Λίφτινγκ, το προσωπείο της φθοράς

«Τίμα το πρόσωπο του γέρου», γράφει το «Λευιτικόν», επειδή το πρόσωπο είναι η πρώτη ένδειξη από την οποία ξεκινάει η ηθική μιας κοινωνίας. Είναι πράγματι χρέος του πολίτη να αποκαλύπτει δημόσια το πρόσωπό του και να μην το κρύβει όπως του το επιτρέπουν οι χειρουργικές επεμβάσεις ή τα προϊόντα της βιομηχανίας καλλυντικών.

Δεν είναι μικρή η ζημιά που προκαλείται όταν τα πρόσωπα που γερνούν γίνονται σπάνια ορατά, όταν εκτεθειμένα στη δημόσια θέα είναι μόνον πρόσωπα αποτριχωμένα, φτιασιδωμένα και μακιγιαρισμένα για να είναι ελκυστικά στην τηλεοπτική οθόνη, προκειμένου να διαφημίσουν ένα προϊόν, είτε αυτό είναι εμπορικό είτε πολιτικό – επειδή και η πολιτική σήμερα θέλει τη δική της τηλεγένεια. Το πρόσωπο του γέρου είναι ένα αγαθό για την ομάδα, ενώ η μάσκα πίσω από την οποία κρύβεται ένα πρόσωπο που έχει καλλωπιστεί με τη χειρουργική ή με τα καλλυντικά είναι μια παραμόρφωση που αφήνει να διαφανεί η ανασφάλεια όσων δεν έχουν το θάρρος να εκτεθούν με το πρόσωπό τους στο βλέμμα των άλλων.

Στην απέλπιδα προσπάθειά του να αντιταχθεί στην ευφυΐα της φύσης, που θέλει την αναπότρεπτη γήρανση των ατόμων, όποιος δεν αποδέχεται τα γηρατειά είναι υποχρεωμένος να επαγρυπνεί διαρκώς, προκειμένου να αντιλαμβάνεται καθημερινά ακόμα και την παραμικρή ένδειξη φθοράς. Υποχονδρία, έμμονες ιδέες, άγχος και κατάθλιψη γίνονται οι νοσηροί συνοδοιπόροι του καθημερινού του βίου, ενώ φετίχ του γίνονται η ζυγαριά, η δίαιτα, το γυμναστήριο, τα αρώματα, τα καλλυντικά, ο καθρέφτης, η τουαλέτα.

Τι κρύβεται όμως πίσω από τη λατρεία του σώματος και της αιώνιας νεότητας, που ερμηνεύει κάθε ένδειξη γήρανσης, αν όχι ως τον προθάλαμο του κοινωνικού αποκλεισμού, σίγουρα ως το σύμπτωμα μιας πιθανής αδιαφορίας των άλλων απέναντί του; Αυτό που κρύβεται είναι η νοσηρή ιδέα ότι η κουλτούρα μας είναι φτιαγμένη από γηρατειά καθώς και από έναν ανώφελο χρόνο που τερματίζεται με το θάνατο, εν αναμονή του οποίου και χάρη στη χειρουργική και την κοσμητολογία επιβιώνει όλο αυτό το πλήθος το αποτελούμενο από έμψυχες μούμιες, από παράδοξα όντα που μετεωρίζονται σε εκείνη τη ζώνη του λυκόφωτος στην οποία δεν κατορθώνουν να ανακαλύψουν άλλο νόημα εκτός από εκείνο της αναμονής του θανάτου.

Αυτή τη νοσηρή ιδέα την ενθαρρύνουν και την υποστηρίζουν εκείνες οι έννοιες -ο βιολογισμός, ο οικονομισμός και ο αισθητισμός- που κατευθύνουν τη δυτική κουλτούρα και καθιστούν τα γηρατειά πιο τρομερά απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα.

Με αυτό που λέμε δεν θέλουμε να αρνηθούμε το ότι οι γέροι βιώνουν εκφυλιστικές διαδικασίες που υπονομεύουν τόσο τις ζωτικές τους λειτουργίες όσο και την αισθητική τους όψη, ούτε και το ότι η ζωή τους εμφανίζεται ανώφελη αν μετρηθεί με το κριτήριο της αποτελεσματικότητας που διέπει την κουλτούρα της Δύσης.

Απλώς θα θέλαμε να μετατοπίσουμε αυτά τα γνωρίσματα από το πρώτο επίπεδο προς το βάθος και να αναδιατάξουμε την κλίμακα των προτεραιοτήτων, γιατί, αν αληθεύει ότι τα γηρατειά είναι βάσανο, θα θέλαμε να ξέρουμε αν αυτό το βάσανο γεννήθηκε ή τουλάχιστον αυξήθηκε από την ιδέα ότι γερνάμε καθημερινά.

