αόρατες πόλεις

Θα σου διηγηθώ τι ονειρεύτηκα χθες βράδυ», είπε στον Μάρκο. «Καταμεσής μιας επίπεδης και κίτρινης γης, σπαρμένης με μετεωρίτες και πλάνητες λίθους, έβλεπα να υψώνονται από μακριά τα βέλη μιας πόλης με λεπτές οξυκόρυφες σκεπές, φτιαγμένα έτσι ώστε η Σελήνη στο ταξίδι της να μπορεί να ακουμπά πότε στο ένα και πότε στο άλλο, ή να κάνει κούνια κρεμασμένη στα σύρματα των γερανών».

-Και ο Πόλο: «Η πόλη που ονειρεύτηκες είναι η Λαλάγη. Οι κάτοικοί της φρόντισαν έτσι ώστε ο νυχτερινός ουρανός να κοντοστέκεται σε αυτή και η Σελήνη να επιτρέπει στο κάθε στοιχείο της πόλης να μεγαλώνει και να ξαναμεγαλώνει χωρίς τέλος».

Είναι όμως κάτι που ούτε εσύ ξέρεις», πρόσθεσε ο Χαν. «Ευγνωμονούσα η Σελήνη έδωσε στην πόλη της Λαλάγης ένα ακόμη πιο σπάνιο προνόμιο: να μεγαλώνει με ελαφρύτητα».

«Αν ένας άνθρωπος ξεκινήσει από εκεί και προχωρήσει για τρεις μέρες προς την ανατολή, θα βρεθεί στη Διομίρα, πόλη με εξήντα ασημένιους τρούλους, μπρούντζινα αγάλματα όλων των θεών, δρόμους τέλεια λιθοστρωμένους, ένα κρυστάλλινο θέατρο, έναν χρυσό πετεινό που τραγουδά κάθε πρωί πάνω σ’ έναν πύργο. Ο ταξιδιώτης γνωρίζει ήδη όλες αυτές τις ομορφιές γιατί τις είδε και σε άλλες πόλεις. Το χαρακτηριστικό όμως αυτής της πόλης είναι πως όποιος φτάνει εδώ μια βραδιά του Σεπτέμβρη, όταν οι μέρες μικραίνουν και οι πολύχρωμες λάμπες ανάβουν όλες μαζί στις πόρτες των ψητοπωλείων και από ένα μπαλκόνι μια γυναικεία φωνή φωνάζει: αχ! αρχίζει να ζηλεύει εκείνους που πιστεύουν πως έχουν ήδη ζήσει μια νύχτα ίδια με αυτή και πως εκείνη τη φορά ήταν ευτυχισμένοι».

«Ο άντρας που ιππεύει για μέρες πολλές σε άγρια εδάφη ποθεί να συναντήσει μια πόλη. Κάποτε φτάνει στην Ισιδώρα, πόλη όπου τα μέγαρα έχουν κρεμαστές ελικοειδείς κλίμακες καλυμμένες από θαλάσσιους κοχλίες, πόλη όπου κατασκευάζονται με όλους τους κανόνες της τέχνης κιάλια και βιολιά, πόλη όπου όταν ο ξένος είναι αναποφάσιστος ανάμεσα σε δύο γυναίκες συναντάει πάντα μια τρίτη, πόλη όπου οι κοκορομαχίες εκφυλίζονται σε αιματηρούς καβγάδες ανάμεσα σ’ αυτούς που βάζουν στοιχήματα. Όλα αυτά τα πράγματα σκεφτόταν κάθε φορά που ποθούσε μια πόλη. Η Ισιδώρα είναι επομένως η πόλη των ονείρων του· με μία μόνο διαφορά. Η ονειρεμένη πόλη τον εμπεριείχε νεαρό· στην Ισιδώρα φτάνει σε προχωρημένη ηλικία. Στην πλατεία είναι το πεζούλι των γέρων που κοιτάζουν τη νεολαία να περνά, βρίσκεται καθισμένος στη σειρά μαζί τους. Οι επιθυμίες έχουν ήδη γίνει μνήμες».

«Ο Κουμπλάι Χαν περιμένει ότι ο Μάρκο θα μιλήσει για την Ειρήνη έτσι όπως την είδε από μέσα. Ο Μάρκο όμως δεν μπορεί να το κάνει· όποια κι αν είναι η πόλη που εκείνοι του οροπεδίου ονομάζουν Ειρήνη, ο ίδιος δεν κατόρθωσε να τη γνωρίσει· άλλωστε δεν έχει μεγάλη σημασία: αν τη δει κανείς στέκοντας στο κέντρο της είναι μια άλλη πόλη· Ειρήνη είναι το όνομα μιας πόλης που βλέπεις από μακριά, αν την πλησιάζεις, αλλάζει. Άλλη είναι η πόλη για όποιον περνά χωρίς να μπει μέσα, και άλλη για όποιον εγκλωβίζεται σε αυτή και δεν μπορεί να ξεφύγει· άλλη είναι η πόλη στην οποία φτάνει κανείς για πρώτη φορά, άλλη είναι εκείνη που αφήνει πίσω του για να μην ξαναγυρίσει ποτέ· η καθεμιά αξίζει ένα διαφορετικό όνομα· ίσως, για την Ειρήνη, να μίλησα ήδη χρησιμοποιώντας άλλα ονόματα ίσως να μη μίλησα παρά μόνο για την Ειρήνη».

