Η μεταφορική σημασία μιας πραγματικής πολιορκίας

Σύμφωνα με τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, πριν καταστρέψουν οι Ισραηλίτες την Ιεριχώ, γύρω στο 1410 π.χ. είχαν στείλει δυο κατασκόπους τους στην πόλη. Εκεί, οι δυο άντρες φιλοξενήθηκαν από μια πόρνη, την Ράαβ, η οποία πείστηκε, κατά τις Γραφές, να ασπαστεί την θρησκεία τους και τον ένα Θεό τους. Όταν ο βασιλιάς της Ιεριχούς, υποψιάστηκε την ύπαρξη συνωμοτών, εντός των τειχών της πόλης, η ιερόδουλη γυναίκα τούς βοήθησε να διαφύγουν, μέσω ενός σκοινιού που κρέμασε στο παράθυρό της. Το ίδιο σκοινί, υπήρχε κρεμασμένο, σύμφωνα με τον μύθο, και κατά την διάρκεια της άλωσης της πόλης από τα στρατεύματα του Ιησού του Ναυή, για να αναγνωρίσουν οι Ισραηλίτες το σπίτι της συνεργού τους και να μην σκοτώσουν την Ράαβ και τους συγγενείς της.

Η Βίβλος, λέει πως τα τείχη της Ιεριχούς, έπεσαν όταν οι πολιορκητές έκαναν επτά περιφορές μαζί με την Κιβωτό της Διαθήκης, γύρω απ’ την οχύρωσή της κι έπειτα οι Ιερείς που προπορεύονταν της πομπής, φύσηξαν τις σάλπιγγές τους. Ο ήχος τους και μόνο, ήταν αρκετός για να καταρρεύσουν τα τείχη. Απ’ την Ιεριχώ δεν επέζησε κανείς, ούτε καν τα οικόσιτα ζώα των κατοίκων της, καθώς αυτή ήταν η εντολή του Ιεχωβά. Η Ράαβ, λέγεται πως έζησε την υπόλοιπη ζωή της, ως σύζυγος κάποιου υψηλά ιστάμενου άνδρα – ίσως και του ίδιου του Ιησού του Ναυή – και πως είναι πρόγονος του Μεσσία.

Female Prostitute in a Slave Market - Khartoum, 19th Century

Female Prostitute in a Slave Market – Khartoum, 19th Century

Η πόρτα έκλεισε ερμητικά. Ο νεαρός επιβήτορας, προτού την σπρώξει, ξεστόμισε στα χαναανιτικά, μια βρισιά που δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να μεταφραστεί, σε οποιαδήποτε σύγχρονη γλώσσα, δίχως να χάσει την ανατριχιαστική χυδαιότητά της σκορπώντας τις συνέπειες ενός απρόσμενου σοκ, πάνω στον ανυποψίαστο, φιλήσυχο, μη καπνιστή, θρήσκο κι ενάρετο αναγνώστη.

Την στιγμή που το ξύλινο κούφωμα τρανταζόταν γεμίζοντας σκόνη την μικρή κάμαρα, ο ξεθυμασμένος άντρας έφτυνε με περίσσια περηφάνια το πάτωμα του προθάλαμου του οίκου ανοχής που μόλις είχε ανεχτεί τις ορμονικές του ιδιοτροπίες. Η μητέρα της πόρνης, που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα, ανταπάντησε με ένα ευγενικό χαμόγελο στην υπέρμετρη αυθάδεια του ασυγκράτητου αρσενικού, γνωρίζοντας πως ο πελάτης οφείλει να έχει πάντα δίκιο, αν αυτό συνάδει με την ομαλή λειτουργία μιας μικρής, οικογενειακής επιχείρησης που σέβεται τους κανόνες της αγοράς, περισσότερο απ’ την αξιοπρέπεια των μελών της.

Η γυμνή γυναίκα πάλι, συνηθισμένη σε τέτοιες ανάρμοστες συμπεριφορές, από μέρους των δύστροπων και απαιτητικών της καβαλάρηδων, δεν έδωσε καμιά σημασία στα λόγια του απερίσκεπτου φαλλού που απέγινε κάτι σαν άνθρωπος, όταν βγήκε απ’ τα σπλάχνα της κι έπειτα ντύθηκε και στάθηκε στα πόδια του. Για την ακρίβεια, παρέμεινε ξαπλωμένη ανάσκελα με τα μάτια κλειστά, ακούγοντας τις μύγες να γυροφέρνουν ακριβώς πάνω απ’ το ιδρωμένο της μέτωπο και λίγα εκατοστά πιο κάτω απ’ τα νεκρά της όνειρα.

Πλέον, όλα αυτά ήταν μια υπόθεση ρουτίνας. Το να κοιτά ξαπλωμένη ανάσκελα και με ορθάνοιχτα σκέλια, την τσίγκινη οροφή της καλύβας της καθώς έφερνε στον κόσμο άλλη μια ζωή, ήταν κάτι που δεν την συγκινούσε πια, τουλάχιστον όχι τόσο, όσο τις πέντε πρώτες φορές που είχε βρεθεί στην ίδια θέση. Ο πόνος, καθώς έσφιγγε την κοιλιά και τους γοφούς της για να ξεράσει το βρέφος απ’ τα σωθικά της, δεν της ήταν πλέον τόσο οδυνηρός. Έσπρωχνε με τα μάτια ανοιχτά και με το κεφάλι γερμένο στο πλάι, παρατηρούσε την λευκότητα της ξηρής μούχλας να ξεπροβάλλει από κάθε ρωγμή του πλίνθινου τοίχου, σαν τα βαμβακερά ξέφτια που σκούπιζαν το αίμα και το έμβιο αποτέλεσμα, ενός ακόμα τοκετού της. Η μαία, την πληροφόρησε πως ήταν κορίτσι καθώς έκοβε τον ομφάλιο λώρο.

Δεν θέλησε καν, να κοιτάξει το μωρό. Τότε ήταν όμως, που έβαλε τα κλάματα. Δεν πίστεψε στ’ αυτιά της. Είχε προσευχηθεί πολύ στο Θεό για το συγκεκριμένο ζήτημα. Κάθε μέρα επισκεπτόταν τον μικρό, ξύλινο ναό της ρωμαιοκαθολικής ιεραποστολής και ζητούσε απ’ το άγαλμα της κατάλευκης παρθένας, να της χαρίσει ένα ακόμη αγόρι, ικανό να ανταποκριθεί στις αγροτικές υποχρεώσεις της οικογένειας. Ήταν το όγδοο θηλυκό, από τα δώδεκα παιδιά της. Το έκτο κορίτσι, ανάμεσα στα εννιά που είχαν απομείνει ζωντανά.

