Enrico Caruso

1 Φεβρουαρίου 1904. Ο τενόρος Ενρίκο Καρούζο κάνει τον πρώτο δίσκο του στην Αμερική με την Victor Talking Machine Company, τραγουδώντας από το Rigoletto του Verdi το «La donna è mobile». Ο Ενρίκο Καρούζο γεννήθηκε το 1873 και πέθανε το 1921 σε ηλικία 48 ετών από βρογχοπνευμονία. Κάπνιζε 60 τσιγάρα την ημέρα και κρεμούσε φιλέτα αντζούγιας στον λαιμό του σαν φυλαχτό για να προστατεύει τη φωνή του. Ήταν ένας από τους πλέον διάσημους τενόρους στην ιστορία του λυρικού θεάτρου. Υπήρξε ο δημοφιλέστερος τραγουδιστής σε οποιοδήποτε ύφος στις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Τραγούδησε στις μεγαλύτερες Όπερες της Ευρώπης, της Βόρειας και Νότιας Αμερικής. Ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που η φωνή του αποτυπώθηκε σε δίσκο γραμμοφώνου, με την ηχογράφηση να γίνεται σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Μιλάνο. Εκτός από την εξαιρετική φωνή του, ο Καρούζο κατάφερε να αποκαθηλώσει την όπερα από τα σαλόνια και να τη φέρει κοντά στο ευρύ κοινό, μετατρέποντάς την σε λαϊκό είδος. Πολλοί τοποθετούν τον Καρούζο, μαζί με την Μαρία Κάλλας, στην κορυφή του Ολύμπου.

Una Furtiva Lagrima

Ο Καρούζο καταγόταν από φτωχή, αλλά όχι άπορη οικογένεια. Γεννήθηκε στη Νάπολη, στη οδό Via San Giovannello agli Ottocalli στις 25 Φεβρουαρίου 1873. Βαπτίστηκε την επόμενη μέρα στην παρακείμενη εκκλησία του San Giovanni e Paolo. Έλαβε το όνομα Errico σύμφωνα με τη ναπολιτάνικη διάλεκτο, αλλά αργότερα υιοθέτησε την επίσημη ιταλική λέξη για το όνομα, Enrico. Αυτή η αλλαγή έγινε μετά από υπόδειξη του δασκάλου του στο τραγούδι, Guglielmo Vergine, με τον οποίο ξεκίνησε μαθήματα σε ηλικία 16 ετών. Ο Ενρίκο ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά και ένα από τα μόλις τρία που επιβίωσαν μετά τη νηπιακή ηλικία. Σύμφωνα με κάποια εκδοχή, οι γονείς του είχαν αποκτήσει συνολικά 21 παιδιά, 18 από τα οποίους απεβίωσαν σε νηπιακή ηλικία. Ο πατέρας του Ενρίκο, Marcellino, ήταν μηχανικός και εργαζόταν σε χυτήριο. Αρχικά, ο Μαρτσελλίνο πίστευε ότι ο γιος του θα πρέπει να ακολουθήσει το ίδιο επάγγελμα και σε ηλικία 11 ετών, το αγόρι μαθήτευσε ως μηχανολόγος μηχανικός στον τεχνικό Palmieri, που κατασκεύαζε δημόσιες κρήνες νερού. Αργότερα εργάστηκε μαζί με τον πατέρα του στο εργοστάσιο «Meuricoffre» στη Νάπολη. Ύστερα από επιμονή της μητέρας του, παρακολούθησε επίσης το σχολείο για ένα χρόνο, λαμβάνοντας βασική εκπαίδευση κάτω από την κηδεμονία ενός τοπικού ιερέα. Έμαθε να γράφει με όμορφο γραφικό χαρακτήρα και μελέτησε τεχνικό σχέδιο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τραγουδούσε στην εκκλησία χορωδία, και η φωνή του έδειξε αρκετές υποσχέσεις, ώστε να εξετάσει μια πιθανή καριέρα στη μουσική.

Ο Ενρίκο ενθαρρύνθηκε στις αρχικές μουσικές φιλοδοξίες του από τη μητέρα του, η οποία όμως απεβίωσε το 1888. Για να αυξήσει τα έσοδα της οικογενείας του, βρήκε δουλειά ως τραγουδιστής του δρόμου στη Νάπολη και έδινε παραστάσεις σε καφετέριες και μουσικές βραδιές. Σε ηλικία 18 ετών χρησιμοποίησε τα χρήματα τα οποία είχε κερδίσει με το τραγούδι σε ένα ιταλικό θέρετρο για να αγοράσει το πρώτο του ζευγάρι καινούργια παπούτσια. Η πρόοδός του ως διασκεδαστή διακόπηκε, ωστόσο, κατά 45 ημέρες, από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Την ολοκλήρωσε το 1894, συνεχίζοντας τα μαθήματα φωνητικής με τον Βέρτζινε μετά την απόλυσή του από τον στρατό. Σε ηλικία 22 ετών ο Ενρίκο έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη σοβαρή μουσική. Ήταν 15 Μαρτίου 1895 στο Teatro Nuovo στη Νάπολη. Το έργο με το οποίο εμφανίστηκε ήταν η πλέον ξεχασμένη όπερα «L’Amico Francesco» του ερασιτέχνη συνθέτη Domenico Morelli. Ακολουθεί μια σειρά από εμφανίσεις σε περιφερειακά λυρικά θέατρα, ενώ παράλληλα διδάσκεται από τον Vincenzo Lombardi, που βελτίωσε τις ψηλές νότες του και εξευγένισε το στυλ του. Άλλοι διακεκριμένοι ναπολιτάνοι τραγουδιστές διδάσκονται από τον Λομπάρντι κατά την ίδια περίοδο: Οι βαθύφωνοι Antonio Scotti και Pasquale Amato, με τους οποίους ο Καρούζο αργότερα θα συναντηθεί στη Μετροπόλιταν Όπερα, και ο τενόρος Fernando De Lucia, ο οποίος θα εμφανιστεί επίσης στη Μετροπόλιταν Όπερα και αργότερα να τραγουδήσει στην κηδεία του Ενρίκο. Τα χρήματα εξακολουθούν να λείπουν στον νεαρό Ενρίκο. Μία από τις πρώτες φωτογραφίες του που δόθηκαν στη δημοσιότητα, σε μια επίσκεψή του στη Σικελία το 1896, τον απεικονίζει να φορά ένα ένδυμα που μοιάζει με τήβεννο, καθώς είχε στείλει τα μοναδικά του ρούχα για να πλυθούν. Σε μια από τις πρώτες του εμφανίσεις στη Νάπολη, αποδοκιμάστηκε από μερίδα του κοινού, διότι παρέλειψε να ανταποκριθεί στις επιδοκιμασίες τους (κλάκα). Το περιστατικό αυτό έθιξε την υπερηφάνεια του Καρούζο: Ποτέ δεν εμφανίστηκε ξανά στη σκηνή στην ιδιαίτερη πατρίδα του, δηλώνοντας αργότερα ότι θα επιστρέψει εκεί «μόνο για να φάει μακαρόνια».

