της «Ντάμας» ο καφενές

Καφενεία στη Βαρειά Μυτιλήνης. Φωτογραφία του Τσέχου Fritz Joseph Mraz, κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα.

Καφενεία στη Βαρειά Μυτιλήνης. Φωτογραφία του Τσέχου Fritz Joseph Mraz, κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα.

Της «Ντάμας» ο καφενές δεν έκλεινε ποτέ. Μέρα και νύχτα. Κυριακές, καθημερινές και σχόλες ήταν πάντα ανοιχτός. Δεν είχε πόρτα σφαλισμένη ούτε από τη μεριά της οδού «Λαδάδικα» ούτε από την πρόσοψή του στην οδό Κουλμπάρας. Μια τετράγωνη, ισόγεια οικοδομή, με πρασινισμένα κεραμίδια, όρθωνε την ύπαρξή της στο μέρος αυτό. Ανοιχτή απ’ όλες τις μεριές. Καθένας έμπαινε μέσα απ’ όπου του κάπνιζε.

Στης «Ντάμας» τον καφενέ ποτέ δεν έλειπαν τα τραγούδια και οι χοροί, με συνοδεία πάντα το παίξιμο μιας λατέρνας. Εκεί μέσα, κατά τα ξημερώματα, άφηναν τις λατέρνες τους οι ιδιοκτήτες τους να στέκονται πάνω στα σκαμνιά τους. Τις χειρολαβές τις άφηναν πάνω στο τεζάχι. Θα τις έπαιρναν το βράδυ όταν κλ’ούσαν συμφωνία σε σπίτι που είχε αρραβώνιασμα ή σε άλλο γλέντι, σε ταβέρνα.

Γιόμιζε το ισόγειο του καφενέ από λατέρνες. Από μέσα από τις γυάλινες προθήκες τους σε κοίταζαν κορίτσια μισόγυμνα, με γυαλιστερά, πότε γαλάζια και πότε μαύρα μάτια. Γυμνός ο παχύς λαιμός τους. Γιομάτος, σειρές-σειρές, ψευτο-μαργαριτάρια. Όλα σε κοίταζαν λαχταριστά.

Το φως από το λουξ, που δεν είχε σβήσει ακόμα, έπεφτε πάνω στα κεφάλια των χορευτών εκείνη τη θολή ώρα της χειμωνιάτικης μέρας, που πρόβαλε με δισταγμό. Ένας νταμπής κοιμότανε πάνω στο τεζάχι, χωρίς καμία προθυμία να ρωτήσει τους πελάτες που έρχονταν αν ήθελαν καφέ.

Η πελατεία του καφενέ, τον καιρό εκείνον, ήταν εργάτες του λιμανιού. Η βάρδια που φόρτωνε τα βαπόρια ολόνυχτα τα βαρέλια του λαδιού ανακατευόταν με την επόμενη βάρδια. Αυτή θα πήγαινε για δουλειά σε λίγο, στις κατάμαυρες μαούνες, τις φουνταρισμένες στη βορειοανατολική γωνιά του λιμανιού. Στη μεγάλη λαδόσκαλα. Αυτή τραβούσε, πάνω σε χοντρά παλούκια μπηγμένα βαθιά μέσα στην άμμο του ρηχού λιμανιού, ως τα βαθιά νερά του λιμανιού. Πάνω της έσπρωχναν τα γεμάτα λάδια βαρέλια, με τη φίρμα των λαδεμπόρων στο σκέπασμά τους. Τα φόρτωναν, με περισσή προσοχή, στις μαύρες απ’ τα πασαλείμματα της πίσσας μαούνες.

Τα φορτηγά βαπόρια, που συνήθως είχαν ξένη σημαία, έκαναν «πράτιγο» έξω από το λιμάνι. Πέρα από τα φανάρια. Στα βαθιά νερά. Εκεί με σφυριγματιές καλούσαν τις μαούνες με το πολύτιμο φορτίο τους. Το λάδι της Μυτιλήνης. Μέσα στο σκοτάδι ακούγονταν οι φωνές: «Βίρα και μόλα». Παραγγέλματα στα βίντσια που τραβούσαν το πολύτιμο φορτίο και το εναπόθεταν με προσοχή κάτω στο αμπάρι του βαποριού.

Μπροστά στο ιστορικό καφενείο «Πανελλήνιο». Σκηνή από την ταινία του Λάκη Παπαστάθη «Ταξίδι στη Μυτιλήνη».

