Samuel Beckett

beckett-photo-by-john-minihan

Μπορεί να ήταν ένας αινιγματικός ερημίτης, όπως τον χαρακτηρίζουν κάποιοι, το έργο του πάντως «είχε τουλάχιστον τη δύναμη να πληγώσει» – όπως ο ίδιος έλεγε. Να «πληγώσει», να ενοχλήσει την αδιαλλαξία και στενομυαλιά της καθολικής ιεραρχίας, που τον κυνήγησε. Θεωρήθηκε από τους πλέον σκοτεινούς κι όμως ήταν από τους πλέον διαυγείς. Είχε τη φήμη απόμακρου, κι όμως ήταν κοινωνικότατος. O Σάμουελ Μπέκετ υπήρξε για κάποιους ανατόμος της απόγνωσης, για άλλους ο ιχνηλάτης του κενού. Η ομορφιά των κειμένων του βασίζεται στο ότι αντιμετωπίζει με το πιο λιτό, ακραίο χιούμορ τα σοβαρότερα πράγματα και με την πλέον αριστοκρατική σοβαρότητα τις πιο αστείες καταστάσεις. Το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό» είναι μαζί με το «Τέλος του Παιχνιδιού» και τις «Ευτυχισμένες μέρες» τα αριστουργήματα του Μπέκετ. Το όνομα του τίτλου ο «Γκοντό» καθιερώθηκε – και σε μερικά λεξικά – ως σύμβολο του αιωνίως απόντος αλλά και αιωνίως αναμενόμενου προσώπου. Μια μεταφορά της απελπισμένης, μάταιης αναμονής ή αναβλητικότητας. Στις 13 Απρίλη συμπληρώθηκαν 106 χρόνια από τη γέννηση του Σάμουελ Μπέκετ, ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα, που το έργο του συνδέθηκε με την εμφάνιση του Θεάτρου του Παραλόγου. O Μπέκετ γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1906 (πέθανε τον Δεκέμβρη του 1989), και, όπως και ο Μπέρναρ Σω και ο Οσκαρ Ουάιλντ, προερχόταν από προτεσταντική ιρλανδική οικογένεια της μεσαίας τάξης. Ωστόσο, η βαθιά υπαρξιακή αγωνία που αποτελεί το κλειδί στο έργο του Μπέκετ θα πρέπει μάλλον να πηγάζει από επίπεδα της προσωπικότητάς του πολύ περισσότερο από την κοινωνική επιφάνεια μέσα στην οποία μεγάλωσε. Το συγγραφικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ, ένα έργο ιδιαίτερα πλούσιο που υπηρετεί την υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης, αποτελείται από ποιήματα, πεζά (διηγήματα και μυθιστορήματα) και θεατρικά έργα, τα σημαντικότερα από τα οποία γράφτηκαν στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60. Μεταξύ αυτών τα θεατρικά «Ελευθερία», «Περιμένοντας τον Γκοντό» και «Το τέλος του Παιχνιδιού» και τα μυθιστορήματα «Μολόυ», «Ο Μαλόουν πεθαίνει», ο «Ακατονόμαστος» και το «Πώς είναι» που γράφτηκαν στα γαλλικά. Ιδιαίτερα τα θεατρικά του, που από τη δεκαετία του ΄50 συνδέθηκαν με το Θέατρο του Παραλόγου, έδωσαν στον Μπέκετ παγκόσμια φήμη κι ένα Βραβείο Νόμπελ για τη Λογοτεχνία το 1969. Η επιτυχία τού άνοιξε τις πόρτες για να διδάξει στη Γαλλία, στην Εκόλ Νορμάλ, όπου έφθασε το 1928, εγκαινιάζοντας τη μακρόχρονη