writing in the dark

Θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις για τον αντίκτυπο που έχει σε μια ολόκληρη κοινωνία μια καταστροφή ή μια εξαιρετικά ασφυκτική κατάσταση. Αυτόματα μου έρχονται στο νου οι λέξεις του ποντικού στη μικρή ιστορία του Κάφκα. Το ποντίκι που, καθώς παγιδεύεται στη φάκα και με τη γάτα να ξεπροβάλλει απειλητική από πίσω, λέει: «Αλίμονο.. ο κόσμος κάθε μέρα και μικραίνει». Πράγματι, ζώντας εδώ κι αρκετό καιρό σε καθεστώς συνεχών συγκρούσεων μπορώ να βεβαιώσω μετά λύπης μου, ότι ο ποντικός του Κάφκα είχε δίκιο· ο κόσμος, όντως, ολοένα και μικραίνει, συνεχώς στενεύει, κάθε μέρα που περνά.

Μπορώ επίσης να σας μιλήσω για το κενό που ολοένα και μεγαλώνει, μεταξύ του ατόμου και της βίαιης και χαοτικής κατάστασης μέσα στην οποία ζει. Της κατάστασης που του υπαγορεύει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Και αυτό το κενό ποτέ δεν παραμένει άδειο. Γεμίζει γρήγορα με απάθεια, κυνισμό και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, με απόγνωση. Και μάλιστα βαθιά απόγνωση από την επίγνωση της αδυναμίας να αλλάξει οτιδήποτε στη σημερινή τάξη των πραγμάτων..

Και τότε τίθεται το ερώτημα· πώς αντιδρούμε σ’ όλα αυτά; Με αδιαφορία, με σκόπιμη τύφλωση, με μεγάλες δόσεις αναισθητικού; Με άλλα λόγια, εξαιτίας του συνεχούς φόβου μας να πληγωθούμε ή να υποστούμε αφόρητη απώλεια ή ακόμα και μια απλή ταπείνωση, όλοι εμείς οι αιχμάλωτοι της κοινωνίας σε ‘κρίση’, υπονομεύουμε τη ζωντάνια μας και την εσωτερική μας αρμονία καλυπτόμενοι συνεχώς με προστατευτικά καλύμματα, τα οποία τελικά μας οδηγούν σε ασφυξία.

Ο ποντικός του Κάφκα έχει δίκιο: όταν το αρπακτικό είναι έτοιμο να σε γραπώσει, ο κόσμος πράγματι στενεύει. Το ίδιο συμβαίνει και με τη γλώσσα που τον περιγράφει. Από την εμπειρία μου μπορώ να πω ότι η γλώσσα, με την οποία οι πολίτες μιας συνεχιζόμενης ‘κρίσης’ περιγράφουν τη δυσχερή τους θέση, γίνεται σταδιακά τόσο πιο ρηχή όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση. Και η γλώσσα καταλήγει να γίνει μια αλληλουχία από κλισέ εκφράσεις και σλόγκαν.

Η αρχή γίνεται από τους φορείς της καθεστηκυίας τάξης, που χειρίζεται την κρίση (κυβέρνηση, κόμματα, υπουργεία, εκπροσώπους διαφόρων τάξεων, κλπ). Στη συνέχεια την παραλαμβάνουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, που στόχος τους είναι να πλάσουν έναν εντυπωσιακό αλλά εύπεπτο λόγο για το κοινό τους. Το τέλος αυτής της πορείας είναι ο ιδιωτικός και εσωτερικός μας λόγος, όσο κι αν δυσκολευόμαστε να το παραδεχτούμε..

Όμως ο φυσικός πλούτος της ανθρώπινης γλώσσας και η δυνατότητά της να αγγίζει τις πιο λεπτές και τις πιο ακριβείς αποχρώσεις της ύπαρξης, μπορεί να μας πληγώνει βαθιά σε κάποιες περιπτώσεις, γιατί μας υπενθυμίζει τη γενναιόδωρη και πολυσύνθετη πραγματικότητα, που τόσο ληστρικά μας άρπαξαν.

Οι σκέψεις μου αυτές δεν έχουν σχέση μόνο με τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Σε όλο τον κόσμο σήμερα, δισεκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οριακές καταστάσεις διαφόρων τύπων, κατά τις οποίες η ίδια τους η ύπαρξη, οι αξίες τους, η ελευθερία και η ταυτότητά τους απειλούνται. Σ’ αυτή την πραγματικότητα εμείς οι συγγραφείς και ποιητές βρισκόμαστε να γράφουμε αλλά όσον αφορά σ’ εμένα, τα τελευταία χρόνια, στα λογοτεχνικά μου έργα, γύρισα την πλάτη στην πραγματικότητα που παράγεται από τα ειδησεογραφικά δελτία.

Έχω γράψει πολλά βιβλία γι’ αυτήν και άρθρα και δοκίμια αλλά συνειδητά, σχεδόν εν είδει διαμαρτυρίας, δεν ασχολούμαι με αυτήν στη λογοτεχνία μου. Γιατί θέλω να γράψω γι’ άλλα πράγματα εξίσου σημαντικά, που οι άνθρωποι δεν τα προσέχουν τόσο όσο την καταιγιστική επικαιρότητα.

