Khalil Gibran – Για τα παιδιά

Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου, είναι οι γιοί και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής. Δημιουργούνται διαμέσου εσένα, αλλά όχι από εσένα και αν και βρίσκονται μαζί σου, δεν σου ανήκουν. Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου, αλλά όχι τις σκέψεις σου. Αφού ιδέες έχουν δικές τους. Μπορείς να προσπαθήσεις να τους μοιάσεις αλλά μη γυρέψεις να τα κάνεις σαν εσένα. Αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο που εσύ δεν πρόκειται να επισκεφτείς ούτε στα όνειρα σου. Αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω, ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χθες. Μπορείς να δίνεις μια στέγη στο σώμα τους, αλλά όχι και στις ψυχές τους. Είσαι το τόξο από το οποίο τα παιδιά σου ωσαν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά. Ο τοξότης βλέπει το ίχνος της τροχιάς προς το άπειρο και κομπάζει ότι με την δύναμή του τα βέλη μπορούν να πάνε γρήγορα και μακριά. Ας χαροποιεί τον τοξότη ο κομπασμός του. Αφού ακόμα και αν αγαπάει το βέλος που πετάει, έτσι αγαπά και το βέλος που μένει στάσιμο.

Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Khalil Gibran «Ο Προφήτης». Πρώτη έκδοση: 1923. Ο Khalil Gibran, ή «ο άνθρωπος από τον Λίβανο», όπως είναι γνωστός στο παγκόσμιο κοινό, υπήρξε διαπρεπής ποιητής, φιλόσοφος και καλλιτέχνης. Γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου, 1883 στο Μπεσχάρι, της ορεινής περιοχής του Βορείου Λιβάνου. Ο Λίβανος, οθωμανική επαρχία εκείνη την εποχή και τμήμα της μείζονος Συρίας (Συρία, Λίβανος και Παλαιστίνη) ήταν υποταγμένος στην οθωμανική κυριαρχία, η οποία είχε αποδώσει στο όρος Λίβανος σχετική διοικητική αυτονομία. Ο μακρύς αγώνας των ανθρώπων του όρους Λίβανος για ανεξαρτησία επηρέασε ιδιαίτερα τον νεαρό Gibran, που έγινε αργότερα ενεργό μέλος του κινήματος για ανεξαρτησία. Το όρος Λίβανος κυριαρχείτο ιδιαίτερα από αναταραχές, εξαιτίας διάφορων εξωτερικών παρεμβάσεων που πυροδότησαν θρησκευτικό μίσος ανάμεσα στους χριστιανικούς -ιδιαίτερα τους Μαρωνίτες- και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, διάσταση ενεργή ακόμη και σήμερα. Ο Gibran υπήρξε ένα μοναχικό παιδί που απολάμβανε ιδιαίτερα το φυσικό περιβάλλον του ορεινού Μπεσχάρι, ειδικά τα βράχια, γεγονός που αποτυπώθηκε ως συμβολιστική επίδραση στα κείμενα και τα σκίτσα του.

Η επιπολαιότητα του πατέρα οδήγησε την οικογένεια σε φτώχεια και έτσι ο νεαρός Gibran δεν έλαβε επίσημη εκπαίδευση. Η μάθησή του περιορίστηκε στις συχνές του επισκέψεις στον ιερέα ενός χωριού, που τον δίδαξε τα ουσιώδη της θρησκείας και της Βίβλου, μαζί τη τη Συριακή και την Αραβική γλώσσα. Αναγνωρίζοντας την ερευνητική φύση του νεαρού Gibran, ο ιερέας άρχισε επίσης να του διδάσκει τα προκαταρκτικά του αλφαβήτου και της γλώσσας, ανοίγοντάς του ουσιαστικά τον κόσμο της ιστορίας, της επιστήμης και της λογοτεχνίας. Με τον πατέρα φυλακισμένο από τις οθωμανικές αρχές για χρέη και την περιουσία του κατασχεμένη, η οικογένεια Gibran έμεινε για λίγο σε γνωστούς και συγγενείς, έως ότου η μητέρα του Kamila Rahmeh, γυναίκα με ισχυρή θέληση, αποφάσισε να μεταναστεύσει, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Αν και ο πατέρας αποφυλακίστηκε το 1894, το τμήμα Αλλοδαπών τον έκρινε ανεπιθύμητο λόγω πρότερου βίου. Έτσι, η υπόλοιπη οικογένεια αναχώρησε στις 25 Ιουνίου του 1895 για τις Η.Π.Α. Οι Gibran εγκαταστάθηκαν στο Σάουθ Εντ της Βοστώνης όπου η Kamila για να θρέψει την οικογένειά της, εργαζόταν ως γυρολόγος στους φτωχούς δρόμους του Σάουθ Εντ. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα των περιοχών στις οποίες υπήρχαν φτωχοί μετανάστες έδωσαν τη δυνατότητα σε παιδιά μεταναστών να ενταχθούν σε δημόσια σχολεία και να τα κρατήσουν μακριά από τους δρόμους.

