Κριτική του διαχωρισμού

Δεν ξέρουμε τί να πούμε. Ακολουθίες λέξεων επαναλαμβάνονται, χειρονομίες αναγνωρίζονται. Ασφαλώς, κάποιες μέθοδοι μαθαίνονται επαρκώς, κάποια αποτελέσματα επαληθεύονται. Συχνά, είναι διασκεδαστικό. Αλλά τόσα πολλά πράγματα που επιθυμήσαμε δεν επιτεύχθηκαν ή επιτεύχθηκαν μονάχα εν μέρει και όχι με τον τρόπο που φανταστήκαμε. Ποια επικοινωνία θελήσαμε, βιώσαμε ή απλώς προσομοιώσαμε; Ποιο πραγματικό σχέδιο χάθηκε;

Το κινηματογραφικό θέαμα έχει τους κανόνες του, τις αξιόπιστες μεθόδους του για την παραγωγή ευάρεσκων προϊόντων. Αλλά η πραγματικότητα που πρέπει να εκληφθεί ως σημείο εκκίνησης είναι η δυσαρέσκεια. Η λειτουργία του κινηματογράφου – είτε πρόκειται για δραματικό κινηματογράφο είτε για ντοκιμαντέρ – είναι να παρουσιάσει μια ψευδή και απομονωμένη συνοχή ως υποκατάστατο μιας επικοινωνίας και μιας δραστηριότητας που απουσιάζουν. Για την απομυστικοποίηση του κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ, είναι απαραίτητο να αναλυθεί το αντικείμενό του. Ένας καλά εδραιωμένος κανόνας είναι ότι κάθε διατύπωση που δεν παριστάνεται με εικόνες σε μια ταινία πρέπει να επαναλαμβάνεται – ειδάλλως θα διαφύγει από τους θεατές. Αυτό ίσως είναι αλήθεια. Αλλά η ίδια αυτή αποτυχημένη επικοινωνία λαμβάνει χώρα συνεχώς στις καθημερινές συναντήσεις. Κάτι πρέπει να αποσαφηνιστεί αλλά δεν υπάρχει αρκετός χρόνος και δεν είσαι σίγουρος ότι έγινες κατανοητός. Προτού να πεις ή να κάνεις αυτό που ήταν αναγκαίο, το άλλο πρόσωπο έχει ήδη φύγει. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Σε υπερπόντιο ταξίδι. Πολύ αργά για οποιαδήποτε διόρθωση. Μετά από όλο τον κενό χρόνο, μετά από όλες τις χαμένες στιγμές απομένουν εκείνα τα καρτ- ποστάλ τοπία που διασχίζονται ατελείωτα· εκείνη η απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα στον καθένα από μας και όλους τους άλλους. Η παιδικότητα; Βρίσκεται ακριβώς εδώ· δεν αναδυθήκαμε ποτέ από αυτήν.

Η εποχή μας συσσωρεύει δυνάμεις και φαντάζεται ότι είναι ορθολογική. Αλλά κανένας δεν αναγνωρίζει αυτές τις δυνάμεις σαν να είναι δικές του. Πουθενά δεν υπάρχει είσοδος στην ενηλικιότητα. Το μόνο που συμβαίνει είναι ότι αυτή η μακρά ανησυχία μερικές φορές εξελίσσεται τελικά σε έναν προγραμματισμένο ύπνο. διότι κανένας δεν παύει να βρίσκεται υπό κηδεμονία. Το ζήτημα δεν είναι να αναγνωριστεί ότι κάποιοι άνθρωποι ζουν λιγότερο ή περισσότερο φτωχά από κάποιους άλλους, αλλά ότι όλοι ζούμε με τρόπους που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας. Την ίδια στιγμή, αυτός ο κόσμος είναι που μας δίδαξε πώς αλλάζουν τα πράγματα. Τίποτα δε μένει το ίδιο. Ο κόσμος αλλάζει ολοένα πιο γρήγορα κάθε μέρα· και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτοί που τον δημιουργούν καθημερινά ενάντια στον εαυτό τους μπορούν να τον οικειοποιηθούν για τον εαυτό τους.