Έγραψα για την άγρια ζήλεια ενός άνδρα για τη γυναίκα του, για τα άστεγα παιδιά στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, για έναν άνδρα και μια γυναίκα που επινόησαν τη δική τους ερμητική γλώσσα επικοινωνίας μες στο απατηλό ερωτικό τους κουκούλι. Έγραψα για τη μοναξιά του Σαμψών, του βιβλικού ήρωα και για τις πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών.

Οι συγγραφείς γνωρίζουμε πως όταν γράφουμε, αισθανόμαστε τον κόσμο να κινείται. Είναι εύκαμπτος και γεμάτος δυνατότητες. Οπουδήποτε υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας, δεν υπάρχουν παγιωμένες καταστάσεις ούτε παράλυση, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει status quo. Ακόμα κι αν κάποιες φορές πιστεύουμε, σφάλλοντας, ότι υπάρχει status quo. Όταν γράφω, ακόμα και τώρα, ο κόσμος δεν κλείνει από πάνω μου, δεν γίνεται ολοένα και στενότερος. Θα έλεγα μάλιστα ότι κάνει κινήσεις ανοίγματος προς μια μελλοντική προοπτική.

Γράφω, φαντάζομαι κι αυτό μου δίνει ζωή. Δεν παγώνω, δεν παραλύω μπροστά στη θέα του αρπακτικού. Επινοώ χαρακτήρες και συχνά νιώθω σα να σπάω τον πάγο με τον οποίο τους κάλυψε η πραγματικότητα και να τους ανασύρω. Αν και κατά πάσα πιθανότητα είναι ο ίδιος μου ο εαυτός, που ανακαλύπτω κάτω από τον πάγο.

Γράφω κι αισθάνομαι όλο τον πλούτο των δυνατοτήτων του ανθρώπινου είδους. Αισθάνομαι τη χαρά της ελευθερίας, που πίστευα ότι είχα χάσει. Ενδίδω στις απολαύσεις που μου προσφέρει ο πλούτος της γλώσσας μου. Ξανανιώθω την ηδονή της αβίαστης ανάσας καθώς κατορθώνω να αποδράσω από την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα των κλισέ εκφράσεων και των σλόγκαν. Ξαφνικά αρχίζω να αναπνέω και με τους δυο πνεύμονες.

Γράφω κι αισθάνομαι πως η σωστή και ακριβής χρήση των λέξεων λειτουργεί συχνά σαν το φάρμακο σε μιαν αρρώστια. Σαν συσκευή καθαρισμού του αέρα. Εισπνέω και εκπνέω όλη τη βρωμιά και αχρειότητα αυτών που καθημερινά βιάζουν τη γλώσσα. Γράφω κι αισθάνομαι πως η τρυφερότητα και η οικειότητα που διατήρησα στη σχέση μου με τη γλώσσα, με όλες της τις αποχρώσεις, με τον ερωτισμό της και το χιούμορ της, μου δίνουν πίσω τον άνθρωπο που κάποτε υπήρξα, πριν ο εαυτός μου γίνει αντικείμενο κατάσχεσης και κρατικοποίησης, λόγω εθνικής κρίσης, πριν τον σφετεριστεί η κάθε κυβέρνηση και στρατός, η απόγνωση και η τραγωδία.

Ο Νταβίντ Γκρόσμαν γεννήθηκε το 1954 στην Ιερουσαλήμ και είναι από τους γνωστότερους λογοτέχνες αλλά και εκπροσώπους των φιλειρηνιστών συγγραφέων της χώρας του. Σπούδασε φιλοσοφία και δραματουργία στο πανεπιστήμιο της γενέτειράς του και ξεκίνησε την καριέρα του γράφοντας παιδικές εκπομπές για τη δημόσια ραδιοφωνία του Ισραήλ. Τα μυθιστορήματά του αλλά και τα πολιτικά του δοκίμια έχουν μεταφραστεί σε πάνω από τριάντα γλώσσες. Στον πόλεμο με τον Λίβανο, το 2006, ο γιος του ο Γιούρι, που έκανε τη θητεία του στον ισραηλινό στρατό, σκοτώθηκε από μια ρουκέτα. Το τραγικό είναι ότι ο φιλειρηνιστής Γκρόσμαν, για πρώτη του φορά, είχε θεωρήσει τον πόλεμο αυτό, δηλαδή την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο, ως αμυντικό κι ως εκ τούτου δικαιολογημένο. Λίγους μήνες αργότερα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New York Times ένα κείμενό του με τίτλο: writing in the dark. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα εξής βιβλία του: Στο τέλος της γης, Η μνήμη του δέρματος, Το παιδί ζιγκ-ζαγκ, Το Μέλι του Λιονταριού και η συλλογή δοκιμίων Γράφοντας μες στο σκοτάδι.

Advertisements