Ο Gibran ήταν το μόνο μέλος της οικογένειας που ακολούθησε τον δρόμο της εκπαίδευσης. Οι αδελφές του δεν επιτρεπόταν να μπουν στο σχολείο αποθαρρυμένες αφενός από την παράδοση της Μέσης Ανατολής αλλά και τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας. Αργότερα ο Gibran έγινε υπέρμαχος της υπόθεσης της χειραφέτησης και μόρφωσης των γυναικών, περιβαλλόμενος πάντα από ανεξάρτητες, μορφωμένες γυναίκες με ισχυρή θέληση. Η περιέργεια του Gibran τον οδήγησε στην εξερεύνηση της πολιτισμικής όψης της Βοστώνης, του θεάτρου, της όπερας και των γκαλερί. Υποτάσσοντας τις πολιτισμικές σκηνές που αντλούσε γύρω του σε σκίτσα, ο Gibran προσέλκυσε την προσοχή των δασκάλων του, που διαβλέποντας το ταλέντο του, τον έφεραν σε επαφή με τον Fred Holland Day, καλλιτέχνη και υποστηρικτή καλλιτεχνών. Τούτη η επαφή οδήγησε βήμα-βήμα τον Gibran στο δρόμο της καλλιτεχνικής φήμης. Ο νεαρός καλλιτέχνης πέρασε στους κύκλους της Βοστώνης και οι καλλιτεχνικές του δυνατότητες του εξασφάλισαν στέρεη φήμη σε νεαρή ηλικία. Ωστόσο, η οικογένειά του αποφάσισε ότι τούτη η πρόωρη ηλικία θα του δημιουργούσε μελλοντικά προβλήματα και με την έγκρισή του γύρισε πίσω στον Λίβανο για να τελειώσει την εκπαίδευσή του και να μάθει Αραβικά. Το 1898 ο Gibran έφτασε στη Βηρυτό μιλώντας λίγα Αγγλικά και πολύ λιγότερα Αραβικά. Μιλούσε άνετα, αλλά δεν μπορούσε να τα διαβάσει και πολύ περισσότερο να τα γράψει.

