Άλκης Αλκαίος

Άλκης Αλκαίος

Άλκης Αλκαίος

Ερωτικό

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
Τις ώρες που αγριεύει η βροχή
Στη γη των Βισιγότθων αρμενίζεις
Και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις

Σκέπασε αλμύρα το γυμνό κορμί σου
Σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
Στα δύο, είπες, θα κοπεί η ζωή σου
Και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
Σκούριασε το κλειδί του παραδείσου
Το καραβάνι τρέχει μες τη σκόνη
Και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
Πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι;
Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά;
Αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη

Ποια νυκτωδία το φως σου έχει πάρει
Και σε ποιον γαλαξία να σε βρω
Εδώ είναι Αττική, φαιό νταμάρι
Κι εγώ ένα πεδίο βολής φθηνό
Που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι

Στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, η Αντιγόνη προσπαθεί να πείσει την αδελφή της Ισμήνη να θάψουν τον αδελφό τους Πολυνείκη, την ταφή του οποίου είχε απαγορέψει ο βασιλιάς των Θηβών, Κρέων. Όμως η Ισμήνη, φοβούμενη τις απειλές του Κρέοντα, αρνείται. Στη σκηνή εμφανίζεται ο Κρέοντας, ο οποίος δηλώνει την απαγόρευση που εξέδωσε στην ταφή του Πολυνείκη. Την ίδια στιγμή ο φύλακας ανακοινώνει στον Κρέοντα, ότι κάποιος τόλμησε να παραβεί τις εντολές του. Αυτός εξαγριωμένος, διατάζει την εύρεση του παραβάτη. Στη σκηνή εισέρχεται η Αντιγόνη, η οποία και συνομιλεί με τον Κρέοντα. Εκείνη απαντά χωρίς φόβο στις ερωτήσεις του. Λέει, πως προτίμησε να παραμείνει πιστή στους άγραφους νόμους, χωρίς να δείχνει τον παραμικρό φόβο στους παράλογους νόμους του Κρέοντα. Τελικά αποφασίστηκε η Αντιγόνη να θανατωθεί, όμως εκείνη αυτοκτόνησε κρεμασμένη από το σεντόνι του κρεβατιού της. Μέχρι το τελευταίο λεπτό της ζωής της παρέμεινε άπιστη στους παράλογους νόμους (τα σχοινιά του ποιήματος) των ισχυρών και πιστή στους άγραφους ηθικούς κανόνες, που προστάζει η αδελφική αγάπη. Το κεντρικό πρόσωπο του τραγουδιού είναι η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη

Το καραβάνι συμβολίζει την αιώνια ανθρωπότητα, η οποία αιωνίως προχωρά ακούραστα μέσα από αντίξοες συνθήκες και ίσως έχοντας πάρει τον λάθος δρόμο. Ένα δρόμο γεμάτο σκόνη. Το καραβάνι λοιπόν (η ανθρωπότητα) κυνηγά τη σκιά σου Αντιγόνη, τη σκιά της γενναίας σου στάσης μπροστά στην ψυχρή απειλή του θανάτου. Προσπαθεί ασυνείδητα να καταφέρει να αποκτήσει τη δική σου γενναιότητα και ηθική. Σε κυνηγά. Όμως παραμένεις σκιά!

Πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι;

Το σεντόνι προφανώς είναι εκείνο με το οποίο αυτοκτόνησε η Αντιγόνη. Συμβολίζει τον θάνατο, τον θάνατο της γενναιότητας, τον θάνατο της ηθικής, τον θάνατο της τόλμης. Όμως ο νους και η ψυχή του ανθρώπου πάντα – έστω και υποσυνείδητα – θα κυνηγά το ανώτερο επίπεδο, που εσύ μας δίδαξες Αντιγόνη!