Enrico Caruso – La Donna e Mobile

Κατά τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, ο Καρούζο ερμηνεύει ρόλους σε λυρικά θέατρα σε όλη την Ιταλία μέχρι το 1900, οπότε και έλαβε συμβόλαιο για να τραγουδήσει στη Σκάλα του Μιλάνου, το κορυφαίο λυρικό θέατρο της χώρας. Το ντεμπούτο του στη Σκάλα πραγματοποιήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους στον ρόλο του του Rodolfo στην όπερα La Bohème του Τζιάκομο Πουτσίνι με διευθυντή τον Αρτούρο Τοσκανίνι. Το κοινό σε Μόντε Κάρλο, Βαρσοβία και Μπουένος Άιρες θα ακούσει επίσης τον Καρούζο να τραγουδά κατά τη διάρκεια αυτής της καθοριστικής φάσης της σταδιοδρομίας του και, κατά την περίοδο 1899-1900, εμφανίστηκε μπροστά στον Τσάρο και τη ρωσική αριστοκρατία στο Θέατρο Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης και το Θέατρο Μπολσόι στη Μόσχα. Οι εμφανίσεις αυτές έγιναν στο πλαίσιο μιας περιοδείας Ιταλών τραγουδιστών πρώτης κατηγορίας. Ο πρώτος μεγάλος ρόλος σε όπερα που δόθηκε στον Καρούζο ήταν η ενσάρκωση του Loris στην Όπερα Fedora του Umberto Giordano στο Teatro Lirico του Μιλάνου, στις 17 Νοεμβρίου 1898. Εκεί, στο ίδιο θέατρο, στις 6 Νοεμβρίου 1902, θα ενσαρκώσει τον ρόλο του Maurizio στην όπερα Adriana Lecouvreur του Francesco Cilea. Ο Πουτσίνι εξέτασε την περίπτωση να δώσει στον νεαρό Καρούζο τον ρόλο του Καβαραντόσσι στην Τόσκα στην πρεμιέρα της όπερας το 1900, αλλά τελικά επέλεξε τον παλαιότερο, πιο καθιερωμένο Emilio De Marchi αντ’ αυτού.

Ο Καρούζο έλαβε μέρος σε μια μεγάλη συναυλία στο θέατρο Σκάλα τον Φεβρουάριο του 1901 που διοργάνωσε ο Τοσκανίνι για να τιμήσει τον πρόσφατο θάνατο του Γκιουζέπε Βέρντι. Μεταξύ εκείνων που εμφανίζονται με αυτόν στη συναυλία ήταν δύο άλλοι κορυφαίοι Ιταλοί τενόροι της εποχής, ο Francesco Tamagno και ο Giuseppe Borgatti. Θα ξεκινήσει την τελευταία σειρά εμφανίσεων στο θέατρο Σκάλα με παραστάσεις τον Μάρτιο του 1902, ενσαρκώνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο τενόρου στην Germania του Alberto Franchetti. Ένα μήνα αργότερα, στις 11 Απριλίου, προσελήφθη από την Gramophone & Typewriter Company για να κάνει την πρώτη του ομάδα ηχητικών εγγραφών, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου του Μιλάνου, για το ποσό των 100 στερλινών. Αυτοί οι δέκα δίσκοι έγινε γρήγορα μπεστ-σέλερ. Μεταξύ άλλων, βοήθησαν να εξαπλωθεί η φήμη του εικοσιεννιάχρονου, τότε, Καρούζο, σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο. Η διεύθυνση της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου, που έδρευε στο Κόβεντ Γκάρντεν, τον έκλεισε για μια σεζόν εμφανίσεων σε οκτώ διαφορετικές όπερες, από την Αΐντα του Βέρντι ως τον Ντον Τζιοβάννι του Μότσαρτ. Το επιτυχημένο ντεμπούτο του στο Κόβεντ Γκάρντεν πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαΐου 1902, στον ρόλο του Δούκα της Μάντοβα στον Ριγκολέττο Βέρντι. Μια από τις υψηλότερα αμειβόμενες ντίβες, η Αυστραλιανή σοπράνο Nellie Melba, συμμετείχε στον ρόλο της Τζίλντα. Θα τραγουδήσουν μαζί συχνά κατά τις αρχές του 1900. Στα απομνημονεύματά της, η Μέλμπα εξήρε τη φωνή του Καρούζο, αλλά τον θεωρούσε ως λιγότερο εξελιγμένο μουσικό και καλλιτέχνη-ερμηνευτή από τον Jean de Reszke – τον μεγαλύτερο τενόρο της Μετροπόλιταν πριν από τον Καρούζο.

