on the road

«Κι ο Σήρινγκ άρχισε να κουνιέται – ένα χαμόγελο φάνηκε στο εκστατικό του πρόσωπο – να κουνιέται πάνω στο σκαμπό του πιάνου, πίσω μπρος, αργά στην αρχή, μετά ο ρυθμός έγινε ταχύτερος και άρχισε να κουνιέται γρήγορα, με το αριστερό του πόδι να χτυπάει το ρυθμό, και να στριφογυρνάει το λαιμό του, έφερε το πρόσωπό του πάνω από τα πλήκτρα, έσπρωξε τα μαλλιά του πίσω, τα ξεχτενισμένα μαλλιά του ανακατώθηκαν και άρχισε να ιδρώνει. Η μουσική ζωήρεψε. Ο κοντραμπασίστας καμπούριαζε και γρατζούναγε το όργανό του, ολοένα και πιο γρήγορα, ολοένα και πιο γρήγορα, τίποτ’ άλλο. Ο Σήρινγκ άρχισε να παίζει∙ τα ακόρντα του ξεπηδούσαν από το πιάνο σε πλούσια και ραγδαία συχνότητα, θα ’λεγε κανείς πως ο άνθρωπος δεν είχε καιρό να τα βάλει σε τάξη. Κυλούσαν, κυλούσαν αδιάκοπα σαν θάλασσα. Ο κόσμος του φώναζε: «Δώσ’ του!»

Τζακ Κέρουακ, Στο δρόμο.  Μετάφραση: Δήμητρα Νικολοπούλου, εκδόσεις Πλέθρον.

Muddy Waters & The Rolling Stones – Mannish Boy

♠ Muddy Waters & The Rolling Stones – Baby Please Don’t Go

Τον Νοέμβρη του 1981, οι Rolling Stones στα πλαίσια περιοδείας τους στην Αμερική, έφτασαν στο Σικάγο. Επηρεασμένοι από τα τραγούδια και τους ρυθμούς των μαύρων της Αμερικής, ειδικά από τον ήχο των blues της Νέας Ορλεάνης, αποφάσισαν να επισκεφτούν το κλαμπ Checkerboard Lounge, όπου εμφανιζόταν ο θρυλικός Muddy Waters. Δεν πέρασε πολύ ώρα και με ένα νεύμα του μεγάλου bluesman οι Mick Jagger, Keith Richards, Ronnie Wood και Ian Stewart ανέβηκαν στη σκηνή. Αργότερα, στη παρέα προστέθηκαν οι Buddy Guy και Lefty Dizz. Και εγένετο διάφανο φως και γαλήνη μεγάλη..

O Jean-Louis Lebris de Kerouac ή Jack Kerouac (12 Μαρτίου 1922 – 21 Οκτωβρίου 1969) ήταν Αμερικανός λογοτέχνης, ένας από τους κύριους εκπροσώπους της Beat Generation και εισηγητής του ομώνυμου όρου. Γεννήθηκε στο Λόουελ της Μασαχουσέτης στις 12 Μαρτίου 1922. Ήταν γιος του Λεό Αλσίντ Κιρουάκ ή Κερουάκ και της Γκαμπριέλ Ανιέ Λεβέκ. H καταγωγή του Κέρουακ ήταν γαλλο-καναδική. Οι πρόγονοι της οικογένειας είχαν φτάσει το 18ο αιώνα από τη Βρετάνη της Γαλλίας στο Νέο Κόσμο και εγκαταστάθηκαν στο Κεμπέκ. Ο παππούς του, Ζαν Μπατίστ, υπήρξε πιθανότατα ο πρώτος Κερουάκ που μετακινήθηκε γύρω στο 1890 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικότερα στο Νιου Χαμσάιρ, όπου εργάστηκε ως μαραγκός. Σύμφωνα με διηγήσεις του πατέρα του, η οικογένεια των Κερουάκ αποτελούνταν από αριστοκράτες απογόνους Κελτών που έφθασαν στην Κορνουάλη από την Ιρλανδία, για να μετεγκατασταθούν αργότερα στη Βρετάνη, όπου απέκτησαν ένα προγονικό οικόσημο που περιείχε το γνωμικό Aimer, Travailler et Souffrir (Να αγαπάς, να εργάζεσαι και να υποφέρεις). H οικογένεια του Κέρουακ έδινε μεγάλη σημασία στην γαλλική καταγωγή της και τη γλώσσα, καθώς και στην καθολική πίστη.

