Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

 

O Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ήταν ιστορικός που χαρακτηρίζεται από τους σύγχρονους ιστορικούς ως ο «πατέρας» της ελληνικής ιστοριογραφίας. Είναι ο θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως σήμερα, αφού καθιέρωσε στην διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και επιδίωξε να αναιρέσει τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις ότι η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν περίοδος παρακμής και εκφυλισμού που δεν αναγνωριζόταν ως τμήμα της ελληνικής ιστορίας. Πιστεύεται ότι έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γεννήθηκε το 1815 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γιος του Δημήτριου Παπαρρηγόπουλου, τραπεζίτη από τη Βυτίνα και προκρίτου της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης και της Ταρσίας Νικοκλή. Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι θανάτωσαν τον πατέρα του, τον αδερφό του, Μιχαήλ, και άλλα μέλη της οικογένειάς του (τον θείο του, Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο και τον γαμπρό του πατέρα του, Δημήτριο Σκαναβή), ενώ δήμευσαν και ολόκληρη την περιουσία του. Ύστερα από αυτά τα τραγικά γεγονότα η μητέρα του, κατέφυγε στην Οδησσό μαζί με τα οκτώ παιδιά της. Εκεί ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος σπούδασε ως υπότροφος του Τσάρου στο γαλλικό Λύκειο «Ρισελιέ» μέχρι το 1830, οπότε η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Ναύπλιο. Ο ίδιος παρακολουθούσε μαθήματα στην κεντρική σχολή της Αίγινας με δάσκαλο τον Γεώργιο Γεννάδιο, αλλά τελικά δεν κατάφερε να αποφοιτήσει. Παρ’ όλο που γνώριζε πολλές ξένες γλώσσες (γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά) και μελετούσε πολύ, δεν ολοκλήρωσε ποτέ καμία βαθμίδα της εκπαίδευσης, γεγονός που έγινε αιτία για επικρίσεις που δέχτηκε όταν προσπαθούσε να διοριστεί στο Πανεπιστήμιο.

Το 1833 διορίστηκε υπάλληλος στο υπουργείο Δικαιοσύνης, φτάνοντας στο βαθμό του διευθυντή. Το 1845 απολύθηκε από το υπουργείο σύμφωνα με το ψήφισμα της Α΄ Εθνικής Συνελεύσεως σχετικά με τους ετερόχθονες, ενώ το ίδιο έτος διορίστηκε καθηγητής ιστορίας στο Γυμνάσιο των Αθηνών. Το 1848 απορρίφθηκε η αίτησή του να προσληφθεί ως υφηγητής της Αρχαίας Ιστορίας στο πανεπιστήμιο, λόγω έλλειψης πανεπιστημιακού πτυχίου και διδακτορικού. Το πανεπιστήμιο του Μονάχου τον ανακήρυξε διδάκτορα in absentia, και αφού στις 10 Δεκεμβρίου του 1849 ο Παπαρρηγόπουλος υπέγραψε ένα υπόμνημα, γραμμένο στα λατινικά, προς τη Φιλοσοφική Σχολή του Μονάχου, και ο Κωνσταντίνος Σχινάς το διαβίβασε στις 19 Ιανουαρίου του 1850, στις 22 του ίδιου του μήνα του παρείχε το σχετικό δίπλωμα. Τον Μάρτιο του 1850 υποβάλλεται στη διαδικασία του δοκιμαστικού μαθήματος στη Νομική Σχολή χωρίς όμως να διορισθεί σε αυτή. Έγινε καθηγητής της Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή, στη θέση του Κωνσταντίνου Σχινά, όπου θα δίδασκε «την από των αρχαιοτέρων μέχρι των σημερινών χρόνων τύχην του ελληνικού έθνους». Στις 17 Φεβρουαρίου του 1856 προήχθη σε τακτικό καθηγητή. Το 1870 και 1871 διεκδίκησε την πρυτανεία χωρίς επιτυχία, τελικά όμως το 1872 κατάφερε να εκλεγεί πρύτανης. Το 1875 ορίστηκε επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Οδησσού, ενώ το 1881 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας της Σερβίας. Μέχρι το 1864 συμμετείχε κάθε χρόνο στην κριτική επιτροπή των Ποιητικών Διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών και τις χρονιές 1858 και 1859 συνέταξε και την εισηγητική έκθεση της επιτροπής. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του εξελέγη επίτιμος πρόεδρος του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός».