Το 1903 ο Καρούζο μετέβη στη Νέα Υόρκη ύστερα από σύμβαση συνεργασίας με την Μετροπόλιταν Όπερα της πόλης. Στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ των εμφανίσεων στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη ο χρόνος του ήταν πλήρης, καθώς έδωσε μια σειρά παραστάσεων στην Ιταλία, την Πορτογαλία και τη Νότια Αμερική. Η σύμβαση μεταξύ Μετροπόλιταν Όπερα και Καρούζο υπογράφηκε ύστερα από ενέργειες του πράκτορά του, τραπεζίτη ιμπρεσάριο Pasquale Simonelli. Η πρώτη εμφάνιση του Καρούζο στη Μετροπόλιταν Όπερα ήταν σε νέα παραγωγή του Ριγκολέτο στις 23 Νοεμβρίου 1903. Αυτή τη φορά, ως Τζίλντα τραγούδησε μαζί του η Marcella Sembrich. Λίγους μήνες αργότερα, άρχισε μόνιμη συνεργασία με την Victor Talking Machine Company. Οι πρώτες ηχογραφήσεις του έγιναν την 1η Φεβρουαρίου του 1904, έχοντας υπογράψει προσοδοφόρα οικονομική συμφωνία με τον Victor. Στη συνέχεια, η συμμετοχή του στις ηχογραφήσεις ήταν συνυφασμένη με τις εμφανίσεις του στη Μετροπόλιταν Όπερα, έτσι ώστε να ενισχύει η μία την άλλη, μέχρι τον θάνατό του, το 1921. Ο Καρούζο αγόρασε τη βίλα Bellosguardo, ένα μεγαλοπρεπές εξοχικό κοντά στη Φλωρεντία, το 1904. Η βίλα έγινε το καταφύγιό του, μακριά από τις πιέσεις της θεατρικής σκηνής και τις ταξιδιωτικές ταλαιπωρίες. Το μέρος που ο Καρούζο προτιμούσε ως διαμονή στη Νέα Υόρκη ήταν μια σουίτα στο Μανχάταν, στο ξενοδοχείο «Knickerbocker». Το «Knickerbocker» ανεγέρθηκε το 1906 στη γωνία Μπρόντγουεϊ και 42ης οδού. Ο Καρούζο ανέθεσε στο κοσμηματοπωλείο «Tiffany & Co.» να κατασκευάσει ένα μετάλλιο σε χρυσό 24 καρατίων, στο οποίο αναπαρίσταται το προφίλ του. Έκανε δώρο αυτό το μετάλλιο στον Σιμονέλλι σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης του για τις πολλές και καλά αμειβόμενες παραστάσεις στη Μετροπόλιταν Όπερα, που του είχε κλείσει ο ιμπρεσάριός του.

Εκτός από τις τακτικές υποχρεώσεις του στη Νέα Υόρκη, ο Καρούζο έδινε ρεσιτάλ και παραστάσεις σε μεγάλο αριθμό πόλεων σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά. Συνέχισε επίσης να τραγουδά στην Ευρώπη, εμφανίζεται και πάλι στο Κόβεντ Γκάρντεν κατά την περίοδο 1904-1907 και 1913-1914 και έκανε περιοδεία στην Αγγλία το 1909. Το κοινό στη Γαλλία, το Βέλγιο, το Μονακό, την Αυστρία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία είχε επίσης την ευκαιρία να τον ακούσει πριν από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1909, η Μέλμπα του ζήτησε να συμμετάσχει στην επικείμενη περιοδεία της στην Αυστραλία, αλλά ο Καρούζο αρνήθηκε την πρόσκληση, λόγω της μακράς διάρκειας ενός παρόμοιου ταξιδιού. Οι καλλιτέχνες της Μετροπόλιταν Όπερα, συμπεριλαμβανομένου και του Καρούζο, είχαν επισκεφθεί το Σαν Φρανσίσκο τον Απρίλιο του 1906 για μια σειρά παραστάσεων. Μετά από μια εμφάνιση ως Δον Χοσέ στην Κάρμεν στο Grand Opera House, το λυρικό θέατρο της πόλης, ένα ισχυρό τράνταγμα ξύπνησε τον Καρούζο στις 5:13 το πρωί της 18ης Απριλίου στη σουίτα που διέμενε, στο Palace Hotel. Ήταν ο μεγάλος σεισμός του Σαν Φρανσίσκο, ο οποίος οδήγησε σε μια σειρά από πυρκαγιές που κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Η Μετροπόλιταν Όπερα έχασε όλα τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα μουσικά όργανα που διέθετε κατά την περιοδεία, αλλά κανένας από τους καλλιτέχνες της δεν έπαθε κάτι. Κρατώντας μια φωτογραφία με αυτόγραφο του Προέδρου Ρ. Ρούζβελτ, ο Καρούζο έφυγε από το ξενοδοχείο και περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο St. Francis για να πάρει το πρωινό του. Ο μάγειρας Τσάρλι Όλσον έφτιαξε για λογαριασμό του μπέικον και αυγά. Προφανώς ο σεισμός δεν είχε καμία επίδραση στην όρεξη του Καρούζο, καθώς καθάρισε το πιάτο του άφησε στον Όλσον φιλοδώρημα $ 2,50. Ο Καρούζο προσπάθησε στη συνέχεια να εγκαταλείψει την πόλη, κάτι που κατάφερε αρχικά με πλοίο και στη συνέχεια με τρένο. Ορκίστηκε να μην επιστρέψει ποτέ στο Σαν Φρανσίσκο και κράτησε τον λόγο του.

