The Picture of Dorian Gray

Ο καλλιτέχνης είναι ο δημιουργός ωραίων πραγμάτων. Σκοπός της τέχνης είναι να αποκαλύπτει τον εαυτό της και να κρύβει τον καλλιτέχνη. Κριτικός είναι αυτός που μπορεί να μεταφράζει με έναν άλλο τρόπο ή σ’ ένα νέο υλικό την εντύπωση που του δημιουργούν τα ωραία πράγματα. Η υψηλότερη, όπως και η κατώτερη μορφή κριτικής είναι η αυτοβιογραφία. Εκείνοι που βρίσκουν άσχημα νοήματα σε ωραία πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι κακό. Εκείνοι που βρίσκουν ωραία νοήματα σε ωραία πράγματα είναι καλλιεργημένοι. Γι’ αυτούς υπάρχει ελπίδα. Υπάρχουν οι εκλεκτοί για τους οποίους τα ωραία πράγματα σημαίνουν μόνο ομορφιά. Δεν υπάρχουν ηθικά ή ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι καλογραμμένα ή κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο. Η αντιπάθεια του δέκατου ένατου αιώνα για το Ρεαλισμό είναι η λύσσα του Κάλιμπαν που βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Η ηθική ζωή του ανθρώπου αποτελεί μέρος του υλικού που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης, αλλά η ηθικότητα της τέχνης συνίσταται στην τέλεια χρήση ενός μέσου που δεν είναι τέλειο. Κανένας καλλιτέχνης δεν επιθυμεί να αποδείξει κάτι. Ακόμη και τα πράγματα που είναι αληθινά, μπορούν να αποδειχτούν. Κανένας καλλιτέχνης δεν έχει ηθικές συμπάθειες. Μια ηθική συμπάθεια σ’ έναν καλλιτέχνη αποτελεί ασυγχώρητη επιτήδευση ύφους. Ένας καλλιτέχνης δε μπορεί ποτέ να είναι νοσηρός. Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράσει τα πάντα. Η σκέψη και η γλώσσα είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του. Η κακία και η αρετή είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του. Από την άποψη της μορφής, ο τύπος για όλες τις τέχνες είναι η τέχνη της μουσικής. Από την άποψη του αισθήματος πρότυπο είναι η τέχνη του ηθοποιού. Όλη η τέχνη είναι συγχρόνως επιφάνεια και σύμβολο. Εκείνοι που προχωρούν πέρα από την επιφάνεια, το κάνουν με δικό τους κίνδυνο. Εκείνοι που διαβάζουν το σύμβολο το κάνουν με δικό τους κίνδυνο. Είναι ο θεατής και όχι η ζωή, αυτό που αντικαθρεφτίζει στην πραγματικότητα η τέχνη. Ο διχασμός των απόψεων πάνω σ’ ένα έργο τέχνης δείχνει ότι το έργο είναι νέο, πολυσύνθετο και σφριγηλό. Όταν οι κριτικοί διαφωνούν, ο καλλιτέχνης βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό του. Μπορούμε να συγχωρήσουμε έναν άνθρωπο γιατί έκανε ένα χρήσιμο πράγμα, στο βαθμό που δεν το θαυμάζει. Η μόνη δικαιολογία για να κάνει κάποιος ένα άχρηστο πράγμα είναι ότι το θαυμάζει απεριόριστα. Όλη η τέχνη είναι εντελώς άχρηστη.