Οσο εξετάζουμε κάθε ρυτίδα, κάθε τρίχα που πέφτει ή ασπρίζει, κάθε τρέμουλο, κάθε σημαδάκι πάνω στο δέρμα αποκλειστικά ως ένδειξη γήρανσης, βασανίζουμε το νου μας τόσο όσο βασανίζουν τον άνθρωπο τα γηρατειά. Η επανάληψη, κάθε φορά που βλέπουμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη, αυτής της αρνητικής διάγνωσης για όσα μας συμβαίνουν καταδεικνύει τη δύναμη της ιδέας με την οποία συνδέσαμε και παγιδεύσαμε το τελευταίο μέρος της ζωής.

Οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Επομένως, το λίφτινγκ ας το κάνουμε όχι στο πρόσωπό μας αλλά στις ιδέες μας και τότε θα ανακαλύψουμε ότι τόσες ιδέες που ωρίμασαν μέσα μας καθώς βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση το θέαμα της ομορφιάς, της νεότητας, της σεξουαλικότητας και της σωματικής τελειότητας, στην πραγματικότητα χρησιμεύουν για να κρύβουν σε μας τους ίδιους και στους άλλους την ποιότητα της προσωπικότητάς μας, στην οποία δυστυχώς σε όλη μας τη ζωή δεν δώσαμε ούτε την ελάχιστη προσοχή, επειδή από τότε που γεννηθήκαμε μας έμαθαν ότι το φαίνεσθαι είναι πιο σημαντικό από το είναι.

Και τότε, αν είναι αλήθεια ότι όσο παραμένουμε συνδεδεμένοι με βιολογίστικες, οικονομίστικες και αισθητικές ιδέες, που είναι τόσο διαδεδομένες στη Δύση, αυτές μας επηρεάζουν αρνητικά επενεργώντας πάνω μας σαν παθολογίες, ίσως χρειάζεται, όταν φτάνουμε στα 50 ή στα 60 χρόνια, να αρχίζουμε έναν άλλο τύπο θεραπείας, εκείνη που ο Χίλμαν αποκαλεί «η θεραπεία των ιδεών». Στο νου αρέσουν οι ιδέες και στα γηρατειά χρειάζεται να καλλιεργούμε ιδέες, αλλά όχι για να καθυστερούμε τη φθορά των εγκεφαλικών λειτουργιών, όπως συνηθίζουν να λένε, επειδή οι ιδέες δεν είναι απλές βιταμίνες ή ωφέλιμα συμπληρώματα.

Οι ιδέες κρατούν ξύπνιο το νου μόνον αν ο νους τροποποιεί τις ιδέες του. Αλλάζοντας και αποδομώντας τις ιδέες ο νους τις κρατάει ζωντανές και, αντί να τις αφήνει να φθείρονται και να αποστεώνονται στις κοινοτοπίες και τις συμβάσεις, τις αντικαθιστά και τις μεταβάλλει. Στα γηρατειά υπάρχει όλος ο χρόνος γι’ αυτήν την εργασία, αλλά πρώτα χρειάζεται να πειστούμε ότι η δικαιολόγηση του βίου δεν βρίσκεται στο να παράγουμε μάσκες αλλά στο να παράγουμε ιδέες.

Ολα αυτά όμως δεν ασκούν καμιά σαγήνη στην κουλτούρα μας, επειδή αυτή μας έχει μάθει να εμφανίζουμε το σώμα μας ως απλό εκφραστή της επιθυμίας του άλλου. Και έτσι το έχει οδηγήσει να ικανοποιεί εκείνες τις ανάγκες, όπως η ομορφιά, η νεότητα, η υγεία, η σεξουαλικότητα, που είναι και οι νέες αξίες προς πώληση. Αρκεί να κοιτάξουμε την τηλεόραση για να αντιληφθούμε ότι όλη η θρησκεία του αυθορμητισμού, της ελευθερίας, της δημιουργικότητας, της νεότητας, της ομορφιάς, είναι διαποτισμένη από τον οικονομισμό.

Ακόμα και οι ζωτικές λειτουργίες παρουσιάζονται άμεσα ως λειτουργίες του συστήματος. Η ίδια η γυμνότητα του σώματος, που έχει την αξίωση να είναι προοδευτική και απελευθερωτική, όχι μόνον δεν ξαναβρίσκει τη φυσικότητα πέρα από τα ενδύματα, τα ταμπού, τη μόδα, αλλά περνάει πλάι από το σώμα, το οποίο έχει χάσει την εκφραστική του δύναμη, επειδή χρησιμοποιείται ως καθολικό ισοδύναμο του θεάματος των εμπορευμάτων.

Και έτσι, ακόμα και μέσα στη λάμψη της ομορφιάς του και της νεότητάς του, το σώμα μας δεν κατορθώνει πλέον να κρύψει τα μονοσήμαντα σημάδια που το στιγματίζουν, που δεν είναι οι ρυτίδες, από τις οποίες μπορεί να μας προστατέψει το λίφτινγκ, αλλά οι ανάγκες που επιβάλλει η κουλτούρα μας και οι επιθυμίες που αυτή χειραγωγεί, στις οποίες το σώμα έχει υποταχθεί, καθώς έχει υποβαθμιστεί σε απλό υποστήριγμά τους.

Άρθρο του Ιταλού φιλοσόφου Umberto Galimberti. Δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica.

Advertisements