Guernica

Το 1936, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία. Ο ναύαρχος Wilhelm Canaris έπεισε τον Hitler ότι η παρουσία των Ρώσων στην Ιβηρική Χερσόνησο συνιστούσε απειλή για τη Γερμανία. Άλλωστε μια επέμβαση στη χώρα αυτή θα έδινε την ευκαιρία να δοκιμαστεί σε συνθήκες πραγματικού πολέμου η αποτελεσματικότητα της Luftwaffe. Το απόγευμα της 26ης Απριλίου 1937, με διαταγή του Franco, τα Γερμανικά αεροπλάνα μετά από πολύωρο βομβαρδισμό ισοπέδωσαν την πρωτεύουσα των Βάσκων, Guernica, σκοτώνοντας περίπου 1650 ανθρώπους, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους. Η πράξη αυτή κατέδειξε με τον εμφανέστερο τρόπο το πρόσωπο της φασιστικής θύελλας που ερχόταν. Ο Πικάσο, σε κατάσταση σύγχυσης και πανικού, μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός από την εφημερίδα ‘’Ce Soir’’, αμέσως σχεδίασε έναν ταύρο, ένα άλογο και μια γυναίκα και ξεκίνησε έτσι να δημιουργεί το σπουδαιότερό του έργο (μεγαλειώδες σε διαστάσεις: ύψος: 3.5m και πλάτος: 7.5m). Ο πίνακας άλλωστε ήταν παραγγελία της Δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας με σκοπό την εκπροσώπησή της στην διεθνή έκθεση του Παρισίου. Στο έργο αυτό, διακρίνεται αμέσως η τάση του ζωγράφου για παραμόρφωση της μορφής και των αντικειμένων, εκφράζοντας μ’ αυτό τον τρόπο την αγωνία και τη φρίκη του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο.

Στα αριστερά διακρίνεται μια μητέρα που θρηνεί για το παιδί της, κρατώντας το νεκρό στην αγκαλιά της. Χαμηλά κείτονται κομμένα το κεφάλι και τα χέρια ενός πολεμιστή, που θυμίζει γκρεμισμένο Εσταυρωμένο. Το δεξί του χέρι κρατά ακόμη σφιχτά το σπασμένο σπαθί, ενώ στην τεράστια παλάμη του αριστερού είναι χαραγμένες οι γραμμές της ζωής. Στο κέντρο της σύνθεσης διακρίνουμε ένα άλογο που με τα δόντια και τη γλώσσα πεταμένα έξω, σφαδάζει από τον πόνο, καθώς είναι θανάσιμα πληγωμένο στα πλευρά από ένα κοντάρι. Πάνω από το κεφάλι του κρέμεται μια τεράστια ηλεκτρική λάμπα -ο τεχνικός πολιτισμός(;)- και πάνω από τον τεντωμένο λαιμό του το χέρι μιας γυναίκας με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι, σφραγισμένο από τον τρόμο -αλληγορία της Αλήθειας(;)- υψώνει μια λάμπα πετρελαίου για να φωτίσει με τη μαρτυρία της -μαρτυρία της Δικαιοσύνης ή της Τέχνης(;)- όσα παρανοϊκά συμβαίνουν. Από τα δεξιά μια ακόμη γυναίκα, με έντονο διασκελισμό, έρχεται προς το κέντρο για να κλάψει το νεκρό καβαλάρη, χωρίς να βλέπει πίσω της μιαν άλλη, που την έχουν τυλίξει οι φλόγες μέσα σ’ ένα σπίτι με ανοιχτό παράθυρο, απ’ όπου μπαίνει το φως του ήλιου. Ο ταύρος, με την ακινησία και τη βεβαιότητα του κτήνους, είναι κατά περίπτωση ο νέος θριαμβευτής, ο φασισμός, το τοτέμ της Ισπανίας, η Γαλλία που δεν βοηθά τους Δημοκρατικούς ή ακόμη το βόδι στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Το άλογο είναι ο βασανισμένος Ισπανικός λαός, το όπλο του πεσμένου ιππότη, ο φασισμός που εξοντώνεται, η κοσμική διατύπωση του συμβόλου του Πάθους. Ο νεκρός πολεμιστής είναι το θύμα του αλόγου-Franco, το τέλος της εποχής των ιπποτών, κομμάτια ενός αγάλματος που συμβολίζουν τον κατεστραμμένο πολιτισμό, ο νεκρός Ιωσήφ. Η λάμπα είναι ο Ήλιος ή βόμβα.

