Πυραμίδα 67

Block No 2

Λοιπόν, ακούστε! Εγώ αντιτάσσω στο σύμβολό σας του ήρωα, το σύμβολο ενός κυνικού! Ο ήρωας, που, συνεπής στον εαυτό του και σ’ όσα αρνείται να προσκυνήσει, πεθαίνει, δεν είναι νικητής! Είναι ηττημένος! Γιατί είναι ήττα να χάσεις τη ζωή κατά τρόπον άλλο απ’ το θάνατο το φυσικό ή το θεληματικό – την αυτοκτονία, εκτελεσμένη ελεύθερα κι αποφασισμένη ελεύθερα, όχι σα φυγή, παρά σαν πράξη αυτόβουλη κι εκφραστική της αηδίας, της απαξίας, της άρνησης! Κάθε άλλος θάνατος είναι ήττα κι ασυνέπεια! Ο ήρωας που πεθαίνει μπροστά στο απόσπασμα, γενναίος και ψύχραιμος, κι επίμονος στον εαυτό του, δεν είναι ούτε αυτός νικητής! Το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι, όποιος είσαι! Όχι να πεθάνεις γι’ αυτό που είσαι!

Σ’ αυτόν τον τύπο του ήρωα (τον αφελή, τον ηττημένο, τον θνήσκοντα εις χείρας των εχθρών του!) εγώ αντιτάσσω ένα πρόσωπο πιο ισχυρό, πιο γνήσιο στον εαυτό του, πιο ρεαλιστικό: Προβάλλω εκείνον, που δε νοιάζεται για καμιά εξωτερική συνέπεια εν όψει του θανάτου. Εκείνον που, μιας και δεν έγινε ως την ώρα αυτοκτόνος, το παίρνει απόφαση, και το χωνεύει, ότι αγαπάει τη ζωή (ή ότι, τουλάχιστο, δεν είναι έτοιμος ακόμη να την απαρνηθεί), ότι, αναμφισβήτητα, είναι ανήμπορος μπρος στη βία την υλική, κι ότι είναι ήττα ο θάνατος, σα δεν είναι αυτόβουλος.

Εκείνον που συνέλαβε ότι αυτό τούτο το να μείνεις «συνεπής» και να πεθάνεις, ενώ αποστέργεις το θάνατο, αφορά τους άλλους – μόνο τους άλλους και τη γνώμη τους για σένα! – όχι εσένα τον ίδιον. Πώς αυτό ακριβώς: το να σταθείς ήρωας θανάτου στα Σκοπευτήρια είναι φιλοδοξία! Το να μείνεις «συνεπής», είναι, λίγο πολύ, χειροκροτημάτων εκζήτηση – είν’ ασυνέπεια εις βάθος.

Εγώ αντιτάσσω δυο σύμβολα. Το ένα: Ο από αυτόβουλη κι ελεύθερη απόφαση αυτοκτόνος! Το άλλο: Κείνος που, γιατί αγαπά ή για οποιαδήποτε άλλο λόγο – ή κι από δειλία μπρος στο θάνατο, ή και μόνο από φόβο στον πόνο – δεν μπορεί να πεθάνει. Που το γνωρίζει αυτό και δεν επιχειρεί να το αμφισβητήσει μέσα του. Που γνωρίζει ακόμα ότι, εντέλει, το πρόβλημα όλο της ελευθερίας στο θάνατο μόνο και δοκιμάζεται και λύεται και αίρεται! Πως ο θάνατος, άρα, είναι όπλο κατά της ελευθερίας του, αφού τον αποστέργει. Κι ότι ακόμα, τα δυο δισεκατομμύρια των άλλων είναι, σαν την ίδια τη φύση και τα πράγματα, ισχυρότερα από το ένα και μόνο του άτομο, εφόσον αυτό αποστέργει το θάνατο. Το ξέρει, και δεν το αμφισβητεί πια μέσα του.

