Βιβλιοαναγνώσεις

Pietro Ingrao

Pietro Ingrao

Δυο από τα βιβλία που διάβασα τις τελευταίες μέρες: «Η αγανάκτηση δεν αρκεί» του Pietro Ingrao, και «Ο κύκλος των ‘μάταιων’ πράξεων» του Σπύρου Τζόκα. Και τα δυο βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εύμαρος, με την επιμέλεια του αεικίνητου Πέτρου Κακολύρη.

Το βιβλίο του Pietro Ingrao, «Indignarsi non basta», είναι ουσιαστικά μια διαλογική συζήτηση του Ιταλού θεωρητικού, πολιτικού, συγγραφέα και δημοσιογράφου, με την καθηγήτρια Πολιτικής Φιλοσοφίας Maria Luiza Boccia και τον καθηγητή Αισθητικής Alberto Olivetti, το 2009 και το 2010. Εκδόθηκε και ως μια συμπληρωματική απάντηση στο Indignez-vous! (Αγανακτήστε!) του 93χρονου διπλωμάτη Stéphane Hessel, που είχε κυκλοφορήσει το προηγούμενο έτος.

Κάνοντας μια προσεκτική ανάγνωση αυτού του ολιγοσέλιδου βιβλίου, εύκολα συμπεραίνει κανείς το βάθος της πολιτικής σκέψης του Ingrao καθώς και το ουμανιστικό πνεύμα που διατρέχει τη συλλογιστική του. Το βιβλίο παρότι μικρό σε όγκο, επιδέχεται πολλαπλής ανάγνωσης. Ο Ingrao διαμέσου της επιχειρηματολογίας του, φαίνεται να επιζητεί την επαναφορά και εδραίωση αξιών όπως η αλληλεγγύη και ο ανθρωπισμός, που τόσο φαίνεται να λείπουν από τις σημερινές παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες, οι οποίες έχουν αλλοιωθεί από έναν άκρατο νέο-φιλελευθερισμό που υποβαθμίζει συνεχώς την ανθρώπινη υπόσταση, τείνει να περιθωριοποιεί και να αποκλείει.

Απομονώνω, από τα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα που λέει ο σοφός πολιτικός, μια φράση του που αναδεικνύει και τον ουμανισμό που αποτελεί κεντρικό πυρήνα της πολύχρονης πορείας του: «ο φόβος μου είναι μήπως μου πάρουν όχι τόσο το ψωμί, ούτε το Σύνταγμα, όσο να σβηστεί η ιδέα του ανθρώπου».

Ο Ingrao τονίζει την ανάγκη οικοδόμησης ενός πολιτικού προτάγματος, ως φυσική συνέχεια του αισθήματος της αγανάκτησης, που κατακυρίευσε τα πλήθη των ανθρώπων τα τελευταία χρόνια, οδηγώντας τους σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στους δρόμους πολλών ευρωπαϊκών πόλεων. Ίσως να θεωρητικολογεί λίγο παραπάνω σε κάποια σημεία, αλλά η ηλικία του (αισίως έφτασε τα 99 χρόνια ζωής) καθώς και η μεγάλη του εμπειρία τού δίνουν αυτό το δικαίωμα. Μια ενδιαφέρουσα θεματική που θίγει ο Ingrao είναι και η σιωπή. Για τον πολύπειρο Ιταλό η σιωπή ενσαρκώνει το ανώτερο στάδιο της πολιτικής ωριμότητας, και επισημαίνει πως με την επιλογή της σιωπηρής απόσυρσης από το προσκήνιο δεν αδρανοποιείται αλλά, αντιθέτως, πράττει ως ενεργό πολιτικό ον.

Ο πολυπράγμων Pietro Ingrao έχει ασχοληθεί με ιδιαίτερο ζήλο και με την ποίηση. Σ’ ένα δίστιχο, που έχει όμως την ένταση μονογράμματος, στο ποίημα του «Il dubbio dei vincitori», γράφει, ανασύροντας μνήμες από την άδοξη κατάληξη ενός εμπνευσμένου πολιτικού εγχειρήματος:

Σκεφτήκαμε έναν πύργο
Σκάψαμε στο χώμα

Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 3 – 4 ώρες.