Ο Kerouac, που σε όλη τη ζωή του παρέμεινε δίγλωσσος, μέχρι την ηλικία των έξι ετών δεν μιλούσε καθόλου αγγλικά. Οι γονείς του συνεννοούνταν στο σπίτι στη joual, μια εκδοχή της κεμπεκικής διαλέκτου της γαλλικής, η οποία θεωρείτο υποδεέστερη από τους αγγλόφωνους και στοιχείο διάκρισης – απομόνωσης. Γι’ αυτό και ο Kerouac, που έζησε έως την ενηλικίωσή του στην εργατική γαλλο-καναδική συνοικία του Λόουελ, είχε κυρίως Ελληνοαμερικάνους για στενούς φίλους. Για τον Kerouac, η γαλλο-καναδική γλώσσα δεν ήταν ένα απλό εργαλείο συνεννόησης με τους οικείους του, αλλά βασικό στοιχείο ταυτότητας, όπως και ο αδιάσπαστα συνδεδεμένος με αυτήν καθολικισμός. Το 1926 βίωσε το χαμό του αδελφού του Ζεράρ από ρευματικό πυρετό, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά και τον ενέπνευσε να γράψει το μυθιστόρημα Visions of Gerard, όπου -μεταξύ άλλων- αποτύπωσε και το μαρτυρικό θάνατό του. Η καταπληκτική του μνήμη τού χάρισε από νωρίς το προσωνύμιο Memory Babe και τον βοήθησε στη συγγραφή των έργων του, που σε μεγάλο βαθμό βασίζονταν σε αναμνήσεις του παρελθόντος. Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα κι από μικρή ηλικία έδειξε τάση προς την καλλιτεχνία, γράφοντας δικά του περιοδικά, τα οποία μάλιστα εικονογραφούσε μόνος του.

Μεγαλώνοντας, εξελίχθηκε σε εξαιρετικό αθλητή του στίβου, του μπέιζμπολ και πάνω απ΄ όλα του αμερικανικού ποδοσφαίρου, του οποίου ήταν και ο σχολικός ήρωας. Μετά το πέρας των γυμνασιακών σπουδών του, ο προπονητής της ομάδας ποδοσφαίρου του διάσημου Πανεπιστημίου Κολούμπια κανόνισε να παρακολουθήσει ο Kerouac μια προπαρασκευαστική χρονιά στο Horace Mann School of Boys, στη Νέα Υόρκη. Έπρεπε να βελτιώσει τους σχολικούς βαθμούς του, ώστε να μπορέσει να λάβει μια πλήρη αθλητική υποτροφία σπουδών. Μια ανάλογη πρόταση έλαβε και από το Boston College, φημισμένο Ιησουϊτικό καθολικό πανεπιστημιακό ίδρυμα των ΗΠΑ, με έδρα ένα προάστιο της Βοστώνης. Τελικά, επέλεξε να πάει στη Νέα Υόρκη. Κατά τη διάρκεια της προπαρασκευής, ο Kerouac έβγαζε το χαρτζιλίκι του γράφοντας πτυχιακές εργασίες για λογαριασμό άλλων σπουδαστών, χρεώνοντας 2 δολάρια το κομμάτι, τούς δίδασκε γαλλικά και, τελικά, εργάστηκε ως αθλητικογράφος στην εφημερίδα New York World-Telegraph. Στο Κολούμπια, ως φοιτητής, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με αρκετά από τα μετέπειτα μέλη της λογοτεχνικής μπητ γενιάς, όπως τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ. Η φοίτησή του διήρκεσε περίπου ένα χρόνο: κατά το πρώτο εξάμηνο έσπασε το πόδι του στη διάρκεια ενός αγώνα ποδοσφαίρου, γεγονός που σηματοδότησε μία κρίσιμη καμπή στη ζωή του καθώς του στέρησε τη δυνατότητα να ακολουθήσει σπουδαία σταδιοδρομία ως αθλητής. Το ατύχημα είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της υποτροφίας και ως εκ τούτου και των σπουδών του στο πανεπιστήμιο. Επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου τελικά ξεκίνησε να εργάζεται ως αθλητικός συντάκτης της εφημερίδας Lowell Sun.