Η μόνη περιπέτεια, είπαμε, είναι να αμφισβητήσουμε την ολότητα, της οποίας το επίκεντρο είναι αυτός ο τρόπος ζωής όπου μπορούμε να δοκιμάσουμε τη δύναμή μας αλλά δεν μπορούμε ποτέ να την χρησιμοποιήσουμε. Καμία περιπέτεια δε δημιουργείται άμεσα για μας. Οι περιπέτειες που παρουσιάζονται σε μας αποτελούν μέρος μιας σωρείας μύθων που μεταδίδονται μέσω του κινηματογράφου ή με άλλους τρόπους· μέρος της συνολικής θεαματικής απάτης της ιστορίας. Μέχρι να κυβερνηθεί συλλογικά το περιβάλλον, δε θα υπάρχουν πραγματικά άτομα· θα υπάρχουν μονάχα φαντάσματα τα οποία θα στοιχειώνουν τα αντικείμενα που παρουσιάζονται σε αυτά άναρχα από τους άλλους. Σε τυχαίες περιστάσεις, συναντάμε ανθρώπους μόνους που κινούνται στα τυφλά. Τα διαφορετικά συναισθήματά τους αλληλοεξουδετερώνονται και ενισχύουν το συμπαγές περιβάλλον της πλήξης τους. Εφόσον δεν μπορούμε να πραγματώσουμε τη δική μας ιστορία, να δημιουργήσουμε ελεύθερα καταστάσεις, οι προσπάθειές μας για ενότητα θα δημιουργούν νέους διαχωρισμούς. Η αναζήτηση της ενοποιημένης δραστηριότητας οδηγεί στη δημιουργία νέων εξειδικεύσεων. Και μονάχα κάποιες συναντήσεις έμοιαζαν με σημάδια που πήγαζαν από μια πιο έντονη ζωή, μια ζωή που δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί πραγματικά.

Αυτό που δεν μπορεί να ξεχαστεί επανεμφανίζεται στο όνειρο. Στο τέλος αυτού του ονείρου, εν υπνώσει ακόμα κατά το ήμισυ, τα συμβάντα εκλαμβάνονται ακόμα ως αληθινά για μια στιγμή. Έπειτα, οι αντιδράσεις που δημιουργούν γίνονται πιο ξεκάθαρες, πιο διακριτές, πιο εύλογες· όπως συμβαίνει τόσα πρωινά με την ανάμνηση αυτών που ήπιες το προηγούμενο βράδυ. Έπειτα έρχεται η επίγνωση ότι όλα είναι ψεύτικα, ότι ήταν μονάχα ένα όνειρο, ότι οι νέες πραγματικότητες ήταν απατηλές και δεν μπορείς να επιστρέψεις σε αυτές. δεν υπάρχει τίποτα για να μπορέσεις να κρατηθείς. Αυτά τα όνειρα αποτελούν στιγμιαίες λάμψεις ενός ανεξιχνίαστου παρελθόντος, λάμψεις οι οποίες φωτίζουν στιγμές που βιώθηκαν άλλοτε μέσα στη σύγχυση και την αμφιβολία. Παρέχουν μια ακατέργαστη αποκάλυψη των ανεκπλήρωτων αναγκών μας.

Εδώ βλέπουμε το φως της ημέρας και προοπτικές που δεν έχουν πια κανένα νόημα. Οι τομείς μιας πόλης μπορούν να αποκωδικοποιηθούν ως ένα βαθμό. Αλλά το προσωπικό νόημα που είχαν για μας δεν είναι επικοινωνήσιμο, όπως συμβαίνει και με τη μυστικότητα της ιδιωτικής ζωής εν γένει, σε σχέση με την οποία δε διαθέτουμε παρά μόνο κάποια αξιοθρήνητα στοιχεία. Οι επίσημες ειδήσεις βρίσκονται αλλού. Η κοινωνία μεταδίδει στον εαυτό της την εικόνα της δικής της ιστορίας, μιας ιστορίας που υποβιβάζεται σε μια επιφανειακή και στατική παρέλαση των αρχόντων της· των ανθρώπων που ενσαρκώνουν τον φαινομενικά αναπόφευκτο χαρακτήρα όσων συμβαίνουν. Ο κόσμος των αρχόντων είναι ο κόσμος του θεάματος. Ο κινηματογράφος ταιριάζει καλά σε αυτούς. Ανεξάρτητα από το αντικείμενό του, ο κινηματογράφος παρουσιάζει ήρωες και παραδειγματικές συμπεριφορές που υποδειγματοποιούνται σύμφωνα με το ίδιο παλιό πρότυπο των αρχόντων.

