Nadine Gordimer [apartheid]

O Madiba με την Nadine Gordimer

Οκτώβριος του 2005. Γιοχάνεσμπουργκ. Ο Έλληνας πρόξενος παραθέτει δείπνο σε σημαντικές προσωπικότητες της περιοχής. Ο κ. Παναγιώτης Σαρρής, υποδέχεται στη βίλα που διατηρεί το Ελληνικό κράτος ως προξενική κατοικία – σε μια πόλη φάντασμα και σε μια συνοικία που φρουρείται επί 24ώρου – μεταξύ άλλων και διαπρεπή μέλη της ελληνικής κοινότητας, επιχειρηματίες, διπλωμάτες, ανώτατους αξιωματούχους, αλλά και τον Γιώργο Μπίζο, εκ των δικηγόρων του Nelson Mandela που συνοδεύει την φίλη του, σπουδαία συγγραφέα, Nadine Gordimer. Η βραδιά κυλάει όπως κυλάνε αυτού του είδους οι βραδιές, κάπως ανιαρά, κάπως χαλαρά.. συμβατικές κουβέντες γεμάτες ευγένεια και κλισέ. Όλοι περιμένουν τη στιγμή που θα καθίσουν στο μακρόστενο τραπέζι με το πλούσιο δείπνο, όταν ξαφνικά η Nadine Gordimer ακούγεται να έχει υψώσει τον τόνο της φωνής της και να λέει στους συνομιλητές της, αλήθειες που δεν συνηθίζονται σε τέτοιου είδους συγκεντρώσεις.

«Όχι, κύριοι, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Η αλήθεια είναι ότι με την εξαίρεση του Γιώργου Μπίζου και δύο ή το πολύ τριών άλλων ανθρώπων, όλη η ελληνική κοινότητα υποστήριζε μέχρι τέλους φανατικά το απαρτχάιντ. Οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στη μεγάλη πλειονότητα του λαού αυτής της χώρας, δεν ύψωσαν ούτε για μια στιγμή φωνή διαμαρτυρίας, δεν πήραν ποτέ ούτε μια πρωτοβουλία για να βελτιωθεί η κατάσταση, το αντίθετο, επιθυμούσαν να διατηρηθεί για πάντα εκείνο το καθεστώς ανισότητας και ανελευθερίας. Σήμερα ξαφνικά όλοι οι Έλληνες είναι κατά του απαρτχάιντ. Τότε όμως δεν ήταν κανείς». Σιωπή ακολούθησε τα λόγια της.

Η Nadine Gordimer ήταν κορυφαία μεταπολεμική Νοτιοαφρικανή συγγραφέας, πολιτική ακτιβίστρια εναντίον του καθεστώτος του Apartheid στη χώρα της, και μέλος του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου όταν το κόμμα ήταν απαγορευμένο. Κόρη Εβραίων μεταναστών, ρωσικής καταγωγής, γεννήθηκε στο Σπρινγκς, μια πόλη δίπλα στο Γιοχάνεσμπουρκ και πέθανε στον ύπνο της στα 91 της χρόνια. Άρχισε να γράφει από τα εννέα της και στα δεκαπέντε δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα, μια ιστορία για παιδιά. Το 1939 έγραψε το πρώτο της βιβλίο για ενηλίκους. Έγινε διάσημη από τα μυθιστορήματά της, αλλά υπήρξε και σπουδαία διηγηματογράφος. Η σύλληψη της καλύτερής της φίλης, Μπέττυ ντυ Τουά, το 1960 και η σφαγή του Sharpeville την ώθησαν να ενταχθεί στο κίνημα κατά του Apartheid. Από τότε υπήρξε ενεργή στα πολιτικά πράγματα της Νότιας Αφρικής, και ήταν στενή φίλη των δικηγόρων του Νέλσον Μαντέλα, Μπραμ Φίσερ και Τζορτζ Μπίζος, στη δίκη του το 1962. Όταν ο Μαντέλα βγήκε από τη φυλακή, ένα από τα πρώτα πρόσωπα που θέλησε να συναντήσει ήταν η Γκόρντιμερ. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και 1970 συνέχισε να ζει στο Γιοχάνεσμπουργκ, το οποίο άφηνε κατά διαστήματα προκειμένου να διδάξει σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Είχε αρχίσει να αποκτά διεθνή λογοτεχνική αναγνώριση, λαμβάνοντας το πρώτο μεγάλο βραβείο της, το W. H. Smith Commonwealth Literary Award, το 1961. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Γκόρντιμερ δεν έπαψε με το έργο και τον ακτιβισμό της να απαιτεί την κατάργηση της πολιτικής του Apartheid στη χώρα της.