[Σημείωση: Ο θάνατος (σεντόνι) δεν ρίχνει στην λήθη την Αντιγόνη (δεν ημερεύει ο νους). Το όνομά της και μόνο εξακολουθεί να προκαλεί κραδασμούς. Δυστυχώς για τους εξουσιαστές η υποταγή δεν επέρχεται με τον θάνατο ενός ή και πολλών ανθρώπων. Μόνο με την λήθη]

Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά;

Η Μεσόγειος συμβολίζει το απέραντο της γενναιότητας, το απέραντο και αμόλυντο της ανθρώπινης ψυχής. Πώς είναι δυνατόν αυτό το απέραντο να δεθεί με τα σχοινιά των ισχυρών; Πώς είναι δυνατόν οι απειλές του Κρέοντα να δέσουν το απέραντο της ψυχικής σου δύναμης Αντιγόνη;

Αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη

Η αγάπη σε όλες τις εκφάνσεις. Η αδελφική αγάπη, η αγάπη για την αρετή. Η αγάπη για την τόλμη και τα ιδανικά του ανθρώπου. Αυτό συμβολίζει η Αντιγόνη.

Ποια νυκτωδία το φως σου έχει πάρει, και σε ποιον γαλαξία να σε βρω

Ποια μεγάλη και άσχημη σκιά έχει κρύψει το φως της γενναιότητας και της ηθικής σου, Αντιγόνη; Πού είσαι Αντιγόνη; Γιατί δεν μπορώ να σε δω; Γιατί χάθηκες; Γιατί εξαφανίστηκες; Γιατί πέθανες; Σε ποιον γαλαξία να σε βρω; Γιατί χάθηκες από τον κόσμο μας Αντιγόνη;

Εδώ είναι Αττική, φαιό νταμάρι

Εδώ είναι η Αττική του πολιτισμού, ενός πολιτισμού που χτίστηκε με το υπέρλαμπρό σου μάρμαρο. Εκείνο το νταμάρι, εκείνη η πηγή πολιτισμού και δόξας τώρα έχει χάσει την λάμψη του, το φως του, το κατάλευκο χρώμα του. Πλέον είναι γκρίζο, φαιό.

Κι εγώ ένα πεδίο βολής φθηνό, που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι

Εγώ, που είμαι ίσως ο μοναδικός που σε αναπολεί, Αντιγόνη, βρίσκομαι τώρα εδώ να βάλλομαι από τις άνανδρες σφαίρες των ξένων φαντάρων (οι ξένοι φαντάροι συμβολίζουν τους δουλοπρεπείς, αυτούς που εκτελούν εντολές), οι οποίοι μπήκαν στον κόσμο που έφτιαξες, Αντιγόνη, τον κατέστρεψαν και προσπαθούν να σβήσουν κάθε προσπάθεια να ξαναγεννηθείς, Αντιγόνη. Είναι ξένοι φαντάροι, μας τους έχουν επιβάλει οι έξωθεν ισχυροί.

Έλληνα, με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις, πας μπροστά και πάλι πίσω.. Τις ώρες που αγριεύει η βροχή, προτιμάς τα εύκολα και απολαμβάνεις τα πλούτη των «Βησιγότθων», όπου οι κρεμαστοί κήποι, τα πλούτη, η άνεση, η καλοπέραση σε κερδίζουν. Όμως έτσι σιγοπριονίζεις τα φτερά σου! Το κορμί σου είναι πλέον γυμνό. Η θάλασσα που νόμιζες ότι θα σου προσφέρει τα πάντα, τελικά σε κατέστρεψε, σχεδόν σε έπνιξε. Ακόμη φέρεις πάνω σου τα σημάδια της, την αλμύρα της. Έχεις παραδοθεί στους εισβολείς, έχεις προδώσει τα ιερά και έχεις απογυμνωθεί. Σου έφερα από τους Δελφούς γλυκό νερό, το φως του Απόλλωνα. Μόλις το αντίκρισες, δάκρυσες, μετάνιωσες και είπες πως δεν τη θέλεις τη ζωή. Είμαι ένας προδότης είπες.. Και πριν προλάβω να σε μεταπείσω, είχες πεθάνει από το βάρος των πράξεών σου.

Οι πληροφορίες για το τραγούδι «Ερωτικό» είναι από το περιοδικό ΔΑΥΛΟΣ, τεύχος 303, Ιούνιος 2007.