Αυτός όμως είναι όσο κι ο ήρωας – κι εγώ επιμένω πως μπορεί και περισσότερο – αποφασισμένος να μείνει όποιος είναι. Αυτός γνωρίζει ότι εφόσον και μόνο δεν έχει ήδη αυτοκτονήσει, σημαίνει πως είναι κιόλας κατ’ αρχήν ηττημένος. Δεν έχει αυτός τη ρομαντική και κοινωνική αφέλεια του ήρωα, να νομίσει νίκη του την τάχα άφοβη αποδοχή του θανάτου, μπρος στο απόσπασμα! Δεν είναι αυτός κοινωνικός. Δε νοιάζεται διόλου να τον αναγνωρίσουν για ήρωα. Δε νοιάζεται ούτε αν ο εαυτός του δεν τον αναγνωρίσει. Δε νοιάζεται διόλου να’ ναι ήρωας.

Δεν πιστεύει σε καμιάς λογής αθανασία – ενώ πιστεύει ο ήρωας, ασύνειδά του, κι ο πιο τυπικά υλιστής, σ’ ένα είδος κάποιας επιβίωσης με τον αφηρωισμό του αυτόν μες στη συνείδηση των άλλων! Ο ήρωας του αποσπάσματος (ο κάθε ήρωας άλλωστε) είναι σύμβολο κοινωνικό. Εκείνος όμως που αντιτάσσω εγώ, πιστεύει ότι όλα τελειώνουν εδώ κάτω, ότι όλα στο τέρμα της δικιάς του ζωής περατούνται και κρίνονται. Είναι ανένδοτα υλιστής κι αδιάφορος προς κάθε δόξα, κάθε αθανασία, υστεροφημία και τα παρόμοια!

Αυτός είναι ο μόνος που έχει την ελπίδα να νικήσει. Μπρος στο απόσπασμα, ενώ μένει πάντα όποιος είναι – και ίσα-ίσα γι’ αυτό! – δε διστάζει, κι απαρνιέται τον εαυτό του, κι ομολογεί ό,τι θέλουν, και υποχωρεί στη βία, και σώζεται, δίχως κανέναν εσωτερικό τραυματισμό. (Είναι αρκετά εγωιστής για να μην μπορεί να’ ναι κοινωνικός, και φιλόδοξος, και ήρωας για τους άλλους). Σκύβει αυτός στη βία, και αποσοβεί το θάνατο, αλλά και, ολότελα ασυνεπής κατόπι στην απάρνηση του εαυτού του για να σωθεί, συνεχίζει να’ ναι αυτός που είναι!

Δεν τηρεί το λόγο του! Δεν έχει μπέσα αυτός! Τηρεί μόνο αυτό που είναι. Και μόνο μέσα του! Δε νοιάζεται για το έξω. Δεν πληρώνει φόρο το θάνατο στην αφέλεια της «συνέπειας». Δεν κάνει το χατίρι των άλλων να τηρεί κανένα λόγο του (μάλιστα έτσι, εκβιαστικά, με την κάννη στον κρόταφο, παρμένον). Και συνεχίζει: όσες φορές κι αν τον ξαναφέρουν στο απόσπασμα, τόσες φορές θα ξαναπαρνηθεί τον εαυτό του, κι άλλες τόσες θα μείνει ζωντανός αυτό που είναι!

Ό,τι κι αν ομολογήσεις, ό,τι κι αν απαρνηθείς, κι αν διακηρύξεις αντίθετο απ’ όσα έχεις μέσα σου, χιλιάδες μετάνοιες κι αν υπογράψεις, χιλιάδες αυτοκαταδίκες – όλα, όλ’ αυτά, τους άλλους αφορούν! Τους άλλους – όχι εσένα. Τίποτα δεν είναι αναγκαίο ν’ αλλάξει μέσα σου μ’ οποιαδήποτε εκβιαστική σου ομολογία. Δεν είναι τα λόγια, που εκούσια ή ακούσια υπογράφουμε, δεν είναι η προπαγάνδα που με το «παράδειγμά» μας κάνουμε στους άλλους – τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι ουσία και καθοριστικό στοιχείο ζωής.