Τον Νοέμβριο του 1906, στον Καρούζο αποδόθηκε μια άσεμνη πράξη που φέρεται ότι διαπράχθηκε στον Ζωολογικό κήπο του Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Η αστυνομία τον κατηγόρησε ότι τσίμπησε τα οπίσθια μιας παντρεμένης γυναίκας. Ο Καρούζο ισχυρίστηκε ότι το τσίμπημα διέπραξε ένας πίθηκος. Κρίθηκε ένοχος κατά το κατηγορητήριο, ωστόσο, και του επιβλήθηκε πρόστιμο 10 δολαρίων, αν και υπήρχαν υποψίες ότι μπορεί να είχε παγιδευθεί από το θύμα και τον αστυνομικό που τον συνέλαβε. Η διεύθυνση της Όπερας καθώς και μέλη της υψηλής κοινωνίας της Νέας Υόρκης είχαν εξοργιστεί αρχικά από το συμβάν, το οποίο έλαβε ευρεία κάλυψη από τις εφημερίδες, αλλά σύντομα το συμβάν ξεχάστηκε και η παρακολούθηση των παραστάσεών του συνεχίστηκε κανονικά. Η πλειονότητα των θαυμαστών του Καρούζο, ωστόσο, δεν περιοριζόταν στην ανώτερη οικονομικά τάξη. Τα μέλη της μεσαίας τάξης των ΗΠΑ έσπευδαν, επίσης, να τον ακούσουν να τραγουδάει ή να αγοράσουν τις ηχογραφήσεις του, ενώ παράλληλα είχε ως οπαδούς περίπου 500.000 Ιταλούς μετανάστες της Νέας Υόρκης. Ο Καρούζο ενσάρκωσε τον ρόλο του Dick Johnson στην παγκόσμια πρεμιέρα του έργου του Πουτσίνι Το κορίτσι της Δύσης στις 10 Δεκεμβρίου, 1910. Ο συνθέτης συνέλαβε τη μουσική για τον κεντρικό ήρωα του έργου έχοντας κατά νου ειδικά τη φωνή του Καρούζο. Μαζί του εμφανίστηκαν οι αστέρες της Μ. Ο., η Τσέχα σοπράνο Emmy Destinn και ο βαρύτονος Pasquale Amato. Τη διεύθυνση της ορχήστρας είχε αναλάβει ο Αρτούρο Τοσκανίνι.

Από το 1916 και μετά, ο Καρούζο άρχισε να προσθέτει και ηρωικούς ρόλους, όπως Σαμψών, ο Ιωάννης του Λέιντεν και ο Ελεάζαρ στο ρεπερτόριό του. Περιόδευσε στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη, στη Βραζιλία και στη Νότια Αμερική το 1917, και δύο χρόνια αργότερα επισκέφθηκε την Πόλη του Μεξικού. Το 1920, εισέπραξε το τότε τεράστιο ποσό των 10.000 αμερικανικών δολαρίων ανά βραδιά για να τραγουδήσει στην Αβάνα της Κούβας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεπλάκησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917, με την αποστολή στρατευμάτων στην Ευρώπη. Ο Καρούζο έκανε εκτεταμένο φιλανθρωπικό έργο κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης και συγκέντρωνε χρήματα για τον πόλεμο, δίνοντας συναυλίες και συμμετέχοντας με ενθουσιασμό στις εξορμήσεις του Liberty Bond. Φαίνεται ότι ο ίδιος είχε γίνει ένας έξυπνος επιχειρηματίας αφότου έφθασε στην Αμερική: Τοποθέτησε ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των κερδών του από τα δικαιώματα ηχογραφήσεων και των αμοιβών του από το τραγούδι σε ευρύ φάσμα επενδύσεων. Ο βιογράφος Michael Scott γράφει ότι μέχρι το τέλος του πολέμου το 1918, το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα του Καρούζο ανήλθε σε 154.000 δολάρια. Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Καρούζο είχε ρομαντική σχέση με την Ιταλίδα σοπράνο Anta Giachetti, η οποία ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερη από αυτόν. Αν και ήδη παντρεμένη, απέκτησαν με τον Καρούζο τέσσερις γιους κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, που διήρκεσε από το 1897 έως το 1908. Δύο επέζησαν της παιδικής ηλικίας: Ο Rodolfo Caruso, γεννήθηκε το 1898, και ο τραγουδιστής / ηθοποιός Enrico Caruso, 1904 – 1987. Η Άντα είχε εγκαταλείψει τον σύζυγό της, τον εργοστασιάρχη Gino Botti και τον γιο τους και συγκατοίκησε με τον τενόρο. Οι πληροφορίες που παρέχονται στη βιογραφία του Σκοτ υποδηλώνουν ότι ήταν φωνητικά η προγυμναστής του, καθώς και εραστής του. Δηλώσεις από τον Enrico Caruso, Jr., στο βιβλίο του τείνουν να τεκμηριώσουν τα παραπάνω. Η σχέση της με τον Caruso χάλασε μετά από 11 χρόνια και χώρισαν. Οι επόμενες προσπάθειες της Τζιακέττι να τον μηνύσει για ζημίες απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια.

