Το παιχνίδι του θανάτου

Έχει καταγραφεί στην ιστορία σαν μια από τις περιπτώσεις που ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια ενός αθλητικού γεγονότος. Αντίθετα, το αποτέλεσμα δεν έχει να κάνει μόνο με την επιτυχία στον αγωνιστικό χώρο, αλλά με την αντίστοιχη στη μάχη της υπεράσπισης των ιδεών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, στην υπεράσπιση του σοσιαλισμού, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας. Μιας μάχης που στο τέλος μπορεί να περιμένει ο θάνατος, αλλά όταν αυτό γίνεται για τα ιδανικά τότε ακόμα και το τέλος περιβάλλεται με τιμή. Η ιστορία του περίφημου «αγώνα του θανάτου» στο κατεχόμενο από τους ναζί Κίεβο το 1942, όπου κατέληξε στην εκτέλεση 15 Σοβιετικών ποδοσφαιριστών από την Ουκρανία, αφού τόλμησαν να αμφισβητήσουν με συγκεκριμένο τρόπο τους κατακτητές, είναι συγκλονιστική. Αλλά και διδακτική. Γιατί δείχνει ότι μια χούφτα άνθρωποι γαλουχημένοι με τις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης δεν υπέκυψαν και δεν πρόδωσαν τα ιδανικά τους ούτε όταν βρέθηκαν κατάφατσα με το θάνατο.

Κίεβο 1941. Η πείνα, η εξαθλίωση αλλά και οι εκτελέσεις σε καθημερινή βάση είναι η πραγματικότητα στην ουκρανική πόλη που στενάζει κάτω από το ζυγό των ναζί, ενώ η επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Κατά την κατάκτηση του Κιέβου οι ναζί πιάνουν περίπου 630.000 αιχμαλώτους ανάμεσά τους και πολλούς αθλητές που ανήκουν στην ομάδα της Ντιναμό Κιέβου. Μιας ομάδας που είχε ιδρυθεί το 1927 από δυο νεαρούς Σοβιετικούς αξιωματικούς της αστυνομίας προκειμένου και στο Κίεβο (όπως και σε άλλες πόλεις) να υπάρχει παράρτημα του αθλητικού σωματείου Ντιναμό Κλαμπ που είχε ιδρύσει η Σοβιετική Αστυνομία. Μάλιστα, το γεγονός ότι οι περισσότεροι αθλητές αιχμάλωτοι ήταν αστυνομικοί έκανε τους ναζί να τους θεωρήσουν επικίνδυνους μπολσεβίκους και φυσικά έτυχαν.. ειδικής μεταχείρισης.

Όμως, η τύχη έπαιξε ένα καθοριστικό παιχνίδι. Ο επικεφαλής ενός αρτοποιείου που είχαν ανοίξει οι ναζί για τις ανάγκες του στρατού και δούλευαν Ουκρανοί εργάτες, Γιόζεφ Κόρντιτς, είχε μια απρόοπτη και καθοριστική συνάντηση. Ξαφνικά συνάντησε ένα πρωί σε άθλια κατάσταση από τις κακουχίες και τραυματισμένο από τον πόλεμο ίσως το μεγαλύτερο όνομα της προπολεμικής ποδοσφαιρικής Ντιναμό Κιέβου (αλλά και του τότε σοβιετικού ποδοσφαίρου) τον Κόλια Τρούσεβιτς. Αφού τον πήρε στο αρτοποιείο όπου ανάμεσα στους εργάτες υπήρχαν αρκετοί αθλητές της ομάδας του Κιέβου, η ιδέα της συγκρότησης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στις αρχές του 1942. Ο Τρούσεβιτς άρχισε να ψάχνει για πρώην συμπαίκτες που ίσως να είχαν επιζήσει της γερμανικής επιδρομής όπως και για υπόλοιπους γνωστούς του παίκτες από άλλες ομάδες. Σε λίγο καιρό είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί τόσο από την Ντιναμό όσο και από άλλους συλλόγους.

Την ίδια εποχή, στα πλαίσια της προπαγάνδας των ναζί στην πόλη και με τη βοήθεια ενός δοσίλογου, του Ουκρανού εθνικιστή και πρώην ποδοσφαιριστή Γκιόργκι Σφετσόφ, επανέφεραν το ποδόσφαιρο στην πόλη δημιουργώντας παράλληλα και μια ομάδα, τη Ρουχ. Ο Σφετσόφ προσπάθησε να πείσει όσους παίκτες ήταν στο αρτοποιείο και αποτελούσαν σπουδαία ονόματα του ποδοσφαίρου (ιδιαίτερα μάλιστα τον Τρούσεβιτς) να ενταχθούν στην ομάδα κυρίως για προπαγανδιστικούς λόγους. Το γεγονός όμως ότι ήταν συνεργάτης των Γερμανών και οι υπόλοιποι ποδοσφαιριστές της Ρουχ ήταν ομοϊδεάτες του δεν ενθουσίασε τους πρώην Σοβιετικούς ποδοσφαιριστές που με μπροστάρη τον Τρούσεβιτς αρνήθηκαν και δημιούργησαν τον δικό τους σύλλογο που ονόμασαν FC Start.