Το τι είσαι ή το δεν είσαι, είναι και μένει πάντα ολότελα άσχετο με το τι θα υποχρεωθείς να πεις ή να πράξεις. Με καμιάς λογής υποχώρηση στη βία δεν αλλάζει ποτέ αυτό που είσαι, αν εσύ έχεις την επίγνωση και ξέρεις πόσο αδύναμο είναι το πρόσωπο κατέναντι των όπλων. (Ξον αν μέσα σου έχει οργανωθεί το σύμπλεγμα εκείνο της «συνέπειας». Και σ’ αυτό βασίζονται οι άλλοι: στο να ‘χει μέσα σου οργανωθεί το καθαρά ψυχωσικό αυτό σύμπλεγμα, οπότε, με την ελάχιστη υποχώρησή σου στο βάσανο, ή στη βία, ή στην απειλή του θανάτου, όλο το πυρηνωμένο πάνω στη «συνέπεια» εγώ σου, συντρίβεται, καταλύεται, καταργείται.)

Ε, λοιπόν όχι! Το σκευώρημα, κύριοι, πολύ φτηνό, πολύ άτεχνο. Θρυμματίζεται!

Στηρίξετέ μου όσες κάννες θέλετε στους κροτάφους (αφού το πρόβλημα το καταντήσατε εκεί). Εγώ τη χάρη δε θα σας τη κάνω «να πεθάνω σαν ήρωας», πολύ φτηνά απαλλάσσοντάς σας έτσι από την παρουσία μου. Εγώ, αντίθετα, θα σας ομολογήσω ό,τι ζητάτε! Θα σας απαρνηθώ ό,τι θέλετε! Θα σας υπογράψω όσες θέλετε καταδίκες του εαυτού μου, και μετάνοιες, με τ’ όνομά μου ανενδοίαστα και ξεδιάντροπα, φαρδιά, πλατιά, και καθαρά γραμμένο κάτω απ’ τις επαίσχυντες – ναι! ναι! τις επαίσχυντες! – ασυνέπειές μου μπροστά στο θάνατο που μου επαπειλείτε. Γιατί όχι;

Κι αν έτσι εσείς αποσύρετε τις κρύες σας κάννες απ’ το κεφάλι μου, ε, τότε εγώ θα σας φτύσω πάλι κατάμουτρα! Μα κι αν ευθύς μου τις ξαναπροτείνετε, και πάλι εγώ, για δεύτερη φορά θα σας ομολογήσω ό,τι ζητάτε! Και θα ξανασωθώ. Αλλά και δεύτερη, και τρίτη και χιλιοστή και νιοστή φορά εγώ θα σας ξαναφτύσω, και θα σας φτύνω όσο αναπνέω, αδιαφορώντας για οποιαδήποτε τυπική «συνέπεια», περιφρονώντας κάθε συμφερτικό σας σύμβολο «ήρωα», για ό,τι κι αν πείτε, για ό,τι κι αν σκεφτείτε, για όσο κι αν αηδιάσετε. Για όσο κι αν είν’ απεχθής η ιδέα του κυνικού!

Ακούστε το! Απέναντι εκείνου που σε κανένα δόκανό σας δεν πέφτει, δεν έχετε όπλο – κι αν ακόμα αυτός αποστέργει το θάνατο! Οσαδήποτε δισεκατομμύρια κάννες όπλων δεν μπορούν ν’ αλλάξουν μήτε ένα γιώτα μιας συνείδησης προσωπικής, που επιμένει να ομολογεί στον εαυτό της και μόνο! Τίποτα στον κόσμο αυτό δεν είναι ισχυρότερο από την ερμητικά κλειστή προσωπική συνείδηση του ενός.