Ο Άλκης Αλκαίος υπήρξε από τους πολυτιμότερους ποιητές του ελληνισμού. Απόμακρος και σπουδαίος, αθόρυβος και διακριτικός, αφοσιωμένος στο έργο του, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα των δημιουργημάτων του, μας χάρισε μερικά από τα πολυτιμότερα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας. Τα δημιουργήματά του μελοποιήθηκαν από σημαντικούς μουσικούς, όπως ο Νότης Μαυρουδής, ο Μάριος Τόκας και φυσικά ο Θάνος Μικρούτσικος, με τον οποίο ανέπτυξε μια ιδιαίτερη και μακρόχρονη καλλιτεχνική σχέση. Τραγούδια όπως: Ερωτικό, Ρόζα, Το Κακόηθες Μελάνωμα, Πρωινό Τσιγάρο, Κιφ, Σαν Πλανόδιο Τσίρκο, Πόρτο Ρίκο και Γαμμαγραφία θα τα θυμόμαστε και θα τα κρατάμε καλά φυλαγμένα στη ψυχή μας. Όσοι έγιναν κοινωνοί των δημιουργημάτων του, όσοι τον κατάλαβαν ή έστω προσπάθησαν να αποκωδικοποιήσουν τους – πολλές φορές – αινιγματικούς του στίχους, από το μεσημέρι της Δευτέρας νιώθουν φτωχότεροι.

Ο Άλκης Αλκαίος γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και πολιτογραφήθηκε από μικρός κάτοικος Πάργας όπου τον περισσότερο καιρό έμενε εκεί, γράφοντας τους υπέροχους στίχους του με δάσκαλό του την ποίηση του Κ. Γ. Καρυωτάκη.  Τελείωσε το Γυμνάσιο Πάργας και σπούδασε στη Νομική Σχολή τα χρόνια της δικτατορίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες εκείνης της εποχής, είχε εμπλακεί στην πρώτη απόπειρα δραπέτευσης του Αλέκου Παναγούλη από τη φυλακή, όπου βρισκόταν μετά την αποτυχημένη προσπάθεια δολοφονίας του Γιώργου Παπαδόπουλου. Συνελήφθη, βασανίστηκε άγρια και οι πληγές αυτών των βασανισμών σημάδεψαν ισόβια το κορμί του, καθώς του δημιούργησαν σοβαρότατα νευρολογικά και κινητικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ταξίδεψε στο εξωτερικό προκειμένου να υποβληθεί σε μία ειδική επέμβαση, η οποία, όμως, δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Όσο περνούσαν τα χρόνια ήταν αναγκασμένος να περνά τις ημέρες του κλεισμένος σ’ ένα σπίτι και για μεγάλα χρονικά διαστήματα ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι. Φύλακας-άγγελός του σε όλη αυτήν την περιπέτεια ήταν ο πατέρας του, ο οποίος ζούσε μαζί του και τον περιέβαλε με όλη του την αγάπη.

Η στιχουργική του και ποιητική του σταδιοδρομία άρχισε το 1977, όταν ο Θάνος Μικρούτσικος διάβασε ένα ποίημά του στον Ριζοσπάστη. Η γνωριμία του και η πρώτη συνεργασία με τον Θάνο Μικρούτσικο το 1978 στο δίσκο Τραγούδια της λευτεριάς με το τραγούδι Φλεβάρης 1848 άφησε το στίγμα του στο ελληνικό τραγούδι. Το 1980, Η μπαλάντα ενός φιλήσυχου συμπεριλαμβάνεται στο δίσκο Δελτίο Καιρού της Μαρίας Δημητριάδη σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1982, ήρθε ο δίσκος Εμπάργκο όπου ο στιχουργός υπογράφει όλους τους στίχους. Ο δίσκος αυτός είναι μια μεγάλη σφραγίδα εγγύησης του ποιητή στην ελληνική δισκογραφία και μία από τις πιο σημαντικές δουλειές, που έβγαλε στην επιφάνεια τραγούδια όπως Το κακόηθες μελάνωμα, την Πιρόγα κ.ά. Το 1983 βγαίνει η μόνη ποιητική συλλογή του Εμπάργκο-Ποιήματα από τις εκδόσεις ΕΤ.ΝΕ.Μ της οποίας ιδρυτής είναι ο Θάνος Μικρούτσικος.

