William Cuthbert Faulkner

«Εγώ αρνούμαι ν’ αποδεχτώ το τέλος του ανθρώπου. Είναι μάλλον εύκολο να ισχυρίζεσαι πως ο άνθρωπος είναι αθάνατος μόνο και μόνο επειδή μπορεί και αντέχει, μόνο και μόνο επειδή, όταν και η ύστατη κωδωνοκρουσία του τελικού αφανισμού ηχήσει και σβήσει πάνω στον τελευταίο ασήμαντο βράχο που θα μετεωρίζεται μέσα στο έσχατο πορφυρό και ετοιμοθάνατο απόβραδο, επειδή και κατά τη στιγμή εκείνη θ’ ακουστεί ένας ήχος ακόμη: ο ήχος της ασθενικής -αλλά που αρνείται να δύσει- φωνής του, να μιλάει ακόμη. Αρνούμαι να το αποδεχτώ αυτό. Πιστεύω πως ο άνθρωπος δεν θα αντέξει απλώς, θα κατισχύσει. Είναι αθάνατος, όχι επειδή μόνος αυτός από το ζωικό βασίλειο διαθέτει φωνή απροσμάχητη, αλλά επειδή κατέχει ψυχή, πνεύμα ικανό για συμπόνια, θυσία και καρτερία. Του ποιητή, του συγγραφέα το χρέος είναι να γράφει γι’ αυτά, περί αυτά τα πράγματα. Είναι προνόμιο δικό του να οδηγεί τον άνθρωπο στην καρτερία, ενδυναμώνοντάς του τον ψυχικό κόσμο, θυμίζοντάς του το κουράγιο και την υπερηφάνεια και τη συμπόνια και το έλεος και τη θυσία, που συνιστούν τη δόξα του παρελθόντος του. Η φωνή του ποιητή δεν είναι αναγκαίο να ‘ναι απλώς το μητρώο του ανθρώπου, μπορεί να καταστεί και έρεισμα, στύλος που θα στηρίζει τον άνθρωπο να υπομένει και να κατισχύει».

