Daniel Barenboim

Ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ γεννήθηκε το 1942 στο Μπουένος Άιρες, όπου είχαν καταφύγει οι παππούδες του για να γλιτώσουν από τα αντισημιτικά πογκρόμ του 1904. Είχε την τύχη να παίξει πιάνο για τον Βίλχελμ Φούρτβενγκλερ, ο οποίος είπε γι’αυτόν: «ο μικρός Μπάρενμποϊμ είναι φαινόμενο». O 70χρονος σήμερα μαέστρος είναι μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στον χώρο της κλασικής μουσικής. Είναι ο μοναδικός ισραηλινός πολίτης στον κόσμο που μπορεί να επιδείξει και παλαιστινιακό διαβατήριο. Μαζί με τον στενό φίλο του Έντουαρντ Σαΐντ, τον αμερικανοπαλαιστίνιο διανοούμενο που έφυγε από τη ζωή το 2003, ίδρυσε την ορχήστρα Western-Eastern Divan, που πήρε το όνομά της από μια συλλογή ποιημάτων του Γκαίτε. Νεαροί μουσικοί από το Ισραήλ, τον Λίβανο, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, το Ιράν, την Τουρκία ή τη Συρία, μαθαίνουν να συμβιώνουν αρμονικά και δημιουργικά δίνοντας ένα παράδειγμα του πώς θα μπορούσαν να συνυπάρξουν ειρηνικά Άραβες και Ισραηλινοί. Η μόνη σιγουριά του Μπάρενμποϊμ είναι ότι η ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν μάθει να θεωρούν ο ένας τον άλλον εχθρό είναι κάτι που μαθαίνεται.

«Μπροστά σε μια Συμφωνία του Μπετόβεν, μπροστά στον Ντον Τζιοβάνι του Μότσαρτ ή τον Τριστάνο και την Ιζόλδη του Βάγκνερ, όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίσοι». Daniel Barenboim

Ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ είναι ο πρώτος εβραίος μουσικός που το 2001 έπαιξε Βάγκνερ στο Ισραήλ. Αυτή η συμβολική κίνησή του προκάλεσε πολύ θόρυβο, αναγκάζοντας τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης αλλά και το σύνολο της κοινωνίας να ανοίξει μια δύσκολη συζήτηση – στην οποία συμμετείχε και ο κορυφαίος αμερικανοπαλαιστίνιος διανοούμενος Έντουαρντ Σαΐντ. Παρακάτω θα διαβάσετε αποσπάσματα από το άρθρο του Σαΐντ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Al Hayat.

Ο Μπάρενμποϊμ και το ταμπού Βάγκνερ.

«…Ο Μπάρενμποϊμ είναι μια πολύπλοκη φυσιογνωμία, κάτι που εξηγεί τη φρενίτιδα που προκάλεσε η πρωτοβουλία του. Όλες οι κοινωνίες αποτελούνται από την πλειοψηφία του μέσου όρου, πολίτες που ακολουθούν τα καθιερωμένα σχήματα, καθώς και από έναν ελάχιστο αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι, χάρη στο ταλέντο και την πνευματική τους ανεξαρτησία, δεν ανήκουν διόλου στον μέσο όρο, αλλά κατά διάφορους τρόπους αποτελούν πρόκληση, αν όχι προσβολή, για τη συνήθως εχθρική πλειοψηφία. Τα προβλήματα ανακύπτουν όταν η εχθρική πλειοψηφία προσπαθεί να μειώσει και να ταξινομήσει τους πολύπλοκους και ασυνήθιστους ανθρώπους που αποτελούν την ελάχιστη μειοψηφία.

Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη – οι πολλοί δεν μπορούν εύκολα να ανεχθούν κάποιον που είναι αξιοσημείωτα διαφορετικός, πιο ταλαντούχος και πρωτότυπος από τους ίδιους – και αναπόφευκτα προκαλεί οργή και παραλογισμό στην πλειοψηφία. Αρκεί να δούμε τι έκανε η Αθήνα στον Σωκράτη μόνο και μόνο επειδή ήταν μια μεγαλοφυΐα που θέλησε να διδάξει τους νέους πώς να σκέφτονται ανεξάρτητα: τον καταδίκασε σε θάνατο.