Μετά από διάφορα επαγγέλματα που άσκησε στο Λόουελ και στη Βοστώνη, όπου έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, τον Ιούλιο του 1942 μπάρκαρε ως λαντζέρης με το εμπορικό πλοίο Ντόρτσεστερ, με προορισμό τη Γροιλανδία. Είχε ανάγκη από χρήματα και αναζητούσε την περιπέτεια, θέλοντας να ξεφύγει από την ανιαρότητα της ζωής του: γι’ αυτό επέλεξε να ταξιδέψει με ένα πλοίο που συμμετείχε σε συμμαχικές νηοπομπές, κάνοντας επικίνδυνες διαδρομές στο Βόρειο Ατλαντικό. Μετά την επιστροφή του, εγκαταστάθηκε εκ νέου στη Νέα Υόρκη παρακολουθώντας μαθήματα στο Κολούμπια, κατόπιν πρόσκλησης του προπονητή του να επιστρέψει στον ποδοσφαιρικό σύλλογο του πανεπιστημίου. Σύντομα εγκατέλειψε για δεύτερη φορά και οριστικά την ομάδα, έπειτα από έντονη διαφωνία με τον προπονητή του. Την ίδια περίπου περίοδο ξεκίνησε να γράφει το μυθιστόρημα The Sea Is My Brother, έργο που τελικά δεν ολοκληρώθηκε. Τον επόμενο χρόνο, κατατάχθηκε εθελοντικά στη σχολή αξιωματικών του Αμερικανικού Ναυτικού, από όπου απολύθηκε έξι μήνες αργότερα. Στη διάρκεια της παρουσίας του στη σχολή υπήρξε μάλλον απείθαρχος. Τέθηκε υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και τελικά οι γιατροί κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ήταν ακατάλληλος για το ναυτικό, χαρακτηρίζοντας τον στη διάγνωση τους ως αδιάφορη προσωπικότητα. Αργότερα, του επετράπη να επιταχθεί ξανά στο Ναυτικό, και ταξίδεψε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, υπηρετώντας ως απλός ναύτης στο πολεμικό πλοίο S.S. George Weens.

Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Kerouac μαζί με την φίλη του Edie Parker, συνδέθηκε στενά με τους Lucien Carr και Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με τον Μπάροουζ, καθώς και με τον Νιλ Κάσαντι. Εκείνη την εποχή, σε μια συζήτησή του με τον συγγραφέα Τζον Κλέλον Χολμς, ο Kerouac περιέγραψε τους φίλους του και γενικά την γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με την ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα «ήττας» (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο Beat Generation. Παντρεύτηκε την Έντι Πάρκερ το 1944, λίγο μετά την φυλάκιση του Λουσιέν Καρρ για τη δολοφονία του κοινού φίλου τους Ντέιβιντ Κάμερερ. Ο Kerouac είχε συλληφθεί ως ύποπτος για συνενοχή στην πράξη και η οικογένεια της Πάρκερ προσφέρθηκε να πληρώσει την εγγύησή του – κάτι που είχε αρνηθεί να κάνει ο πατέρας του – με το όρο να παντρευτεί την κόρη τους. Ο γάμος του κράτησε μόλις μερικούς μήνες, χώρισε το 1945 και τον ίδιο χρόνο συνέπεσε ο θάνατος του πατέρα του. Λίγο μετά τον θάνατο του, άρχισε τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός του, The Town and the City, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1950. Στο βιβλίο τον απασχόλησε το θέμα της διάστασης ανάμεσα στο γνώριμο κόσμο της γειτονιάς, της κωμόπολης, και της ζωής στη μεγαλούπολης. Επιπλέον, περιείχε δραματοποιημένα στοιχεία από τη νεανική σχέση του με τη Mary Carney, ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθει διεξοδικότερα σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, με το Maggie Cassidy. Η Carney υπήρξε για τον Kerouac η εξιδανικευμένη εικόνα της γυναίκας που οι άντρες συνήθως πλάθουν για την πρώτη αγάπη τους.

Το 1949 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι από τη Νέα Αγγλία στο Σαν Φρανσίσκο, μαζί με τον φίλο του Νιλ Κάσαντι και την πρώην σύζυγο του Luanne. Την επόμενη δεκαετία ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό, άλλοτε οδηγώντας με συνεπιβάτη τον Κάσαντι, κι άλλοτε κάνοντας οτοστόπ. Η περιπλάνησή θα αποτελούσε τη βάση του περίφημου μυθιστορήματός του On the Road. Το 1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Joan Haverty. Το 1952 – ενώ το ζεύγος είχε ήδη χωρίσει – γεννήθηκε η κόρη τους Janet Kerouac, την οποία εξαναγκάστηκε να αναγνωρίσει έπειτα από εννιά χρόνια. Το επόμενο διάστημα, αποτέλεσε μία ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο για τον Kerouac. Άρχισε να γράφει με μανία, τα γνωστά του μυθιστορήματα On the Road (βασισμένο στα ταξίδια του), Visions of Cody, το Dr. Sax, το Maggie Cassidy, το ΥThe Subterraneans και άλλα έργα. Περίπου το 1955, άρχισε να μελετά το Βουδισμό, επηρεασμένος αρχικά από το έργο του Dwight Goddard A Buddhist Bible ενώ ασχολήθηκε έντονα με το διαλογισμό. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Μεξικό, ολοκλήρωσε την ποιητική του σειρά Mexico City Blues καθώς και το μυθιστόρημα Tristessa γραμμένο για μια κοπέλα που γνώρισε εκεί.