Ο άντρας της, είχε σκοτωθεί δυο μήνες πριν προσπαθώντας να υπερασπιστεί ένα χωραφάκι σπαρμένο με αραβόσιτο, από μια επιδρομή των κτηνοτρόφων της φυλής Φουλάνι. Οι μουσουλμάνοι νομάδες, στο όνομα του Αλλάχ, κατέστρεφαν επί δεκάδες χρόνια έως τότε, τις καλλιέργειες των χριστιανών γεωργών Τζουκίν, φανατισμένοι με το ψέμα ενός, δήθεν, Ιερού Πολέμου, εναντίον των απίστων που στερούσαν το φαγητό, απ’ τα λιπόσαρκα αιγοπρόβατά τους. Τίποτα δεν ήταν πιο συνηθισμένο, στην ξεχασμένη, από όλους τους θεούς ανεξαιρέτως, επαρχία Ταράμπα, της κεντρικής Νιγηρίας, από τον θάνατο ενός γεωργού ή οποιουδήποτε άλλου φτωχού και μαύρου, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ανθρώπου.

Η εξαθλιωμένη, απ’ τις κακουχίες, γυναίκα, που στα 28 της χρόνια είχε ήδη χάσει τα περισσότερά της δόντια απ’ τον υποσιτισμό, δεν είχε καιρό για τέτοιου είδους θρησκευτικοπολιτικές αναζητήσεις, ούτε και για προσωπικά δράματα. Τρεις ώρες μετά την γέννησή του, πήρε το βρέφος στην αγκαλιά της και το τάισε με το λιγοστό νερουλιασμένο γάλα που είχαν κατεβάσει τα ζαρωμένα στήθια της.

Η πόρνη που κάποιοι βάφτισαν «Ράαβ» πολλά χρόνια μετά τον θάνατό της, σηκώθηκε επιτέλους μετά από αρκετά λεπτά, απ’ το αχυρένιο της στρώμα και κατευθύνθηκε προς την πήλινη λεκάνη. Παρόλο που η απόσταση μεταξύ της κλίνης και του κεραμικού δοχείου δεν ήταν παραπάνω από ενάμισι μέτρο, η γυναίκα πρόλαβε να σκεφτεί μέχρι να την διανύσει, πόσο κουραστική είναι η διαδικασία ανακούφισης του πρώτου εραστή κάθε ημέρας. ‘Επειτα από αυτόν, όλα γίνονται ξανά πιο εύκολα, ενώ τα έμπειρα χάδια και τα τέλεια, θεατρικά φιλιά της, συντελούνταν μηχανικά, σα να τα χάριζε κάποια άλλη, δίχως εκείνη να ενδιαφέρεται για το ποιος ήταν και πως έμοιαζε ο αποδέκτης τους. Όμως, ο πρώτος πελάτης, αυτός που συναντούσε όταν την ξυπνούσαν και την καλούσαν να επιστρέψει ξανά στην ζωή, μετά τον εφήμερο θάνατο κάθε της νύχτας, ήταν ο πιο δύσκολος, υπαρξιακός εφιάλτης για αυτό το δύσμοιρο πλάσμα.

Η, κατά τους άλλους, «Ράαβ», διαπίστωσε πως κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να αλλάξει το βρώμικο νερό της λεκάνης, με καθαρό. Ο θεσμός της οικογένειας για αυτή την κοπέλα, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τη συντροφιά των εργοδοτών της, η οποία τύχαινε να ακολουθούσε τα κλαδιά του ίδιου γενεαλογικού δέντρου. Εκείνη ήταν το μικρότερο θηλυκό της μέλος, με σχετικά μεγάλη, ηλικιακή διαφορά, απ’ τα υπόλοιπα. Σίγουρα στο παρελθόν, όλοι τους θα ανέχονταν να μοιράζονται μαζί της τα γεύματα τους περιμένοντάς την με ανυπομονησία, να φτάσει στο κατώφλι της εφηβείας, έτοιμη να ανταποκριθεί στις προσδοκίες όσων είχαν επενδύσει στις καλλίγραμμες καμπύλες της.

Μια κρούστα σκόνης, επέπλεε στην επιφάνεια του σκεύους. Τα αδέρφια της, την προηγούμενη νύχτα την είχαν λησμονήσει, για άλλη μια φορά. Πιθανότατα, θα μεθοκοπούσαν έως αργά, ξοδεύοντας σε καταγώγια τα νομίσματα που εκείνη είχε κερδίσει με τον ιδρώτα της, τον οποίο δεν παρέλειπε ποτέ, να αναμιγνύει καθημερινά, με τα βαριά χνώτα των ολιγόλεπτων, μανιασμένων εραστών της.

Η φωνή ενός έμπορου που διαλαλούσε την πραμάτεια του κάτω απ’ το παράθυρό της, της τράβηξε την προσοχή και την έκανε να αφήσει στη μέση την βρισιά που σάλεψε για λίγο, την ξερή της γλώσσα. Η περιέργειά της εξατμίστηκε, όταν αντίκρισε το αγαλματίδιο ενός χρυσού ταύρου που κράδαινε στο χέρι του, ο παχουλός άντρας. Το ιερό σύμβολο του θεού Βάαλ, όπως και ο ίδιος και όλοι οι άλλοι ομότιμοί του, άφηναν πλέον παγερά αδιάφορη, την μελαχρινή καλλονή που δεν είχε τίποτα πια να πιστέψει. Επέστρεψε λοιπόν στην διάθεση και τον χωροχρόνο που είχε αφήσει στη μέση, για να ολοκληρώσει την βλασφήμια της.

Για άλλη μια φορά όμως, δεν τα κατάφερε, καθώς η πόρτα της κάμαρας της άνοιξε και μέσα της χώθηκαν δυο ρακένδυτοι άνδρες. Οι χιτώνες τους ήταν σκονισμένοι, όπως και τα πρόσωπά τους που έμοιαζαν κέρινα απ’ την ωχρή κρούστα της άμμου που είχε ενωθεί με τον ιδρώτα τους. Με την πρώτη ματιά, η «Ράαβ» κατάλαβε πως επρόκειτο για ταξιδευτές. Απόρησε πώς είχαν καταφέρει να μαζέψουν τα χρήματα για να γευτούν τις χάρες της, όμως δεν την ένοιαξε να μάθει από που έρχονταν και ποιος ήταν ο τελικός προορισμός τους. Φυσικά και δεν της φάνηκε παράξενο, το γεγονός πως είχαν εισβάλλει μαζί μέσα στην κάμαρα της. Άλλωστε τα ομαδικά όργια στα μπορντέλα και τους ναούς της Χαναάν, δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο.

Απ’ το βλέμμα τους και μόνο, θα μπορούσε ακόμα και η πιο άπειρη, έφηβη παρθένα, να καταλάβει πως εκείνοι οι άνθρωποι είχαν πάρα πολύ καιρό να δουν την λυτρωτική όψη ενός γυμνού, γυναικείου κορμιού. Ίσα που πρόλαβε να δροσίσει λίγο το πρόσωπό της με το ρυπαρό νερό. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσε τα άπληστα χέρια τους να κατρακυλούν πάνω στο απαλό της δέρμα.

Το τί επακολούθησε, κατά την πολύωρη διάρκεια εκείνης της πολυπρόσωπης συνουσίας, δεν ενδιαφέρει καθόλου την πλοκή και τους σκοπούς της συγγραφής αυτής της ιστορίας. Για τους υπερβολικά περίεργους και τους ηδονοβλεψίες, που δεν αποζητούν στην λογοτεχνία, τίποτα πέρα απ’ τις σκανδαλιστικές λεπτομέρειες των χάρτινων ηρώων της, θα αναφέρουμε πως αρκεί να ανατρέξουν σε αναγνώσματα της αρεσκείας τους για να εξιχνιάσουν αυτό το «ροζ» μυστήριο. Εξ’ άλλου η διαδικασία τέλεσης ενός σεξουαλικού οργίου, δεν έχει αλλάξει και πολύ από τον δέκατο πέμπτο, προ Χριστού αιώνα.