Η δουλειά ήταν βαριά. Τις περισσότερες φορές γινόταν νύχτα. Πότε με βροχή και πότε με ξαστεριά. Καταβασανίζονταν οι άνθρωποι στη δουλειά. Όλα γίνονταν με τη δύναμη των χεριών τους. Ο ιδρώτας έσταζε από το πρόσωπό τους. Η προσπάθειά τους απεικονιζόταν στο σφιγμένο στόμα τους και τη βαριά ανάσα τους.

Έτσι ξεθεωμένοι, όταν τέλειωνε η βάρδια τους, ό,τι ώρα κι αν ήταν, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, αφού περνούσαν για ένα ούζο από την «Αμπάρα», την ταβέρνα που βρισκόταν στο δρόμο τους, τραβούσαν για της «Ντάμας» τον καφενέ.

Κάποιος, τότε, μέσα στη νύχτα, ή ό,τι ώρα ήταν, έπαιρνε τη χειρολαβή απ’ το τεζάχι κι άρχιζε να τη στριφογυρίζει πάνω στη λατέρνα, που έβγαζε το σκοπό που είχε αποβραδίς. Πάντα βρισκόταν ένας άλλος που έπιανε το ντέφι με τα κουδουνάκια ανάμεσα. Έτσι άρχιζαν, με το παίξιμο της λατέρνας, το χορό μέχρι που ξημέρωνε ολότελα.

Αυτά τα θυμάμαι από τότε, το φθινόπωρο του 1922. Τότε το σχολείο μας, το «Κομνηνάκειο», επιτάχθηκε απ’ το κράτος. Έγινε κρατητήριο για τους Τούρκους αιχμαλώτους. Τους είχαν φέρει μαζί τους οι στρατιώτες μας που υποχωρούσαν. Τους κρατούσαν για αντάλλαγμα με δικούς μας στρατιώτες που είχαν πέσει αιχμάλωτοι στα χέρια των Τούρκων. Όταν έγινε η επίταξη, εγώ πήγαινα στη τρίτη δημοτικού και τα μαθήματα ορίστηκε να γίνονται στο παράρτημα του Παρθεναγωγείου. Ήταν ένα ισόγειο στη οδό Αγίου Συμεών.

Ο δρόμος μου για το Παρθεναγωγείο από το «Κιόσκι», όπου ήταν το σπίτι μας, περνούσε μπροστά απ’ της «Ντάμας» τον καφενέ. Από μέσα από κει κάθε πρωί ξεχυνόταν ένας χείμαρρος από μουσική λατέρνας και τραγουδιών, ανακατωμένος με χτυπήματα χορευτών πάνω στο ξύλινο πάτωμα και κρότους ντεφιών με κουδουνίσματα από γερά χέρια. Τη χειρολαβή γύριζε ένας από τους εργάτες, αν δεν ήταν ο Παράσχος, ο «μουσικός», ο «γιος του δεσπότη», όπως έλεγε ο ίδιος. Αυτός σήκωνε τις λατέρνες κατά τις μετακινήσεις τους και κοιμόταν μέσα στον καφενέ της «Ντάμας».

Μυτιλήνη, κάπου στα 1890

Μυτιλήνη, κάπου στα 1890

Εμείς, τα μαθητούδια, στεκόμαστε και βλέπαμε αυτούς τους εργάτες του λιμανιού να χορεύουν «καρσιλαμά» ή «χασάπικο» και άλλους λαϊκούς χορούς. Άλλοι εργάτες τραγουδούσαν, παίζοντας τα ντέφια με τα κουδούνια.

Ένας ανάκατος, ευωχικός, μουσικός θόρυβος έβγαινε απ’ τις ορθάνοιχτες πόρτες, ασυνήθιστος για την ώρα που γινόταν. Δεν ξέρω γιατί ο ανάκατος αυτός θόρυβος έμεινε στη θύμησή μου ίσαμε τώρα. Είχε κάτι το θλιβερό, που ταίριαζε στην εποχή εκείνη της προσφυγιάς και της απαθλίωσης. Ναι, ήταν τότες η καταστροφή του 1922. Η Μυτιλήνη είχε γιομίσει κακομοιριασμένους πρόσφυγες. Κοιμόταν στις εκκλησιές. Γιόμιζαν τα σοκάκια κόσμο με πεινασμένα πρόσωπα.