Επίσης εκείνη την περίοδο η Νοτιοαφρικανική κυβέρνηση απαγόρευσε την κυκλοφορία πολλών από τα βιβλία της, δυο από τα οποία απαγορεύτηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πρώτη εμπειρία της με τη λογοκρισία ήρθε το 1976, όταν η κυκλοφορία του βιβλίου «The Late Bourgeois World» απαγορεύτηκε για μια δεκαετία από την κυβέρνηση. Το βιβλίο «A World of Strangers» υπήρξε απαγορευμένο για δώδεκα χρόνια. Άλλα έργα της λογοκρίθηκαν για μικρότερα διαστήματα. Το βιβλίο «Burger’s Daughter», που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1979, απαγορεύτηκε ένα μήνα αργότερα. Η απαγόρευση άρθηκε από το Συμβούλιο Εφέσεων της Επιτροπής Εκδόσεων, με το αιτιολογικό ότι το βιβλίο ήταν υπερβολικά μονόπλευρο για να αποτελέσει ανατρεπτικό κίνδυνο. Η Γκόρντιμερ απάντησε σε αυτή την απόφαση στη συλλογή δοκιμίων «Essential Gesture» (1988), επισημαίνοντας ότι το καθεστώς απαγόρευσε δυο βιβλία έγχρωμων συγγραφέων την ίδια στιγμή που επέτρεπε την κυκλοφορία του δικού της. Το βιβλίο «July’s People» απαγορεύτηκε επίσης τόσο από το καθεστώς του Apartheid όσο και από αυτό που το διαδέχθηκε: το 2001, το βιβλίο αφαιρέθηκε προσωρινά από τον κατάλογο σχολικών αναγνωσμάτων, μαζί με έργα άλλων συγγραφέων κατά του Apartheid, καθώς χαρακτηρίστηκε βαθιά ρατσιστικό, χαρακτηρισμό που η ίδια θεώρησε μεγάλη προσβολή και στον οποίο αντέδρασαν πολλοί λογοτέχνες και πολιτικοί.

Έγινε μέλος του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ANC) όταν ακόμα θεωρούνταν παράνομη οργάνωση από την κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής. Η Γκόρντιμερ θεώρησε το ANC σαν την μεγαλύτερη ελπίδα για ίση μεταχείριση των μαύρων στη χώρα. Αντί για απλή κριτική στα λάθη της οργάνωσης, προέτρεψε στη συμμετοχή σε αυτή προκειμένου να διορθωθούν. Έκρυψε στο σπίτι της ηγέτες του ANC προκειμένου να διαφύγουν τη σύλληψη, και έχει δηλώσει ότι η πιο περήφανη μέρα της ζωής της ήταν όταν το 1986 κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη 22 αντιρατσιστών ακτιβιστών. Όλα αυτά τα χρόνια έλαβε επίσης μέρος σε πολλές διαδηλώσεις κατά του Apartheid, και ταξίδεψε σε πολλές χώρες προκειμένου να υποστηρίξει την κατάργηση της πολιτικής διακρίσεων και της πολιτικής καταπίεσης. Τα έργα της άρχισαν να αναγνωρίζονται για τη λογοτεχνική τους αξία από νωρίς στην καριέρα της. Δέχτηκε το πρώτο της βραβείο το 1961, το οποίο ακολούθησαν πολλά ακόμα με κορυφαίο το Νομπέλ Λογοτεχνίας του 1991, το οποίο της απονεμήθηκε με σκεπτικό πως «μέσα από την υπέροχη επική γραφή της έχει -με τα λόγια του Άλφρεντ Νόμπελ- ωφελήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την ανθρωπότητα».