Ο άνθρωπος με το όνομα Ben, που κανείς δεν έμαθε ποτέ αν ήταν απλά ένα παρατσούκλι, έφτασε στο χωριό στο τέλος του καλοκαιριού. Στη διαδρομή από το Λάγος έως τα χωριά της Ταράμπα, καθόταν στη θέση του συνοδηγού και αγνάντευε άλλοτε τις σαβάνες και άλλοτε τις εύφορες πεδιάδες και την οργιώδη τροπική βλάστηση γύρω από το Νίγηρα και τον Μπενουέ, δίχως να φοβάται κανέναν. Ένας σωστός businessman, τα έχει καλά με όλους και είναι ευπρόσδεκτος παντού. Βέβαια, επειδή αν είναι κάποιος, αυτό που λέμε «επιτυχημένος στη ζωή», το φρόνιμο είναι να φυλά συνεχώς τα νώτα του κι επειδή ο αξιοσέβαστος αυτός κύριος, δεν ήταν φυσικά και κανένας χαζός, δεν είχε ταξιδέψει έως εκεί μόνος του. Μαζί του, είχε τρεις οπλισμένους κι ογκώδεις άνδρες ντυμένους με στρατιωτικές στολές.

Μετά την κυριακάτικη λειτουργία κι ενώ όλα τα μέλη της μικρής κοινότητας των Τζουκίν, είχαν πρόσκαιρα ανακουφιστεί απ’ την απελπιστική συνείδηση της φτώχειας τους τραγουδώντας μέχρι το σημείο της εξάντλησης άσματα στην φιλανθρωπία του Μεγαλοδύναμου, η πομπή των πιστών συνάντησε τον περίεργο άντρα να την περιμένει έξω απ’ το προαύλιο του ναού. Οι ακόλουθοί του, παρατηρούσαν τί συνέβαινε, στηρίζοντας τα βαριά κορμιά τους πάνω στο καπό του αυτοκίνητου γύρω στα πενήντα μέτρα μακριά. Εξ’ άλλου, ο σεβάσμιος εργοδότης τους, δεν είχε τίποτα να φοβηθεί απ΄τη συναναστροφή του, με εκείνα τα ήμερα πρόβατα.

Δεν χρειάστηκε να τους καλέσει έναν-έναν, με τα ονόματά τους, για να έρθουν κοντά του. Άλλωστε δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του, ούτε σκόπευε να επισκεφτεί ξανά το χωριό, από την στιγμή που θα αναχωρούσε. Το φανταχτερό, «δυτικό» του ντύσιμο, προκάλεσε από μόνο του την περιέργεια των κουρελήδων αγροτών που έσπευσαν κοντά του για να τον γνωρίσουν και να μάθουν τί γύρευε στον τόπο τους.

Ο Ben δεν άφησε ανικανοποίητους τους ξυπόλητους χωρικούς που την δεδομένη στιγμή, θαύμαζαν από κοντά έναν χειροπιαστό και γεμάτο με χρυσαφικά, ποιμένα. Τους χαιρέτισε και τους είπε πως έχει έρθει να τους μιλήσει για «δουλειές». Όταν οι φιλήσυχοι κάτοικοι του ζήτησαν να γίνει πιο συγκεκριμένος, εκείνος απέφυγε να δώσει εξηγήσεις ισχυριζόμενος πως υπήρχε πολύς χρόνος να συνομιλήσουν, καθώς σκόπευε να μείνει μαζί τους για μία ολόκληρη εβδομάδα. Έπειτα, ζήτησε από όλους όσους είχαν έφηβες κόρες να τον επισκεφτούν μαζί με αυτές, το ίδιο κιόλας βράδυ, έξω από τα ανατολικά σύνορα του οικισμού, στις εγκαταστάσεις μιας εγκαταλελειμμένης βαμβακαποθήκης.

Η γυναίκα με τα εννιά ζωντανά παιδιά και τις μνήμες από τα άλλα τρία, δεν ήταν καθόλου αφελής απ’ την ημέρα που κατάλαβε πως ο Θεός της την είχε παρατήσει στο έλεος της μοίρας. Δεν δίστασε καθόλου να παρευρεθεί σε εκείνη την συνάντηση και να παζαρέψει με εξαιρετική πονηριά, τα κάλλη της μεγαλύτερης κόρης της, για ένα εξευτελιστικά μικρό ποσό που όμως θα εξασφάλιζε σε εκείνη και τα οκτώ υπόλοιπα παιδιά της τα προς το ζην για έναν ολόκληρο χρόνο.

Ο Ben, πήρε μαζί του φορτωμένες σε μια αυτοσχέδια καρότσα από οξειδωμένες λαμαρίνες και σάπια, ξύλινα καδρόνια, τρεις άγουρες καλλονές απ’ τις γύρω περιοχές, όταν αναχώρησε απ’ το χωριό. Κανείς απ’ τους συγγενείς τους, δεν είχε το θράσος να τις ξεπροβοδίσει. Οι δυο έκλαιγαν, ενώ η τρίτη με τα μεγάλα μάτια στο σχήμα του κάστανου, έβρισκε την παρηγοριά διαβάζοντας την Βίβλο. Άλλωστε από την στιγμή που είχε γεννηθεί εκείνο το πανέμορφο πλάσμα, είχε διδαχθεί πως ό,τι και να της συνέβαινε, συνέπιπτε με το θέλημά Του. Όταν το όχημα ξεκίνησε γρυλλίζοντας, θάβοντας για πάντα μέσα στη σκόνη το παρελθόν των κοριτσιών, εκείνη ψιθύριζε την άλωση της Ιεριχούς. Αυτό ήταν και το αγαπημένο της εδάφιο. Το πιο ιερό όνειρό της, ήταν να επισκεφτεί κάποια στιγμή της ζωής της, εκείνο τον Άγιο Τόπο.

Οι σάλπιγγες των Ιερέων, ηχούσαν για έβδομη φορά, την ώρα που η πομπή της Κιβωτού, ολοκλήρωνε την έβδομη περιφορά της, γύρω από την Ιεριχώ. Πριν προλάβει το κορίτσι να διαβάσει την πτώση των τειχών και την καταστροφή της πόλης απ’ τον Ιησού του Ναυή, ένιωσε μια κράμπα στη κοιλιά, απ’ την δική της αριστερή σάλπιγγα που αντίθετα με τις βιβλικές, εκπλήρωνε την άκρως ευεργετική και φιλειρηνική αποστολή της, σπρώχνοντας ένα καινούριο ωάριο προς το εσωτερικό της. Τα άλγη της ωορρηξίας, ανέβαλλαν τελικά την ανάγνωση, μέχρι το όχημα να πλησιάσει το λιμάνι του Χαρκούρ. Η νεαρή γυναίκα μέχρι τότε, αναγκάστηκε να επιστρέψει άρον-άρον στα εγκόσμια και να διαπιστώσει πως οι συνεπιβάτισσές της, δεν είχαν σταματήσει να κλαίνε από την στιγμή της αναχώρησής τους.