Το μικρό μας μυαλό ρωτούσε τότε γιατί αυτοί οι εργάτες να το ρίχνουν στο γλέντι, μέσα σ’ αυτό το ορθάνοιχτο καφενείο. Ήταν άντρες σαραντάρηδες και πενηντάρηδες. Φορούσαν πανταλόνια φαρδιά καμωμένα από ντρίλι. Τα ανέβαζαν, διπλώνοντάς τα ως το γόνατο. Φαίνονταν οι γυμνές γάμπες τους. Αυτοί δεν ήταν στρατεύσιμοι. Οι στρατεύσιμες ηλικίες είχαν στρατευθεί για το μέτωπο της Ανατολικής Θράκης. Ήταν μια εποχή γιομάτη θλίψη και πόνο. Κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν με την αύριο. Έξω από το λιμάνι, στ’ ανοιχτά, ναυλοχούσε το θωρηκτό «Λήμνος» με τους δύο πύργους του. Τα κανόνια του ήταν στραμμένα κατά την Ανατολή.

Όμως, μέσα στης «Ντάμας» τον καφενέ, τα οργανάκια που ήταν εκεί, με τις μισόγυμνες γυναίκες τους στις προθήκες, ξέχυναν μουσική με σκοπούς χαρούμενους, άλλης εποχής. Την κάθε σκέψη τη σκέπαζαν τα ντέφια που χτύπαγαν τα χέρια αυτών των εργατών. Εμείς τα παιδιά, ξυπνημένα απ’ τη μαύρη αυγή, πηγαίνοντας στο σχολείο σταματούσαμε μπροστά από της «Ντάμας» τον καφενέ και κοιτάζαμε αυτό το γλέντι που το φώτιζε ακόμη το λουξ που είχαν ξεχάσει να σβήσουν. Αυτό όμως που θυμάμαι τώρα είναι τα μάτια αυτών των σαραντάρηδων και πενηντάρηδων.

Ξαφνικά, αφήνοντας το χορό και το κουδούνισμα των ντεφιών, μερικοί απ’ αυτούς έβγαιναν στη πόρτα που έβλεπε κατά την Κουλμπάρα. Τότες δεν είχε σηκωθεί η στοά Κουτσουρίδου, το σημερινό στέκι των «Μασελάδων». Ήταν μεϊντάνι ξέφραγο. Στηριγμένοι στα δάκτυλα των γυμνών ποδιών τους, κοίταζαν με τα γαλάζια και μαύρα μάτια τους τον ουρανό. Στέκονταν σιωπηλοί. Έμεναν ώρα πολλή κοιτάζοντας τον ουρανό. Σαν να περίμεναν κάτι απ’ αυτόν. Το βλέπαμε μέσα στο φώς των ματιών τους.

Ήταν τότες η καταστροφή του 1922. Κοίταζαν τον ουρανό σιωπηλοί και ύστερα γύριζαν στο χορό τους. Σαν τι τάχατες να σκέφτονταν τότες;

Το διήγημα του Θανάση Παρασκευαΐδη «Της Ντάμας ο καφενές», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό λόγου και τέχνης Αιολικά Φύλλα ΙΑ/46 τον Ιούλιο του 1997. Το περιοδικό δημιουργήθηκε το 1986 με σκοπό να αποτελέσει ένα ελεύθερο βήμα για την Αιολική δημιουργία. Η συντακτική ομάδα αποτελούνταν από τους: Θανάση Παρασκευαΐδη, Παναγιώτη Παρασκευαΐδη, Μάκη Αξιώτη και Γιάννη Σκαλόπουλο. Η θεματολογία του περιοδικού περιλάμβανε πεζογραφήματα, ποίηση, οδοιπορικά, ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, βιογραφίες, χρονικά, κριτική και δοκίμια. Η έκδοση διακόπηκε τον Οκτώβριο του 1998 για οικονομικούς λόγους, αφού προηγουμένως είχε διαγράψει μια απόλυτα επιτυχημένη διαδρομή. Ο Θανάσης Παρασκευαΐδης γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1914. Από τις εξέχουσες μορφές της πολιτιστικής ζωής της Λέσβου, εμπλούτισε με το έργο του την πνευματική δημιουργία του νησιού και συνέβαλε στην ανάδειξη και προώθηση του αιολικού πολιτισμού. Μεταξύ άλλων έχει γράψει τα βιβλία: «Τα λιόδεντρα και οι ξωμάχοι πάνω στη Λέσβο», με το οποίο καταπιάνεται με την κοινωνική και οικονομική ιστορία της νήσου, μέσω της σχέσης του με την ελιά, «Σαπφώ αγαπημένη», όπου η πένα του συγγραφέα περιστρέφεται γύρω από την ποιητική μορφή της Σαπφούς, και τη συλλογή διηγημάτων «Η θάλασσα του μύθου», με το γαλάζιο του Αιγαίου να κυριαρχεί στις σελίδες του βιβλίου.

Advertisements