μυριάδων χρόνων τη φωνή

Υπάρχουν πολλοί ωραίοι εθνικοί ύμνοι. Ο δικός μας είναι σίγουρα ένας. Έχει έξοχη ποίηση και μουσική, είναι εξαίσιο δημιούργημα της πληθωρικής Επτανησιώτικης διάνοιας και ψυχής. Και τι είναι, τελικά, ένας εθνικός ύμνος;  Ένα τραγούδι είναι. Ιδιαίτερα σημαντικό, αλλά πάντως τραγούδι.

Κύρια γνωρίσματα ενός τραγουδιού είναι η συντομία και η απλότητα. Σε αυτή την απλότητα, στον πάγκοινο χαρακτήρα του, βρίσκεται και η σημαντικότητά του, που συχνά είναι μεγάλη. Ένα οσοδήποτε σπουδαίο τραγούδι είναι, πρέπει να είναι, εύκολα προσβάσιμο στο ευρύ κοινό. Από κει και πέρα, στην ερώτηση «πρόκειται για μεγάλο τραγούδι;», η απάντηση δεν είναι πάντα εύκολη.

Το ότι ένα πολύ μεγάλο τραγούδι συχνά μπορεί να το μάθει το μέσο παιδί του δημοτικού μέσα σε λίγα λεπτά δε σημαίνει ότι ‘παραείναι εύκολο’ για να το πάρουμε στα σοβαρά. Άλλωστε, παγκόσμια, μερικά μεγάλα τραγούδια είναι παιδικά. Η κοσμαγάπητη Άγια Νύχτα είναι στη βάση της ένα παιδικό τραγούδι. Και έχει πραγματοποιήσει τις μεγαλύτερες πωλήσεις στο χριστιανικό κόσμο.

Πολύ συχνά, η απλότητα και η αμεσότητα ενός πολύ εύκολου σκοπού, έχει να κάνει ακριβώς με το ότι είναι πολύ κοντά σε κάποιους κανόνες οιονεί φυσικούς, που δεν τους καταλαβαίνουμε ακόμη εντελώς. Μια υπεραπλουστευμένη προσέγγιση θα ήταν να πούμε ότι μια μεγάλη πλευρά της μουσικής έχει συγγένεια με την αριθμητική. Υπάρχουν κανόνες σταθεροί, βάσει των οποίων μια μουσική λειτουργεί θετικά. Νοείται όμως και η παράβασή τους, αν η πρόθεση του δημιουργού είναι να φτιάξει μια μουσική χαοτική, που να παραπέμπει στο αφύσικο και στο τερατώδες. Που και αυτό, φυσικά, έχει τη θέση του στη Τέχνη. Όλα εξαρτώνται από το τι θέλει να πει η Τέχνη σε κάθε περίπτωση.

Ας μείνουμε όμως στο τραγούδι. Και ας πούμε με λίγες λέξεις ποια από τα γνωρίσματα, που κάνουν ένα τραγούδι μεγάλο είναι υποκειμενικά και ποια αντικειμενικά. Τώρα, η λέξη ‘αντικειμενικά’  ίσως ξενίζει, ίσως ‘δεν πάει’ σε ένα θέμα όπως είναι το τραγούδι. Μερικοί θέλουν το τραγούδι να είναι μόνο υποκειμενικό ζήτημα. Αυτό τους δίνει την άδεια να λένε το διαβόητο: «Για μένα…». Και ούτω καθεξής. Το «για μένα..» ισχύει ως εκεί που δεν μπαίνει στο χώρο του γελοίου! «Ποιος Θεοδωράκης; ένα όνομα κολλητέ μου! Έρρης Σαρδέλογλου..».

Ας δούμε ένα παράδειγμα γνήσια Ελληνικό για το τι σημαίνει αντικειμενικό μέγεθος στη πνευματική δημιουργία. Είναι ελάχιστοι οι Έλληνες, που θα σου πουν ότι η ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’ δεν είναι ένα μεγάλο τραγούδι. Ακόμα και ξένοι μουσικολόγοι έχουν υποκλιθεί στον Τσιτσάνη. Πάνω στα χνάρια της ‘Συννεφιασμένης Κυριακής’ φτιάχτηκε και το ‘Δυο Πόρτες Έχει η Ζωή’, ένα πολύ καλό τραγούδι. Ίδιος μουσικός δρόμος. Ίδια διάθεση. Ίσως λοιπόν δεν είναι και τόσο άμεσα αντιληπτό ότι η Κυριακή βάδισε πάνω στα χνάρια του ‘Τη Υπερμάχω’, ίσως του πιο συγκλονιστικού δείγματος της Βυζαντινής μας κληρονομιάς. Μουρμουρίστε τα δύο αυτά μουσικά κομμάτια και θα καταλάβετε.