Τα μέρη που διέσχιζαν δεν τα είχε δει καμιά τους. Δεν υπήρχαν εκεί, καταπράσινα χωράφια και το χαραγμένο απ’ την ανυδρία χώμα, ήταν αδύνατο να φιλοξενήσει τη ζωή. Προτού η Μαρία ξεσπάσει και η ίδια σε κλάματα, αποφάσισε να αποστρέψει το βλέμμα της από την σαβάνα και από την μοιρολατρική συντροφιά της. Γαντζώθηκε απ’ τον ουρανό πιστεύοντας πως Κάποιος της κρύβεται πίσω απ’ τα λιγοστά του σύννεφα και δοκιμάζει την αγάπη της για Εκείνον. Θυμήθηκε την περιπέτεια του Ιησού στην έρημο και ένιωσε σίγουρη πως ο άντρας με το όνομα Ben που τώρα την κοιτούσε απ’ την κορφή έως τα νύχια, δεν θα μπορούσε παρά να ήταν, ο ίδιος ο διάβολος.

Στο Χαρκούρ, οι τρεις καλλονές φορτώθηκαν σ’ ένα δεξαμενόπλοιο με προορισμό την Μεσόγειο. Ο Ben και η συνοδεία του, φυσικά και θα έφταναν εκεί με αεροπλάνο.

Όταν τα πιο άγρια αναπαραγωγικά ένστικτα των δυο αντρών επιτέλους καταλάγιασαν, ο ένας απ’ τους δυο τους, δεν θέλησε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Αφού αρχικά είχε τυφλωθεί, απ’ την σεξουαλική αποχή πολλών μηνών, εξ’ αιτίας της κοπιαστικής περιπλάνησής του στην έρημο πέρα απ’ την δυτική όχθη του Ιορδάνη, τώρα αφηνόταν ακίνητος, ανακουφισμένος και σιωπηλός, να μαγευτεί από την εξωπραγματική ομορφιά της νεαρής ιερόδουλης. Καθώς καθρεφτιζόταν μέσα στα πράσινα μάτια της, θεώρησε πως το βρώμικο είδωλό του, ήταν ανάξιο να γευτεί με την τραχιά του γλώσσα, τον ιδρώτα ενός τέτοιου πλάσματος. Σιγά-σιγά, ένα ανάρμοστο αίσθημα ντροπής απέναντι σε μια πόρνη, κυρίευσε τον πολεμιστή. Η «Ράαβ», αμήχανη με την απρόσμενη, τρυφερή διάθεση του πελάτη της, ξεγλίστρησε απ’ την αιφνιδιαστική απόπειρα του να την αγκαλιάσει και φόρεσε τον φθαρμένο χιτώνα της.

Ο άντρας, που δεν είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή του τίποτα άλλο πέρα απ’ την έρημο, τις ταλαιπωρημένες όψεις των γυναικών της φυλής του και τα ματωμένα κορμιά των αντιπάλων του στο πεδίο της μάχης, είχε μετατραπεί ξαφνικά, σε έναν αλλοπαρμένο έφηβο. Ο σύντροφός του, που είχε ήδη ντυθεί, δεν προσπάθησε καθόλου να τον συνετίσει. Αντίθετα, ξεκίνησε να μιλά στην κοπέλα αποκαλύπτοντας τον σκοπό του ταξιδιού τους. Σχεδόν τίποτα από ό,τι της έλεγε, δεν ηχούσε ως νέο στα αυτιά της. Το ταξίδι και τα μυθικά κατορθώματα που συνόδευαν τον αυτοαποκαλούμενο «περιούσιο» λαό, στο ταξίδι του απ’ την Αίγυπτο μέχρι τη «Γη της Επαγγελίας», είχαν φτάσει προ πολλού στα ειδωλολατρικά αυτιά των κατοίκων ολόκληρης της Χαναάν.

Πάντως η πόρνη που είχε την τιμή να συνουσιαστεί με τους εκλεκτούς του ενός και μοναδικού Θεού, δεν είχε παρατηρήσει καμιά διαφορά ανάμεσα σε εκείνους και τους υπόλοιπους παγανιστές πελάτες της, όσον αφορούσε τις αστείες γκριμάτσες που φορούσαν στο πρόσωπό τους κατά την διάρκεια της συνουσίας, αλλά και στην επιλογή και την ελάχιστη ποικιλία των αγαπημένων τους, σεξουαλικών στάσεων. Ανεξαρτήτως θρησκείας, όλα τα αρσενικά είχαν τα ίδια «κουμπιά» ηδονής, πάνω στα γυμνά κορμιά τους.

Η «Ράαβ», άφησε τον ξένο να ολοκληρώσει την, γεμάτη κινδυνολογίες, ιστορία του. Παρόλο που δεν εντυπωσιαζόταν με την ύπαρξη ενός ακόμα αιμοσταγούς θεού στα μυαλά των ανθρώπων, ούτε όμως, όπως ήταν φυσικό, μπορούσε να διανοηθεί τότε, πόσο ύπουλη και αντιδημοκρατική ήταν η μοναδικότητά Του, ρουφούσε σα σφουγγάρι κάθε του λέξη, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια της. Διασκέδαζε πάντα, με τις εσχατολογικές ρητορείες των φανατισμένων ανθρώπων.

Στο επαγγελματικό παρελθόν της μάλιστα, καθώς η Ιεριχώ ήταν γνωστό εμπορικό σταυροδρόμι και σημείο συνάντησης πολλών αλλόθρησκων, δεν ήταν λίγες οι φορές, όπου κάποιος μόλις ξεθυμασμένος κι ένθεος επιβήτορας, βυθιζόταν στις τύψεις για την συμμετοχή του σε ένα ακόμη όργιο και εκτινασσόταν απότομα απ’ την κλίνη της, εκτοξεύοντας κατάρες εναντίον των «αμαρτωλών» της θέλγητρων. Ανέκαθεν, στην γραπτή ιστορία του κόσμου, η ομορφιά εάν δεν μετατρεπόταν σε ιδιοκτησία και κερδοφόρα επιχείρηση, ήταν καταραμένη.

Όμως, εκείνος ο φανατικός Ιουδαίος, δεν παραληρούσε εξ’ αιτίας ενός ενοχικού συνδρόμου. Έδειχνε να έχει προσπεράσει με ευκολία στην θρησκευτική του συνείδηση, το σμίξιμο του κορμιού του με μια ιερόδουλη. Η κατακλείδα της φλυαρίας του, δεν ήταν άλλη από το αίτημα του για τη χορήγηση ενός ιδιόμορφου ασύλου, από μέρους της «Ράαβ». Με λίγα λόγια, οι Ισραηλίτες κατάσκοποι του Κυρίου, ήθελαν να μπαινοβγαίνουν όποτε ήθελαν στην κάμαρά της, για να καταστρώνουν τα σχέδιά τους, αλλά και να διανυκτερεύουν εκεί, όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο.