Οι Εβραίοι του Άμστερνταμ εξόρισαν τον Σπινόζα, επειδή οι ιδέες του τούς ξεπερνούσαν. Ο Γαλιλαίος τιμωρήθηκε από την Εκκλησία. Ο Al Hallaj σταυρώθηκε εξαιτίας της ενόρασής του – και πάει λέγοντας εις τον αιώνα. Ο Μπάρενμποϊμ είναι μια προικισμένη, εξαιρετικά ασυνήθιστη φυσιογνωμία, που ξεπέρασε διάφορα όρια και παραβίασε πολλά από τα αμέτρητα ταμπού που δεσμεύουν την ισραηλινή κοινωνία. […]

Η παράλογη καταδίκη και η καθολική καταγγελία πολύπλοκων φαινομένων όπως ο Βάγκνερ είναι τυφλή και εντελώς απαράδεκτη – ακριβώς όπως για τους Άραβες υπήρξε μια ηλίθια και αδιέξοδη πολιτική το να χρησιμοποιούν επί τόσα χρόνια φράσεις όπως “η σιωνιστική οντότητα” και να αρνούνται κατηγορηματικά να καταλάβουν και να αναλύσουν το Ισραήλ και τους Ισραηλινούς με το επιχείρημα ότι η ύπαρξή τους δεν πρέπει να αναγνωριστεί επειδή προκάλεσαν την παλαιστινιακή nakba.

Η ιστορία είναι μια δυναμική διαδικασία, και αν περιμένουμε από τους Ισραηλινούς Εβραίους να μη χρησιμοποιούν το Ολοκαύτωμα για να νομιμοποιήσουν αποτρόπαιες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος του παλαιστινιακού λαού πρέπει και οι ίδιοι να ξεπεράσουμε τέτοιες ηλιθιότητες, όπως το να λέμε ότι το Ολοκαύτωμα δεν έγινε ποτέ και ότι οι Ισραηλινοί στο σύνολό τους, άνδρες και γυναίκες, είναι καταδικασμένοι στην αιώνια αποστροφή και εχθρότητά μας.

Οι πολιτικοί ας αναμασούν τις συνηθισμένες ανοησίες τους και ας κάνουν ό,τι θέλουν, το ίδιο και οι επαγγελματίες δημαγωγοί. Για τους διανοούμενους όμως, τους καλλιτέχνες και τους ελεύθερους πολίτες, είναι πάντα αναγκαίο να υπάρχει χώρος για τη διαφωνία, για τις εναλλακτικές απόψεις, για τρόπους και δυνατότητες αντιμετώπισης της τυραννίας της πλειοψηφίας και, ταυτόχρονα, πράγμα ακόμη σημαντικότερο, για την προώθηση του διαφωτισμού και της ελευθερίας.

Αυτή η ιδέα δεν μπορεί να απορριφθεί εύκολα ως εισαγόμενη από τη ‟Δύση” και, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη στον αραβικό και τον μουσουλμανικό κόσμο, ή, κατ’ αναλογία, στις εβραϊκές κοινωνίες και παραδόσεις. Πρόκειται για μια οικουμενική αξία που συναντάται σε κάθε παράδοση. Κάθε κοινωνία ταλανίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ δικαιοσύνης και αδικίας, άγνοιας και γνώσης, ελευθερίας και καταπίεσης.

Το ζήτημα είναι όχι απλώς να ανήκει κανείς στη μια πλευρά ή στην άλλη, επειδή έτσι του υπαγορεύθηκε, αλλά να επιλέγει προσεκτικά και να προβαίνει σε κρίσεις που αναζητούν το ορθό και το δίκαιο, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Σκοπός της εκπαίδευσης δεν είναι η σωρευτική απομνημόνευση γεγονότων ή η αποστήθιση της ‟σωστής” απάντησης, αλλά το να μάθει κανείς να σκέφτεται κριτικά για λογαριασμό του.

Αντιμέτωπος με την υπόθεση Βάγκνερ – Μπάρενμποϊμ αναρωτιέται κανείς: πόσοι συγγραφείς, μουσικοί, ποιητές, ζωγράφοι θα επιζούσαν ενώπιον του κοινού, αν αυτό αποτιμούσε την τέχνη τους στη βάση της ηθικής τους συμπεριφοράς; Και ποιος είναι εκείνος που θα αποφασίσει ποιος βαθμός ασχήμιας και προστυχιάς είναι ανεκτός στην καλλιτεχνική παραγωγή οποιουδήποτε δημιουργού; Ένα ώριμο πνεύμα έχει τη δυνατότητα να συγκρατήσει δύο αντιφατικά δεδομένα: ότι ο Βάγκνερ υπήρξε μεγάλος καλλιτέχνης και, συνάμα, απεχθής άνθρωπος.

Δυστυχώς, δεν μπορεί κανείς να έχει το ένα χωρίς το άλλο. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι καλλιτέχνες δεν θα έπρεπε να κρίνονται από ηθική άποψη για την ανηθικότητα ή τις κακοήθεις πρακτικές τους, αλλά ότι το έργο ενός καλλιτέχνη δεν μπορεί να κριθεί μόνο σ’ αυτή τη βάση και αναλόγως να αποτιμηθεί ή και να απαγορευτεί...».

Εντουαρντ Σαΐντ

Advertisements