Αν το πρόβλημα είναι να μείνεις όποιος είσαι, τότε να μείνεις τέτοιος και να ζήσεις τέτοιος, στο πείσμα όλων των δισεκατομμυρίων καννών που στηρίζονται στον κρόταφό σου! Όχι να τους κάνεις τη χάρη της «συνέπειας» και να κυλιστείς αιμόφυρτος μπρος στα πόδια τους. Να μη γελούν αυτοί! Να γελάς εσύ για όλη τους την κοινωνική αφέλεια και ηλιθιότητα, που δε σε ξέσκισαν σε μύρια κομματάκια αφ’ ότου υπήρξες, δίχως τίποτε να σε ρωτήσουν, τίποτε να σου απαιτήσουν, τίποτε να ελπίσουν από σε!

Η ιδέα του ήρωα και της συνέπειας είναι ιδέα της κοινωνίας και παγίδα για το εγώ. Και ο πιο αντικοινωνικός ήρωας, εφόσον είναι ήρωας και συνεπής, μένει, εν τέλει, του χεριού τους. (Και δεν αλλάζει τίποτα το να’ ναι «εναντίον» της κρατούσας κοινωνίας – του χεριού της επερχόμενης! Κοινωνίας και πάλι υποχείριος! Το ίδιο κάνει – το ίδιο απολύτως..)

σκοπιά στη χαράδρα της Ρεκά

Η χαράδρα της Ρεκά σχίζει τη Γκιώνα στα δύο και ανεβαίνει στο βουνό από το χωριό της Βίνιανης ως τη Λάκα Καρβούνη. Αποτέλεσε θέατρο κρίσιμων πολεμικών συγκρούσεων κατα την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας. Εκεί λημέριαζαν οι Κλέφτες στα δύσκολα χρόνια επί τουρκοκρατίας και έλαχε να δώσουν την δύσκολη και νικηφόρα μάχη κατά των Τουρκικών δυνάμεων, τον Μάιο του 1821. Εκεί έγινε η πρώτη μεγάλη μάχη της ελληνικής αντίστασης, όπου οι αντάρτες κατατρόπωσαν τις Χιτλερικές δυνάμεις, στις 9 Σεπτεμβρίου 1942. Σήμερα αποτελεί καταφύγιο για αρπακτικά και αλπικά είδη ζώων ενώ φιλοξενεί και τον μοναδικό πληθυσμό αγριοκάτσικων στη Νότιο Ελλάδα.

Αποσπάσματα από το εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο του Ρένου Αποστολίδη «Πυραμίδα 67» που πραγματεύεται τα βιώματα του συγγραφέα κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα (Μάρτιος 1946 – Αύγουστος 1949). Ο Ρένος Αποστολίδης συμμετείχε στις σκληρότερες μάχες στο Βίτσι, στο Γράμο, τη Ρούμελη και τη Πελοπόννησο, αρνούμενος να ρίξει έστω και μια σφαίρα και καταγράφοντας σε περίπου 5.000 σελίδες γραμμάτων – τα οποία έστελνε με το ταχυδρομείο στους γονείς του – όσα βίωνε αυτή τη ζοφερή περίοδο.  Αυτό το υλικό αποτέλεσε και τον πυρήνα του βιβλίου – ντοκουμέντου, του πιο μαχητικού αντιπολεμικού βιβλίου για τον Εμφύλιο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, αντίθετα με τη γραμμή της πλειονότητας των λογοτεχνών, απέδειξε πως αντίσταση γίνεται γράφοντας και όχι σιωπώντας, αγνοώντας τη λογοκρισία. Υπερασπιστής του πολυτονικού αλλά και της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, πέθανε τον Μάρτιο του 2004 και θάφτηκε με πολιτική τελετή. Δεν κατάφερε να γίνει ιδιαίτερα αγαπητός στους κριτικούς και το ευρύ κοινό. Ο Κώστας Φέρρης, μετά από πρόσκληση του Ρένου Αποστολίδη, γύρισε το 1995 ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ, «Ο Εμφύλιος μέσα μας», βασισμένο στα δυο έργα του συγγραφέα· την «Πυραμίδα 67» και τη νουβέλα «Ο Α2», όπου πρωταγωνιστεί ένας υπολοχαγός, αξιωματικός πληροφοριών στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε το πρώτο μέρος του πολύωρου ντοκιμαντέρ.

Advertisements