Αυτό δεν θα έπρεπε να παραξενέψει κανέναν από εμάς που απλά καθόμαστε ήσυχοι, προς το παρόν, και διαβάζουμε μια ιστορία πάνω σε μια πολυθρόνα ή σ’ ένα φθαρμένο κάθισμα σαν αυτά των βαγονιών του υπόγειου σιδηρόδρομου. Την εποχή του Χαλκού, δεν υπήρχε λόγος να επισκεφτεί κανείς μια πόλη, αν δεν επρόκειτο να πάρει μέρος σε μια εμπορική συναλλαγή ή σε μια μάχη για την κατάκτησή της. Τους καιρούς εκείνους, εξ’ αιτίας της απουσίας ύπαρξης του είδους των παραθεριστών, το οποίο έκανε την πρώτη του εμφάνιση πολύ αργότερα, η παντελής έλλειψη τουριστικής ανάπτυξης και κατ’ επέκταση μεγάλων, ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, όπου ο επισκέπτης θα μπορούσε, με το αζημίωτο, να εξασφαλίσει την ανωνυμία του, έκανε τα μπορντέλα τον πιο ασφαλή τόπο διαμονής ενός κατασκόπου.

Όταν το λογίδριο του ρακένδυτου άνδρα σταμάτησε να περιπλέκεται γύρω από αφορισμούς, συμφορές και θαύματα, ο προικισμένος ρήτορας, εγκατέλειψε το ύφος του ανθρώπου που είχε δεχτεί την φώτιση κατακούτελα, για χάρη ενός πιο σοβαρού και μετρημένου, ανακοινώνοντας στην γυναίκα πως θα αμοιφθεί πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες που της ζητούσε. Τότε, η «Ράαβ», κατευθύνθηκε προς το παράθυρο γυρνώντας την πλάτη, στους πελάτες της. Δεν ήθελε να την δουν να προσπαθεί να συγκρατήσει τα γέλια της.

Απέμεινε λοιπόν για λίγο σιωπηλή για να θυμηθεί και να απολαύσει με την ψυχή της, τα πιο κωμικοτραγικά σημεία της ιστορίας του ξένου Θεού. Οι κράμπες στα μάγουλα, σημάδι της προσπάθειάς της να παραμείνει βουβή δίχως να ξεσπάσει σε επιφωνήματα, κάποια στιγμή ησύχασαν. Τότε γύρισε και κοίταξε ξανά το εσωτερικό της κάμαράς της κι ένιωσε πάνω της σα ξίφη, τα δυο αλλόκοτα κι εντελώς διαφορετικά βλέμματα των ταξιδιωτών. Ο ένας από αυτούς, ντυμένος, ευπρεπής και γεμάτος αγωνία μήπως η κοπέλα βάλει τις φωνές προδίδοντας την ταυτότητά τους, παρατηρούσε κάθε της αναπνοή κρατώντας το μαχαίρι του. Ο άλλος, ήταν ακόμα γυμνός κι ανήμπορος να συνέλθει, από την ζαλιστική σαγήνη της εικόνας της.

Η «Ράαβ», δεν ενδιαφερόταν για το χρυσάφι. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να φύγει μακριά από εκείνη την πόλη και τους συγγενείς της. Είπε λοιπόν στον άνδρα, να αφήσει κάτω το μαχαίρι του, καθώς ήταν πρόθυμη να δεχτεί την πρότασή του.

Η Μαρία επιστρέφει σε αυτό που υποτίθεται πως είναι το σπίτι της, κάπου περιμετρικά της οδού Πατησίων, στην Αθήνα. Φυσικά, και δεν μένει μόνη της. Άλλες έξι κοπέλες, φιλοξενούνται στον ίδιο χώρο που άλλοτε ήταν ένα συνοικιακό κρεοπωλείο. Τώρα τα τζάμια της βιτρίνας έχουν βαφτεί και οι σάρκες των εμπορευμάτων, δεν είναι πια εκτεθειμένες στα αδιάκριτα βλέμματα.

Η βραδιά, πίσω απ’ το δημαρχείο της πλατείας Κοτζιά, ήταν για άλλη μια φορά εξοντωτική. Δεκαπέντε άνδρες, κάθε ηλικίας, αποτέλεσαν την λεία της. Η Μαρία, έχει μάθει πια τον τρόπο να τους μαζεύει γύρω της, σα πεινασμένα σκυλιά. Ξέρει καλά να παζαρεύει, παίρνοντας το υψηλότερο αντίτιμο για τις υπηρεσίες της. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Η μεγάλη ουλή σε σχήμα σταυρού, στον αριστερό της γοφό, είναι το σημάδι του ιδιοκτήτη της. Η ανυπακοή σε αυτόν, σημαίνει τον θάνατό της. Γνωρίζει πως δεν μπορεί να επιστρέψει πίσω στο χωριό με τον μικρό, ξύλινο ναό και να απολαύσει για μια ακόμα φορά, την λειτουργία της Κυριακής. Η ίδια της η μάνα, θα την σκότωνε αν επιχειρούσε κάτι τέτοιο. Κανείς, δε θα την ήθελε πίσω, μαζί με τη ντροπή της. Η Μαρία άλλωστε, είναι πλέον, ένας πολίτης του κόσμου, όρος που κακώς αποδίδεται μονάχα σε ταξιδιάρηδες αστούς, αφοσιωμένους καριερίστες και ρομαντικούς, καλομαθημένους και περιπλανώμενους νεοχίππηδες.

Για άλλους η τύχη, μα για εκείνην ο Θεός, την έχει γλιτώσει απ’ τα χειρότερα, καθώς έχει καταφέρει να επιβιώσει έχοντας προσβληθεί στο παρελθόν, μοναχά από έρπη, κονδυλώματα και βλεννόρροια. Οι περισσότεροι πελάτες πληρώνουν κάτι παραπάνω για να τους δωθεί απροστάτευτη. Έξι εκτρώσεις στο γραφείο του «συμβεβλημένου με την εταιρεία» ιατρού, μέσα σε μόλις επτά χρόνια, συμπληρώνουν το βιογραφικό της σημείωμα.

Ξεκλειδώνει την πόρτα και μπαίνει στο αλλοτινό κατάστημα που τώρα έχει απογίνει μια αποθήκη ανθρώπινων εμπορευμάτων. Έχει καταφέρει να επιστρέψει πρώτη από όλες, όπως πάντα. Όταν η βάρδια της τελειώνει, βαδίζει όσο πιο γρήγορα μπορεί για να προλάβει να διαβάσει ανενόχλητη ένα κομμάτι της Αγίας Γραφής. Ο άρρωστος ψυχισμός της, μόνο εκεί γαληνεύει. Η συγκυρία που ο συγγραφέας ευνόησε να συμβεί, την βρίσκει να διαβάζει, για άλλη μια φορά, πάνω στον τρύπιο της υπνόσακο, την άλωση μιας πόλης που οι θρησκευτικοί γραφιάδες επιμένουν να ονομάζουν Ιεριχώ.