Το 1956 άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα Visions of Gerard γραμμένο για τον αδελφό του, The Scripture of the Golden Eternity καθώς και πολλά ποιήματα. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του On the Road το 1957, άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα The Dharma Bums. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του On the Road, απέκτησε μεγάλη φήμη. Πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη – ο ίδιος, άλλωστε, παραλλήλιζε τον τρόπο που έγραφε με εκείνον που ένας μουσικός της τζαζ έπαιζε τρομπέτα ή σαξόφωνο. Επίσης, αρθρογράφησε στα περιοδικά Playboy, Swank, Holiday, Escapade και Esquire. Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Big Sur της Καλιφόρνιας, όπου και έγραψε το τελευταίο του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μπιγκ Σερ.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αισθανόταν ότι είχε ξοφλήσει ως συγγραφέας εμπορικών βιβλίων. Βίωνε τη σχεδόν καθολική απόρριψη του εκδοτικού κόσμου και της κατεστημένης κριτικής, που τώρα έστρεφε το ενδιαφέρον σε άλλα πρόσωπα τα οποία είχαν διδαχτεί από αυτόν, όπως ο Γκίνσμπεργκ. Έτσι, αφού παντρεύτηκε το 1966 την ελληνικής καταγωγής παιδική του φίλη Στέλλα Σάμπας, μετακόμισε κι εγκαταστάθηκε στην πόλη Σεντ Πίτερσμπεργκ, στη Φλόριντα, μαζί με την μητέρα του και και τις δυο αγαπημένες του γάτες Πιτού και Μινέτ. Πέθανε σε ηλικία 47 χρονών από αιμορραγία του στομάχου, αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας αργής αυτοκτονίας με αλκοόλ, στις 21 Οκτωβρίου 1969, τα ξημερώματα, στο Νοσοκομείο του Αγ. Αντωνίου του Σεντ Πίτερσμπεργκ. Στις 24 του μηνός, στο Λόουελλ, στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννου του Βαπτιστή, εκεί όπου συμμετείχε ως παπαδάκι όταν ήταν μικρός, τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία. Στους παρευρισκόμενους ήταν και οι Γκίνσμπεργκ, Πήτερ Ορλόσφσκι, Γκρέγκορυ Κόρσο, η πρώην σύζυγός του Έντι, ο Τζον Χολμς κ.α. Το προηγούμενο βράδυ, οι φίλοι των παιδικών και νεανικών του χρόνων, Ελληνοαμερικανοί ως επί το πλείστον, είχαν ξεφαντώσει με οργιαστικό τρόπο προς τιμήν του – μαζί τους και αρκετοί από τους επισκέπτες. Η ταφή έγινε στον οικογενειακό τάφο των Σάμπας στο Λόουελ, στο Νεκροταφείο Έντσον.

Σήμερα ο Jack Kerouac αναγνωρίζεται ως ένας από τους μείζονες Αμερικανούς συγγραφείς, αν και κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν έτυχε της ίδιας αναγνώρισης από τους κριτικούς. Θεωρείται πλέον ένας οραματιστής συγγραφέας και τοποθετείται στη μεγάλη γραμμή της παράδοσης του Ουώλτ Ουίτμαν και του Μαρκ Τουαίην, ενώ συχνά αναφέρεται ως ο πρώτος μεταμοντερνιστής. Το ύφος του, η πειραματική αυθόρμητη πρόζα και ο αντι-ακαδημαϊσμός που τον διέκριναν, οδήγησαν τη λογοτεχνία στα πεδία μιας τέχνης όπου κανόνας ήταν η αλληλουχία ιδεών και εντάσεων, οι οποίες στοιχειοθετούσαν έναν υψηλό και βαθύτατο τρόπο έκφρασης. Το μεταθανάτιο Οράματα του Κόντυ, που συμπληρώνει το On the Road, αναγνωρίζεται από πολλούς ως το αριστούργημά του και ένα από τα πιο σπουδαία πεζογραφήματα του εικοστού αιώνα, που τοποθετεί τον Κέρουακ δίπλα σε άλλους πρωτοποριακούς συγγραφείς όπως ο Τζόυς και ο Φώκνερ. Ο γραπτός λόγος του, που σύμφωνα με τον Γκίνσμπεργκ ήταν καθαρά ποιητικός, και ο ίδιος ως προσωπικότητα επηρέασαν άμεσα πολλούς σημαντικούς Αμερικανούς συγγραφείς και ποιητές, όπως τον Μπάροουζ, τον Λόρενς Φερλινγκέτι, τον ίδιο τον Άλ. Γκίνσμπεργκ, πολλούς Αφρο-Αμερικανούς λογοτέχνες, μέχρι και τον Μπομπ Ντύλαν.