σχέση του με το Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον Τζόις και γρήγορα έγινε μέλος του στενού κύκλου του μεγάλου συγγραφέα, ενώ η επίδρασή του, όπως σημειώνουν πολλοί, στάθηκε σημαντική για τον Μπέκετ. Σε μια συνέντευξή του πάντως στους «New York Times», ο Μπέκετ δήλωσε ότι ο Τζόις έγραφε από «παντογνωσία», από «παντοδυναμία», σαν να ήταν θεός, ενώ ο ίδιος έγραφε από άγνοια και ανημπόρια. Υποστήριζε ότι δεν είχε «τίποτε να εκφράσει για οτιδήποτε ή προς οποιονδήποτε, πέραν της υποχρέωσης να εκφραστεί». Αν όμως δεν είχε τίποτα να πει δε θα υπήρχε ο μεγάλος θησαυρός του έργου του. Αλλη σημαντική επιρροή μετά την Ιρλανδία και τον Τζόις ήταν ο Προυστ, για το έργο του οποίου ο Μπέκετ έγραψε και ένα δοκίμιο το 1931. Η Ιρλανδία υπήρξε ανέκαθεν πρότυπο και μέτρο για το έργο του Μπέκετ. Οι θρήνοι του, οι ρυθμοί του, οι ύβρεις και οι κατάρες του μοιάζουν απόλυτα ιρλανδικές. Εκείνο που θεωρούσε εχθρικό στη γενέτειρά του ήταν η αδιαλλαξία και στενομυαλιά της καθολικής ιεραρχίας. Σε αντίποινα, εκείνοι τον καταδίκασαν ως «βλάσφημο». Ο Μπέκετ, έχοντας ενεργό δράση όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, πήγε στο Παρίσι και μετά την ήττα του γαλλικού στρατού πέρασε στην Αντίσταση, διαφεύγοντας κάποια στιγμή τη σύλληψη, οπότε και κατέφυγε στην ελεύθερη ζώνη με την Ισπανία, όπου δούλευε στα χωράφια. Οταν τελείωσε ο πόλεμος, ο Μπέκετ βρισκόταν σε δημιουργική άνθηση αλλά σε άθλια οικονομική κατάσταση. Ενώ αυτός ήταν βυθισμένος στο λαβύρινθο της έμπνευσής του, η Σουζάν, η σύντροφός του, έραβε και μπάλωνε ρούχα και παρέδιδε μαθήματα πιάνου, για να μπορέσουν να ζήσουν. Κι όταν η τριλογία τελείωσε, εκείνη ήταν που έτρεχε στους εκδότες, βρίσκοντας συνήθως τις πόρτες κλειστές, ενώ ο Μπέκετ καθόταν και περίμενε στο καφενείο. Στο συγκλονιστικό έργο του, το «Τέλος του Παιχνιδιού», ο Μπέκετ, για μια ακόμη φορά μας προσκαλεί στη συνεστίαση αφέντη και σκλάβου. Ο Χαμ καθηλωμένος στην αναπηρική καρέκλα και τυφλός, ο Κλοβ ανίκανος να σταθεί σ΄ ένα μέρος, η σχέση τους διάτρητη, αλλά η προοπτική απαλλαγής ισχνή. Η οδύνη και η ματαιότητα της οδύνης έχουν συνοψιστεί σε 90 συγκλονιστικά λεπτά. Γράφτηκε το 1956 στα γαλλικά, και παρότι το «Περιμένοντας τον Γκοντό» σημείωσε αξιοσημείωτη επιτυχία, παρά και τις βολές που δέχτηκε, το «Τέλος του Παιχνιδιού» απορρίφθηκε από αρκετά θέατρα. Τελικά, το έργο ανέβηκε στη Γαλλία. Ωστόσο, η μετάφρασή του στα αγγλικά ήταν τρομερά δύσκολη, καθώς ο ίδιος πίστευε ότι δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί σε άλλη γλώσσα, ότι οι ρυθμοί και η οξύτητα θα χαθούν. Οι κακίες που ακούστηκαν