Απόσπασμα από την ομιλία του William Faulkner κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1949, «για την ισχυρή και καλλιτεχνικά μοναδική συνεισφορά του στο σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα». Ο Faulkner συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους συγγραφείς του Δυτικού κόσμου, έχοντας προσφέρει στην ανθρωπότητα πολύ σημαντικά έργα καθώς και αρκετές νουβέλες, σενάρια για κλασικές ταινίες του αμερικανικού κινηματογράφου αλλά και ποιητικές συλλογές. Έχοντας ως κριτήριο τον βαθμό επιρροής στους μεταγενέστερους ομότεχνους του, η παρουσία του μπορεί να συγκριθεί με μεγέθη όπως του William Shakespeare και του James Joyce. Το βιογραφικό του κοσμούν 2 βραβεία Pulitzer καθώς και πολλές τιμητικές διακρίσεις ανά την υφήλιο, μεταξύ αυτών και το Αργυρό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών (1957). Ο συγγραφέας ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να εκδηλώνει την απέχθεια που ένιωθε για τα κάθε λογής βραβεία. Για να παραστεί στην τελετή της απονομής του βραβείου Nobel, απαιτήθηκε μεγάλη προσπάθεια από το συγγενικό του περιβάλλον, καθώς ο Faulkner δήλωνε «ένας αγρότης που δεν μπορούσε να λείψει τόσο καιρό από τα κτήματα του». Ο Γουίλιαμ Φώκνερ γεννήθηκε -ως William Cuthbert Falkner- στο New Albany κοντά στην Οξφόρδη της Πολιτείας του Μισισιπή το 1897. Παρόλο που ο προπάππος του ήταν συνταγματάρχης και σπουδαία φυσιογνωμία του αμερικανικού Νότου, ο Φώκνερ δεν έγινε δεκτός στο στρατό όταν η Αμερική μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Λίγο αργότερα, κατάφερε να καταταγεί στην καναδική και, στη συνέχεια, στη βρετανική βασιλική αεροπορία, και μετά τον πόλεμο φοίτησε για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο του Μισισιπή. Εγκατέλειψε τις σπουδές του -ήταν, εξάλλου, μετριότατος φοιτητής- και ασχολήθηκε με δουλειές του ποδαριού, ανάμεσά τους ένα βιβλιοπωλείο στη Νέα Υόρκη και μια μικρή εφημερίδα στη Νέα Ορλεάνη, όπου το 1924 ο φίλος του Φιλ Στόουν φρόντισε να εκδοθεί σε 1.000 αντίτυπα η συλλογή ποιημάτων του «The Marble Faun» (Ο μαρμάρινος φαύνος). Στη Νέα Ορλεάνη γνωρίστηκε με έναν κύκλο λογοτεχνών στον οποίο συμμετείχε ο Σέργουντ Άντερσον, που τον ενθάρρυνε να στραφεί στην πεζογραφία, κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Soldiers’ Pay» (Η πληρωμή του στρατιώτη), που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Boni and Liveright το 1926. Το 1929 παντρεύτηκε κι έπιασε δουλειά, νυχτερινή βάρδια, στην τροφοδοσία ενός τοπικού ηλεκτρικού σταθμού. Εκείνο το διάστημα, μέσα σε έξι βδομάδες του καλοκαιριού, από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί, γεννήθηκε το «As I Lay Dying» (Καθώς ψυχορραγώ), που κυκλοφόρησε την αμέσως επόμενη χρονιά (1930). Ακολούθησε το «Sanctuary» (Άδυτο, 1931) και κάποια σενάρια για το Χόλυγουντ (μεταξύ των οποίων το «Today we Live» του Χάουαρντ Χωκς, 1933, πάνω σ’ ένα δικό του διήγημα, και αργότερα οι διασκευές του «Μεγάλου ύπνου» του Ρέιμοντ Τσάντλερ, στην ομότιτλη μεταφορά με πρωταγωνιστές τον Χ. Μπόγκαρτ και τη Λ. Μπακόλ, καθώς και του «Να έχεις και να μην έχεις» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ), μια και οι πωλήσεις των βιβλίων του ήταν ασήμαντες. Αν και αναγνωρισμένος συγγραφέας, ο Φώκνερ πέρασε βασανισμένη ζωή βυθισμένος στον αλκοολισμό και την κατάθλιψη. Στον κόσμο του, παρά την επικέντρωση στον αμερικανικό νότο, η αφήγηση προσλαμβάνει οικουμενική σημασία ως στάση απέναντι στο ανθρώπινο πεπρωμένο και σε προβλήματα όπως οι φυλετικές διακρίσεις. Στα σημαντικότερα έργα του, που συχνά χαρακτηρίζονται από πειραματική γραφή, επηρεασμένη από την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, συγκαταλέγονται και τα μυθιστορήματα «Mosquitos» (Κουνούπια), 1927, «Sartoris» (Σαρτόρις, με αρχικό τίτλο «Flags in the Dust»), 1929, «The Sound and the Fury» (Η βουή και η μανία), 1929, «Light in August» (Φως τον Αύγουστο), 1932, «Absalom, Absalom!» (Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!), 1936, «The Wild Palms» (Άγρια Φοινικόδενδρα), 1939, «The Hamlet» (Το χωριουδάκι -πρώτο μέρος της τριλογίας των Snope), 1940, «Requiem for a Nun» (Ρέκβιεμ για μια μοναχή), 1951, «The Town» (Η πόλη), 1957 και «The Mansion» (Το Μέγαρο), 1959 -δεύτερο και τρίτο μέρος της τριλογίας των Snope-, «The Reivers» (Οι κλέφτες), 1961, καθώς και περισσότερες από 80 συλλογές διηγημάτων. Το 1949 τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, το 1955 με το National Book Award και με το Pulitzer Prize for fiction (για το μυθιστόρημα «A Fable»), το 1962 με το Χρυσό Μετάλλιο Λογοτεχνίας της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων και -μετά θάνατον- για δεύτερη φορά με το Pulitzer Prize (για το μυθιστόρημα «The Reivers»). Το 1957 έγινε δεκτός από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια ως συγγραφέας διαμονής (writer-in-residence). Στο ίδιο Πανεπιστήμιο δώρισε το 1961 το προσωπικό του αρχείο για τη δημιουργία του William Faulkner Foundation. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς στη Byhalia της Βιρτζίνια, το 1962, και τάφηκε στο κοιμητήριο της Οξφόρδης του Μισισιπή, Πολιτείας την οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ στη ζωή του.

Σημειωτέον ότι ο Faulkner πήγε μέχρι το γυμνάσιο χωρίς να καταφέρει να το τελειώσει.

Advertisements