Πρόλογος από το αριστούργημα του Oscar Wilde The Picture of Dorian Gray‘. Ο Όσκαρ Ουάιλντ ήταν Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής, δραματουργός και κριτικός. Ως εκπρόσωπος του κινήματος του Αισθητισμού ασχολήθηκε με όλες τις μορφές διανόησης: εξέδωσε μία ποιητική συλλογή, έδωσε ομιλίες στις Η.Π.Α. και στον Καναδά σχετικά με τον «Αγγλικό Διαφωτισμό στην Τέχνη», ενώ ενσωμάτωσε σκέψεις του για την παρακμή, την δολιότητα και την ομορφιά στο μοναδικό του μυθιστόρημα, The picture of Dorian Grey. Γεννήθηκε στο Δουβλίνο και μέχρι την ηλικία των εννέα ετών λάμβανε μαθήματα κατ’ οίκον, ενώ στην συνέχεια φοίτησε στο Portora Royal School. Κέρδισε υποτροφία για να σπουδάσει Κλασική Φιλολογία από το 1871 έως το 1874 στο Trinity College στο Δουβλίνο, ένα από τα κορυφαία σχολεία στο είδος του που του παρείχε τα απαραίτητα εχέγγυα για να αναπτύξει το ταλέντο του και η συναναστροφή του με τον J.P. Mahaffy του ενέπνευσε την αγάπη για την Αρχαία Ελληνική γραμματεία. Συνέχισε τις σπουδές του στην Κλασική Φιλολογία στο Κολέγιο Magdalen του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, μέχρι το 1878. Κατά την διάρκεια των σπουδών του στο Magdalen, ο Ουάιλντ έγινε αρκετά γνωστός ως πρωτεργάτης τόσο του Αισθητικού όσο και του Παρακμιακού κινήματος. Είχε τα μαλλιά του μακριά, περιφρονούσε δημόσια όλα τα «αντρικά» αθλήματα – αν και περιστασιακά έπαιζε μποξ – και είχε διακοσμήσει το δωμάτιό του με φτερά παγωνιού, κρίνους, ηλιοτρόπια, μπλε πορσελάνες και άλλα objets d’art. «Το βρίσκω κάθε μέρα όλο και πιο δύσκολο να φανώ αντάξιος των γαλάζιων πορσελάνων μου», είχε πει κάποτε σε φίλους, ευφυολόγημα το οποίο έγινε σύντομα γνωστό και χρησιμοποιήθηκε ευρέως από αισθητιστές αλλά και από τους επικριτές τους, οι οποίοι έβρισκαν σε αυτό μία τρομερή κενότητα. Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο Ουάιλντ επέστρεψε στο Δουβλίνο, όπου ξανασυνάντησε την Florence Balcombe, παιδικό του έρωτα. Εκείνη όμως, αρραβωνιάστηκε τον Bram Stoker, τον οποίο και παντρεύτηκε το 1878. Αυτή της η απόφαση απογοήτευσε τον Ουάιλντ, αλλά παρέμεινε στωικός· της έγραψε, λέγοντάς της: «Θυμάμαι τα δύο χρόνια – τα πιο γλύκα χρόνια όλης μου της εφηβείας» που είχαν περάσει μαζί. Επίσης ανέφερε την πρόθεσή του να επιστρέψει στην Αγγλία, «αυτή την φορά για τα καλά», επιθυμία που έκανε εν τέλει πραγματικότητα το ίδιο έτος, επιστρέφοντας στην γενέτειρά του μόλις άλλες δύο φορές. Από τα χρόνια στο Trinity δημοσίευε στίχους και ποιήματα σε περιοδικά, κυρίως στο Cottabos, το οποίο εξέδιδε το Κολέγιο, και στο Dublin University Magazine, ένα ανεξάρτητο μηνιαίο περιοδικό με λογοτεχνική θεματολογία. Στα μέσα του 1881, στα 27 του χρόνια, εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήματα (Poems). Το βιβλίο έγινε δεκτό με αρκετά θετικά σχόλια, πούλησε και τα 750 αντίτυπά του, και επανεκδόθηκε