Για να βελτιώσει τα Αραβικά του γράφτηκε στο σχολείο Μαντραζάτ-αλ-Χικμά, ένα μαρωνιτικό σχολείο που πρόσφερε ένα παρωχημένο κύκλο σπουδών, τον οποίο ο Gibran αναπροσάρμοσε, ζητώντας από το εκπαιδευτικό ίδρυμα ένα νέο πρόγραμμα κολεγιακής κατεύθυνσης. Τελείωσε το κολεγιακό πρόγραμμα το 1902, μαθαίνοντας πολύ καλά Αραβικά και Γαλλικά με κατεύθυνση τη λογοτεχνία και ειδικότερα την ποίηση. Οι εντάσεις στις σχέσεις του με τον πατέρα του, η στερημένη ζωή που έζησε εκεί και τα άσχημα νέα της οικογένειας πίσω στις Η.Π.Α. τον εξανάγκασαν να φύγει από τον Λίβανο το Μάρτιο του 1902.  Γεμάτη θανάτους τούτη η χρονιά, του στέρησε την αδελφή του και τη μητέρα του, καθώς και τον αδελφό του. Στο μεταξύ η Josephine Peabody, η πρώτη γυναίκα που ερωτεύθηκε βαθιά ο Gibran, απέρριψε την πρόταση γάμου που της έκανε. Ωστόσο, η φροντίδα της και η προσοχή της ήταν η μεγάλη έμπνευση πίσω από τον Προφήτη, ο τίτλος του οποίου βασίστηκε σε ένα ενδεκάστιχο ποίημα της Josephine, που έγραψε τον Δεκέμβριο του 1902, για τη ζωή του Gibran στο Μπεσχάρι, όπως εκείνη το οραματίστηκε. Αργότερα, ο Gibran της αφιέρωσε την έκδοση του έργου του. Μετά τον θάνατο της μητέρας του ο Gibran πούλησε τη μικρή επιχείρηση που είχε στήσει στο μεταξύ η μητέρα του και με τη βοήθεια του Day και της Josephin ξεκίνησε την πρώτη του καλλιτεχνική έκθεση με τα αλληγορικά και συμβολικά σκίτσα του, που τόσο γοήτευαν την κοινωνία της Βοστώνης.

Η έκθεση άνοιξε στις 3 Μαΐου 1904 και απέσπασε θετικές κριτικές. Ωστόσο, η σημασία αυτής της έκθεσης επικεντρώνεται κυρίως στο γεγονός ότι εκεί ο Gibran γνώρισε τη Mary Haskell η οποία επηρέασε ιδιαίτερα τη λογοτεχνική καριέρα του, σχεδόν για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1904 ο Gibran άρχισε να γράφει στην αραβόφωνη εφημερίδα για τους μετανάστες Al-Mouhajer (Ο Μετανάστης), με πρώτο δημοσιευμένο έργο το «Όραμα», ένα ρομαντικό δοκίμιο. Εκείνη τη χρονιά ξεκίνησε τη στήλη Δάκρυα και Γέλιο, που αποτέλεσε και τη βάση για το βιβλίο του «Δάκρυ και Χαμόγελο». Το πρώτο του αραβόφωνο έργο με τίτλο «Μουσική» δημοσιεύθηκε το 1905. Το 1906 δημοσιεύθηκε το δεύτερο έργο του «Οι Νύμφες της Κοιλάδας» και το 1908 το «Επαναστατημένα Πνεύματα», έργο που παραλίγο να του κοστίσει αφορισμό για το αντικληρικό του περιεχόμενο και απαγορεύθηκε από την κυβέρνηση της Συρίας.  Στις 1 Ιουλίου του 1908, ο Gibran έφυγε από τη Βοστώνη για το Παρίσι, για να μελετήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί, ωστόσο, έγινε άμεσα ορατή η έλλειψη βασικής εκπαίδευσης. Αποξενωμένος από την ακαδημαϊκή εκπαίδευση ο Gibran αναζήτησε τη δική του ελεύθερη έκφραση, σκιτσάροντας αδιάκοπα μοντέλα σύμφωνα με τη δική του αίσθηση πραγμάτων. Επέστρεψε στην Αμερική στις 31 Οκτωβρίου 1910 και αργότερα μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, μακριά από τη Λιβανέζικη συνοικία, αναζητώντας χώρο για την τέχνη του και για τον εαυτό του.