Προς το τέλος του πολέμου, ο Καρούζο συνάντησε την εικοσιπεντάχρονη Dorothy Park Benjamin. Ήταν κόρη ενός πλούσιου δικηγόρου για διπλώματα ευρεσιτεχνίας της Νέας Υόρκης. Παρά την αποδοκιμασία του πατέρα της Ντόροθυ, το ζευγάρι αποφάσισε να παντρευτεί στις 20 Αυγούστου του 1918. Απέκτησαν μια κόρη, την Gloria Caruso. Η Ντόροθυ έζησε μέχρι το 1955 και έγραψε δύο βιβλία για τον Καρούζο, που δημοσιεύθηκαν το 1928 και το 1945. Τα βιβλία περιλαμβάνουν πολλές από τις επιστολές που ο Καρούζο είχε στείλει στη σύζυγό του. Σχολαστικός στο ντύσιμό τoυ, ο Καρούζο έκανε δύο λουτρά την ημέρα, του άρεσε το καλό ιταλικό φαγητό και η φιλική συντροφιά. Δημιούργησε μια ιδιαίτερα στενή σχέση με τον συνάδελφό του στη Μετροπόλιταν Όπερα και το Κόβεντ Γκάρντεν Αντόνιο Σκόττι, έναν αξιαγάπητο και κομψό βαρύτονο από τη Νάπολη. Ο Καρούζο ήταν προληπτικός και συνήθως είχε μαζί του διάφορα γούρια όταν τραγουδούσε. Έπαιζε χαρτιά για χαλάρωση και σκιτσάριζε τους φίλους του, άλλους τραγουδιστές και μουσικούς. Η Ντόροθυ ανέφερε ότι από τη στιγμή που τον γνώρισε, το αγαπημένο χόμπι του συζύγου της ήταν να κατασκευάζει λευκώματα από αποκόμματα. Είχε συγκεντρώσει επίσης μια πολύτιμη συλλογή από σπάνια γραμματόσημα, νομίσματα, ρολόγια και παλαιές καπνοθήκες. Ήταν αρειμάνιος καπνιστής δυνατών αιγυπτιακών τσιγάρων. Αυτή η βλαβερή συνήθεια, σε συνδυασμό με την έλλειψη άσκησης και το ιδιαίτερα επιβαρυμένο πρόγραμμα των παραστάσεων που ο Καρούζο είχε πρόθυμα αναλάβει στη Μετροπόλιταν Όπερα είναι πιθανό να συνέβαλαν στην επιδείνωση της υγείας του κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1920, ο Καρούζο ολοκλήρωσε τρεις συνεχείς ημέρες ηχογραφήσεων για τη Victor στην Εκκλησία της Αγίας Τριάδας στο Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ. Ηχογράφησε αρκετούς δίσκους, συμπεριλαμβανομένων των Domine Deus και Crucifixus από την Petite Messe του Ροσίνι. Αυτές οι ηχογραφήσεις έμελλε να είναι οι τελευταίες του. Η σύζυγός του σημειώνει ότι η υγεία του συζύγου της άρχισε καθοδική πορεία στα τέλη του 1920 μετά την επιστροφή του από μια μακρά περιοδεία στη Βόρεια Αμερική για συναυλίες. Στη βιογραφία του, ο Ενρίκο ο νεότερος επισημαίνει τον επί σκηνής τραυματισμό που υπέστη ο Caruso ως πιθανή έναρξη της μοιραίας ασθένειάς του. Στην όπερα Σαμψών και Δαλιδά στις 3 Δεκεμβρίου, καθώς έπεφτε ο πυλώνας που υποτίθεται ότι γκρεμίζει ο Σαμψών στο φινάλε, τον είχε χτυπήσει στην πλάτη, πάνω από το αριστερό νεφρό (και όχι στο στήθος, όπως ευρέως έχει αναφερθεί). Λίγες μέρες πριν από την παράσταση του έργου Pagliacci στη Μετροπόλιταν Όπερα (σύμφωνα με τον Pierre Key ήταν 4 Δεκεμβρίου, μια ημέρα μετά τον τραυματισμό του στην όπερα Σαμψών και Δαλιδά) υπέστη κρυολόγημα και εμφάνισε βήχα και ένα «θαμπό πόνο στο πλευρό του». Έμοιαζε με σοβαρό επεισόδιο βρογχίτιδας. Ο γιατρός του Καρούζο Philip Horowitz, ο οποίος συνήθως θεράπευε τις ημικρανίες και τους πονοκεφάλους του καλλιτέχνη με μια πρωτόγονη μονάδα TENS (διαδερμικής ηλεκτρικής νευρικής διέγερσης), διέγνωσε μεσοπλεύριο νευραλγία και αποφάνθηκε ότι είναι σε θέση να εμφανιστεί στη σκηνή, αν και ο πόνος εξακολουθούσε να δυσχεραίνει την παραγωγή της φωνής του, τις αναπνοές αλλά και τις επί σκηνής κινήσεις του.

Enrico Caruso – Core ‘ngrato

Κατά τη διάρκεια της παράστασης της όπερας L’elisir d’amore του Γκαετάνο Ντονιτσέττι στο Brooklyn Academy of Music στις 11 Δεκεμβρίου 1920, υπέστη αιμορραγία στον λαιμό και η παράσταση σταμάτησε στο τέλος της πρώτης πράξης. Μετά το περιστατικό αυτό, μια σαφής αδιαθεσία του Καρούζο είχε ως αποτέλεσμα να δώσει μόνο τρεις παραστάσεις στη Μετροπόλιταν Όπερα, την τελευταία ως Ελεάζαρ στην όπερα του Fromental Halévy, La Juive , στις 24 Δεκεμβρίου 1920. Από την ημέρα των Χριστουγέννων, ο πόνος στο πλευρό του ήταν τόσο βασανιστικός, ώστε ο καλλιτέχνης ούρλιαζε μη αντέχοντάς τον. Η σύζυγός του κάλεσε τον ιατρό του ξενοδοχείου, ο οποίος χορήγησε στον Καρούζο μορφίνη και κωδεΐνη και κάλεσε σε άλλο γιατρό, τον Evan Μ. Evans. Ο Έβανς κάλεσε τρεις ακόμη γιατρούς και τελικά έγινε η σωστή διάγνωση: πυώδης πλευρίτιδα και εμπύημα. Η υγεία του Καρούζο επιδεινώθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια του νέου έτους. Βίωσε επεισόδια έντονου πόνου εξαιτίας της λοίμωξης και υποβλήθηκε σε επτά χειρουργικές επεμβάσεις για την αποστράγγιση του υγρού από το στήθος και τους πνεύμονες του. Επέστρεψε στη Νάπολη για να αναρρώσει από την πιο σοβαρή από τις εγχειρήσεις, κατά την οποία είχε αφαιρεθεί ένα πλευρό. Σύμφωνα με την Ντόροθυ, φάνηκε να ανακάμπτει, αλλά επέτρεψε στον εαυτό του να εξεταστεί από έναν όχι και τόσο έμπιστο τοπικό γιατρό και η κατάστασή του επιδεινώθηκε δραματικά μετά από αυτό. Οι αδελφοί Bastianelli, επιφανείς ιατροί ιδιοκτήτες κλινικής στη Ρώμη, συνέστησαν να αφαιρεθεί το αριστερό νεφρό του. Ήταν στο δρόμο του προς τη Ρώμη για να τους επισκεφθεί, αλλά, ενώ διανυκτέρευε στο ξενοδοχείο Vesuvio στη Νάπολη, χειροτέρευσε δραματικά και του χορηγήθηκε μορφίνη για να τον βοηθήσει να κοιμηθεί.