Το 1996 βγαίνει ο δίσκος Στου αιώνα την παράγκα με τα 8 από τα 14 τραγούδια σε στίχους του ποιητή, όπου ανάμεσά τους βρίσκονται διάφορα αριστουργήματα: Σαν πλανόδιο τσίρκο, Ρόζα, Πάντα γελαστοί (Ισαάκ, Σολωμού και Μαρίνου μαρτύρων), Πατησίων και παραμυθιού γωνία. Έπειτα κάνει διάφορες μικρές συμμετοχές σε δίσκους: Αύριο (1996), 13000 μέρες (1998), Ο Θάνος Μικρούτσικος τραγουδά Θάνο Μικρούτσικο (1998) κ.ά. Το 1999 συνεργάζεται με το Μάριο Τόκα όπου δημιουργούν έναν πολύ πετυχημένο δίσκο, Εντελβάϊς, όπου ερμηνεύει ο Δημήτρης Μητροπάνος και που υπογράφει ο ποιητής όλους τους στίχους. Έπειτα συμμετέχει χωρίς να κάνει ποτέ ολοκληρωτική δουλειά μέχρι το 2006 όπου βγαίνει ο δίσκος Υπέροχα μονάχοι με τα καινούργια του ποιήματα σε μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου. Ένα χρόνο αργότερα, βγαίνει και ο δίσκος Οι τροβαδούροι της καρδιάς μου όπου όλοι οι στίχοι είναι δικοί του και που αποτελείται από πλήθος καλλιτεχνών: Μιλτιάδης Πασχαλίδης, Βασίλης Καζούλης, Βαγγέλης Γερμανός, Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, Φίλιππος Πλιάτσικας, Νίκος Πορτοκάλογλου, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Διονύσης Τσακνής, Ασπασία Στρατηγού, Μπάμπης Στόκας, Νίκος Ζούδιαρης, Αρλέτα, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Χρήστος Θηβαίος, Δημήτρης Ζερβουδάκης, Μιχάλης Κουμπιός, Γιώργος Νταλάρας. Η επόμενη ολοκληρωμένη δουλειά του είναι το 2009 με τον δίσκο Ουράνια τόξα κυνηγώ με μουσική του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Η ποιητική τέχνη του Άλκη Αλκαίου χωρίζεται σε τρεις περιόδους: τον πολιτικοποιημένο στίχο, τον υπερρεαλιστικό και τέλος, τον δημοτικό.  Στις αρχές της καριέρας του ο Αλκαίος έδωσε με το τραγούδι Φλεβάρης 1848 το ισχυρό διεθνιστικό του στίγμα, τις αριστερές του καταβολές και την επιρροή του από τα επικά οράματα ποιητών όπως ο Πάμπλο Νερούδα: Απόψε σμίξαν τις καρδιές μας σ’ έναν έστω/ στιγμιαίο συντονισμό ίδιες ελπίδες/ καθώς μας φώτιζαν το δρόμο οι σελίδες/ απ’ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο. Με τον δίσκο Εμπάργκο, ο στιχουργός αποκτά αμέσως ταυτότητα ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους σύγχρονούς του πολιτικοποιημένους στιχουργούς στο ότι γράφει και ως πολίτης του κόσμου, ως εκφραστής της παγκόσμιας ελευθερίας με ένα θεωρητικό μαρξιστικό υπόβαθρο (όπως στη Γαμμαγραφία (Σαλβαντόρ ’80) που περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο τον εμφύλιο πόλεμο του Ελ Σαλβαδόρ που μόλις είχε ξεσπάσει).