Καισαριανή. Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1944

Καισαριανή. Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1944

Μια φράση-κλισέ, όταν προσπαθούμε να γράψουμε τις εντυπώσεις από ένα βιβλίο που μας άρεσε, είναι και το «διαβάζεται απνευστί». Ε, στην συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει σε απόλυτο βαθμό. Η αληθινή ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη καθώς και των υπολοίπων κομμουνιστών συντρόφων του, που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 από τους Γερμανούς κατακτητές, σε συνεπαίρνει. Βοηθάει σ’ αυτό και η εξαιρετική γραφή του ιστορικού Σπύρου Τζόκα.

Ο «κύκλος των ‘μάταιων’ πράξεων» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που διατρέχει την σύγχρονη ιστορία του τόπου μας. Από τους εκτοπισμούς του 1914-1915, την Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, στην τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής, το οδυνηρό δράμα των προσφύγων, τις εξορίες, την κατοχή και την ένοπλη αντίσταση στον κατακτητή. Μέσα από την αναδρομή στο παρελθόν, που κάνει ο έγκλειστος στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, Ναπολέων Σουκατζίδης, περιμένοντας να ξημερώσει η μέρα της εκτέλεσης του, ο αναγνώστης ταξιδεύει στις πατρογονικές εστίες του Μικρασιατικού Ελληνισμού, στην Τρίγλια και από εκεί στην Προύσα και στα τάγματα εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού) στα βάθη της Ανατολής.

Ο συγγραφέας μάς προσφέρει ένα μεγάλο όγκο πληροφοριών για την καθημερινότητα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, τις δραστηριότητες, τις ελπίδες αλλά και τις αγωνίες τους, ανθρώπων που έγιναν έρμαια των ιστορικών γεγονότων της εποχής. Η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, γίνεται με μαεστρία, φανερώνοντας μας έναν εξαιρετικά καλλιεργημένο νέο, πολύγλωσσο και οξυδερκή, που δεν επαναπαύτηκε στις ανέσεις που με προσωπικό κάματο κατέκτησε, αλλά με αίσθημα ευθύνης και αληθινό ενδιαφέρον προς τον συνάνθρωπο θυσίασε την όποια βολή του, πιστός μέχρι τέλους στην ιδεολογία του.

Οι σκηνές από τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι αντιφρονούντες από τους φασίστες, Έλληνες και ξένους, αλλά και από την καθημερινή ζωή μέσα στις φυλακές και τους τόπους εξορίας, είναι ιδιαίτερα σκληρές. Ο συγγραφέας όμως δεν παραλείπει να αναδείξει και τις φωτεινές εξαιρέσεις, όπως τα συντροφικά γλέντια των κρατουμένων με χορό και τραγούδι ή το Λαϊκό Πανεπιστήμιο του Δημήτρη Γληνού, μια χαραμάδα ελπίδας στην απάνθρωπη εξορία της Ακροναυπλίας.

Η διαδρομή Αη Στράτης – Ακροναυπλία – Λάρισα – Χαϊδάρι – Καισαριανή, που σημάδεψε τη σύντομη ζωή του αγωνιστή Ναπολέων Σουκατζίδη, είναι ποτισμένη με αίμα και διαψευσμένες ελπίδες. Ανεξάρτητα από την ιδεολογική τοποθέτηση του καθενός στο πολιτικό φάσμα, είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

[…] Ανοίγουν την πόρτα και τα φορτηγά αρχίζουν να μπαίνουν. Με ένα βασανιστικό τρόπο κυλούν προς τον προορισμό τους. Τα στόματα είναι σφαλιστά. Τα μάτια στο έδαφος. Κανείς δεν μπορεί να αντικρίσει τους μελλοθάνατους συγκεντρωμένους. Η καρδιά ματώνει. Τα μάτια βουρκώνουν. Οι λυγμοί πάνε να πνίξουν τη φωνή όλων όσων μένουνε πίσω. Κρατιούνται. Δεν πρέπει να τους δουν να λυγίζουν. Ούτε ένα δάκρυ.. τα δάκρυα μετά. Όταν μείνουν μόνοι. Τώρα οφείλουν να είναι άκαμπτοι. Σκληροί. Να μην αφήσουν την οργή να ξεθυμάνει. Να μην σβήσουν τη φωτιά με τα υγρά δάκρυα.