Ο Καρούζο απεβίωσε στο ξενοδοχείο λίγο μετά τις 09:00 π.μ., τοπική ώρα, στις 2 Αυγούστου 1921. Ήταν 48 ετών. Οι Bastianelli απέδωσαν την αιτία του θανάτου σε περιτονίτιδα που προέκυψε από θραύση διαφραγματικού αποστήματος. Ο βασιλιάς της Ιταλίας, Βίκτωρ Εμμανουήλ ΙΙΙ , άνοιξε τη Βασιλική εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου ντι Πάολα για την κηδεία του Καρούζο, την οποία παρακολούθησαν χιλιάδες άνθρωποι. Το ταριχευμένο σώμα του διατηρήθηκε σε γυάλινη σαρκοφάγο στο νεκροταφείο Del Pianto στη Νάπολη για μπορούν να τον βλέπουν οι προσερχόμενοι για προσκύνημα στη σορό του. Το 1929, η Ντόροθι σφράγισε μόνιμα τα λείψανα του σε περίτεχνο πέτρινο τάφο. Στα 25 χρόνια της σταδιοδρομίας του, που καλύπτει τη χρονική περίοδο 1895-1920, ο Καρούζο πραγματοποίησε 863 εμφανίσεις στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης πριν πεθάνει σε ηλικία 48 ετών. Εν μέρει χάρη στις εξαιρετικά δημοφιλείς ηχογραφήσεις του, ο Καρούζο ήταν μία από τις πιο διάσημες προσωπικότητες της εποχής του και η φήμη του έχει παραμείνει μέχρι σήμερα. Ήταν ένα από τα πρώτα παραδείγματα παγκόσμιας διασημότητας στα μέσα ενημέρωσης. Πέραν των ηχογραφήσεών του, το όνομα Καρούζο έγινε γνωστό σε εκατομμύρια ανθρώπων μέσω των εφημερίδων, βιβλίων, περιοδικών, καθώς και των νέων τεχνολογιών των μέσων ενημέρωσης του 20ου αιώνα, του κινηματογράφου, του τηλεφώνου και του τηλεγράφου. Ο Καρούζο έκανε πολλές περιοδείες, τόσο με τη Μετροπόλιταν Όπερα όσο και από μόνος του, δίνοντας εκατοντάδες παραστάσεις σε όλη την Ευρώπη, τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική. Ήταν πελάτης του διαφημιστή Edward Bernays, κατά τη διάρκεια της θητείας του τελευταίου, ως εκπροσώπου τύπου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Beverly Sills σημείωσε σε συνέντευξή του: «Ήμουν σε θέση να το κάνω με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο και τα μέσα ενημέρωσης και όλα τα είδη των βοηθημάτων. Η δημοτικότητα όμως που απολάμβανε ο Καρούζο χωρίς οποιαδήποτε βοήθεια αυτών των τεχνολογιών είναι εκπληκτική».

Οι βιογράφοι του Καρούζο Pierre key, Bruno Zirato και Stanley Τζάκσον αποδίδουν τη φήμη του όχι μόνο για στη φωνή και τη μουσική δεξιοτεχνία του, αλλά και σε μια δεινή επιχειρηματική λογική και στον ενθουσιώδη, από πλευράς του καλλιτέχνη, εναγκαλισμό των εμπορικών ηχογραφήσεων, που τότε βρίσκονταν στις απαρχές τους. Πολλοί τραγουδιστές όπερας της εποχής του Καρούζο είχαν απορρίψει την πραγματοποίηση παρόμοιων ηχογραφήσεων, λόγω της χαμηλής πιστότητας των πρώτων δίσκων. Άλλοι, συμπεριλαμβανομένων των Adelina Patti, Francesco Tamagno και Nellie Melba, εκμεταλλεύτηκαν τη νέα τεχνολογία από τη στιγμή που περιήλθε σε γνώση τους το ύψος των οικονομικών απολαβών από τις αρχικές ηχογραφήσεις του τενόρου. Ο Καρούζο πραγματοποίησε περισσότερες από 260 σωζόμενες ηχογραφήσεις στις ΗΠΑ για λογαριασμό της Victor Talking Machine Company (αργότερα RCA Victor) κατά την περίοδο 1904-1920 και κέρδισε εκατομμύρια δολάρια από δικαιώματα στις λιανικές πωλήσεις των δίσκων 78 στροφών. Είχε, επίσης, ακουστεί ζωντανά από τη Μετροπόλιταν Όπερα το 1910, όταν συμμετείχε στην πρώτη δημόσια ραδιοφωνική εκπομπή που μεταδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Καρούζο εμφανίστηκε επίσης σε δύο κινηματογραφικές ταινίες. Το 1918 έπαιξε διπλό ρόλο στην Αμερικανική ταινία του βωβού κινηματογράφου My Cousin για την Paramount Pictures. Αυτή η ταινία περιελάμβανε μια σεκάνς που τον απεικονίζει στη σκηνή ενώ ερμηνεύει την άρια Vesti la giubba από από την όπερα Pagliacci του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο. Το επόμενο έτος ο Καρούζο ερμήνευσε τον χαρακτήρα του Cosimo σε μια άλλη ταινία, με τίτλο The Splendid Romance. Ο παραγωγός Jesse Λάσκι κατέβαλε στον Καρούζο $100.000 για να εμφανιστεί σε καθεμιά από αυτές τις δύο ταινίες, αλλά το My Cousin σημείωσε παταγώδη αποτυχία στο box office ενώ η πολύ καλή παραγωγή Romance δεν κυκλοφόρησε ποτέ.