Το 1841 νυμφεύθηκε την Μαρία Αφθονίδη, κόρη του Γεωργίου Αφθονίδη, αξιωματούχου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μαζί της απέκτησε τρία παιδιά: τον Δημήτριο (1843), ποιητή και θεατρικό συγγραφέα, την Αγλαΐα (1849) και την Ελένη (1854). Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος είχε την ατυχία να βιώσει τον θάνατο του γιου του, Δημητρίου (1873), καθώς και τον θάνατο της κόρης του, Ελένης και της γυναίκας του (1890), αλλά και του αδελφού του, του Πέτρου, (1891). Απεβίωσε το 1891 στην Αθήνα.

Το 1843 πρωτοεμφανίστηκε με μια διατριβή «Περὶ τῆς ἐποικήσεως σλαβικῶν τινῶν φυλῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον», καταδεικνύοντας τα λάθη της θεωρίας του Jakob Philipp Fallmerayer, ενώ δύο χρόνια νωρίτερα είχε μεταφράσει το έργο Le Centaure του M. De Guerin, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ευρωπαϊκός Ερανιστής». Το 1844 δημοσιεύει μια πραγματεία σχετικά με την άλωση της Κορίνθου από τους Ρωμαίους, «Το τελευταίον έτος της ελληνικής ελευθερίας», ενώ το 1846 συντάσσει ένα Επίτομον Λεξικόν της γαλλικής γλώσσης και συνεργάζεται στην σύνταξη μιας γαλλικής μεθόδου. Το 1849 δημοσίευσε το «Εγχειρίδιον Γενικής Ιστορίας» προορισμένης για τα Γυμνάσια. Το 1853 εξέδωσε την πρώτη, σύντομη, μορφή του έργου του «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των νεοτέρων». Το 1860 ξεκίνησε η έκδοση της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», έργου που τον καθιέρωσε στον επιστημονικό χώρο. Το συγκεκριμένο έργο ήταν χωρισμένο σε 3 τόμους των 15 βιβλίων και η έκδοσή του τέλειωσε το 1876. Μαθητής του ήταν και ο ιστορικός, και μετέπειτα πρωθυπουργός, Σπυρίδων Λάμπρος.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος συνέδεσε ιστορικά την αρχαιότητα με τη νεότερη Ελλάδα μέσω του Βυζαντίου. Τις ίδιες απόψεις είχε υποστηρίξει νωρίτερα ο ιστορικός Σπυρίδων Ζαμπέλιος, στην εισαγωγή του στον τόμο της έκδοσης των δημοτικών τραγουδιών, το 1852, καθώς επίσης και ο Βρετανός George Finlay τo 1851 στο History of Greece, from its Conquest by the Crusaders to its Conquest by the Turks. Σύμφωνα με τον Παπαρρηγόπουλο, ο ελληνισμός δεν έσβησε ολοκληρωτικά με την ήττα των Ελλήνων από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ., αλλά συνέχισε να υπάρχει και μάλιστα κατόρθωσε να αναγεννηθεί με τη σύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία δεν ήταν εκφυλισμένο υπόλειμμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, αλλά αποτελούσε την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ως εναρκτήριο σημείο του Νέου Ελληνισμού προσδιόρισε το 1204, δηλαδή την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας. Διαφώνησε με τον ιστορικό Jakob Philipp Fallmerayer, ο οποίος στο έργο του Ιστορία της χερσονήσου του Μωρέως κατά τον μεσαίωνα (1830 και 1836) υποστήριζε ότι ο ελληνικός πληθυσμός είχε εξαφανιστεί τον 6ο αι. μ.Χ., ύστερα από την κάθοδο σλαβικών φύλων, επομένως οι νεότεροι Έλληνες δεν είχαν καμία φυλετική συγγένεια με τους αρχαίους.