Όλα τα ποιήματα – και οι τίτλοι – του δίσκου, αποτελούν μέχρι σήμερα γρίφους για διαβασμένους λύτες, φανερώνοντας επιρροές άλλοτε από το ρωσικό φουτουρισμό και τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, (όπως το Ταπεινό ρέκβιεμ για το μέλλον ή το άλλο πρόσωπο ενός αυτόνομου) άλλοτε από το ειρωνικό μπρεχτικό σύμπαν (όπως η προγενέστερη Μπαλάντα ενός φιλήσυχου,) άλλοτε από τον αιχμηρό λόγο του Βολφ Μπίρμαν (Ωδή σ’ ένα δρομέα ημιαντοχής) και άλλοτε από το δικό του προφητικό χάρισμα, απόρροια του εγγενούς ποιητικού του ταλέντου: Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα / κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου... Στον ίδιο δίσκο, βεβαίως, και τα αξεπέραστα Ερωτικό (ή αλλιώς η Πιρόγα και Το κακόηθες μελάνωμα (αφιερωμένο στον Νίκο Πουλαντζά) γεμάτα αλληγορίες, ποιητικές εικόνες, πολλαπλές ερμηνείες. Με το δίσκο αυτό τελειώνει η Α’ – πιο τραχιά και κρυπτική – περίοδος της στιχουργικής πορείας του Αλκαίου.

Η Β’ περίοδος ξεκινά με το κοσμοτραγουδισμένο «Πρωινό τσιγάρο» (αφιερωμένο στον Μάνο Λοΐζο) που μελοποιεί ο Νότης Μαυρουδής, το 1984 και ολοκληρώνεται το 1999, με το δίσκο Εντελβάις. Μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια ο λόγος του Αλκαίου αποκτά μια στιχουργική τεχνική η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο υπερρεαλιστικό. Ο στίχος του Πατησίων και Παραμυθιού γωνία περιγράφει επακριβώς αυτό το πνεύμα. Έτσι, τόσο στο δίσκο Η αγάπη είναι ζάλη (1986) όσο και στη δεύτερη προσωπική του δουλειά Όσο κρατάει ένας καφές (1989), εκφράζει έναν πιο καθημερινό λόγο και κυρίως απευθύνεται πιο άμεσα στο άλλο πρόσωπο, στον μη εκπληρωμένο έρωτά του: Φεύγω και μη με περιμένεις/ σου είπα ξαφνικά ένα βράδυ/ πήρα το δάκρυ σου μαζί μου/ και χάθηκα μες το σκοτάδι ή Μες στη ζωή μου μπήκες σαν κομήτης/ και ο έρωτας σου μάχη αιματηρή/ Τα χείλη σου ήταν κόκκινο πανί/ και η αγκαλιά σου αρένα της Μαδρίτης.

Αποκτά ο στίχος του μια ποιητική λαϊκότητα και αφαιρεί σκέψεις προσθέτοντας εικόνες. Στρέφει το φακό του περισσότερο στους ανθρώπους της πόλης (Βικτώρια (1989, Χρόνια Πολλά, 1991) και τοποθετεί τους ήρωες της Ιστορίας ως ήρωες των τραγουδιών του (Πόρτο Ρίκο, 1994, Ρόζα, 1996) συνταιριάζοντας αρμονικά πρόσωπα και εποχές: Αν χάθηκε στο Μετς ή στο Πόρτο Ρίκο. Οι εννέα στίχοι του στο δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου, Στου αιώνα την παράγκα, (1996) συμπυκνώνουν όλο το ποιητικό του «είναι». Ερωτικός χωρίς να λαϊκίζει (Τα μάτια σου έκλεισες και μ’ άφησες απέξω), ουσιαστικός ατακαδόρος και όχι κατασκευαστής ψευδό- διανοουμενίστικων σλόγκαν (Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία/ Πώς η ιστορία γίνεται σιωπή), εξαιρετικός ισορροπιστής μεταξύ του ιδιωτικού και δημόσιου οράματος (Σαν πλανόδιο τσίρκο) και αισθήματος (Πάντα γελαστοί, με την δική του αφιέρωση: «Ισαάκ και Σολωμού και Μαρίνου Μαρτύρων» [με άλλα λόγια στους δολοφονηθέντες, το 1996, Κυπρίους Τάσο Ισαάκ και Σολωμό Σολωμού και στον αναρχικό Χριστόφορο Μαρίνο, ο οποίος «αυτοκτόνησε» (;) την ίδια χρονιά υπό περίεργες συνθήκες ενώ βρισκόταν εν πλω).

