«Manao Tupapau»

Spirit of the dead watching

Ταϊτή. Ο Gauguin είχε γυρίσει αργά στην καλύβα όπου έμεναν με την ερωμένη του, την πολυνήσια καλλονή Τεχούρα, και άναψε ένα σπίρτο για να βλέπει πού πηγαίνει. Η Τεχούρα ερμήνευσε τη φλόγα του σπίρτου που τρεμόπαιζε, ως εμφάνιση του πνεύματος των νεκρών και καταλήφθηκε από το φόβο του θανάτου – κανείς Ευρωπαίος δεν θα απέδιδε υπερφυσική σημασία σ’ ένα τόσο καθημερινό συμβάν, όπως το αναμμένο σπίρτο. «Αυτό που είδα ήταν ο απόλυτος φόβος», θυμόταν αργότερα ο Gauguin. «Είχε εμφανιστεί ο Τupapau, το πνεύμα των νεκρών, και οι Ταϊτινοί ζουν με τον συνεχή φόβο της παρουσίας του». Όταν αποφάσισε να μεταφέρει την εμπειρία αυτή στον μουσαμά, έδωσε στον πίνακα τον τίτλο Το πνεύμα των νεκρών παραφυλάει.

Ο Eugène Henri Paul Gauguin (7 Ιουνίου 1848 – 8 Μαΐου 1903) ήταν σημαντικός Γάλλος ζωγράφος, εκπρόσωπος του ρεύματος του μεταϊμπρεσιονισμού και έντονα πειραματικός καλλιτέχνης που επηρέασε τα ρεύματα της μοντέρνας τέχνης. Θεωρείται σήμερα ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών. Με καταγωγή από Ισπανούς αποίκους στη Λατινική Αμερική, γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην πρωτεύουσα του Περού, Λίμα. Σπούδασε στην Ορλεάνη της Γαλλίας και αμέσως μετά ταξίδεψε ανά τον κόσμο με εμπορικά πλοία και αργότερα με το Γαλλικό Ναυτικό για ένα διάστημα περίπου έξι ετών. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1870, όπου και εργάστηκε ως βοηθός χρηματιστή. Παράλληλα με αυτή την ιδιότητά του, ο Gauguin περνούσε μέρος του χρόνου του ζωγραφίζοντας με τον Camille Pissarro και τον Paul Cézanne. Αν και οι πρώτες προσπάθειές του ήταν αδέξιες, σημείωσε σταδιακά αξιοσημείωτη πρόοδο. Την περίοδο 1876 – 1886, ο Gauguin βρίσκονταν σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές καλλιτέχνες και συμμετείχε με έργα του στις εκθέσεις τους. Το 1884 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κοπεγχάγη, όπου προσπάθησε να ακολουθήσει, χωρίς όμως επιτυχία, επαγγελματική σταδιοδρομία στις επιχειρήσεις. Τελικά, επέστρεψε στο Παρίσι το 1885, αφήνοντας την οικογένειά του στη Δανία και αποφασισμένος να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη ζωγραφική. Χωρίς επαρκείς πόρους επιβίωσης, η σύζυγος και τα παιδιά του επέστρεψαν στην οικογένειά της. Την περίοδο 1886 – 1891 έζησε κυρίως στην περιοχή της Βρετάνης, όπου ζούσαν επίσης αρκετοί πειραματικοί ζωγράφοι που εντάσσονται συχνά στη λεγόμενη «Σχολή της Pont-Aven». Επηρεασμένος από τον ζωγράφο Émile Henri Bernard, μετάβαλε σημαντικά το ύφος της ζωγραφικής του. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του έγιναν η χρήση μεγάλων επιφανειών και έντονων χρωμάτων. Ο Gauguin δήλωνε πλέον απογοητευμένος από τον ιμπρεσιονισμό και στράφηκε περισσότερο στην αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας. Παράλληλα γύρω στο 1888, ήρθε σε επαφή με το έργο του Vincent Willem van Gogh, έργο το οποίο αναγνώρισε ως ιδιαίτερα σημαντικό, και συνδέθηκε φιλικά μαζί του, τόσο ώστε να συγκατοικήσουν για δυο μήνες στην Αρλ. Εξαιτίας όμως της κατάθλιψης από την οποία έπασχαν αμφότεροι, η συγκατοίκηση αυτή κατέληξε σε έντονη διαμάχη μεταξύ τους με αποτέλεσμα ο van Gogh να κόψει μέρος του αριστερού αυτιού του, αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Gauguin. Σε κακή ψυχολογική κατάσταση, ο Gauguin εγκατέλειψε την Ευρώπη το 1891, για να ταξιδέψει στην Πολυνησία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Ταϊτή και αργότερα στις νήσους Marquesas. Εκεί πέρασε σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή του, πραγματοποιώντας μόνο μία μόνον επίσκεψη στην Γαλλία. Τα έργα της περιόδου αυτής θεωρούνται ίσως τα καλύτερα δείγματα της εργασίας του και ξεχωρίζουν για τον έντονο συμβολισμό τους και τον πολλές φορές θρησκευτικό χαρακτήρα τους, εμφανώς επηρεασμένα από τον πολιτισμό των ιθαγενών της Πολυνησίας. Πέθανε το 1903 στα νησιά Marquesas, το πιο απομακρυσμένο από τη στεριά σημείο στον πλανήτη. Το σύνολο του έργου του Paul Gauguin και κυρίως οι πειραματισμοί του γύρω από τη χρήση των χρωμάτων, θεωρείται πως επηρέασε σημαντικά τα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ου αιώνα και ειδικότερα τον φωβισμό. Χαρακτηρίστηκε από τους Times του Λονδίνου «ως ο ζωγράφος του 21ου αιώνα». Οι πίνακες του Gauguin ανέρχονται σε εκατοντάδες. Μερικοί από τους σημαντικότερους είναι:

Στα μάνγκος, 1887, Άμστερνταμ, Μουσείο Βαν Γκογκ. Ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζοντας ηλιοτρόπια, 1888, Άμστερνταμ, Μουσείο Βαν Γκογκ. Τέσσερις γυναίκες της Βρετάννης, 1888, Μόναχο, Νέα Πινακοθήκη. Ο χορός των μικρών κοριτσιών της Βρετάννης, 1888, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη. Αρλεζιάνες, 1888, Σικάγο, Art Institute. Η ωραία Ανζέλ, 1889, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Αυτοπροσωπογραφία με τον κίτρινο Χριστό, 1889, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Αυτοπροσωπογραφία με φωτοστέφανο, 1889, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη. Γυναίκες της Ταϊτής, 1891, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Arearea, 1891, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Vahine no te tiare (Γυναίκα με λουλούδι), 1891, Κοπεγχάγη, Ny Carlsberg Glyptotek. Piti Teina (Δυο αδελφές), 1892, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ. Χωρικές της Βρετάνης, 1894, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Nave nave moe (Ιερή πηγή, γλυκά όνειρα), 1894, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ. Σκηνή της ταϊτινής ζωής, 1894, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ. Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε;, 1897, Βοστώνη, Μουσείο Καλών Τεχνών. Το άσπρο άλογο, 1898, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Τρεις Ταϊτινές σε κίτρινο φόντο, 1899, Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ. Τα στήθη με τα κόκκινα λουλούδια, 1899, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη). Και το χρυσάφι των κορμιών τους, 1901, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Oviri, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. Ανθρωπόμορφο δοχείο, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ. 

Advertisements