Ενώ ο Καρούζο τραγούδησε σε χώρους όπως η Λα Σκάλα στο Μιλάνο, στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, το Κόβεντ Γκάρντεν στο Λονδίνο, το θέατρο Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης και το Teatro Colon στο Μπουένος Άιρες , ήταν επίσης ο κορυφαίος τενόρος της Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης για 18 διαδοχικές σαιζόν. Ήταν στη Μετροπόλιταν Όπερα το 1910, οπότε και ερμήνευσε τον ρόλο του Dick Johnson στην όπερα La fanciulla del West του Τζάκομο Πουτσίνι. Η φωνή του Καρούζο εκτεινόταν έως το υψηλό Ντο στην ακμή της και μεγάλωσε σε ένταση και μεστότητα, καθώς μεγάλωνε. Τραγούδησε ευρύ φάσμα ρόλων, που κυμαίνονται από λυρικούς ως spinto, με δραματικά μέρη, του ιταλικού και γαλλικού ρεπερτορίου. Στο γερμανικό ρεπερτόριο, ο Καρούζο ερμήνευσε μόνο δύο ρόλους, του Assad, στην όπερα του Karl Goldmar Η βασίλισσα του Σαβά, και του Lohengrin του Ρίχαρντ Βάγκνερ, και τους δυο στα ιταλικά στο Μπουένος Άιρες το 1899 και 1901, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Καρούζο έλαβε πολλές τιμητικές διακρίσεις από μονάρχες, κυβερνήσεις και διάφορα πολιτιστικά όργανα των διαφόρων κρατών στα οποία τραγουδούσε. Ήταν επίσης αποδέκτης της διάκρισης της ιταλικής Ιπποσύνης. Το 1917 εξελέγη επίτιμο μέλος της Phi Mu της Alpha Sinfonia, της εθνικής αδελφότητας των ατόμων που είχαν εμπλακεί με τη μουσική, του Ωδείου της Νέας Αγγλίας στη Βοστόνη. Ένα ασυνήθιστο βραβείο που τού απονεμήθηκε, ήταν όταν ονομάστηκε «επίτιμος αρχηγός της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης». Τού απονεμήθηκε, επίσης, μετά θάνατον το Βραβείο Lifetime Achievement Grammy, το 1987. Στις 27 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, η Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ εξέδωσε γραμματόσημο ονομαστικής αξίας 22 σεντς προς τιμήν του. Ψηφίστηκε στο περιοδικό Gramophone Hall of Fame ‘s το 2012 και στο Hall of Fame του περιοδικού Gramophone Magazine το 2012.

Όπως αναφέρει ο τραγουδιστής και συγγραφέας John Potter, ο Καρούζο διέθετε φωνή ανδροπρεπή και δυνατή, όμως γλυκιά και λυρική. Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι έγινε ένας από τους πρώτους μεγάλους κλασικούς αοιδούς που έκανε πολλές ηχογραφήσεις: Ο ίδιος και οι δίσκοι του βοήθησαν ο ένας τον άλλο για να προωθήσουν τη σταδιοδρομία του στις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Πολλές από τις ηχογραφήσεις του έχουν παραμείνει συνεχώς διαθέσιμες από την πρώτη τους έκδοση, ενώ πολλοί από τους δίσκους έχουν γίνει ριμέικ και επανακυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Οι πρώτες ηχογραφήσεις του Καρούζο κλείστηκαν από τον πρωτοπόρο στον τομέα Fred Gaisberg, κυκλοφόρησαν σε τρεις χωριστούς δίσκους στο Μιλάνο κατά τον Απρίλιο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1902. Είχαν γίνει με συνοδεία πιάνου για τον πρόδρομο της HMV / EMI, Gramophone & Typewriter Company. Τον Απρίλιο του 1903, έκανε επτά νέες ηχογραφήσεις, επίσης, στο Μιλάνο, για λογαριασμό της Anglo-Italian Commerce Company. Αυτές κυκλοφόρησαν σε δίσκους που φέρουν επισήμανση της εταιρείας Zonophone. Ακολούθησαν τρεις ακόμη ηχογραφήσεις στο Μιλάνο για λογαριασμό της AICC τον Οκτώβριο. Αυτή τη φορά κυκλοφόρησαν με τη φίρμα της Pathé Records τόσο σε κυλίνδρους όσο και σε δίσκους. Την 1η Φεβρουαρίου 1904, ο Καρούζο άρχισε να ηχογραφεί αποκλειστικά για τη Victor Talking Machine Company στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ οι περισσότερες ηχογραφήσεις του για την American Recordings έγιναν σε στούντιο στη Νέα Υόρκη και στο Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ, η Victor τον ηχογράφησε, επίσης, περιστασιακά στην Εκκλησία της Αγίας Τριάδας στο Κάμντεν, την οποία η εταιρεία έκλεισε το 1917 λόγω της εξαίρετης ακουστικής της και μπορούσε να φιλοξενήσει μεγάλη ορχήστρα. Οι πρώτες ηχογραφήσεις του Καρούζο για λογαριασμό της Victor έγιναν το 1904 στην αίθουσα 826 στο του Κάρνεγκι Χωλ στη Νέα Υόρκη. Η τελευταία ηχογράφηση του Καρούζο πραγματοποιήθηκε στην Εκκλησία της Αγίας Τριάδας στο Κάμντεν στις 16 Σεπτεμβρίου 1920, στην οποία τραγούδησε τα μέρη Domine Deus και Crucifixus της Petite Messe solennelle του Ροσίνι.