«Στις πόλεις είναι όπως στα όνειρα: ό,τι είναι δυνατό να φανταστεί κανείς μπορεί και να το ονειρευτεί, αλλά και το πιο αναπάντεχο όνειρο είναι ένας γρίφος που κρύβει μια επιθυμία, ή το αντίστροφό της, μια φοβία. Οι πόλεις, όπως τα όνειρα, είναι χτισμένες με επιθυμίες και φοβίες, παρότι το νήμα που τις συνδέει είναι μυστικό, οι κανόνες τους παράλογοι, οι προοπτικές παραπειστικές, και κάθε πράγμα κρύβει ένα άλλο πράγμα. Μα και οι πόλεις νομίζουν ότι είναι έργο του μυαλού ή της τύχης, αλλά ούτε το ένα ούτε η άλλη αρκούν για να κρατήσουν όρθια τα τείχη τους. Από μια πόλη δεν απολαμβάνεις τα εφτά ή τα τριάντα εφτά θαύματα, αλλά την απάντηση που δίνει σε κάποιο ερώτημα σου».

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Italo Calvino «Le città invisibili». Ο Ιταλός συγγραφέας σκιαγραφεί το πορτρέτο φανταστικών πόλεων, διαμέσου της αφήγησης του Μάρκο Πόλο στον αυτοκράτορα της Κίνας, Κουμπλάι Χαν. Συνολικά, ο Καλβίνο χαρτογραφεί 55 πόλεις της αχανούς κινεζικής αυτοκρατορίας, παρουσιάζοντας στον αναγνώστη το αστικό τοπίο, τους δρόμους, τις πλατείες, τις γέφυρες, τα παζάρια της υπαίθρου, αλλά και τις διαφορετικές όψεις της καθημερινότητας των κατοίκων, τις νοοτροπίες, τις ελπίδες, τους φόβους και τα οράματά τους. Η πόλη, στο βιβλίο του Καλβίνο, δεν είναι το σύνολο των κτιρίων και των εγκαταστάσεων, δεν είναι μόνο αυτό που μπορούμε να δούμε, αλλά πολύ περισσότερο αυτό που δεν φαίνεται με τη βοήθεια της όρασης. Κατά τον συγγραφέα, δεν υπάρχει μία πόλη – η ορατή – αλλά πολλές και ταυτόχρονα αδιόρατες, όσες και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των κατοίκων της. Οι πόλεις του Καλβίνο είναι αόρατες, ονειρικές, υπάρχουν μόνο στη μνήμη και την επιθυμία του συγγραφέα που καλεί τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι γνώσης αλλά και αυτογνωσίας. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη. Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 6- 7 ώρες.