Ο ακτιβισμός της Γκόρντιμερ δεν περιορίστηκε στην πάλη κατά του Apartheid. Αντιτάχθηκε στη λογοκρισία και τον έλεγχο του κράτους πάνω στην πληροφορία. Αρνήθηκε να επιτρέψει τη μετάδοση των έργων της από την τηλεόραση, καθώς αυτή ελεγχόταν από τη ρατσιστική κυβέρνηση. Ήταν επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Νοτιοαφρικανικής Ομάδας Δράσης Ενάντια στη Λογοκρισία. Ιδρυτικό μέλος του Κογκρέσου Νοτιοαφρικανών Συγγραφέων, η Γκόρντιμερ έχει επίσης συμμετάσχει ενεργά στα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας της καθώς και σε συναφείς διεθνείς οργανισμούς. Υπήρξε αντιπρόεδρος της διεθνούς ένωσης συγγραφέων International PEN. Μετά την κατάρρευση του Apartheid δραστηριοποιήθηκε στη μάχη κατά του AIDS, που αποτελεί μάστιγα στη Νότια Αφρική. Το 2000 με δικές της ενέργειες 20 γνωστοί συγγραφείς συνεισέφεραν διηγήματα στη συλλογή «Telling Tales», τα έσοδα από το οποίο χρησιμοποιήθηκαν στην εκστρατεία Treatment Action Campaign. Έχει ασκήσει κριτική στη στάση της κυβέρνησης σχετικά με την ασθένεια, δηλώνοντας το 2004 ότι εγκρίνει όλα όσα έχει κάνει ο Πρόεδρος Θάμπο Μπέκι εκτός από τη στάση του απέναντι στο AIDS. Στις διαλέξεις της έχει αναφερθεί και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και διακρίσεων εκτός της Νότιας Αφρικής. Το 2005, όταν ασθένησε ο Φιντέλ Κάστρο, η Γκόρντιμερ και άλλοι έξι Νομπελίστες απεύθυναν μια ανοικτή επιστολή προς τις ΗΠΑ, προειδοποιώντας τες να μην προσπαθήσουν να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς της Κούβας. Το 2001 παρότρυνε τη φίλη της Σούζαν Σόνταγκ να μη δεχθεί ένα βραβείο από την ισραηλινή κυβέρνηση, λόγω της μεταχείρισης του κράτους του Ισραήλ προς τους Παλαιστίνιους. Η αντίθεση της Γκόρντιμερ σε κάθε λογής διάκριση έφτασε στο σημείο της άρνησης αποδοχής της υποψηφιότητας για το βραβείο Orange Prize, καθώς αυτό απονέμεται μόνο σε γυναίκες συγγραφείς.

Έργα της Nadine Gordimer που κυκλοφορούν στην Ελλάδα:

Λέγοντας ιστορίες, Καστανιώτης. Ο Συντηρητής, Νεφέλη. Ζώντας με την ελπίδα και την Ιστορία, Καστανιώτης. Ένας τυχαίος εραστής, Καστανιώτης. Το όπλο του σπιτιού, Καστανιώτης. Η ιστορία του γιου μου, Καστανιώτης. Μια ιδιοτροπία της φύσης, Καστανιώτης. Η κόρη του Μπέρτζερ, Οδυσσέας. Κανείς να μη με συνοδεύσει, Οδυσσέας. Ξύπνα, Καστανιώτης. Λεηλασία και άλλες ιστορίες, Καστανιώτης.

Advertisements