Εργογραφία

Αρχικές εκδόσεις

(1950) The Town and the City. (1957) On the Road. (1958) The Dharma Bums. (1958) The Subterraneans. (1959) Mexico City Blues. (1959) Doctor Sax. (1960) Tristessa. (1960) Lonesome Traveller. (1960) Scripture of the Golden Eternity. (1961) Book of Dreams. (1961) Pull my Daisy. (1962) Big Sur. (1963) Visions of Gerard. (1965) Desolation Angels. (1966) Satori in Paris. (1968) Vanity of Duluoz.

Μεταθανάτιες εκδόσεις

(1971) Scattered Poems. (1971) Pic. (1972) Visions of Cody. (1973) Trip Trap. (1977) Heaven and Other Poems. (1992) Pomes All Sizes. (1993) Good Blonde and Others. (1995) Selected Letters, vol. 1. (1995) Portable Jack Kerouac. (1997) Some of the Dharma. (1999) Selected Letters, vol. 2. (1999) Atop an Underwood. (2000) Door Wide Open: A Beat Love Affair in Letters, 1957-1958. (2000) Orpheus Emerged. (2003) Book of Haikus. (2004) Wind Blown World. (2004) Departed Angels: The Lost Paintings. (2011) The Sea Is My Brother.

Κυκλοφορούν στα ελληνικά

Στο δρόμο. Μετάφραση: Δήμητρα Νικολοπούλου. Πλέθρον 1996. Στοιχειωμένη ζωή. Μετάφραση: Μιχ. Λαλιώτης, Πλέθρον 2015. Η θάλασσα τ’ αδέρφι μου. Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Πατάκης 2015. Οράματα του Κόντυ. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Ηριδανός 2015. Ρεμπό και 18 χαϊκού. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Κουκούτσι 2015. Μπιτ γενιά. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Ηριδανός 2011. H ματαιοδοξία του Nτουλουόζ. Mετάφραση: Νάνσυ Βεκιαρέλλη, Πλέθρον 2010. Μάγκι Κάσιντι. Μετάφραση: Σπύρος Μεϊμάρης, Αίολος 2010. Μπιγκ Σερ. Μετάφραση: Ιουλία Ραλλίδη, Αίολος 2010. Σατόρι στο Παρίσι. Μετάφραση: Μαίρη Καραγιανοπούλου, Πλέθρον 2010. Τα όνειρά μου. Μετάφραση: Σπύρος Μεϊμάρης, Αίολος 2010. Η σούτρα της χρυσής αιωνιότητας. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Απόπειρα 2009. Ορφέας ανέδυσε. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Ηριδανός 2009. Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους. Μετάφραση: Γιώργος Μπέτσος, Τόπος 2009. Ο γυρισμός του ταξιδευτή. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Απόπειρα 2007. Ποιήματα. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Ηριδανός 2007. Οι αλήτες του Ντάρμα. Μετάφραση: Εύη Παπά, Αίολος 2002. Γραφές της αιωνιότητας. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Απόπειρα 2006. Οι υποχθόνιοι. Μετάφραση: Ιουλία Ραλλίδη, Πλέθρον 2000. Μοναχικός ταξιδιώτης. Μετάφραση: Γιώργος Τασσόπουλος, Πλέθρον 1996. Mexico City Blues. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου (Ελεύθερος Τύπος 1990). Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Ηριδανός 2009. Τριστέσσα. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Ηριδανός 2009. Πικ. Μετάφραση: Μίνα Παιδαράκη (Υπό Σκέψη 1981, επανέκδ. Ελεύθερος Τύπος 1990). Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Απόπειρα 2008. Σκόρπια Ποιήματα. Μετάφραση: Σταύρος Αντωνίου (Της Μη Άμεσης Επανάστασης 1979).

Advertisements