– Να μην ξεχάσουμε σύντροφοι..
Η βροντερή φωνή του Νίκου αντηχεί στ’ αυτιά όλων.

Αρχίζει το βασανιστικό ανέβασμα στα φορτηγά. Τώρα το σκηνικό δεν μοιάζει για εκδρομή. Δεν είναι έτσι τα πρόσωπα στην εκδρομή. Δεν είναι τόσο σφιχτά τα χείλη. Όχι, δεν πάνε με τέτοιο βλέμμα εκδρομή.. στο θάνατο πάνε. Τελευταίοι αποχαιρετισμοί. Τα στόματα ανοίγουν για παραγγελίες στους δικούς τους ανθρώπους. Κάποιοι γράφουν και μικρά, πρόχειρα σημειώματα.

– Να βρεις τη μάνα μου. Στο επισκεπτήριο. Μην την αφήσεις να περιμένει, μην την ξευτιλίσει ο σκοπός. Φεύγω ευτυχισμένος να της πεις. Να’ ναι περήφανη για το γιο της, όπως ήταν πάντα.

Τα φευγαλέα λόγια του Νίκου, πριν ανέβει στο φορτηγό για το τελευταίο του ταξίδι, την τελευταία του ταλαιπωρία.

– Τη γυναίκα μου, την Αργυρούλα, φωνάζει ο Κώστας και συνεχίζει: Την αγαπάω να της πείτε να ζήσει, να ευτυχήσει.

– Την κορούλα μου, την πριγκίπισσα της καρδιάς μου. Δεν την έζησα. Δεν τη χάρηκα. Θα είμαι νοερά δίπλα της. Μην την ξεχάσετε σύντροφοι.. μην την ξεχάσετε..

Δύσκολα έβγαιναν τα λόγια. Την φωτογραφία της πριγκίπισσάς του έσφιγγε στο χέρι ο Γιώργος. Την έσφιγγε σαν να φοβόταν ότι θα του την πάρουν. Όλα του τα είχαν πάρει. Δεν θα επέτρεπε και αυτό. Σφικτά αγκαλιασμένη η πριγκίπισσά του. Να μην την δουν.

Και ο Ναπολέων αγέρωχος στη σειρά και αυτός για το τελευταίο ταξίδι. Δεν πρόλαβε και το χαλβά της αγαπημένης του. Γρήγορα-γρήγορα έγιναν όλα.

«Μην μας δουν να κλαίμε σύντροφοι.. μην τους κάνουμε τη χάρη.. Ακροναυπλιώτικα θα πεθάνουμε.. όρθιοι, όπως τα δέντρα..» φώναξε συγκινημένος μπαίνοντας στο φορτηγό.

«Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή..»

Ο Ανέστης ανεβασμένος σ’ ένα πεζούλι με δυνατή φωνή δίνει το παράγγελμα. Οι υπόλοιποι ακολουθούν. Κανείς δεν μπορεί να τους εμποδίσει. Κατάνυξη και συγκίνηση. Ιεροτελεστία ήταν. Από την ψυχή έβγαινε η φωνή. Η δύναμη των στίχων έδειχνε τεράστια. Και οι πέτρες λύγιζαν σ’ αυτό το συγκλονιστικό θέαμα.

Ποτέ ο χαιρετισμός της Λευτεριάς δεν αντιλάλησε στις πολιτείες και τα χωριά, τα βουνά και τα φαράγγια της Ελλάδας πιο συγκινητικά, πιο ειλικρινά, πιο αντρειωμένα.. Μέχρι την κορυφή του Υμηττού έφτανε. Και ο αντίλαλος χτυπούσε ευθεία τις καρδιές τους.

Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 10 – 12 ώρες.

Advertisements