Αν και σχεδόν σίγουρα είναι λάθος, δικαιούται κάποιος να πει το: «Για μένα το Δυο πόρτες είναι ανώτερο από τη Κυριακή, ναούμε..». Αν όμως το πει για το ‘Τη Υπερμάχω’, πέρασε από αυτή τη ζωή και δεν κατάλαβε τίποτα..

♣ Μελωδική περιπλάνηση στον κόσμο του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. ♣

Το τραγούδι είναι μουσική και στίχος. Όταν όμως το κύριο θέμα μας είναι το ‘τραγούδι’, το βασικό υλικό είναι το μέλος, η μουσική. Ο στίχος μπορεί να είναι υποτυπώδης, ακατανόητος σ’ εμάς ή απλά ανύπαρκτος. Όλοι έχουμε αγαπημένα τραγούδια που είναι σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνουμε. Όχι μόνο μας αρκεί η μουσική αλλά είναι και φορές που το τραγούδι γίνεται πιο δυνατό χωρίς κατανοητό στίχο. (Αυτό το είχα πάθει εγώ με το Ζάβαρα-Κάτρα-Νέμια και λιγότερο με το Σαριμπιντάμ..).

Πολλά Ινδιάνικα τραγούδια έχουν αντί για στίχο ιαχές, κραυγές και λυγμούς. Αρκετά από αυτά είναι ιδιαιτέρως δυνατά. Ο εργάτης πάνω στη σκαλωσιά δεν απαγγέλλει στίχους, ούτε ο άνθρωπος στο μπάνιο του. Η βραδινή διασκέδαση σχεδόν πάντα περιέχει τραγούδι, πολύ σπάνια απαγγελία ποίησης, οσοδήποτε καλής. Παίζει ρόλο και ο τόπος. Στη Κρήτη ο στίχος είναι σημαντικός και ποσοτικά πολύς. Στην Ήπειρο είναι λιτός και η μουσική έκφραση εξαιρετικά ρωμαλέα και τραγική. Στη Μάνη δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μουσική. Ο στίχος είναι το παν, το μέλος σχεδόν απουσιάζει.

Αν δεν αρκεί ο ήχος, η μουσική, για να σε μαγέψει, το τραγούδι δεν μετέχει της μαγείας. Και δεν έχουμε πράγματι τραγούδι αλλά άλλο είδος δημιουργίας. Τα μεγάλα τραγούδια μετέχουν όλα της μαγείας. Υπάρχει και ένα συναφές ζήτημα που θέλει πολύ ψάξιμο και προσωπικά αισθάνομαι αναρμόδιος: Το ταίριασμα του στίχου με τη μουσική. Ειδικά η μουσική, που συχνά καλείται να συνοδεύει διάφορα πράγματα, στο ζήτημα αυτό τραβάει πολλές ταλαιπωρίες. Έχω τύχει σε πνεβματική εγδήλωση, όπου εμπνεβζμένος ποιητάθρας ‘έντυσε’ τους μνημειώδες του στίχοι με υποβλητική συνοδεία Μπαχ. Του πετάξανε πολλά πράγματα. Πολύ χοντρά τεμάχια, ας πούμε τράπεζα εργασίας, δεν τον πέτυχαν. Μόνο κάνα δυο ανθοδοχεία.

Συναφές θέμα είναι και το πάντρεμα της διάθεσης, που διατρέχει τα δύο είδη τέχνης, που συνθέτουν ένα τραγούδι. Αυτό είναι ένα σημείο, που ακόμα και μεγάλοι λαϊκοί συνθέτες όπως ο Τσιτσάνης, άλλες φορές το ‘πιάνουν’ άλλες όχι. Ας πούμε, η ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’ έχει πολύ μαύρο στίχο ενώ η μελωδία της είναι αταίριαστα θριαμβική, όπως είναι, στον ίδιο μουσικό δρόμο (‘ραστ’, ο ήχος γ της Βυζαντινής μουσικής) το ‘Τη Υπερμάχω’ που υπερχειλίζει από χαρά. Σωστά το ‘Τη Υπερμάχω’. Ουχί σωστά η Κυριακή, που είναι πάντρεμα ποιοτικών αλλά αταίριαστων στοιχείων. Παράδειγμα πετυχημένου δεσίματος στίχου-μουσικής το μοιρολόι του Λοίζου ‘Όλα Σε Θυμίζουν’.

Υποδειγματικό δημοτικό-λαϊκό τραγούδι, με τέλειο δέσιμο μουσικής και στίχου, θεωρώ το αριστουργηματικό ‘Στο πα Και Στο Ξαναλέω’, καθώς επίσης και το συγγενές του, σπαραχτικό ‘Μεσοπέλαγα Αρμενίζω’ που υπογράφεται από το μεγάλο Κώστα Μουντάκη αλλά θα ήθελα να γνώριζα περισσότερα για τις απώτερες καταγωγές του. Της ίδιας σχολής είναι και το κατασκασμένο από αβάσταχτο σεβντά ‘Σ’ Αγαπώ Γιατί Εισ’ Ωραία’. Αυτά είναι γνήσια τραγούδια που δεν πεθαίνουν ποτέ.