Με την πρώτη του συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα το 1998, στο δίσκο 13.000 μέρες, αρχίζει σιγά σιγά να μας αποκαλύπτει και μια ακόμα στιχουργική του έκφανση η οποία χαρακτηρίζει την Γ’ περίοδο της πορείας του: αυτή του ποιητή που πατά πάνω στη δημοτική μας παράδοση. Επίσης, αρχίζει να ξεδιπλώνει εντονότερα τον ταξιδιωτικό στίχο όπως τον εξέφρασαν ο Νίκος Καββαδίας, ο Κώστας Ουράνης κ.ά. Έτσι, στο δίσκο Εντελβάις είναι έξοχα αφηγηματικός, το Κιφ, παλαιότερο, βρίσκεται στην ποιητική του συλλογή που αναφέραμε, όπως πάντα προσωπικός/ συλλογικός (Οι φίλοι στα γρανάζια τους/ τα φρένα και τα γκάζια τους/ κι η Ελλάδα ν’ αρμενίζει/ με μιαν ελπίδα κόσκινο) και αδιαλείπτως ποιητικά ανατρεπτικός (Τα δεσμά σου θα λιμάρω/ μ’ ένα τριαντάφυλλο). Στη Γ’, λοιπόν, φάση της στιχουργικής του πορείας, ο Άλκης Αλκαίος φαίνεται σαν να προσπαθεί να αφαιρέσει κάθε προσωπικό ίχνος από τα τραγούδια του, να περιορίσει τις κοινωνικές του αιχμές και να αφεθεί στο δημοτικό μας λόγο δανειζόμενος πολλές φορές από αυτόν αυτούσιους στίχους και νοηματικά μοτίβα. Εκτός όμως από αυτά τα «δάνεια» και τις επιρροές αρκετοί δικοί του στίχοι, κατορθώνει να φαντάζουν, θα λέγαμε, ανώνυμου δημιουργού, σαν να είναι συνθετικό έργο ολόκληρων γενεών, δημιούργημα της λαϊκής μας σοφίας. Κι αυτό εξαιτίας των πολλών αφορισμών τους οποίους συνηθίζει να βάζει στις κατακλείδες των στροφών του, των διδακτικών παραινέσεων και του επιγραμματικού χαρακτήρα των δίστιχών του (που θυμίζουν μαντινάδες).