Οι πρώτες ηχογραφήσεις του καλλιτέχνη σε άριες από όπερες και τραγούδια επί αμερικανικού εδάφους, συνοδεύονται από πιάνο, όπως και οι παλαιότερες ηχογραφήσεις του στο Μιλάνο. Από τον Φεβρουάριο του 1906, ωστόσο, οι ηχογραφήσεις πραγματοποιούνταν συνοδεία ορχήστρας, η οποία αποτελούνταν από έντεκα έως και είκοσι μουσικούς. Σε αυτές τις ηχογραφήσεις την ορχήστρα διηύθυναν είτε ο Walter B. Rogers είτε, από το 1916, ο Josef Pasternack. Από το 1932, η RCA Victor στις ΗΠΑ και η EMI (HMV) στο Ηνωμένο Βασίλειο, επανεξέδωσαν πολλές από τις παλαιές τους ηχογραφήσεις κατά τις η αρχική ορχηστρική συνοδεία αντικαταστάθηκε με επανεγγραφή συνοδείας μεγαλύτερης ορχήστρας. Το 1950, η RCA Victor επανεξέδωσε πολλές από τις ηχογραφήσεις του καλλιτέχνη σε δίσκους 78 στροφών από μαλακότερο βινύλιο αντί του συνήθους, ως τότε, σκληρού βινυλίου, εξασφαλίζοντας έτσι καλύτερο άκουσμα. Καθώς οι δίσκοι μεγάλης διάρκειας (LP) άρχισαν να γίνονται έγινε δημοφιλείς, πολλές από ηχογραφήσεις υπέστησαν ηλεκτρονική επεξεργασία, προκειμένου να κυκλοφορήσουν σε αυτή τη μορφή. Μερικές από τις ηχογραφήσεις του επίσης κυκλοφόρησαν από την RCA Victor σε μορφή δίσκων 45 στροφών στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Στη δεκαετία του 1970, ο Thomas G. Stockham του Πανεπιστημίου της Γιούτα χρησιμοποίησε μια πρώιμη τεχνική ψηφιακής επανεπεξεργασίας που ονομάζεται Soundstream για να επαναδημιουργήσει τις ηχογραφήσεις της Victor, για λογαριασμό της εταιρείας RCA. Αυτές οι πρώτες προσπάθειες ψηφιοποίησης εκδόθηκαν εν μέρει σε LP, αρχής γενομένης από το 1976, και στη συνέχεια εκδόθηκαν πλήρεις από την RCA σε CD (το 1990 και ξανά το 2004). Άλλα πλήρη σύνολα των ηχογραφήσεων του Καρούζο σε νεότερες ψηφιακές αποκαταστάσεις εκδόθηκαν σε CD με την ετικέτα της Pearl και κατά την περίοδο 2000-2004 από τη Naxos Records.

Η Naxos κυκλοφόρησε ένα σύνολο δώδεκα δίσκων στους οποίους είχε γίνει remaster από τον διάσημο Αμερικανό μηχανικός αποκατάστασης ήχου Ward Marston. Η Pearl κυκλοφόρησε επίσης το 1993, ένα σετ από CD αφιερωμένα στην RCA για την ηλεκτρονικά επεξεργασμένη εκδοχή του αρχικού υλικού των δίσκων του Καρούζο. Οι ηχογραφήσεις του καλλιτέχνη είναι πλέον είναι τώρα διαθέσιμες στο Διαδίκτυο για ψηφιακές λήψεις. Οι πλέον δημοφιλείς λήψεις στο iTunes ήταν τα γνώριμα ιταλικά τραγούδια (καντσονέτες) Santa Lucia και O Sole Mio. Ο Καρούζο απεβίωσε πριν από την καθιέρωση της μεγαλύτερης πιστότητας ηλεκτρικής τεχνολογίας καταγραφής το 1925. Όλες οι ηχογραφήσεις έγιναν με τη χρήση της ακουστικής διαδικασίας, η οποία απαιτεί από τον καλλιτέχνη να τραγουδήσει μπροστά σε ένα μεταλλικό κέρατο ή χοάνη που αναμεταδίδει τον ήχο απευθείας σε έναν κύριο δίσκο (master record), ο οποίος χαράσσεται μέσω μιας βελόνης. Αυτή η διαδικασία είναι σε θέση να καταγράψει μόνο περιορισμένο εύρος των αποχρώσεων και της χροιάς που διαθέτει η φωνή του καλλιτέχνη. Οι ακουστικές ηχογραφήσεις του Καρούζο σε δίσκους 12-ιντσών περιορίστηκαν σε μέγιστη διάρκεια περίπου 4:30 λεπτά. Κατά συνέπεια, οι επιλογές που ηχογράφησε περιορίζονταν σε αυτές που θα μπορούσαν να υποστούν επεξεργασία, ώστε να καλύπτουν αυτόν τον χρονικό περιορισμό.

O Sole Mio

♦ και μια προσωπική άποψη περί της Όπερας:

Έχει επικρατήσει η άποψη πως η Όπερα, ως καλλιτεχνικό είδος, απευθύνεται μόνον στους ανθρώπους των ανώτερων κοινωνικοοικονομικά τάξεων, ιδιαίτερα στη χώρα μας. Η εντέχνως καλλιεργημένη αυτή πεποίθηση αποτελεί μέγα ψεύδος. Αυτό το σύνθετο και εμπνευσμένο είδος τέχνης που ονομάζεται Όπερα, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των ολίγων, η Όπερα είναι είδος γνήσια λαϊκό και απευθύνεται προς όλους τους ανθρώπους που αγαπούν το ωραίο, ασχέτως αν – για διάφορους λόγους – το οικειοποιήθηκαν άνθρωποι ανήκοντες σε οικονομικές κάστες, όπως αυτές που γεμίζουν τις αίθουσες του Μεγάρου Μουσικής και ικανοποιούνται μόνον από την ανούσια επίδειξη του πλούτου (συνήθως, προσφάτως αποκτηθείς). Έχω την αίσθηση πως οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους προσεγγίζουν επιδερμικά τα νοήματα της υψηλής αυτής τέχνης και με δυσκολία μπορούν να βιώσουν τα συναισθήματα που γεννά η Όπερα. Τα δημιουργήματα που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα ο Verdi, ο Mozart, ο Wagner, ο Donizetti απευθύνονται στον απλό και καθημερινό άνθρωπο. Είναι καιρός να εξοβελίσουμε το αίσθημα κατωτερότητας που αρκετοί από εμάς συνηθίσαμε να κουβαλάμε, να διαγράψουμε την πεποίθηση που λέει πως κάποια πράγματα «δεν είναι για μας» και να απολαύσουμε τον μαγικό κόσμο της Τέχνης σε όλες του τις εκφάνσεις.

Advertisements