Επίσης, ο Παπαρρηγόπουλος ήταν ο πρώτος που μελέτησε αναλυτικά την περίοδο της βασιλείας των Ισαύρων, καθώς και ο πρώτος που αναγνώρισε θετικά στοιχεία στις μεταρρυθμίσεις τους. Κατέκρινε πολλά ιστορικά πρόσωπα για την φιλοτουρκική τους στάση, όπως τον Ιωάννη Στ’ Καντακουζηνό, ενώ δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα ως τον «Έλληνα σοσιαλιστή της ιε΄ εκατονταετηρίδος». Ο κύριος λόγος για τον οποίο απέδιδε μεγάλη σημασία στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν το γεγονός ότι πίστευε πως αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του αρχαίου και του νέου ελληνισμού, καθώς η απόδειξη της ενότητας του ελληνικού έθνους ήταν βασική επιδίωξη του Παπαρρηγόπουλου. Για τον Παπαρρηγόπουλο «(…)Ἑλληνικόν ἔθνος ὀνομάζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι ὁμιλοῦσι τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ὡς ίδίαν αὐτῶν γλώσσαν». Ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο ο Παπαρρηγόπουλος θεωρούσε σημαντικό το Βυζάντιο ήταν και η επίτευξη της πολιτικής ενότητας των Ελλήνων, που απουσίαζε από την αρχαία Ελλάδα. Στις απόψεις του Παπαρρηγόπουλου για την εθνική ενότητα αναγνωρίζεται η επίδραση της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και της διδασκαλίας του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Σχινά, με τον οποίο ο Παπαρρηγόπουλος είχε στενή σχέση.

Όταν ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος δημοσιοποίησε την πρώτη μορφή της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, το 1853, στους περισσότερους λογίους επικρατούσε η άποψη ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ένα εκφυλισμένο κράτος, στο οποίο κυριαρχούσε η θρησκοληψία και η δεισιδαιμονία. Μια άλλη μερίδα ιστορικών, με κύριο εκπρόσωπο τον Κωνσταντίνο Τσοποτό, θεωρούσαν ότι οι ελληνικές κοινότητες ήταν προϊόν του οθωμανικού φορολογικού συστήματος και ότι δεν υπήρχε κανένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις κοινότητες του Βυζαντίου και της Νεότερης Ελλάδας. Ο Παπαρρηγόπουλος αντέκρουσε αυτές τις απόψεις με επιχειρήματα, εξετάζοντας κυρίως τον λαϊκό πολιτισμό, δηλαδή τα έθιμα, τη γλώσσα κ.ά.