♣ Και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως ♣

Το τραγούδι είναι αφαίρεση. Ό,τι έχει να πει πρέπει να το πει σε τρία λεπτά και με πολύ λιτά μέσα. Και πρέπει να μείνει κοντά σε κάποιες συγκεκριμένες μελωδικές και αρμονικές φόρμες, που προσλαμβάνονται άμεσα. Η πολύπλοκη μουσική δεν γίνεται τραγούδι. Ακόμα περισσότερο, δεν γίνεται τραγούδι η σύγχρονη ατονική μουσική. Το τραγούδι πρέπει, με πέντε νότες, να μιλήσει κατευθείαν στη καρδιά. Φαίνεται ότι αυτό δεν γίνεται παρά μόνο με τα παραδοσιακά μουσικά μέσα, που είναι πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση.

Το τραγούδι δεν είναι εγκεφαλική έρευνα. Είναι έκφραση. Και μόνο. Αξίζει να τα λέμε όλα αυτά για ένα πράγμα όπως είναι το τραγούδι; Νομίζω ναι. Το τραγούδι είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας, ακόμα και της καθημερινής.

Με την έννοια αυτή, το τραγούδι είναι και ένα πολύ σημαντικό καταναλωτικό είδος. Καταναλώνουμε πολύ τραγούδι, περισσότερο από όσο φανταζόμαστε. Προσωπικά, μουρμουρίζω κάποιο σκοπό από το πρωί μέχρι το βράδυ, ακόμα και στον ύπνο μου. Πολλοί το προσέχουν και παρεξηγιούνται. Νομίζουν ότι τους γράφω, την ώρα που μου μιλάνε. Ενώ δεν είναι έτσι. Το μουρμούρισμα αυτό είναι ένα ‘λαιτμότιφ’, συνοδεύει τη ζωή. Τουλάχιστον μέσα στο κεφάλι μου, βουβά, δεν λείπει ποτέ. Άρα δεν γίνεται να είναι λάθος. Κάποιο λόγο έχει που υπάρχει. Έστω και για να μου θυμίζει το μεγαλύτερο λάθος μου. Που δεν έκανα τη μουσική επάγγελμά μου.

Το καταναλωτικό τραγούδι είναι κάτι σαν τη χαρτοπετσέτα. Έχει χρησιμότητα και κάποια εμπορική αξία, σχεδόν υποχρεωτικά χαμηλή. Προορισμός της είναι να πετιέται μετά από μια σύντομη χρήση. Ενώ μια μεταξωτή πετσέτα, που μπορεί να είναι και κεντημένη ‘από χέρι’, είναι είδος αξίας. Και υπάρχει χρόνια στο χώρο της ζωής σου. Η μακροβιότητα ενός τραγουδιού είναι μέτρο αξίας. Υπάρχουν τραγούδια αθάνατα, όχι με την έννοια ότι είναι πάντα μέσα στη μόδα, όσο με την έννοια ότι δεν εξαφανίζονται ποτέ εντελώς.

Πάντα υπάρχουν κάποιοι που κρίνουν ότι πρέπει να τα διασώσουν. Τέτοια είναι πολλά δημοτικά. Συχνά μάλιστα η ίδια αρχική μελωδία χρησιμεύει στην αναπαραγωγή και επανεμφάνιση ενός δημοτικού τραγουδιού μέσα στις γενιές. Κάθε φορά με άλλα λόγια. Το φαινόμενο δεν είναι πάντα υγιές. Το μεταποιημένο αυτό τραγούδι θα πουλήσει όσο πουλήσει, με τους μοντέρνους στίχους του, που ‘είναι βγαλμένοι μέσα από τη ζωή ναούμε!..’. Και όταν οι στίχοι παλιώσουν, αφού τελικά είναι ασήμαντοι, θα πεταχτούν. Και η μελωδία θα εξακολουθήσει να υπάρχει περιμένοντας κάποτε να της ξανακάτσουν τα επόμενα λόγια, που θα είναι βγαλμένα μέσα από τη ζωή.

Τα παραπάνω κείμενα του Ηλία Μπαζίνα με θέμα τη μουσική, δημοσιεύτηκαν στην αθλητική εφημερίδα «Ο Φίλαθλος», πριν αρκετά χρόνια. Ο Ηλίας Μπαζίνας, βαθύτατης καλλιέργειας δημοσιογράφος, σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να ασκήσει ποτέ τη δικηγορία, υπήρξε αθλητής της πυγμαχίας και της άρσης βαρών, ενώ ασχολήθηκε και με τη σκοποβολή (είναι μανιώδης συλλέκτης όπλων). Μέσω της καθημερινής στήλης του «Χωρίς παρωπίδες» αρθρογραφεί γύρω από ζητήματα που άπτονται του αθλητισμού, της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της ποίησης, του κινηματογράφου, της μουσικής και της πολιτικής.

Advertisements