από Αγγλους κριτικούς ήταν βάναυσες. Το έργο θεωρήθηκε «νευρωτικό, διαποτισμένο με απόγνωση και οργή, ένας σωρός από λέξεις χωρίς δραματουργικό περιεχόμενο, γραμμένες από έναν μαζοχιστή συγγραφέα εθισμένο στην ίδια την κενότητά του». Στις «Ευτυχισμένες Μέρες», η ηρωίδα του Μπέκετ είναι το δραματικό πρόσωπο που κατορθώνει να δαμάσει τη μελαγχολία και να διασκεδάσει τη φθορά, χάρη σε μια σοφή και λυτρωτική αισιοδοξία. Είναι μια φιγούρα μέσα από την οποία ο Μπέκετ αναζητά το νόημα της ύπαρξης, ψηλαφώντας τις τεταμένες σχέσεις που δένουν τα πρόσωπα μεταξύ τους και τον καθένα με το σύμπαν, με το παρελθόν και το παρόν. Μέσα από το κωμικοτραγικό Μπεκετικό σύμπαν των «Ευτυχισμένων Ημερών» αναδύονται δύο χαρακτήρες: Η Γουίνυ, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα και ο Γουίλυ, ένας άνδρας γύρω στα εξήντα. Στην πρώτη πράξη, η Γουίνυ, θαμμένη μέχρι τη μέση σε ένα λοφάκι, μπορεί να μεταχειριστεί ακόμη τα χέρια της και κάποια αντικείμενά της – μια οδοντόβουρτσα, ένα μικρό καθρεφτάκι – περίστροφο, ένα μαντήλι και τα γυαλιά της. Στη δεύτερη πράξη, η Γουίνυ είναι θαμμένη μέχρι το λαιμό και μπορεί να κινεί μόνο τα μάτια της. Ο Γουίλυ ζει και κινείται με τα τέσσερα γύρω από το λοφάκι και εμφανίζεται που και που, απαντώντας σπάνια στο μακρύ μονόλογο της Γουίνυ. Η παρουσία του είναι πηγή παρηγοριάς και αισιοδοξίας για την Γουίνυ. Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» οι ήρωές του περιμένουν έναν άνθρωπο που δεν έρχεται ποτέ. Η απουσία αυτή του Γκοντό έχει αποτελέσει το θέμα για πάμπολλες ερμηνείες του έργου από την πρώτη του θεατρική παρουσίαση. Δυο άνδρες, ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν, συναντιούνται κοντά σε ένα δένδρο. Συζητάνε για διάφορα θέματα και ανακαλύπτουν ότι περιμένουν έναν άνδρα, που ονομάζεται Γκοντό. Οσο περιμένουν, εμφανίζονται άλλοι δύο, ο Πότζο και ο Λάκι: Ο πρώτος πηγαίνει στην αγορά για να πουλήσει το δεύτερο, που είναι δούλος του. Ο Πότζο συζητάει με τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν όσο ο Λάκι τους διασκεδάζει και στη συνέχεια φεύγουν. Στη συνέχεια, εμφανίζεται ένα αγόρι που λέει στο Βλαντιμίρ ότι είναι αγγελιαφόρος του Γκοντό: ο Γκοντό δε θα ΄ρθει σήμερα, αλλά σίγουρα θα έρθει αύριο. Αφού φύγει το αγόρι, οι δύο άνδρες αποφασίζουν να φύγουν, αλλά δεν μετακινούνται καθώς πέφτει η αυλαία. Το επόμενο βράδυ, ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν συναντιούνται ξανά κοντά στο δέντρο περιμένοντας τον Γκοντό. Εμφανίζονται ξανά ο Λάκι και ο Πότζο, μόνο που αυτή τη φορά ο πρώτος είναι μουγγός κι ο δεύτερος τυφλός. Ο Πότζο δε