Μεγάλη μερίδα λογίων της εποχής κατέκρινε την προσπάθεια του Παπαρρηγόπουλου να «ενσφηνώσει» το Βυζάντιο, το οποίο θεωρούσαν θρησκόληπτο, ανάμεσα στην αρχαία και τη νεότερη Ελλάδα. Για παράδειγμα, ο Στέφανος Κουμανούδης το 1853, λίγους μήνες μετά την έκδοση της μονότομης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, σε δημοσίευμά του στράφηκε εναντίον όσων εξέφρασαν απόψεις για την σημασία του Βυζαντίου, αναφερόμενος στον Παπαρρηγόπουλο, τον Ζαμπέλιο και τον Σκαρλάτο Βυζάντιο. Ο Κουμανούδης μάλιστα χρησιμοποιούσε τον όρο «Ζαμπελιοπαπαρρηγοπούλειος σχολή» όταν αναφερόταν επικριτικά στις απόψεις του. Το 1856 ο Δημήτριος Μαυροφρύδης, σε άρθρο του στην εφημερίδα Αθηνά έγραφε: «η περί ενότητος των Ελλήνων μονομανία του [Παπαρρηγόπουλου] έφθασεν εις το μη περαιτέρω» και χαρακτήριζε τις ιδέες του «φαντασιοκοπήματα». Συχνά είχε επιστημονικές διαφωνίες και με τον Κωνσταντίνο Σάθα. Κατηγορήθηκε από πολλούς ως σλαβόφιλος, ενώ εναντίον του εκφράστηκαν και προσωπικές επιθέσεις με αφορμή μη επιστημονικά ζητήματα, όπως ότι επιβουλευόταν την πανεπιστημιακή περιουσία (σε ανώνυμο φυλλάδιο του 1871, που αποκαλύφθηκε ότι ήταν κείμενο του Γεωργίου Μιστριώτη, με αφορμή την υποψηφιότητά του για την πρυτανεία), ότι εξασφάλιζε κρατική χρηματοδότηση για να εκφράζει φιλοκυβερνητική πολιτική στην εφημερίδα Ο Έλλην και ότι είχε πολιτικές βλέψεις. Πολλές από τις επικρίσεις έγιναν από τοπικιστικό πνεύμα: ο Μαργαρίτης Δήμιτσας διορθώνει στα 1874, στοιχεία σχετικά με τη Μακεδονία. Ο Θεόδωρος Δηληγιάννης στα 1876 διατυπώνει παρατηρήσεις σχετικά με τον Μωριά, ενώ ο Παναγιώτης Βεργωτής επισημαίνει ελλείψεις της Ιστορίας του Παπαρρηγόπουλου σχετικά με τα Επτάνησα. Ο Παύλος Καρολίδης, δυσφορεί, στα 1888, για την αυστηρή κριτική του ιστοριογράφου περί των αρχαίων Μικρασιατών. Ο Νικόλαος Δραγούμης, επίσης, διαφώνησε με τα στοιχεία που παρέθετε σχετικά με την ένωση των Επτανήσων με το Ελληνικό κράτος.

Ξεκίνησε να ασχολείται με τη δημοσιογραφία το 1833, αρθρογραφώντας στην εφημερίδα «Τριπτόλεμος» του Ναυπλίου. Στα επόμενα χρόνια ο Παπαρρηγόπουλος θα γίνει εκδότης, για μικρό χρονικό διάστημα, σε δύο εφημερίδες, τις «Εθνική» (1847), εφημερίδα φιλική προς τον Ιωάννη Κωλέττη και «Έλλην» (1858-1860), δική του εφημερίδα με πολιτικό και φιλολογικό περιεχόμενο, η οποία υποστήριζε την πολιτική του Όθωνα. Εκεί δημοσίευσε και την μελέτη του σχετικά με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Ήταν συνιδρυτής και από το 1853 διευθυντής της γαλλόφωνης εφημερίδας «Spectateur de l’Orient», που ενημέρωνε τους ξένους για τα ελληνικά ζητήματα. Από το 1856 έως το 1858 ο Παπαρρηγόπουλος ήταν ανταποκριτής στην Αθήνα της ελληνικής εφημερίδας της Τεργέστης «Ημέρα» του Ιωάννη Σκυλίτση.

Η σοβαρότερη παρουσία του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου στον δημοσιογραφικό στίβο είναι η συνεργασία του με το φιλολογικό περιοδικό Πανδώρα (από την άνοιξη του 1850), το οποίο θεωρείται ως το σπουδαιότερο ελληνικό φύλλο του ΙΘ΄ αιώνα. Συνιδρυτές και εκδότες του περιοδικού ήταν οι Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής και Νικόλαος Δραγούμης. Στο περιοδικό, ο Παπαρρηγόπουλος ασχολιόταν κυρίως με ιστοριογραφικά θέματα και με βιβλιοκριτικές. Επίσης παρουσίαζε πολλές φορές διάφορες μελέτες του με θέμα την ιστορία. Τα κείμενά του στην Πανδώρα υπολογίζονται ότι είναι περίπου 50, αλλά είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο αριθμός τους, αφού άφηνε πολλά ανυπόγραφα. Η ουσιαστική του συνεργασία με το περιοδικό τέλειωσε το 1861, όταν και σταμάτησε να γράφει κείμενα. Παρ’ όλα αυτά περιστασιακά έγραφε στο περιοδικό, ενώ συμμετείχε ενεργά, με δικές του δημοσιεύσεις, στην έκδοση των αθηναϊκών περιοδικών: «Παρνασσός», «Εστία» κ.ά.

Advertisements