Η «Ράαβ», μια γυναίκα ριγμένη στην πορνεία από τα αδέρφια της, της είναι πια μια οικεία εικόνα. Η νεαρή Αφρικάνα που πολύ συχνά παραδίδεται στα παραληρήματά της και προσεύχεται με κραυγές, η «τρελή χριστιανή απ΄την Ταράμπα» που όλες οι συγκάτοικοί της θεωρούν θεοπάλαβη, τη νιώθει σαν μοναδική της αδερφή. Το μεγάλο της όνειρο, εξακολουθεί να είναι ένα ταξίδι στην πολύπαθη πόλη της Παλαιστίνης.

Το ιερό κείμενο, προχωρά. Η πτώση των τειχών, συμπίπτει με έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το τζάμι της πόρτας, σπάζει από μια πέτρα που προφανώς ξέφυγε από τα χέρια ενός συνηθισμένου, μικροαστού αναμάρτητου. Η Μαρία, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τσούρμο ανθρώπων που της φωνάζει να ξεκουμπιστεί απ΄τη γειτονιά τους, η «παλιοπουτάνα».

Τους κοιτάζει στα μάτια, δίχως να φοβάται καθόλου, αφού «όλα είναι θέλημα Θεού» και στα πρόσωπα τους αναγνωρίζει δυο τακτικούς της πελάτες. Ίσως κάποιος, να ήταν και ο πατέρας του ενός εκ των έξι νεκρών εμβρύων που κάποτε προσπάθησαν μάταια να ριζώσουν στα σπλάχνα της. Οι θρασύδειλοι άντρες, τελικά αποχωρούν και την αφήνουν στην ησυχία της.

Οι υπόλοιπες γυναίκες επιστρέφουν μία-μία στο κατάλυμά τους και βρίσκουν την Μαρία να συνεχίζει την ανάγνωσή της. Δίχως να την ρωτήσουν τί συνέβη, μπαλώνουν με χαρτόνι την τρύπα στο τζάμι κι έπειτα αφήνονται να ξεπλυθούν σα τα ναυάγια, από τα όνειρα ενός ανήσυχου ύπνου στον πυθμένα της ζωής.

Οι συναντήσεις της πανέμορφης πόρνης με τους δυο κατασκόπους των ισραηλίτικων στρατευμάτων που είχαν κατασκηνώσει λίγες δεκάδες χιλιόμετρα έξω απ΄την πόλη, συνεχίστηκαν για πολύ καιρό. Η οικογένειά της, θαμπωμένη απ’ το χρυσάφι που της είχαν προσφέρει, συναίνεσε με χαρά στη συνωμοσία.

Στο κρεβάτι της «Ράαβ» όμως, πλέον ξάπλωνε μοναχά, ο ένας από αυτούς. Εκείνος που την είχε ερωτευθεί παράφορα, αδιαφορώντας για τον έκλυτο βίο της. Τα αδέρφια της γυναίκας, έχοντας εξασφαλίσει πλέον κι άλλα εισοδήματα, δεν δυσανασχετούσαν όταν το ζευγάρι κλεινόταν μέσα στην κάμαρα για ώρες ολόκληρες ενώ οι υπόλοιποι πελάτες τους, παραπονούνταν για την αργοπορία της.

Οι δυο νέοι, είχαν αποφασίσει να παντρευτούν όταν θα έφευγαν μαζί απ’ την Ιεριχώ, ακολουθώντας τις θείες εμπνεύσεις του Ιησού του Ναυή, όσον αφορούσε την μελλοντική διαδρομή τους. Η «Ράαβ», δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο Θεό του εραστή της. Πίστεψε όμως για πρώτη φορά στον Έρωτα, όταν είδε εκείνον τον άξεστο πολεμιστή, να μεταμορφώνεται σε κάποιον που δεν λογαριάζει ούτε τη ζωή του, για να την δει. Και η αλήθεια, ήταν αυτή. Ο νεαρός, ηλιοκαμένος άνδρας, ελάχιστα είχε το μυαλό του στην εκπλήρωση των φιλοδοξιών του αρχηγού του, από τότε που εκείνη είχε κοιμηθεί για πρώτη φορά πάνω στον ρυθμό της καρδιάς του. Ο λόγος που έπαιζε την ζωή του κορώνα-γράμματα, ήταν τα φιλιά της ερωμένης του.

Όταν μια απ’ τις τελευταίες μέρες του θεριστή, επιβεβαιώθηκαν στα αυτιά του βασιλιά της πόλης, οι φήμες πως ο στρατός των Ιουδαίων είχε διασχίσει τον Ιορδάνη ποταμό και βρισκόταν λίγο έξω απ’ τα τείχη της Ιεριχούς, ο ανώτατος άρχοντας διέταξε το στρατό του να κλείσει όλες τις κερκόπορτες και να γίνει έλεγχος σε όλα τα σπίτια, προς ανεύρεση των αλλόθρησκων συνωμοτών που μπορεί να είχαν εισχωρήσει στους οικισμούς για να διαπιστώσουν, προς όφελος του εχθρού, τον ακριβή αριθμό των δυνάμεων και των αμυντικών μυστικών της πόλης-κράτους. Όπως ήταν φυσικό, οι περίπολοι των Χαναναίων, ξεκίνησαν την έρευνα από τα πορνεία του άστεως.

Η «Ράαβ», βοήθησε τον εραστή της να διαφύγει, μαζί με τον σύντροφό του, κρεμώντας ένα σκοινί στο παράθυρο του προθάλαμου του σπιτιού της. Ο δυτικός τοίχος του οικήματος, εκτός από απαραίτητος για να συμπληρωθεί το ποθητό, στενάχωρο τετράγωνο που εξυπηρετεί έως και σήμερα, τις ανάγκες στέγασης των φτωχών, ήταν μέρος της οχύρωσης της πόλης. Από εκεί λοιπόν, διέφυγαν οι συνωμότες, κατεβαίνοντας αργά, μέχρι τον πυθμένα της τάφρου που περιέκλειε την Ιεριχώ. Τελευταίος, έφυγε ο αγαπημένος της.

Πριν το αποχαιρετιστήριο φιλί, της εκμυστηρεύθηκε πως θα επέστρεφε εκεί σε σαράντα νύχτες, μαζί με το λαό του και της ζήτησε να κρεμάσει ξανά εκείνο το σκοινί στο παράθυρό της, για να εισβάλλουν μαζί με τους συντρόφους του στην πόλη και να ανοίξουν τις πύλες του απόρθητου οχυρού. Εκείνη και τα αδέρφια της, δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα, καθώς θα ήταν οι μόνοι που θα έφευγαν ζωντανοί από εκεί. Η γυναίκα, έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε δειλά πως θα ήθελε να φύγουν μαζί μακριά από όλους και όλα πριν συμβεί το μακελειό. Στα μάτια του, είδε πως συμφωνούσε μαζί της, όμως τα χείλη του ήταν αυτά που τελικά αρνήθηκαν την πρότασή της.