Αυτή η κυρίαρχη ισορροπία αμφισβητείται εκ νέου κάθε φορά που άγνωστοι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν με διαφορετικό τρόπο. Αλλά αυτός ο τρόπος βρισκόταν πάντοτε μακριά από εμάς. Μαθαίνουμε γι’ αυτόν από τις εφημερίδες και τα δελτία ειδήσεων. Παραμένουμε έξω από αυτόν, σχετιζόμαστε μαζί του σαν να πρόκειται απλώς για άλλο ένα θέαμα. διαχωριζόμαστε από αυτόν χάρη στη δική μας απουσία παρέμβασης. Και καταλήγουμε απογοητευμένοι από τους εαυτούς μας. Άραγε σε ποια στιγμή αναβλήθηκε η επιλογή; Πότε χάσαμε την ευκαιρία μας; δε βρήκαμε τα όπλα που χρειαζόμαστε. Αφήσαμε τα πράγματα να μας ξεφύγουν. Άφησα το χρόνο να ξεφύγει. Έχασα αυτό που έπρεπε να υπερασπιστώ.

Αυτή η γενική κριτική του διαχωρισμού προφανώς εμπεριέχει – και συγκαλύπτει – κάποιες ιδαίτερες αναμνήσεις. Κάποια λιγότερο αναγνωρισμένη οδύνη, κάποιο λιγότερο ευεξήγητο αίσθημα ντροπής. Άραγε ποιος ακριβώς διαχωρισμός ήταν; Πόσο γρήγορα ζήσαμε! Σε αυτό ακριβώς το σημείο επιστρέφουμε τώρα στην αποσπασματική ιστορία μας. Καθετί που αφορά τη σφαίρα της απώλειας – δηλαδή, αυτό που έχασα από τον εαυτό μου, το χρόνο που χάθηκε· την εξαφάνιση, τη φυγή· και τη γενική φθαρτότητα των πραγμάτων, ακόμα και αυτό που αποκαλείται χαμένος χρόνος σύμφωνα με την κυρίαρχη και επομένως χυδαιότερη κοινωνική αντίληψη του χρόνου – όλα αυτά βρίσκουν σε εκείνον τον παράξενα εύστοχο παλιό στρατιωτικό όρο «χαμένα παιδιά» την τομή τους με τη σφαίρα της ανακάλυψης, της εξερεύνησης άγνωστων εδαφών, καθώς και με όλες τις μορφές αναζήτησης, περιπέτειας, πρωτοπορίας. Αυτό είναι το σταυροδρόμι όπου βρεθήκαμε και χάσαμε το δρόμο μας.

