουσιάστηκα στο Χαϊδάρι, στο στρατόπεδο ΚΕΒΟΠ. Φτάσαμε εκεί βράδυ, μας πέταξαν σε έναν θάλαμο με σπασμένα τζάμια, από το βουνό δεξιά κατέβαζε κρύο-δηλητήριο. Στο κρεβάτι μου, υπήρχε μόνο ένα στρώμα. Όποιοι πρόλαβαν, πήραν μια δυο κουβέρτες και τους πήρε ο ύπνος. Εγώ στάθηκα άτυχος, δεν πρόλαβα, δεν βρήκα κουβέρτα, προσπάθησα να κοιμηθώ με τα ρούχα, αλλά τουρτούριζα.

Σηκώθηκα, κάθησα στο κρεβάτι και περίμενα να ξημερώσει. Ξαφνικά, κάποιος απέναντί μου άναψε έναν αναπτήρα. Πήγα δίπλα του και τον ρώτησα «τι τρέχει;» «Κρυώνεις, ρε φίλε;» με ρώτησε. «Ναι», του είπα, «δεν πειράζει όμως, σε λίγο θα ξημερώσει». Ψάχνει κάτω από το μαξιλάρι του, βγάζει μια κουβέρτα και μου τη δίνει. Έτσι κοιμήθηκα καμιά ώρα.

Το πρωί, μετά την αναφορά του λόχου, τον είδα στη διάρκεια της ημέρας, να σκουπίζει όλες τις τουαλέτες του συντάγματος. Ήταν το απόβλητο, το κατακάθι του στρατοπέδου. Ο «πρεζάκιας». Είχε (όπως έμαθα) κάνει 2,5 χρόνια στις φυλακές Αυλώνας, γιατί είχε χτυπήσει κάποιον αξιωματικό και έβγαζε εκεί το τελευταίο εξάμηνο της ποινής του. Ένας βρέθηκε να προσέξει ότι κρύωνα. Ο «πρεζάκιας», ο φυλακόβιος, το κατακάθι. Αυτός με ρώτησε «κρυώνεις, ρε φίλε;» και μου έδωσε μια κουβέρτα να κοιμηθώ.

Πάνος Κατσιμίχας

Advertisements