θυμάται τη συζήτηση με τους δύο άνδρες το προηγούμενο βράδυ, φεύγει μαζί με το Λάκι και οι δύο άνδρες συνεχίζουν να περιμένουν. Το αγόρι ξανάρχεται για να πει ότι ο Γκοντό δε θα ΄ρθει, αλλά επιμένει ότι δε μίλησε χτες με το Βλαντιμίρ. Οι δυο άνδρες αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν, κρεμόμενοι από το δέντρο, αλλά αποτυγχάνουν, γιατί σαν «σχοινί» έχουν μόνο τη ζώνη του ενός. Αποφασίζουν να φύγουν, αλλά η αυλαία πέφτει και κανείς από τους δύο δεν έχει φύγει από τη θέση του. Η πρεμιέρα του «Γκοντό», 59 χρόνια πριν, αγνοήθηκε. Οταν έφθασε στο Λονδίνο, χλευάστηκε. Αλλά, ο Πίτερ Χολ, που σκηνοθέτησε τη βρετανική πρεμιέρα του έργου στο Αρτς Θίατερ το 1955 και έχει επιστρέψει σ΄ αυτό άλλες τέσσερις φορές έκτοτε, έχει πει ότι από το «Περιμένοντας τον Γκοντό», «το θέατρο δεν είναι ποτέ το ίδιο». «Ο Γκοντό» – σημειώνει ο Πίτερ Χολ – «επανέφερε το θέατρο στις μεταφορικές ρίζες του. Προκάλεσε και νίκησε έναν αιώνα λογοτεχνικού νατουραλισμού, όπου ένα δωμάτιο εθεωρείτο δωμάτιο μόνον εάν παρουσιαζόταν σ΄ όλες του τις λεπτομέρειες, με τον τέταρτο τοίχο φευγάτο. Ο Γκοντό εξασφάλισε μια άδεια σκηνή, ένα δέντρο και δύο φιγούρες που περίμεναν και επιζούσαν. Μπορούσες να φανταστείς τα υπόλοιπα. Η σκηνή ήταν μια εικόνα της ζωής που περνά – μέσα στην ελπίδα, την απελπισία, τη συντροφικότητα και τη μοναξιά. Στην εποχή μας οι εικόνες στην οθόνη του κινηματογράφου είναι πραγματικές, αν και αποτελούνται μόνο από το τρεμάμενο φως. Από την εποχή του Γκοντό, η σκηνή είναι ο τόπος της φαντασίας. Ο κινηματογράφος είναι simile, σαν τη ζωή, το θέατρο είναι η μεταφορά, μιλάει για τη ζωή την ίδια. Το 1955, δυο χρόνια μετά την παρισινή πρεμιέρα, ήμουν 24 χρόνων και πολύ τυχερός άνθρωπος. Είχα ένα θέατρο – το Arts Theatre, στην οδό Great Newport, στο Λονδίνο – και ήμουν υποχρεωμένος να ανεβάζω ένα έργο κάθε τέσσερις βδομάδες. Οι πόροι ήσαν ελάχιστοι και οι αμοιβές δεν ήσαν καλές (7 λίρες τη βδομάδα και δελτίο για τα γεύματα), αλλά η ευκαιρία να σκηνοθετήσω σύγχρονα έργα (άρχισα με το Μάθημα, το πρώτο έργο του Ionesco στη Βρετανία) και κλασικά έργα, με ελάχιστα κεφάλαια, φάνηκε τόσο καλή για να είναι αληθινή. Τότε ήρθε ο Γκοντό. Στις αρχές του καλοκαιριού, όταν σκηνοθετούσα το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα του Eugene O΄ Neill, βρήκα ένα χειρόγραφο να περιμένει. Ο Donald Albery, ένας σπουδαίος ιμπρεσάριος του West End, με πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε να πείσει κανέναν ηθοποιό να παίξει και κανένα σκηνοθέτη να τον σκηνοθετήσει. Παιζόταν ακόμη στο μικρό θεατράκι στο Παρίσι. Ο Μπέκετ το είχε ήδη