Πρέπει να αναγνωριστεί ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι πολύ ξεκάθαρο. Πρόκειται για έναν εντελώς συνήθη μονόλογο ενός μεθυσμένου, με τους ακατάληπτους υπαινιγμούς και την ανιαρή απαγγελία του. Με τις μάταιες φράσεις που δεν περιμένουν απάντηση, και με τις αγέρωχες εξηγήσεις του. Και τις σιωπές του. Η φτώχεια των μέσων αποσκοπεί να αποκαλύψει τη σκανδαλώδη φτώχεια του αντικειμένου. Τα γεγονότα που συμβαίνουν στην ατομική μας ύπαρξη σύμφωνα με τη σημερινή της οργάνωση, τα γεγονότα που μας αφορούν πραγματικά και απαιτούν τη συμμετοχή μας δεν αξίζουν γενικά τίποτα παραπάνω από την αδιαφορία μας ως απόμακρων θεατών που πλήττουν. Αντίθετα, οι καταστάσεις που παρουσιάζονται στα έργα τέχνης είναι συχνά ελκυστικές, καταστάσεις που θα άξιζαν την ενεργή συμμετοχή μας. Πρόκειται για ένα παράδοξο που πρέπει να αντιστραφεί, να στηθεί ξανά στα πόδια του. Αυτό πρέπει να εκπληρωθεί πρακτικά. Αναφορικά με εκείνο το ανόητο θέαμα του διαδεδομένου και κατακερματισμένου παρελθόντος που είναι γεμάτο από θορύβους και οργή, το ζήτημα τώρα δεν είναι να το μετασχηματίσουμε ή να το «προσαρμόσουμε» σε ένα διαφορετικό, ευπρεπώς διατεταγμένο θέαμα που θα έπαιζε το παιχνίδι της ευπρεπώς διατεταγμένης κατανόησης και συμμετοχής. Όχι. Μια συνεκτική καλλιτεχνική έκφραση δεν εκφράζει τίποτα άλλο εκτός από τη συνοχή του παρελθόντος, τίποτα άλλο εκτός από την παθητικότητα.

Είναι απαραίτητο να καταστρέψουμε τη μνήμη στην τέχνη. Να υπονομεύσουμε τις συμβάσεις στην επικοινωνία της. Να υποσκάψουμε το ηθικό των οπαδών της. Τι καθήκον! Όπως συμβαίνει με το θολό όραμα ενός μεθυσμένου, η ανάμνηση και η γλώσσα της ταινίας αχνοσβήνουν ταυτόχρονα. Στο έσχατο όριό της, η εξαθλιωμένη υποκειμενικότητα αντιστρέφεται σε ένα ορισμένο είδος αντικειμενικότητας: σε μια έκθεση των συνθηκών της μη-επικοινωνίας.

Για παράδειγμα, δε μιλάω γι’ αυτήν. Ψεύτικο πρόσωπο. Ψεύτικη σχέση. Ένα πραγματικό πρόσωπο διαχωρίζεται από τον ερμηνευτή αυτού του προσώπου έστω και μόνο από το χρόνο που μεσολαβεί ανάμεσα στο γεγονός και την επίκλησή του, από μια απόσταση που αυξάνεται συνεχώς, μια απόσταση που αυξάνεται αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Όπως ακριβώς μια τυποποιημένη έκφραση παραμένει διαχωρισμένη από εκείνους που την ακούνε αφηρημένα χωρίς να έχουν καμιά εξουσία πάνω της. Το θέαμα συνολικά δεν είναι παρά αυτή η εποχή, μια εποχή όπου μια ορισμένη νεολαία έχει αναγνωρίσει τον εαυτό της. Είναι το χάσμα ανάμεσα σε αυτή την εικόνα και τις συνέπειές της· το χάσμα ανάμεσα στα οράματα, τις προτιμήσεις, τις αρνήσεις και τα σχέδια που συνιστούσαν προηγουμένως αυτή τη νεολαία και στον τρόπο με τον οποίο πορεύτηκε αργότερα στην καθημερινή της ζωή. Δεν εφηύραμε τίποτα. Προσαρμοζόμαστε, με κάποιες παραλλαγές, στο δίκτυο των εφικτών δρομολογίων. Φαίνεται ότι συνηθίζουμε σε αυτό. Κανένας δεν επιστρέφει από ένα εγχείρημα με τον ίδιο ζήλο που είχε όταν ξεκινούσε. Όμορφοι συνοδοιπόροι, η περιπέτεια είναι νεκρή.