το επόμενο έτος. Ήταν δεμένο με μία πανέμορφη, εμαγιέ περγαμηνή με ανάγλυφα άνθη και ήταν τυπωμένο σε χειροποίητο Ολλανδικό χαρτί. Ο Ουάιλντ χάρισε πολλά αντίτυπα του βιβλίου σε επιφανείς προσωπικότητες και λογοτέχνες που τον επισκέφτηκαν τα επόμενα χρόνια. Ταξίδεψε στην Νέα Υόρκη στις 2 Ιανουαρίου 1882, με το SS Arizona, μετά από ταξίδι 9 ημερών. Αν και αρχικά ήταν σχεδιασμένη να διαρκέσει τέσσερις μήνες, η περιοδεία συνεχίστηκε για πάνω από ένα έτος, εξαιτίας της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας της. Ο Ουάιλντ επιθυμούσε να μεταφέρει την ομορφιά που έβλεπε στην τέχνη, στην καθημερινότητα. Αυτό ήταν ένα πρακτικό όσο και φιλοσοφικό ζήτημα: στην Οξφόρδη είχε διακοσμήσει το δωμάτιό του με κρίνους και γαλάζιες πορσελάνες, ενώ στην Αμερική μία από τις διαλέξεις του είχε σαν θέμα την εσωτερική διακόσμηση. Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει την φήμη ότι κάποτε είχε παρελαύνει στην οδό Piccadilly στο Λονδίνο, με τα μακριά μαλλιά του να ανεμίζουν, κρατώντας ένα κρίνο, απάντησε: «Σημασία δεν έχει αν το έκανα ή όχι, αλλά αν ο κόσμος πιστεύει ότι το έκανα». Ο Ουάιλντ θεωρούσε ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να δημηγορεί για τα υψηλότερα ιδεώδη, και ότι η ηδονή και η ομορφιά θα αντικαταστήσουν την ωφελιμιστική ηθική. Το 1881 ο Ουάιλντ είχε γνωρίσει την Constance Lloyd, κόρη του Horace Lloyd, ενός πλουσίου συμβούλου της Βασίλισσας. Το 1884, η Constance έτυχε να επισκεφτεί το Δουβλίνο, όπου ο Ουάιλντ έδινε διαλέξεις στο θέατρο Gaiety. Εκείνος την ζήτησε σε γάμο, και παντρεύτηκαν στις 29 Μαΐου 1884 στην Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στο Paddington του Λονδίνου. Το ετήσιο εισόδημα της Constance ανερχόταν σε 250 λίρες, ποσό αξιοπρεπέστατο για γυναίκα εκείνης της εποχής, όμως τα ιδιαιτέρως ακριβά γούστα του Ουάιλντ, καθώς και το ότι το ζευγάρι κήρυσσε συνεχώς την αξία της διακόσμησης, έκαναν το κοινό να θεωρεί ότι το σπίτι τους θα έπρεπε να γίνει ο «ναός» του Αισθητισμού. Ενδεικτικό της πολιτικής ευαισθητοποίησής του είναι ότι υπήρξε ο μόνος λογοτέχνης που υπέγραψε την αίτηση του George Bernard Shaw για να δοθεί χάρη στους αναρχικούς που είχαν συλληφθεί (και εν τέλει εκτελέστηκαν) ως υπεύθυνοι του μακελειού στην πλατεία Haymarket στο Σικάγο, στις 4 Μαΐου 1886. Ένα επικριτικό άρθρο για ζητήματα τέχνης στο Pall Mall Gazette προκάλεσε την άμεση απάντηση του Ουάιλντ με μία επιστολή υπερασπιστική των ιδεών του, και σύντομα αυτό οδήγησε στην συνεργασία του με αυτήν και άλλες εφημερίδες από το 1886 μέχρι το 1887. Απολάμβανε να κάνει κριτικές και να γράφει άρθρα· αυτό το είδος ταίριαζε στην γραφή του. Του επέτρεπε να οργανώνει και να μοιράζεται τις σκέψεις του για την τέχνη, την λογοτεχνία και την ζωή με έναν τρόπο λιγότερο μονότονο και προκαθορισμένο από ότι οι διαλέξεις. Ενθαρρυμένος από την θερμή υποδοχή, σταδιακά