Οι σάλπιγγές της, ηχούν για έβδομη φορά στη ζωή της και η Μαρία είναι αποφασισμένη να κρατήσει αυτό το παιδί. Δεν έχει ιδέα, ποιος είναι ο πατέρας του. Ίσως, ένας απ’ τους νεαρούς που δεν έχουν αρκετό χαρτζιλίκι για να πάνε σε ένα πιο καθαρό μπορντέλο. Ίσως, ένας βιτσιόζος μεσοαστός που νιώθει πως φλερτάρει με τον κίνδυνο, όταν βγαίνει απ’ τα ασφυκτικά όρια του μικρού του προάστιου, είτε ακόμα ένας ηλικιωμένος που ψωνίζει viagra από τα φαρμακεία της Ομόνοιας κι έπειτα παρακαλά την πιο δύστυχη, νεαρή πουτάνα να υποκλιθεί στο σταφιδιασμένο του σώμα, υπακούοντας σε κάθε του βίτσιο. Την Μαρία, ειλικρινά δεν την νοιάζει ποιος είναι ο πατέρας. Τους έχει σιχαθεί τους άντρες. Σκέφτεται πως είναι καλύτερο για εκείνη να μεγαλώσει μόνη της ένα παιδί, απελευθερωμένη από την παρουσία ενός ακόμη νταβατζή στη ζωή της.

Το σχέδιο είναι απλό. Ο Θεός εκδικείται τους απίστους. «Οφθαλμός αντί οφθαλμού». Ξέρει πως κανένας από τους υψηλά ιστάμενους της «εταιρείας», δεν θα την αφήσει να χαλάσει το τέλειο και κερδοφόρο κορμί της, με μια εγκυμοσύνη. «Ου φονεύσεις». Μόνο που εκείνοι έχουν σκοτώσει, ήδη έξι φορές, τη ζωή μέσα απ’ τα σπλάχνα της.

Με τις λιγοστές της οικονομίες, καταφέρνει να λαδώσει τους σωστούς ανθρώπους και να βγάλει άδεια παραμονής στην Ελλάδα, του εικοστού πρώτου αιώνα. Αυτό το κομμάτι χαρτιού, της είναι απαραίτητο για να μπορέσει να εγκαταλείψει εκείνη την χώρα, εξαφανίζοντας τα ίχνη της. Αν δείξει θάρρος, προστατεύοντας το έμβρυο, νομίζει πως ο Θεός θα την βοηθήσει.

Οι σαράντα νύχτες, περνούσαν απελπιστικά αργά για τη «Ράαβ», που οφείλουμε να αναφέρουμε για άλλη μια φορά, πως αυτό δεν ήταν το πραγματικό της όνομα, αλλά έτσι την βάφτισαν, πολλά χρόνια μετά τον θάνατό της. Η νεαρή γυναίκα, για να μην κινήσει υποψίες στις αρχές της πόλης, αναγκαζόταν να υποδέχεται ξανά μέσα της, όλους τους υποψήφιους επιβήτορες που περνούσαν το κατώφλι της. Ποτέ στην ιστορία της λογοτεχνίας, δεν θα μπορέσει να περιγραφτεί με ακρίβεια η απελπισία ενός ερωτευμένου σώματος που είναι αναγκασμένο να πλαγιάζει με όλους, εκτός από το αγαπημένο υποκείμενο του πόθου της.

Η αγωνία της για το μέλλον, έγινε ακόμη πιο δυσβάστακτη όταν ο έμμηνος κύκλος της σταμάτησε για να της ανακοινώσει με τον δικό του τρόπο, πως μέσα στην κοιλιά της, ηχούσε η ανάσα μια νέας ύπαρξης. Η τεσσαρακοστή νύχτα, τελικά έφτασε. Αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, η «Ράαβ» κρέμασε το σκοινί, για άλλη μια φορά, στο παράθυρό της.

Αυτή, ήταν η τελευταία της ευκαιρία. Μέχρι τον επόμενο μήνα, όταν θα ερχόταν ξανά o Ben, για να της δώσει το μερίδιό της, η κοιλιά της θα είχε φουσκώσει υπερβολικά και θα ήταν ανίκανη να κρύψει την εγκυμοσύνη της. Την ώρα που εκείνος ο φαλακρός άντρας, χοροπηδούσε πάνω της ζητώντας της να τον βρίζει στα ελληνικά, είχε ακούσει την φωνή του να χαιρετά τις κοπέλες και τα βαριά του βήματα, να ανεβαίνουν τις σκάλες του ξενοδοχείου.

Σκούπισε απ’ τα χείλη της το σπέρμα με μια λερωμένη πετσέτα. Ύστερα, ντύθηκε και βγήκε στον διάδρομο. Οι μισές λάμπες ήταν καμένες κι εκείνη μέσα στο ημίφως, θεώρησε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή για να προσευχηθεί, να πάνε όλα καλά.

Έφτασε έξω απ’ το γραφείο του. Κοίταξε μέσα απ’ την μισάνοιχτη πόρτα και κατάλαβε πως ήταν πάλι μεθυσμένος. Τον περίμενε να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο για να αφαιρέσει από το εσωτερικό του, το ποσό που αντιστοιχούσε στο μισθολόγιο των κοριτσιών.

Κοιμήθηκε καθισμένη στο παράθυρο, κρατώντας την άκρη του δεμένου σκοινιού στο δεξί της χέρι. Η απουσία σελήνης εκείνη τη νύχτα, είχε αφήσει την αγωνία της στο έλεος των φιλεύσπλαχνων άστρων που τη νανούρισαν με το διακριτικό, ρυθμικό φως τους. Όταν ένιωσε το σκοινί να τεντώνει, άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να σκαρφαλώνει τον τοίχο. Πριν προλάβει να εισχωρήσει με όλο του το σώμα μέσα στο κτήριο, τον φιλούσε. Όταν ανέβηκε και ο τελευταίος της ομάδας κρούσης των Ισραηλιτών, εκείνοι ακόμα βρίσκονταν στο δάπεδο, μέσα στο διαδικαστικό ενός ερωτικού φιλιού που είχε αρχίσει αρκετά λεπτά, πριν.

Έπειτα, λίγο πριν χαθούν σα σκιές μέσα στα σοκάκια της πόλης, εκείνος την προέτρεψε να φύγει μαζί με τους συγγενείς της και της υποσχέθηκε πως την επόμενη κιόλας μέρα, θα την παντρευόταν. Η «Ράαβ», γλίστρησε απ’ το παράθυρο τελευταία, λίγο πριν ο ήλιος ανατείλει κι αρχίσει η μεγάλη σφαγή. Καθώς είχε ήδη απομακρυνθεί μαζί με την μάνα και τα αδέρφια της, περίπου ένα χιλιόμετρο απ’ την πόλη, άκουσε τις σπαρακτικές κραυγές των μελλοθάνατων Χαναναίων. Γύρισε προς την ανατολή και είδε τις φλόγες να τυλίγουν την Ιεριχώ. Κανείς, ούτε νέος, ούτε γέρος, ούτε γυναίκα, ούτε παιδί, ούτε βρέφος, δεν απέμεινε ζωντανός, αφού έτσι είχε διατάξει ο Κύριος. Καμιά σάλπιγγα δεν ήχησε και κανένας σεισμός δεν εξαφάνισε τα τείχη της πόλης. Το μόνο που έμεινε να προδίδει την αλήθεια για πολλά χρόνια στην κατεστραμμένη Ιεριχώ, ήταν το σκοινί στο παράθυρο μιας πόρνης.