Ποιος θα αντισταθεί; Είναι απαραίτητο να υπερβούμε αυτή τη μερική ήττα. Ασφαλώς. Και πώς θα το κάνουμε; Αυτή η ταινία διακόπτεται και δε φτάνει σε κάποιο τέλος. Όλα τα συμπεράσματα απομένουν να εξαχθούν· όλα πρέπει να υπολογιστούν εκ νέου. Το πρόβλημα εξακολουθεί να τίθεται με ολοένα πιο πολύπλοκους όρους. Πρέπει να καταφύγουμε σε άλλα μέσα. Όπως ακριβώς δεν υπήρχε κανένας βαθύτερος λόγος για να ξεκινήσω αυτό το ασαφές μήνυμα, έτσι δεν υπάρχει κανένας λόγος για να το τελειώσω. Μόλις άρχισα να σας κάνω να αντιλαμβάνεστε ότι δε σκοπεύω να παίξω αυτό το παιχνίδι.

To κείμενο αυτό αποδίδει σε γραπτή μορφή τα λόγια που απαγγέλλει ο Guy Louis Debord στην ταινία «Κριτική του διαχωρισμού», η οποία πραγματοποιήθηκε το 1961. Ο Guy Louis Debord υπήρξε Γάλλος θεωρητικός του Μαρξισμού, συγγραφέας, παραγωγός, μέλος της Letterist International, ιδρυτικό μέλος της Καταστασιακής Διεθνούς και παροδικό μέλος της Socialisme ou Barbarie. Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1931, o πατέρας του ήταν φαρμακοποιός που πέθανε νωρίς και η  μητέρα του ήταν η Polet Rossi που τον έστειλε στην γιαγιά του στην Ιταλία. Ο Debord έφυγε από το σπίτι κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και άρχισε να τριγυρνά άστεγος. Κατέληξε στις Κάννες, όπου πήγε στο γυμνάσιο και στράφηκε προς τον κινηματογράφο. Ενηλικιώθηκε και αντιτάχτηκε στον πόλεμο της Αλγερίας, διαδηλώνοντας μαζί με τον λαό στο Παρίσι. Την εποχή εκείνη και σε ηλικία μόλις 19 ετών προσχώρησε στην Γραμματική Διεθνή, η οποία τότε διοικείτο από τον αυταρχικό Isidore Isou, και διασπάσθηκε σε πολλούς πυρήνες. Την δεκαετία του 1960 ο Debord έγινε ιδρυτικό μέλος της Καταστασιακής Διεθνούς, η οποία επηρέασε σημαντικά την πολιτική σκηνή του Μαΐου του 1968. Το 1972 μαζί με τον Ιταλό αντικαθεστωτικό διανοούμενο Gianfranco Sanguinetti ήταν τα μόνα εναπομείναντα μέλη της Καταστασιακής Διεθνούς, της οποίας τα μέλη απελάθηκαν από την Γαλλία. Στράφηκε στον κινηματογράφο και στην έκδοση επαναστατικών προκηρύξεων. Κατηγορήθηκε για τον ανεξήγητο θάνατο του παραγωγού και εκδότη Gérard Lebovici. Αποσύρθηκε από την δημοσιότητα και ασχολήθηκε με το διάβασμα και το γράψιμο. Μετά από χρόνιο εθισμό στο αλκοόλ, διεγνώσθη με αλκοολική πολυνευροπάθεια και αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά, στις 30 Νοεμβρίου του 1994, μια μέρα μετά το τελευταίο του αυτοβιογραφικό ντοκιμαντέρ. Το έργο του τιμήθηκε 15 χρόνια μετά τον θάνατό του από τον Υπουργό Πολιτισμού της Γαλλίας, ο οποίος ανακήρυξε το αρχείο του Debord «εθνικό θησαυρό» της Γαλλίας, ενώ ο ίδιος ανακηρύχτηκε «ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους φιλοσόφους με θέση στην ιστορία» του δευτέρου ημίσεος του 20ου αιώνα. 

Εργογραφία

Έκθεση περί της κατασκευής καταστάσεων (1957). Ενάντια στον κινηματογράφο (1964). Η κοινωνία του Θεάματος (1967). Παρατηρήσεις για την δολοφονία του Gérard Lebovici (1985). Το παιχνίδι του πολέμου (1987). Σχόλια πάνω στην κοινωνία του θεάματος (1988). Πανηγυρικός (1989). In girum imus nocte et consumimur igni (1990).

Advertisements