μετέτρεψε τις κριτικές του σε φλύαρα καλοπροαίρετα μανιφέστα. Όπως και οι γονείς του, έτσι και ο Ουάιλντ ήταν υπέρμαχος της επανένωσης της Ιρλανδίας. Μάλιστα, όταν ο Charles Stewart Parnell, Ιρλανδός πολιτικός, ηγέτης του «Αυτονομιστικού Ιρλανδικού Κινήματος», κατηγορήθηκε εσφαλμένα για συμμετοχή στην δολοφονία δύο μελών της Βρετανικής κυβέρνησης της Ιρλανδίας στο Δουβλίνο το 1887, ο Ουάιλντ έγραψε σωρεία υπερασπιστικών άρθρων στην Daily Chronicle. Το 1888 εκδόθηκε Ο ευτυχισμένος πρίγκηπας κι άλλα παραμύθια, μια συλλογή από παραμύθια, είδος με το οποίο ο συγγραφέας είχε καταπιαστεί στο παρελθόν, δημοσιεύοντας ιστορίες του στα έντυπα μέσα της εποχής. Το 1891 εκδόθηκαν δύο ακόμα συλλογές, Το έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σάβιλ και άλλες ιστορίες και Το σπίτι με τις ροδιές, το οποίο μάλιστα αφιέρωσε στην Λαίδη Κόνστανς Μαίρυ Ουάιλντ, την σύζυγό του. Το πορτραίτο του κυρίου Ου. Χ. το οποίο είχε ξεκινήσει να γράφει το 1887, δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Blackwood’s Edinburgh Magazine τον Ιούλιο του 1889· αναφέρεται στον Willie Hughes, τον άνθρωπο στον οποίο φημολογείται ότι αφιέρωσε ο William Shakespeare τα περισσότερα από τα σονέτα του. Τον Ιανουάριο του 1889 δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό The Nineteenth Century το δοκίμιό του Η παρακμή του ψεύδους, ενώ, τον ίδιο χρόνο, ο Ιρλανδός εκδότης και φίλος του Ουάιλντ, Frank Harris, δημοσίευσε στην επιθεώρησή του The Fortnightly Review την σατιρική βιογραφία του πρώτου για τον Thomas Griffiths Wainerwright, – Άγγλο κατά συρροή δολοφόνο του 19ου αιώνα – με τίτλο Πένα, πινέλο και δηλητήριο. Δύο από τα τέσσερα έργα του σχετικά με τον Αισθητισμό είναι διάλογοι· αν και ο Ουάιλντ είχε εξελιχθεί επαγγελματικά από λέκτορας σε συγγραφέας, διατήρησε την συνήθεια του προφορικού λόγου. Πνευματώδης και ικανότατος αφηγητής, συνήθιζε να μετατρέπει τα τσιτάτα, τα ευφυολογήματα και τις παραδοξολογίες του σε μεγαλύτερα, ενιαία έργα. Ο Ουάιλντ προβληματιζόταν ιδιαίτερα για την επίδραση που είχε στην τέχνη όποια προσπάθεια ηθικοποίησής της, ενώ πίστευε στον θεραπευτικό, κατευναστικό χαρακτήρα της: «Η Τέχνη είναι Ατομικισμός και ο Ατομικισμός είναι μια φοβερά ενοχλητική και αποδιοργανωτική δύναμη. Κι αυτή ακριβώς είναι η ανυπολόγιστη αξία του. Γιατί αυτό που επιδιώκει να ανατρέψει είναι η μονοτονία των προτύπων, η υποδούλωση στα έθιμα, η τυραννία της συνήθειας και ο υποβιβασμός του ανθρώπου στο επίπεδο της μηχανής.» Στο μοναδικό πολιτικό κείμενό του, Η ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό υποστήριξε ότι οι έχοντες εξουσία πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε αυτή την αρχή, ενώ κατέληξε στο ότι το πιο ευνοϊκό πολίτευμα για τους καλλιτέχνες είναι ο Αναρχισμός. Ο Ουάιλντ οραματίζεται μία κοινωνία στην οποία η εκμηχάνιση θα απελευθέρωνε