F.C. Start

F.C. Start

Toν Ιούνη του 1942 ορίζεται η έναρξη του λεγόμενου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος Κιέβου με τον πρώτο αγώνα να είναι αυτός μεταξύ της Ρουχ και της Start. Για τον δοσίλογο Σφετσόφ το παιχνίδι είναι ένα μεγάλο στοίχημα, προκειμένου να τιμωρήσει την άρνηση των σοβιετικών αθλητών αλλά και να γίνει πιο αρεστός στους ναζί εάν η Ρουχ νικούσε. Οι παίκτες της Ρουχ ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι. Άδειες από τις δουλειές τους, καλύτερο υλικό εξοπλισμό, οργανωμένη προπόνηση. Στην αντίπερα όχθη, οι παίκτες της Start εκτός από τις μάλλινες φανέλες που κάπου είχαν βρει εγκαταλειμμένες τίποτα άλλο οργανωμένο. Ο καθένας ό,τι παπούτσια έβρισκε, προπόνηση στα διαλείμματα της δουλειάς (αφού το αρτοποιείο οι ναζί το ήθελαν ανοιχτό 24 ώρες). Όμως είχαν κάτι άλλο.. Το πάθος να υπερασπιστούν τα ιδανικά τους. Κάτι που φάνηκε στα λόγια του Τρούσεβιτς λίγο πριν τον αγώνα, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες τόνισε στους συμπαίκτες τους: «Δεν έχουμε όπλα να τους πολεμήσουμε. Θα παίξουμε με τα χρώματα της σημαίας μας. Οι φασίστες θα καταλάβουν ότι αυτό το χρώμα είναι ανίκητο». Και πραγματικά το τελικό σκορ 7-2 υπέρ της Start μαρτυράει το τι έγινε στο γήπεδο.

Από εκεί και πέρα η ομάδα του φούρνου, όπως την έλεγαν οι αντίπαλοι της, άρχισε να δίνει αγώνες με ομάδες που αποτελούνταν από στρατιώτες των κατοχικών στρατευμάτων. Οι Ούγγροι ήταν το πρώτο θύμα. Στις 21 Ιουνίου έχασαν με 6-2. Σειρά πήραν οι Ρουμάνοι τους οποίους διέλυσαν με 11-0 στις 5 Ιουλίου. Επτά μέρες μετά το σκορ ήταν 9-1 με τους εργάτες στον σιδηρόδρομο. Στις 17 Ιουλίου παίζουν για πρώτη φορά με Γερμανούς και επικρατούν με 6-0. Ακολουθούν δύο ματς στις 19 και 21 Ιουλίου με τους Ούγγρους και ισάριθμες νίκες με 5-1 και 3-2. Στις 6 Αυγούστου 1942 η FC Start νίκησε την Flakelf με 5-1. Η Flakelf ήταν η ομάδα της Luftwaffe, δηλαδή της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτή η ομάδα του φούρνου το είχε παρακάνει πλέον. Οι Ουκρανοί άρχισαν να την ταυτίζουν με το αδούλωτο πνεύμα τους και ήδη δημιουργούνταν προβλήματα στα ματς που έδιναν. Οι ναζί αποφάσισαν πως ήταν καιρός να τους δώσουν ένα μάθημα. Ήταν καιρός να γνωρίσουν την πρώτη τους ήττα και ο κόσμος να καταλάβει πως αήττητοι είναι μόνο οι Γερμανοί. Τους κάλεσαν λοιπόν σε αγώνα και δεν επιτρεπόταν η ομάδα των ναζί να ηττηθεί. Είχε πάρει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να ντροπιάσει τους Ουκρανούς.

Οι Γερμανοί στρατιωτικοί έβλεπαν την αναμέτρηση FC Start – Flakelf σαν αναμέτρηση του ναζισμού με τον κομμουνισμό. Ο αγώνας προγραμματίστηκε να γίνει στις 9 Αυγούστου 1942 στο Zenit stadium. Ο αγώνας ήταν στημένος από τους Γερμανούς στρατιωτικούς ώστε η αντίπαλη ομάδα να έχει ελάχιστες πιθανότητες να νικήσει. Παράλληλα, οι ναζί φρόντισαν να περικυκλώσουν το γήπεδο με πολυάριθμους στρατιώτες.