Δεν τον λυπήθηκε καθόλου, όταν τον είδε να σέρνεται ανήμπορος στο πάτωμα και να δέχεται το αποτελειωτικό χτύπημα. Επτά γδούποι είχαν σημάνει τον θάνατό του, όπως ακριβώς τον είχε προσχεδιάσει η πάντα θρησκόληπτη Μαρία. Το μπρούτζινο αγαλματίδιο του Εσταυρωμένου, είχε ανταποκριθεί στο ρόλο του και η μαύρη καλλονή, ένιωθε σα να είχε μόλις εκπληρώσει μια ουράνια προφητεία. Πήρε όλα τα λεφτά από το χρηματοκιβώτιο κι εξαφανίστηκε.

Στην είσοδο του ξενοδοχείου, έπεσε πάνω σε μια κοπέλα που περίμενε τον επόμενο πελάτη της. Όταν τη ρώτησε τί της συνέβαινε και ήταν τόσο αναστατωμένη, η Μαρία της έβαλε ένα μασούρι χαρτονομίσματα στα χέρια και την προέτρεψε να το βάλει κι εκείνη στα πόδια, όπως και τελικά έκανε. Δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν η αντίδραση της φόνισσας, αν μάθαινε πως εκείνη η νεαρή, καταγόταν από την επαρχία της Ταράμπα της Κεντρικής Νιγηρίας και άνηκε στην φυλή των μουσουλμάνων Φουλάνι που είχαν σκοτώσει τον πατέρα της.

Αυτό που γνωρίζουμε καλά όμως, είναι πως την επόμενη κιόλας ημέρα, η μισότρελη Μαρία, αναχωρούσε μαζί με το αγέννητο παιδί της για την Ιεριχώ.

Όλο το πρωί, αρνούνταν να απομακρυνθεί από την πόλη, τόσο ώστε να την χάσει απ’ το οπτικό της πεδίο. Το μεσημέρι, αρνήθηκε να φάει. Το απόγευμα κι ενώ τα πρώτα στρατεύματα των Ιουδαίων είχαν ήδη επιστρέψει στον καταυλισμό τους, αφήνοντας στις φλόγες την Ιεριχώ, τριγυρνούσε ανάμεσα στους ματωμένους άνδρες γυρεύοντάς τον. Το βράδυ, όταν έμαθε πως ήταν νεκρός, η μιλιά της κόπηκε. Τα αδέρφια της και η μητέρα της, είχαν ήδη εγκαταλείψει το στρατόπεδο και κινούνταν προς την Αίγυπτο, σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής.

Καμιά σάλπιγγα πολέμου δεν ήχησε κατά τη διάρκεια της άλωσης της Ιεριχούς και καμιά από τις δοξασίες που φέρουν τα τείχη να σείστηκαν και να κατέρρευσαν απ’ τους ήχους της θείας μουσικής, δεν φαίνεται να είναι αληθινή. Ένα σκοινί στο παράθυρο μιας ερωτευμένης πόρνης, ήταν αρκετό για να γίνει το θέλημά Του.

Αυτή, που όλοι επιμένουν να αποκαλούν «Ράαβ», δεν άρθρωσε ούτε μια λέξη, μέχρι να γεννηθεί ο γιος της. Ακολούθησε τους Ισραηλίτες, σε όλη τους την εκστρατεία στη γη της Χαναάν, δίχως ποτέ να πιστέψει στο Θεό τους. Τα ίχνη της, έχουν χαθεί και το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της, παρέμεινε μια στιγματισμένη πόρνη, έως ότου η ντροπή, ωθήσει κάποιον θρησκευτικό συγγραφέα να παραχαράξει την προσωπική ιστορία ενός αδικημένου ανθρώπου, για να την αποκαταστήσει ως «πρόγονο του Ιησού Χριστού».

Απ’ την εποχή του Χαλκού μέχρι το 1907, όταν ο Leo Vakeland δίνει το όνομά του στο βακελίτη και η ανθρωπότητα, περνά στην σύγχρονη εποχή του Πλαστικού, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Η Μαρία, περπατά στους δρόμους της πόλης που σήμερα αποκαλούν Ιεριχώ, απογοητευμένη από ό,τι αντικρύζει στο διάβα της. Η άλωση δεν τελείωσε ποτέ. Οι έμποροι είναι ακόμα εδώ. Το ίδιο ισχύει και για τα πορνεία. Οι πάνοπλοι στρατιώτες, περιπολούν κάθε της γωνιά και αντιμετωπίζουν τους ελάχιστους, εναπομείναντες Παλαιστίνιους, όπως οι Φουλάνι τους Τζουκίν.

Μόνο που εδώ, στον άγιο τόπο του προορισμού της, τα πάντα είναι καθαρά μπροστά στα μάτια της. Ο Θεός, δεν είναι με το μέρος των ρακένδυτων. Στην ανατολική μεριά της πόλης, η πένθιμη πομπή μιας κηδείας αλλόθρησκων, τραβά την προσοχή της. Απ’ το μέγεθος και μόνο του φέρετρου αντιλαμβάνεται πως ο νεκρός είναι ένα παιδί. Αμέσως καταλαβαίνει πως αυτή που ακολουθεί υποβασταζόμενη από δυο δακρυσμένους άντρες, είναι η μάνα που σπαράσσεται σύγκορμη απ’ τους λυγμούς.

Δεν έχει να δει κάτι άλλο, σε αυτό το μέρος. Αποφασίζει να φύγει απ’ την πόλη και απ’ την σκέπη του Θεού. Κανείς δεν ξέρει που πήγε και πως μεγάλωσε το παιδί της, όπως κανείς απ’ τους ζωντανούς δεν κατάλαβε ποτέ πως δεν υπήρξε ποτέ η πόλη με αυτό το όνομα. Η Ιεριχώ είναι η ίδια η γυναίκα, το σύμβολο της μητρότητας, αλλά και του πόθου, κυκλωμένο με τα δεσμά της Κιβωτού των Ενοχών. Κάθε μέρα, επτά φορές την εβδομάδα, επτά κύκλοι από αναθέματα την μαθαίνουν να μισεί το σώμα της, να σιχαίνεται την ουσία της και να αφήνει το πεπρωμένο της, στα χέρια των θείων και θνητών νταβατζήδων της, είτε πρόκειται για πραγματικούς μαστροπούς, είτε για Ιερείς ή ιδιοκτήτες πασίγνωστων περιοδικών.

* Το διήγημα δημοσιεύτηκε από Το Ελατήριο, στο προσωπικό του blog. Αφορμή, η επέτειος της βίαιης καταστολής των κινητοποιήσεων των εργατριών των κλωστοϋφαντουργιών της Νέας Υόρκης, από τις δυνάμεις της έννομης τάξης (8 Μαρτίου 1857), που χρονολογικά συμπίπτει με τον «εορτασμό» της «Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας» (8 Μαρτίου), ενός θεωρητικού κατασκευάσματος που υιοθετήθηκε με ευκολία από τους ανθρώπους της εποχής μας, που άκριτα συμμετέχουν στον προβληματισμό των λίγων λεπτών και παρακολουθούν τα ανούσια αφιερώματα που περιγράφουν τη σκληρή πραγματικότητα, αποκρύπτοντας όμως τα γενεσιουργά της αίτια.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Advertisements