Έτσι, οι συνεργασίες του με τον Σωκράτη Μάλαμα (Ο Φύλακας και ο Βασιλιάς, 2000, Ένα, 2002, και Πέρασμα, 2010)), τον Μίλτο Πασχαλίδη (Βυθισμένες άγκυρες, 2001, Η μόνη μου πατρίδα είναι ο χρόνος, 2003), τον Δημήτρη Ψαρρά στο δίσκο Μελίνα Κανά (2001) τους τραγουδοποιούς-συνθέτες στο δίσκο Οι τροβαδούροι της καρδιά μου (2007) και τον Βασίλη Παπακωνταντίνου, Ουράνια τόξα κυνηγώ (2009) και την πολύ πρόσφατη συνεργασία του με τον Μπάμπη Στόκα, Η Αυλή των Τρελών (2012) συγκλίνουν στο μεγαλύτερό τους μέρος πάνω στο είδος αυτό του λόγου με τις πολύ δυνατές στιγμές του αλλά και τις ορισμένες αδυναμίες του (επανάληψη θεματικών και μοτίβων, κίνδυνος κοινοτοπίας και λεκτικού εντυπωσιασμού, κλισαρισμένες ομοιοκαταληξίες, περισσά καλολογικά στολίδια κ.ά. ). Το δεύτερο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της περιόδου, ο ταξιδιωτικός του λόγος, ξεδιπλώνεται περίτεχνα κυρίως στο δίσκο Υπέροχα μονάχοι, (2006), με τις συνθέσεις του Θάνου Μικρούτσικου. Μόνο οι τίτλοι των τραγουδιών είναι ενδεικτικοί: Αργώ, Της θάλασσας τα μάγια, Blues on the road, Στης γοργόνας το φτερό [φόρος τιμής στον Νίκο Καββαδία…), Σιντάρτα.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων των γνώρισαν, συνεργάστηκαν και έκαναν παρέα μαζί του, ο Άλκης Αλκαίος ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικά γλυκός, γενναιόδωρος αλλά και πολύ δυνατός. «Ηταν λεβέντης. Δεν σε άφηνε καν να αντιληφθείς το πρόβλημά του, ούτε του άρεσε να συζητά για όσα είχε ζήσει στο παρελθόν. Πάντα μιλούσε για το μέλλον. Μπορεί να ήταν κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο, αλλά το δωμάτιο αυτό είχε παράθυρα σ’ όλον τον κόσμο», λέει ο Μίλτος Πασχαλίδης, ένας από τους τραγουδοποιούς της νεότερης γενιάς που συνεργάστηκε στενά με τον Αλκαίου. «Είχε εμμονή με τις λέξεις, δούλευε πολύ το κείμενό του και απαιτούσε από τον συνθέτη να μην αλλάζει ούτε ένα κόμμα. Προτιμούσε να αλλάξει τον τίτλο ενός τραγουδιού, παρά να αντικαταστήσει μια απλή για τους άλλους λέξη, η οποία όμως για τον ίδιο είχε καθοριστική σημασία...», συμπληρώνει. Και πάντα αποδεικνυόταν εκ των υστέρων πως ο στιχουργός είχε δίκιο, αφού, για ακόμη μία φορά, το τραγούδι σημείωνε μεγάλη επιτυχία.

Ο Άλκης Αλκαίος ήταν ο άνθρωπος που εισήγαγε τις «δύσκολες» λέξεις στο λαϊκό τραγούδι, που «μίλησε» μέσα από τη σύνθετη ποιητική του γλώσσα στην ψυχή κάθε Έλληνα, που έγραψε τραγούδια για πολλούς και διαφορετικούς ερμηνευτές από τη Χάρις Αλεξίου και τον Δημήτρη Μητροπάνο μέχρι τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Σωκράτη Μάλαμα. Κι αν ο περισσότερος κόσμος που έχει λατρέψει τα τραγούδια του δεν είδε ποτέ το πρόσωπό του και δεν διάβασε ποτέ καμιά συνέντευξή του, είναι γιατί ο ίδιος το είχε επιλέξει, καθώς πίστευε πως ό,τι έχει να προσφέρει στον κόσμο το προσφέρει μέσα από την ποιητική του έμπνευση. «Ήταν ένας σπουδαίος ποιητής που παρίστανε τον στιχουργό» έλεγε ο Θάνος Μικρούτσικος για τον στενό του φίλο, Άλκη Αλκαίο. Αποτραβηγμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και των ΜΜΕ, έχοντας μία ραδιοφωνική μία τηλεοπτική συνέντευξη και κάποιες δημοσιοποιημένες φωτογραφίες, τα μόνα που ξέρουμε γι’ αυτόν, και τα μόνα που ήθελε να μάθουμε γι΄αυτόν, είναι τα συναισθήματά του που περνούν από τα ποιήματά του στο μυαλό μας.

Πάρε τη ζωή στα δυο σου χέρια/ τις γροθιές σου χτύπα στα μαχαίρια/ θα ‘φευγαν τα σύννεφα φαντάσου/ αν κουνούσες λίγο τα φτερά σου. Πουλί σε δέντρο αρχοντικό παλιό τραγούδι λέει/ αυτός που όλα τα ‘χασε ματώνει μα δεν κλαίει/ αν δε φυσήξει ο άνεμος το φύλλο δε σαλεύει/ αν δε θυμώσει η θάλασσα το κύμα δε χορεύει.

Advertisements