the ‘death’ match

Το ματς είχε διαφημιστεί με αφίσες σε όλη την πόλη. Οι Ναζί ήθελαν να δουν την Start να υποδουλώνεται όσο γίνεται περισσότερο. Τα όργανα άρχισαν με το καλημέρα καθώς ένας αξιωματικός των SS ανακοίνωσε σε άψογα ρώσικα: «Θα είμαι ο διαιτητής του ματς. Ξέρω ότι είστε καλή ομάδα. Ακολουθήστε όλους τους κανόνες και πριν το ματς χαιρετήστε την ομάδα μας όπως πρέπει». Οι δύο ομάδες αντάλλαξαν χειραψίες και οι Γερμανοί σήκωσαν το χέρι και φώναξαν: «Heil Hitler». Οι Ουκρανοί σήκωσαν και αυτοί το χέρι αλλά το έβαλαν μετά στο στήθος και φώναξαν το ρώσικο σύνθημα νίκης: «FizcultHura». Το πλήθος παραληρούσε. Το παιχνίδι ξεκίνησε και οι Γερμανοί παίζοντας περισσότερο μποξ άνοιξαν το σκορ. Οι Ουκρανοί όμως δεν το έβαλαν κάτω. Σαφώς ανώτεροι ποδοσφαιρικά, άντεξαν στα τάκλιν και το ημίχρονο έληξε 3-1 υπέρ τους. Στα αποδυτήρια είχαν δύο ανεπιθύμητους επισκέπτες. Ο συνεργάτης των ναζί, Σβετσόφ τους.. συμβούλεψε να χάσουν ενώ ακολούθησε ένας αξιωματικός των ναζί που ήταν πιο σαφής. «Αν κερδίσετε θα υποστείτε τις συνέπειες». Η ομάδα του φούρνου όμως δεν είχε σκοπό να τα παρατήσει. Λίγο πριν τη λήξη του ματς το σκορ ήταν 5-3 και στο 90′ ο Κλιμένκο πέρασε όποιον βρήκε μπροστά του, σταμάτησε πάνω στην γραμμή και κλότσησε την μπάλα προς το κέντρο. Ήταν ο απόλυτος εξευτελισμός για τους Γερμανούς και ο διαιτητής σφύριξε αμέσως τη λήξη.

Η εκδίκηση των ναζί δεν ήρθε άμεσα. Η Start έδωσε άλλο ένα ματς. Στις 16 Αυγούστου αντιμετώπισε και πάλι την ομάδα του Σβετσόφ. Την διέλυσε με 8-0 και ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η Γκεστάπο κινήθηκε άμεσα και με μια λίστα με τα ονόματα των παικτών πήγε στον φούρνο. Συνέλαβε όσους βρήκε εκεί και τους οδήγησε στα υπόγεια του αρχηγείου της. Ακολούθησαν φρικτά βασανιστήρια και ο Νικολάι Κοροτσκίκ δεν άντεξε. Ξεψύχησε και έγινε το πρώτο θύμα του «Αγώνα του θανάτου» όπως ονομάστηκε αργότερα το ματς της Start με τους ναζί. Οι άλλοι δέκα παίκτες στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας. Σε ένα από αυτά εκτελέστηκαν οι Κουζμένκο, Τρούσεβιτς και Κλιμένκο. Οι Τιούτσεφ, Γκοντσαρένκο και Σβιντιρόφκι κατάφεραν να δραπετεύσουν και είδαν τους συμμάχους να ελευθερώνουν την Ουκρανία. Η μοίρα των άλλων παικτών είναι άγνωστη. Η πρώτη αναφορά για την εκτέλεση κάποιων ποδοσφαιριστών έγινε από την εφημερίδα «Izvestiua» στις 16 Νοεμβρίου 1943. Όλες όμως οι λεπτομέρειες έγιναν γνωστές το 1958 όταν ο Πέτρο Σεβέροφ δημοσίευσε το άρθρο του «Η τελευταία μονομαχία» στην «Evening Kiev». Τον επόμενο χρόνο ο Σεβέροφ με τον Κλαμέσκι εξέδωσαν βιβλίο για την ιστορία. Το 1964 η ταινία «Τρίτη φορά» είχε θέμα την FC Start όπως και το φιλμ «Το ματς του θανάτου» την ίδια χρονιά. Η ιστορία ενέπνευσε και την ταινία «Η απόδραση των έντεκα» (1981) που θεωρείται από τις κορυφαίες ποδοσφαιρικές ταινίες. Το 1981 ένα γλυπτό αναρτήθηκε έξω από το γήπεδο που έγινε το ματς που από «Ζενίτ» μετονομάστηκε σε «Σταρτ».

Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στο ωραίο βιβλίο του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου «Το ημίχρονο του θανάτου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Ένα βιβλίο με έντεκα ξεχωριστές ιστορίες, για όσους θεωρούν το ποδόσφαιρο κάτι περισσότερο από ένα άθλημα.

Advertisements