Στη Νέα Υόρκη ο Gibran άρχισε να επεξεργάζεται τα «Σπασμένα Φτερά», ένα είδος πνευματικής βιογραφίας όπως το έθεσε ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι οι εμπειρίες στο βιβλίο δεν είναι δικές του. Όντας το μεγαλύτερο από τα αραβικά μυθιστορήματά του, τούτο το έργο καταπιάστηκε με την ιστορία της Σέλμα Κάραμεχ, μιας παντρεμένης γυναίκας, το ερωτικό της δράμα με έναν νεαρό άνδρα και την κατάληξή της στον θάνατο. Τούτη η ιστορία είχε τη βάση της σε μια ερωτική υπόθεση του Gibran με μια Λιβανέζα χήρα, τη Σουλτάνα Ταμπίτ, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσή του στον Λίβανο. Το 1911, ο λογοτέχνης γίνεται ξανά ζωγράφος. Ξεκινώντας με ένα πορτρέτο του William Butler Yeats, ο Gibran δημιούργησε μια σειρά πορτρέτων γνωστών μορφών της εποχής του, τις οποίες συνάντησε αποκλειστικά για να τις σκιτσάρει. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται ο François-Auguste-René Rodin, άλλοτε δάσκαλός του, η Sarah Bernhardt, ο Carl Gustav Jung και ο Charles Russell. Είναι η εποχή κατά την οποία εμπλέκεται ο καλλιτέχνης με την πολιτική. Συνδέεται με την οργάνωση «Χρυσοί Σύνδεσμοι», που την αποτελούσαν νέοι Σύριοι, αφιερωμένοι στη βελτίωση της ζωής των απανταχού Σύριων πολιτών. Αργότερα, στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Gibran έγινε ένθερμος υποστηρικτής της ένοπλης εξέγερσης των Αράβων ενάντια στον οθωμανικό ζυγό.

Το 1913 ο Gibran επιστρέφει στη λογοτεχνία με το έργο του «Ο Τρελός», ένα θέμα που τον γοήτευε από τότε που έμαθε ότι στην πατρίδα του, το Μπεσχάρι, ο τρελός θεωρείτο ότι κατεχόταν από το τζιν. Την επόμενη χρονιά, το 1914, ο Gibran δημοσίευσε το πέμπτο αραβόφωνο βιβλίο του το «Δάκρυ και Χαμόγελο», μια ανθολογία από τη στήλη του στην εφημερίδα. «Ο Τρελός» θα καθυστερήσει αρκετά και θα εκδοθεί το 1918 πλέον, όπως και «Ο Προφήτης», που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1923, τυγχάνοντας μάλιστα μέτριας υποδοχής στις Η.Π.Α. στην πρώτη του έκδοση. Πέντε χρόνια αργότερα το 1928, η υγεία του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη άρχισε να κλονίζεται. Για να αποφύγει τους ψυχοσωματικούς πόνους αναζήτησε ανακούφιση στο αλκοόλ και μάλιστα στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Τον Νοέμβριο του 1928 εκδόθηκε το έργο του «Ιησούς, ο Γιος του Ανθρώπου». Το 1929, διαγνώστηκε με ηπατικό οίδημα, αλλά ο Gibran αγνόησε οποιαδήποτε ιατρική συμβουλή. Για να αποφύγει μάλιστα κάθε αναφορά στο θέμα καταπιάστηκε έντονα με ένα παλιό του έργο για τρεις γήινους θεούς του 1911. Στη νέα του εκδοχή το βιβλίο αφηγείτο το δράμα ενός νεαρού ζευγαριού. Το βιβλίο εκδόθηκε στα μέσα Μάρτη του 1930. Στις 10 Απριλίου του 1931 ο Khalil Gibran πέθανε σε ηλικία 48 ετών με εκτεταμένη κίρρωση του ήπατος. Τον θάνατό του θρήνησαν χιλιάδες άνθρωποι στις Η.Π.Α. την Ευρώπη και κυρίως στον αραβόφωνο κόσμο, που έχασε έναν από τους ουσιαστικότερους υπερμάχους του. 

Εργογραφία:

Στην Αραβική: Επαναστατημένα Πνεύματα (1908), Σπασμένα Φτερά (1912), Δάκρυ και Χαμόγελο (1914), Η Λιτανεία (1918). Στην Αγγλική: Ο Τρελός (1918), Ο Πρόδρομος (1920), Ο Προφήτης (1923), Άμμος και Αφρός (1926), Ιησούς ο Γιος του Ανθρώπου (1928). Έργα που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του: Οι Θεοί της Γης (1931), Ο Περιπλανώμενος (1932), Ο Κήπος του Προφήτη (1933), Ο Λάζαρος κι ο Αγαπημένος του (1933).

Advertisements