μεταφράσει και ο Albery αναρωτιόταν αν ήθελα να αναλάβω την παγκόσμια πρεμιέρα του στην αγγλική γλώσσα. Εψαξα εξονυχιστικά τη μνήμη μου. Το όνομα μού ήταν αμυδρά οικείο. Γνώριζα ότι υπήρχαν τα μυθιστορήματα και θυμόμουν ένα συσχετισμό με τον James Joyce. Διάβασα το έργο και αποφάσισα να το ανεβάσω. Δεν θα υποστηρίξω ότι το είδα ως κρίσιμη καμπή στο θέατρο του 20ού αιώνα, αυτό έγινε αργότερα. Και, βεβαίως, μου πήρε κανένα μήνα εντατικών προβών, για να αντιληφθώ ότι το έργο ήταν ένα αριστούργημα». Προς το τέλος του 1955, τα θεατρικά βραβεία της Evening Standard για πρώτη φορά δεν δόθηκαν, εξαιτίας του Μπέκετ. Οπως θυμάται ο Πίτερ Χολ ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής, όταν ο «Γκοντό» προτάθηκε για βράβευση, χωρίς δικαίωμα ψήφου, επειδή σκηνοθέτησε το έργο. «Μέλη της επιτροπής» – θυμάται ο Π. Χολ – «απείλησαν να παραιτηθούν λόγω της έντονης δημόσιας αγανάκτησης εάν το βραβείο για το καλύτερο έργο δινόταν στον Γκοντό. Εγινε μεγάλη φασαρία και η κατάσταση ήταν έκρυθμη. Οι διαφωνούντες, με επικεφαλής τον Malcolm Sargent, απείλησαν να παραιτηθούν εκφράζοντας δημόσια την αγανάκτησή τους στην περίπτωση που το βραβείο δινόταν στον Γκοντό. Τελικά, υπήρξε ένας αγγλικός συμβιβασμός που άλλαξε τον τίτλο και τη φύση του βραβείου. Επίσης, ευτυχώς, εξασφάλισε το μέλλον των βραβείων της Evening Standard. Ο Γκοντό στέφθηκε το πιο αμφισβητούμενο έργο της χρονιάς. Είναι ένα βραβείο που δεν έχει δοθεί ποτέ από τότε». Πόσο ανόητο φαίνεται τώρα που 50 χρόνια πριν, ο κόσμος αρνήθηκε ότι αυτό ήταν θεατρικό έργο. Μετά από εκείνη τη βραδιά του Αυγούστου στο Λονδίνο, το έργο πήγε παντού. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι γύρισε όλο τον κόσμο και η επιτυχία του συνεχίζεται. Στην εποχή που γράφτηκε, ενσωμάτωνε την τραγική εμπειρία του παγκοσμίου πολέμου – που μόλις είχε τελειώσει – με την αναμονή για την ανασυγκρότηση πάνω στα ερείπια του ολέθρου. Σήμερα, μέσα στο κλίμα του ζόφου και της ανασφάλειας που υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδιαίτερα στη χώρα μας, εν΄μέσω βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης οι ήρωες του Μπέκετ – που περιφέρονται σ΄ ένα αφιλόξενο σύμπαν και περιμένουν απεγνωσμένα κάτι ή κάποιον – μοιάζουν τραγικά σύγχρονοι. Και δεν υπάρχει δράμα πιο απογυμνωμένο, πιο στοιχειώδες από τον «Γκοντό», που ο Μπέκετ αρνήθηκε να αποκαλύψει τα μυστήριά του πέρα από «το γέλιο και τα δάκρυα». Πενήντα οκτώ χρόνια μετά και ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν βρίσκονται ακόμα σε κάποια σκηνή κάπου στον κόσμο – «περιμένοντας τον Γκοντό».

Advertisements