την ανθρωπότητα από το βάρος της αναγκαιότητας, και η περισσευούμενη ενέργεια θα διοχετευόταν στην καλλιτεχνική δημιουργία. Ο George Orwell συνόψισε: «Στην ουσία, ο κόσμος θα κατοικείται από καλλιτέχνες, που ο καθένας θα μοχθεί για την τελειότητα όπως ο ίδιος την αναζητά». Αυτές του οι απόψεις τον απομάκρυναν από τους Φαβιανούς, συντηρητικούς σοσιαλιστές του 19ου αιώνα με στόχο την ήπια εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού, ενώ δεν ήταν πλέον αρεστός ούτε στις ανώτερες τάξεις με τις οποίες μέχρι τότε συναναστρεφόταν και διασκέδαζε. Ο Hesketh Pearson, παρουσιάζοντας μια συλλογή από δοκίμια του Ουάιλντ το 1950, παρατήρησε ότι Η ψυχή του ανθρώπου στον σοσιαλισμό πιθανότατα αποτέλεσε έμπνευση για την Οκτωβριανή επανάσταση κατά του Τσάρου, όμως τον θλίβει το γεγονός ότι η Σταλινική περίοδος καθιστά «ιδιαίτερα αμφίβολο το να έχουν απομείνει σκοτεινά σημεία, στα οποία ενδεχομένως θα βρίσκονταν αποδείξεις». Ο Ουάιλντ σκεφτόταν να εντάξει την Ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό καθώς και Το πορτραίτο του κυρίου Ου. Χ., σε μία νέα ανθολογία το 1891, αλλά τελικά επέλεξε να την περιορίσει σε αμιγώς αισθητικά θέματα. Ονομάστηκε Προθέσεις και περιλάμβανε τέσσερα έργα: την Παρακμή του ψεύδους, το Πένα, πινέλο και δηλητήριο, την Αλήθεια των προσωπείων και το Ο Κριτικός ως δημιουργός σε δύο μέρη. Για τον βιογράφο Πήρσον, τα δοκίμια και οι διάλογοι παρουσιάζουν κάθε πλευρά της ευφυίας και του χαρακτήρα του Ουάιλντ: πνευματώδης, ρομαντικός, καθηγητής, ουμανιστής και λόγιος, καταλήγει δε ότι «κανένα άλλο από τα έργα του δεν είχε τέτοιο εύρος». Το 1891 αποδείχθηκε annus mirabilis για τον Ουάιλντ, καθώς εκτός των τριών συλλογών του εξέδωσε και το μοναδικό του μυθιστόρημα. Τα δύο θεατρικά του Ουάιλντ της δεκαετίας του 1880, η Βέρα η μηδενίστρια και η Δούκισσα της Πάδουας, δεν σημείωσαν ιδιαίτερη επιτυχία. Το ενδιαφέρον του για το θέατρο παρέμενε αμείωτο, και, έχοντας πλέον γευτεί την επιτυχία στον πεζό λόγο, επέστρεψε στην δραματουργία για να μεταφέρει στο σανίδι την ιστορίας της Σαλώμης. Ο αστικός μύθος αναφέρει ότι ένα βράδυ, έχοντας αναλύσει με φίλους τις καλλιτεχνικές απεικονίσεις της Σαλώμης μέσα στην ιστορία, γύρισε στο ξενοδοχείο του και βλέποντας ένα λευκό τετράδιο στο γραφείο του, αποφάσισε να μεταφέρει τις σκέψεις του στο θέατρο. Έτσι γεννήθηκε η Σαλώμη, γραμμένη εξ’ ολοκλήρου στα Γαλλικά. Ο Ουάιλντ, ο οποίος ξεκίνησε ενοχλώντας την Βικτωριανή κοινωνία με το ντύσιμο και τις συζητήσεις του και συνέχισε εξοργίζοντάς την με τον Ντόριαν Γκρέυ, την νουβέλα του για την φαυλότητα που κρύβεται πίσω από την τέχνη, βρήκε στο θέατρο το μέσο που έψαχνε για να κριτικάρει και να χλευάσει την ηθική των συμπατριωτών του. Η βεντάλια της λαίδης Γουΐντερμιρ  παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 20 Φεβρουαρίου 1892 στο St. James’s Theatre, ενώπιον όλης της αφρόκρεμας του Λονδίνου. Φαινομενικά, ήταν μια ευφυής κωμωδία, στην οποία υπόβοσκε όμως μια διακριτική ανατροπή: «καταλήγει σε μία συνωμοτική συγκάλυψη αντί μίας δημόσιας αποκάλυψης», γράφει ο Έλμαν. Το κοινό, όπως και η Λάιδη Γουΐντερμιρ, αναγκάζεται να χαλαρώσει τους κοινωνικούς κώδικες της εποχής προς τέρψιν μίας συμβιβαστικής λύσης. Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία και οι παραστάσεις σε όλη την χώρα γίνονταν ανάρπαστες, παρά την ανηλεή κριτική που δεχόταν από συντηρητικούς κύκλους. Ακολούθησε το Μια γυναίκα χωρίς σημασία το 1893, άλλη μια Βικτωριανή κωμωδία, που είχε ως βασικούς άξονες τις νόθες γεννήσεις, τις μπερδεμένες ταυτότητες και τις καθυστερημένες αποκαλύψεις. Του είχαν αναθέσει να γράψει δύο ακόμα θεατρικά, κι έτσι το 1895 ακολούθησε το Ένας ιδανικός σύζυγος. Ο συγγραφέας και βιογράφος Peter Raby χαρακτήρισε αυτά τα «αμιγώς Αγγλικά» έργα στοχευμένα, με την έννοια ότι «ο Ουάιλντ ισορροπούσε ανάμεσα στην διεισδυτική ματιά του Ίψεν και την εμπορική επιτυχία στο Ουέστ Εντ του Λονδίνου, στοχεύοντας το κοινό του με απόκοσμη ακρίβεια». Στις 25 Μαΐου 1895, κρίθηκε ένοχος για προσβολή των χρηστών ηθών και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Αρχικά κρατήθηκε στις φυλακές Pentonville και εν συνεχεία μεταφέρθηκε στο Wandsworth· αμφότερες στα περίχωρα του Λονδίνου. Οι τρόφιμοι ακολουθούσαν πρόγραμμα «σκληρής δουλειάς, κακής σίτισης και κακού ύπνου», το οποίο έφθειρε πολύ έντονα τον Ουάιλντ, καθώς ήταν συνηθισμένος σε όλες τις υλικές ανέσεις. Η υγεία του επιδεινώθηκε απότομα και, τον Νοέμβριο του 1895, κατά την διάρκεια του εκκλησιασμού, κατέρρευσε από την αδυναμία και την ασιτία. Από την πτώση αποκόμισε ρήξη τυμπάνου του δεξιού αυτιού, η οποία αργότερα θα αποδεικνυόταν μοιραία. Τους επόμενους δύο μήνες τους πέρασε στο αναρρωτήριο. Ο Ουάιλντ αποφυλακίστηκε στις 19 Μαΐου 1897, δύο χρόνια μετά την καταδίκη του, και παρόλο που η υγεία του είχε κλονιστεί σημαντικά, είχε μια αίσθηση πνευματικής ανανέωσης.  Έφυγε την επόμενη κιόλας για την Ευρώπη, περνώντας τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του σε μια εξαθλιωμένη εξορία. Άλλαξε το όνομά του σε Sebastian Melmoth, εμπνευσμένος από τον Άγιο Σεβαστιανό, καθώς και τον ομώνυμο πρωταγωνιστή της γοτθικής νουβέλας Μέλμοθ ο περιπλανώμενος, του μακρινού θείου εξ’ αγχιστείας του Ουάιλντ, Charles Maturin. Πέρασε την υπόλοιπη χρονιά με τον Ρόμπερτ Ρος στο Μπερνεβάλ-λε-Γκραν, στις νορμανδικές ακτές, όπου έγραψε την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ. Το ποίημα αναφέρεται την εκτέλεση του Charles Thomas Wooldridge, ο οποίος δολοφόνησε την γυναίκα του υποπτευόμενος ότι τον απατούσε· η αφήγηση σταδιακά μετατοπίζεται από την αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων σε μία συμβολική ταύτιση με όλους τους κρατούμενους. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται να αναλύσει την ορθότητα των νόμων που τους καταδίκασαν, αντ’ αυτού επιλέγει να εμβαθύνει στην κτηνωδία της τιμωρίας, που βιώνουν όλοι οι κρατούμενοι – και με μία πιο ευρεία έννοια, οι αμαρτωλοί. Ο Ουάιλντ στέκεται πλάι στον καταδικασμένο άνδρα, συγκρίνεται μαζί του με τον στίχο «Καθένας μας σκοτώνει την αγάπη του», και καταλήγει ότι «Μα δεν τον σκοτώνουνε γι’ αυτό». Και ο ίδιος ο ποιητής είχε βιώσει την απώλεια: είχε χωριστεί από την σύζυγο και τα παιδιά του, τα οποία δεν θα ξανάβλεπε ποτέ. Υιοθέτησε την μπαλάντα, πιο λαϊκή από τα πρότερα έργα του, και αντί για το όνομά του, στο εξώφυλλο φιγούραρε το «C.3.3» – ο αριθμός του κελιού του. Προτίμησε να δημοσιευτεί στο περιοδικό Reynold’s Magazine, επειδή «είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στις κατώτερες τάξεις, των εγκληματιών – εκεί όπου πλέον ανήκω. Για πρώτη φορά θα με διαβάσουν οι όμοιοί μου – πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα». Σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, φτάνοντας τις επτά εκδόσεις σε λιγότερο από δύο έτη – τότε μόνο εμφανίστηκε το όνομα του ποιητή στο εξώφυλλο, αν και μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων της εποχής ήταν κοινό μυστικό ότι το έργο ήταν του Ουάιλντ. Δεν του απέφερε πολλά έσοδα. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του ο Ουάιλντ τους πέρασε στο Παρίσι, στο φτηνιάρικο ξενοδοχείο Hôtel d’Alsace – γνωστό πλέον ως το πολυτελές L’Hôtel. Επεξεργαζόταν και επανέκδοσε τον Ιδανικό σύζυγο και την Σημασία του να είναι κανείς σοβαρός, σημάδια τα οποία σύμφωνα με τον Έλμαν δείχνουν άνθρωπο που έχει «τον έλεγχο του εαυτού του και του έργου του» – αρνήθηκε όμως να γράψει, καθώς έλεγε ότι «μπορώ να γράψω, αλλά έχω χάσει την χαρά της γραφής». Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας περιπλανώμενος μονάχος στους παριζιάνικους δρόμους, και ό,τι λίγα λεφτά είχε τα ξόδευε στο ποτό. Μια σειρά από ντροπιαστικές συναντήσεις με Βρετανούς επισκέπτες, ή Γάλλους που γνώριζε από τις μέρες της δόξας του, καταρράκωσαν κι άλλο το ηθικό του. Σταδιακά ο Ουάιλντ περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, και, σε μια από τις ελάχιστες εξόδους του, φημολογείται ότι δήλωσε, με το χαρακτηριστικό του φλέγμα, «Η ταπετσαρία μου και εγώ παλεύουμε μέχρι θανάτου. Ένας από τους δύο πρέπει να φύγει». Ο Ουάιλντ απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου 1900, υποκύπτοντας στην μηνιγγίτιδα. Αρχικά κηδεύτηκε στο κοιμητήριο Bagneux, έξω από το Παρίσι· μεταφέρθηκε στο Περ Λασαίζ εννέα χρόνια αργότερα, το 1909.  Το επίγραμμα στο τάφο του είναι ένα τετράστιχο από την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ 

Του ελέους το λαγήνι θα γεμίσουνε

Ξένοι με το δάκρυ το αλμυρό.
Οι απόκληροι γι’ αυτόνε θα θρηνήσουνε

Αυτοί που ‘χουν το θρήνο αδελφό.

Advertisements