Ο Ίταλο Καλβίνο (15 Οκτωβρίου 1923 – 19 Σεπτεμβρίου 1985) ήταν Ιταλός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Σαντιάγο δε Λας Βέγκας στη Κούβα αλλά σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Ιταλία. Ήταν γιος των βοτανολόγων Μάριο και Εβελίνα και αδερφός του Φλοριάνο, σπουδαίου γεωλόγου. Εγκαταστάθηκαν στο Σαν Ρέμο της ιταλικής Ριβιέρα, για περίπου 20 χρόνια. Γνωρίστηκε με τον Εουτζένιο Σκάλφαρι, μετέπειτα πολιτικό κι ιδρυτή της εφημερίδας La Republica, ο οποίος κι έγινε φίλος του. Το 1941 μετακομίζει στο Τορίνο αφού πέρασε κάποιο διάστημα και στο Μιλάνο. Το 1943 μπαίνει στους παρτιζάνους της ιταλικής αντίστασης, στη ταξιαρχία Γαριβάλδι και μαζί με τον Σκάλφαρι δημιουργούνε τη ΜUL (Movemend Universitarian Liberal). Έπειτα προσχωρεί στο κομμουνιστικό κόμμα ενώ το 1947 αποφοιτά από το Πανεπιστήμιο του Τορίνο και με τον Γιόζεφ Κόνραντ εργάζονται στην αριστερή εφημερίδα L’ Unita. Παράλληλα μπαίνει στον εκδοτικό οίκο Εϊνάντι όπου εργάζονται επίσης οι Νορμπέρτο Μπόμπιο, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Τσέζαρε Παβέζε κι Έλιο Βιτορίνι. Με τον τελευταίο γράφει το εβδομαδιαίο Ιλ Πολυτέκνικο, περιοδικό τέχνης, του πανεπιστημίου. Αφήνει όμως και τον εκδοτικό για να ασχοληθεί πιο εντατικά με την Unita και με τη νέα κομμουνιστική εφημερίδα Rinascita. Το 1950 συνεργάζεται ξανά με τον Εϊνάντι κι αναλαμβάνει υπεύθυνος του λογοτεχνικού τμήματος. Επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση και το 1952 γράφει, μαζί με τον Τζόρτζιο Μπαζάνι στο μαρξιστικό εβδομαδιαίο περιοδικό Botteghe Oscure. Το 1957 αφήνει το κομμουνιστικό κόμμα και το γράμμα της παραίτησής του δημοσιεύεται στην Unita. Επισκέπτεται τις ΗΠΑ όπου παραμένει για 6 μήνες, κυρίως στη Νέα Υόρκη, ύστερα από πρόσκληση του ιδρύματος Φορντ και εντυπωσιάζεται από τον Νέο Κόσμο. Ύστερα από λίγα χρόνια παντρεύεται τη Έσθερ Σίνγκερ, που ‘χε γνωρίσει στις ΗΠΑ κι ο γάμος γίνεται στην Αβάνα, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην γενέτειρά του όπου συνάντησε και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Επιστρέφοντας στην Ιταλία συνεργάζεται εκ νέου με τον Εϊνάντι, εκδίδει τα «Κοσμοκωμικά» και δημιουργεί την OULiPo (OUvroir de Litterature Potentielle). Στον Γαλλικό Μάη του 1968 γνωρίζει κι επηρεάζεται από τον Ρεημόν Κενώ, ενώ έρχεται σε επαφή και με τους Ρολάν Μπαρτ και Κλωντ Λεβί-Στρως. Σχηματίζει επίσης επαφές με αξιοσημείωτες εμπειρίες, στη Σορβόνη κι ενδιαφέρεται για τους κλασικούς, Λουντοβίκο Αριόστο, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Δάντη, Ιγνάτιο Λογιόλα, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Συρανό Ντε Μπερζεράκ και Τζιάκομο Λεοπάρντι. Το 1973 διατηρεί την επαφή με την Ιταλία, γράφοντας νουβέλες για την ιταλική έκδοση του περιοδικού Playboy και για την εφημερίδα Κοριέρε Ντε Λα Σέρα. Το 1975 γίνεται επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και την επόμενη χρονιά κερδίζει το βραβείο για την Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Επισκέπτεται Ιαπωνία και Μεξικό, καθώς επίσης κι αρκετές αμερικάνικες πόλεις, δίνοντας διαλέξεις. Το 1981 κερδίζει το γαλλικό παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Στις 19 Σεπτέμβρη του 1985 πεθαίνει στη Σιένα, στο παλιό νοσοκομείο της Αγίας Μαρίας Σκάλα, σε ηλικία μόλις 62 ετών.

Στη χώρα μας κυκλοφορούνΤα κοσμοκωμικά, Καστανιώτη. Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου, Κριτική. Τα αμερικανικά μαθήματα, Καστανιώτη. Πάλομαρ, Καστανιώτη. Οι πρόγονοί μας, Καστανιώτη. Τελευταίο έρχεται το κοράκι, Καστανιώτη. Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, Καστανιώτη. Οι δύσκολοι έρωτες, Καστανιώτη. Η συλλογή της άμμου, Καστανιώτη. Ο αναρριχώμενος βαρόνος, Καστανιώτη. Η είσοδος στον πόλεμο, Καστανιώτη. Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη, Καστανιώτη. Οι αόρατες πόλεις, Καστανιώτη. Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς, Καστανιώτη. Ο διχοτομημένος υποκόμης, Καστανιώτη. Λίγο πριν πεις εμπρός, Καστανιώτη. Ο ανύπαρκτος ιππότης, Καστανιώτη. Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές, Θεμέλιο. Έξι προτάσεις για την επόμενη χιλιετία, Αλεξάνδρεια. Κάτω απ’ τον ιαγουάρο ήλιο, Άγρα. Ο ανύπαρκτος ιππότης, Γνώση. Το κάστρο των διασταυρωμένων πεπρωμένων, Άγρα. Οι αόρατες πόλεις, Οδυσσέας. Ο δρόμος του Σαν Τζοβάνι, Κριτική. Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου, Κριτική. Τα κοσμοκωμικά, Αστάρτη. Οι δύσκολοι έρωτες, Αστάρτη. Πάλομαρ, Αστάρτη. Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, Αστάρτη. 

Advertisements