Στη διάρκεια της κατοχής ο διαβόητος Γερμανός πρέσβης στο Παρίσι, Όττο Άμπετζ, επισκέφτηκε τον Πικάσο στο εργαστήρι του. Φεύγοντας βλέπει την φωτογραφία της Guernica και ενθουσιασμένος ρωτά τον ζωγράφο: ‘εσείς το κάνατε αυτό;’ -‘όχι‘ απάντησε λακωνικά ο Πικάσο, ‘εσείς!‘. Η Guernika είναι ένα μεγαλειώδες δημιούργημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια της Ισπανίας και εκφράζει παγκόσμια και διαχρονικά κάθε λαό που ένιωσε τη φρίκη του πολέμου. Σήμερα εκτίθεται στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης στη Μαδρίτη.

Ο Πάμπλο Πικάσο (25 Οκτωβρίου 1881 – 8 Απριλίου 1973) ήταν Ισπανός ζωγράφος. Είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Υπήρξε υποστηρικτής του Κομμουνισμού, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, ενώ από το 1944 ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του «επιστήμη και συμπόνοια» όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του, έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης.

Ο Πάμπλο έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε «ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ., του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του. Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1898 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, είχε παχύνει, είχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και υπέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο (από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ). Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.

Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι: Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική. Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική. Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού. Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ. Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του ’20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ’ όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας Je suis aussi un poète, δηλαδή είμαι κι εγώ ένας ποιητής.

Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d’ Art και La Caceta de Arte. Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα, η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα. Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του.

Ο Πικάσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση. Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του. Το 1966 φιλοξενήθηκε στο Γκραν Παλέ και στο Πτί Παλέ στο Παρίσι μεγάλη έκθεση του 85χρονου τότε Πικάσο, με περισσότερα από 1.000 έργα. Τα ρεπορτάζ της εποχής εκτιμούσαν ότι επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αναδρομική εκδήλωση που έχει ποτέ οργανωθεί για ζώντα καλλιτέχνη. Οι επισκέπτες σχημάτισαν τεράστιες ουρές για να περιπλανηθούν στο σύμπαν από πίνακες, γλυπτά, κεραμικά, σχέδια και γκραβούρες του μεγάλου καλλιτέχνη. Έκθεση που συμπύκνωνε μία πλούσια ζωή: 60 χρόνια δουλειάς, 7 επαναστάσεις, 7 γυναίκες, μισό χιλιόμετρο ζωγραφικής, δεκάδες γλυπτά κ.ο.κ. Ιδιαίτερα παραγωγικός, ζωγραφίζει όπως αναπνέει, υποστήριζαν, κρατούσε διαρκώς ένα χαρτί κι ένα μολύβι στο χέρι, δημιουργώντας σχέδια, το καθένα από τα οποία στοιχίζει πλέον μία περιουσία. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν στο Παρίσι και παρουσίασαν την πορεία του Πικάσο στις εικαστικές τέχνες, περιλαμβάνονταν και ορισμένα που αποτέλεσαν σταθμό στην καριέρα του, όπως Οι δεσποινίδες της Αβινιόν (1907), που έφερε επανάσταση στη σύγχρονη ζωγραφική και θεωρήθηκε προμήνυμα του κυβισμού: Άλλοτε ένας πίνακας ήταν ένα σύνολο από προσθέσεις. Εγώ θέλησα να δώσω ένα σύνολο από αφαιρέσεις, είπε ο Πικάσο. Ακόμη: Οι μουσικοί με τις μάσκες (1921), Ο ακροβάτης (1930), Κοπέλα μπροστά σε καθρέφτη (1932) κ.α. Η Γκερνίκα δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, γιατί είχε ήδη εκτεθεί στο Παρίσι, στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών το 1955. Τα γενέθλια του ζωγράφου γιορτάστηκαν σε όλη τη Δύση με αφιερώματα και εκδηλώσεις. Ο ίδιος παρέμενε ανήσυχος και δημιουργικός, σκεπτόμενος διαρκώς το μέλλον. Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγό του, Ζακλίν Ροκ, στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας. Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s.

Advertisements